← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. Α. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 7184/19, 28/2/2023

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. Α. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 7184/19, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7184/19 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. Α. Κ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28, Φεβρουαρίου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Ν. Τσιαπαλής Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: O Κατηγορούμενος με το υπό εξέταση κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 05.11.2019 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα του καταλογίζεται ότι αυτός την 28ην Αυγούστου 2019 στο χωριό Σταυροκόννου της Επαρχίας Πάφου, προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία στον Π. Π. από την Σταυροκόννου, απειλώντας τον με την φράση <<τώρα να δεις ήντα μπου να σου κάμω>>. 2η Κατηγορία: Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα του καταλογίζεται ότι αυτός κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία παράνομα επιτέθηκε εναντίον των Π. Π. και Α. Κ. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Aστ. [ ] Μ. Π. (ΜΚ1) και τον Π. Π. (ΜΚ2). Επιπρόσθετα στις 17.02.2023 αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε παράθεση εξ συμφώνου δηλώσεων και παραδεκτών γεγονότων αλλά και στην εξ συμφώνου κατάθεση τεκμηρίων και το Δικαστήριο δεν έχει παρά να εκφράσει τις ευχαριστίες του για την αγαστή αυτή συνεργασία αφού επιτεύχθηκε ελαχιστοποίηση του χρόνου που απαιτείτο για την εκδίκαση της υπόθεσης. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[1] Η κα. Αργυρού εισηγήθηκε πως το σύνολο της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστο από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται το σύνολο των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η άποψη του κ. Τ. ο οποίος για τους λόγους που με επιμέλεια επεξήγησε εξέφρασε την άποψη ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 θα πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αναξιόπιστη με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί. H μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) προσήλθε ο εξεταστής της υπόθεσης ήτοι ο Αστυφύλακας Μ. Π. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) αναφέρει ότι στις 28.08.2019 και περί ώρα 2240 καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων από τους Α. Κ. και Π. Π. ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 2045 ενώ βρίσκονταν στο όχημα του Κ. και κατευθύνονταν στην οικία του Π. που βρίσκεται εντός του χωριού ενώ αυτοί περνούσαν έξω από την οικία του Κατηγορούμενου με χαμηλή ταχύτητα άκουσαν αυτόν να τους φωνάζει από το ανοικτό παράθυρο της οικίας του να σταματήσουν. Αφού ο Π. σταμάτησε το όχημα ο κατηγορούμενος απευθύνθηκε προς το μέρος του ρωτώντας τον με έντονο ύφος για το που πάνε και που είναι η άδεια οδηγού του. Όταν ο Πεττεμερίδης του απάντησε ότι ήταν δικό του πρόβλημα που βρισκόταν η άδεια του ο κατηγορούμενος του ανέφερε την φράση ''τώρα να δεις ίντα μπου να σου κάμω'' και την ίδια στιγμή σύμφωνα με τους παραπονούμενους πήρε από δίπλα του ένα κυνηγετικό όπλο το οποίο πρόταξε προς το μέρος τους. Στην συνέχεια ο Π. λόγω του ότι φοβήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα τους πυροβολούσε εκκίνησε το όχημα του και αναχώρησαν από το μέρος. Στην συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν για διερεύνηση της καταγγελίας καθώς και την εκτέλεση έρευνας στην κατοικία του κατηγορούμενου από την οποία κατασχέθηκαν δύο κυνηγετικά όπλα ήτοι τα τεκμήρια 5 &
  1. Αντεξεταζόμενος κλήθηκε να απαντήσει ερωτήσεις που αφορούσαν την μεταφορά και κράτηση του κατηγορούμενου από την Αστυνομία μέχρι και την ώρα εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης που είχε εξασφαλιστεί. Επιβεβαίωσε επίσης πώς εναντίον του Π. καταχωρήθηκε υπόθεση για ισχυριζόμενη εξύβριση του κατηγορούμενου χωρίς όμως να γνωρίζει αν καταδικάστηκε η όχι. Επιβεβαίωσε ότι ο Κατηγορούμενος με την οικογένεια Καμαρλίγκου αντιμετώπιζαν μεταξύ τους τα τελευταία χρόνια προβλήματα ενώ οι δύο παραπονούμενοι είχαν σχέσεις με την οικογένεια Κ. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) κλήθηκε και κατέθεσε ο Π. ο οποίος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 11) αναφέρει ότι στις 28.08.2019 και γύρω στις 2045 ενώ ήταν μαζί με τον συγχωριανό του Αντρέα Κυριάκου μέσα στο αυτοκίνητο του κατευθυνόμενοι προς το σπίτι του περνώντας μέσα από το χωριό από την κατοικία του κατηγορούμενου η οποία βρίσκεται μέσα στην διαδρομή που ακολουθούσαν και εφάπτεται του δρόμου ο κατηγορούμενος ενώ στεκόταν στο παράθυρο της κατοικίας σε απόσταση 10 μέτρων από τον δρόμο τους φώναξε με την φράση ''Που πάτε ρε''. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σταμάτησε το αυτοκίνητο του για να δει τι ήθελε και αμέσως ο κατηγορούμενος του φώναξε ''Που είναι η άδεια σου'' με τον μάρτυρα να του απαντά ότι ''ένεν που την δουλειά σου'' και τότε ως υποστήριξε ο κατηγορούμενος του ανέφερε την φράση ''τώρα να δεις ήντα που έννα σου κάμμω'' και την ίδια ώρα όπως στεκόταν στο παράθυρο τον είδε που έπιασε κάτι δίπλα από τον τοίχο χωρίς να σκύψει που ήταν ένα κυνηγετικό όπλο το οποίο γύρισε προς το μέρος τους και τους σκόπευε. Ο ίδιος βρισκόταν στην θέση του οδηγούσε και ήταν σε θέση ως ανέφερε να το δει πολύ καλά ενώ ο Κ. του φώναξε να φύγουν για να μην τους σκοτώσει. Τέλος ισχυρίστηκε ότι αμέσως μετά την αναχώρηση τους τηλεφώνησε στην Αστυνομία και κατάγγειλε την υπόθεση. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι γνωρίζει από το 2014 τον κατηγορούμενο αλλά και την οικογένεια του Σ. Κ. η οποία όμως υποστήριξε πως δεν έχει καμία σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση ενώ δεν τον ενδιέφερε αν μεταξύ του κατηγορούμενου και της οικογένειας αυτής υπήρχαν οποιεσδήποτε διαφορές. Επέμενε ότι προέβηκε σε υποβολή άμεσου παραπόνου στην Αστυνομία και ότι κανένα τηλεφώνημα δεν έλαβε χώρα προς τον Σ. Κ. κατά την διάρκεια του περιστατικού. Εξέφρασε την θέση ότι από τις ενέργειες του κατηγορούμενου τόσο ο ίδιος όσο και ο Κυριάκου φοβήθηκαν ενώ αρνήθηκε ότι η καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου έγινε σε συνεννόηση με τον Σταύρο Καμαρλίγκο. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι ο λόγος που δεν κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία ο Α. Κ. ήταν διότι κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης αυτός είχε αποβιώσει. Η κατάθεση όμως αυτού κατατέθηκε στην ακροαματική διαδικασία (Τεκμήριο 2) από τον εξεταστή της υπόθεσης ΜΚ
  2. Aξιολόγηση Μαρτυρίας: Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Επίσης υπενθυμίζεται πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση αφού ούτως η άλλως πρόκειτο για τον Αστυφύλακα ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης λαμβάνοντας καταθέσεις από τους εμπλεκόμενους. Τα όσα περιλαμβάνονται στην μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες που έκανε δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς υπεράσπισης συνεπώς δεν βλέπω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του. Στρεφόμενος προς τον ΜΚ2 δηλώνω εξ αρχής ότι αυτός δεν έκανε καλή εντύπωση κατά την διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Ήταν υπερβολικός, οξύθυμος και συνεχώς κατηγορούσε τον Δικηγόρο του Κατηγορούμενου κατά την διάρκεια της αντεξέτασης προβαίνοντας σε προσωπικές επιθέσεις προς το πρόσωπο του αποφεύγοντας όμως να απαντήσει τα ερωτήματα που του τίθονταν. Ήταν επίσης εμφανής η έχθρα και το μίσος που έτρεφε προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου επικαλούμενος μάλιστα εκδικητική καταγγελία που προέβηκε εναντίον του με αποτέλεσμα να τραβιέται στα Δικαστήρια για περίοδο τριών ετών. Επιπρόσθετα η αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού επηρεάζεται ουσιωδώς από το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος υποστηρίζει την άμεση υποβολή καταγγελίας για το περιστατικό αυτή φαίνεται να λαμβάνει χώρα 2 ώρες αργότερα ενώ παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε ότι καμία ανάμιξη δεν είχε η οικογένεια του Σ. Κ. στο περιστατικό ούτε οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία έλαβε χώρα από την κατάθεση του αποβιώσαντα πλέον Α. Κ. ο μάρτυρας αυτός φαίνεται να τυγχάνει διάψευσης αφού επιβεβαιώνεται η εμπλοκή του Σταύρου Κυριάκου τόσο μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας όσο και συνάντησης που έγινε στην κατοικία του και αφορούσε το περιστατικό. Συνεπώς δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ ως αξιόπιστη την μαρτυρία του αφού δεν έχω ικανοποιηθεί ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει το τι πραγματικά έλαβε χώρα αλλά για να βοηθήσει την δική του εκδοχή γεγονότων. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο υπενθυμίζεται ότι αυτός προχώρησε σε ανώμοτη δήλωση.[2] Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129). Η ανώμοτη δήλωση όπως και η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Onisiforou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 96/16 ημερ. 28.11.17 και Ευθυμίου και Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 191/2016 ημεερ.06.11.18). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Λαμβάνοντας υπόψη ότι με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου απλά παραπέμπει στο περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης Τεκμήριο 8 αυτή θα τύχει συνυπολογισμού με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. Νομική Πτυχή: Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, και
  2. Η εν λόγω απειλή να προκαλέσει σε άλλο πρόσωπο τρόμο ή ανησυχία. To Aνώτατο Δικαστήριο είχε πρόσφατα την ευκαιρία να ασχοληθεί με το τι συνιστά απειλή και συγκεκριμένα στην Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, ημερομηνίας 28.09.2022 μεταξύ ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ.[3] Πρέπει, λοιπόν, για να αποδειχθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί όχι μόνο η απειλή με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, αλλά και ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης το οποίο αφορά την δεύτερη κατηγορία διέπεται από το άρθρο 242 του Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα.
  3. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Συμπεράσματα: Από την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία το μόνο που προκύπτει ως ασφαλές συμπέρασμα γεγονότων είναι ότι στις 28.08.2019 έλαβε χώρα κάποιος διαπληκτισμός μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Παναγιώτη Πεττεμερίδη χωρίς όμως να μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια για το περιεχόμενο του διαπληκτισμού και για την ευθύνη έκαστου εκ των εμπλεκομένων. Επιπρόσθετα δεν μπορώ να αποφανθώ ένεκα και της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΚ2 κατά πόσον στον διαπληκτισμό αυτό χρησιμοποιήθηκαν και οποιαδήποτε πυροβόλα όπλα. Συνεπώς ένεκα της εξέλιξης αυτής το σύνολο των καταλογιζομένων κατηγοριών που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί και συνεπώς αυτός αναπόφευκτα θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί. Η Κατηγορούσα Αρχή έφερε το βάρος να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία το σύνολο των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων όμως απέτυχε να το πράξει. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τυχόν έξοδα που αφορούν τους μάρτυρες της υπόθεσης να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε σχέση με τα κατασχεθέντα Τεκμήρια ήτοι τα δύο πυροβόλα όπλα (Τεκμήρια 5 & 6) αυτά να παραδοθούν στον νόμιμο δικαιούχο τους νοουμένου ότι κατά τον χρόνο παράδοσης αυτών υπάρχει / υπάρχουν σε ισχύ οι σχετικές άδειες κατοχής τους και τα Τεκμήρια αυτά δεν τυγχάνουν κατακράτησης στα πλαίσια οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ή υπόθεσης πέραν από την υπό εξέταση υπόθεση. (Υπ.) ...................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [2] ''Εγώ δεν έχω να πω τίποτε στο Δικαστήριο, ότι είχα να πω το είπα στην κατάθεση μου'' [3] To Άρθρο 91Α του ΚΕΦ. 154 προνοεί ως ακολούθως: «Απειλή 91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Προκύπτει συνεπώς ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. Ν. Νετζίηπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, η οποία αφορούσε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του ΚΕΦ. 154 είναι σχετικό: «Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence» όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος.» Σ' ό,τι αφορά την ένοχη διάνοια παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sweet v. Parsley [1970] A.C. 132 σελίδα 148: «Ι dealt with this matter at some length in Warner's case [1969] 2 A.C. 256. On reconsideration I see no reason to alter anything which I there said. But I thing that some amplification is necessary. Our first duty is to consider the words of the Act: if they show a clear intention to create an absolute offence that is an end of the matter. But such cases are very rare. Sometimes the words of the section which creates a particular offence make it clear that mens rea is required in one form or another. Such cases are quite frequent. But in a very large number of cases there is no clear indication either way. In such cases there has for centuries been a presumption that Parliament did not intend to make criminals of persons who were in no way blameworthy in what they did. That means that whenever a section is silent as to mens rea there is a presumption that, in order to give effect to the will of Parliament, we must read in words appropriate to require mens rea." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.