Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. M. A. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1315/23, 15/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1315/23 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v.
- M. A.
- M. T. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο 1: Η κα. Α. Σαββίδου Για την Κατηγορούμενη 2: Η κα. Π. Σιαηλή Κατηγορούμενοι: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 13.02.2023 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και περιλαμβάνει συνολικά 15 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 έως 10 αφορούν τον ανακριτικό φάκελο του ΤΑΕ Πάφου Σ/75/2023 ενώ οι κατηγορίες 11 μέχρι και 15 τον ανακριτικό φάκελο του ΤΑΕ Πάφου Σ/73/
- Οι κατηγορούμενοι 1 & 2 αντιμετωπίζουν τις κοινές κατηγορίες 1[1], 2[2], 3[3], 4[4], 5[5], 6[6] και 10[7] ενώ ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει από μόνος του τις κατηγορίες 7[8], 8[9] και 9[10]. Οι κατηγορούμενοι 1 & 2 αντιμετωπίζουν επίσης τις κοινές κατηγορίες 11[11], 12[12] και 13[13] ενώ ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει από μόνος του την 14η[14] και 15η[15] κατηγορία. Πρόκειται ουσιαστικά για την ισχυριζόμενη διάρρηξη και κλοπή 2 περιπτέρων και 1 φαρμακείου από μέρος των κατηγορουμένων καθώς και άλλων αδικημάτων σχετιζόμενων με τους πιο πάνω χώρους και την κλοπιμαία περιουσία αλλά και την διερεύνηση τους. Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως οι Κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση ένεκα του επικαλούμενου κινδύνου φυγοδικίας αλλά και του κινδύνου διάπραξης από μέρους τους άλλων αδικημάτων. Προς το σκοπό υποστήριξης του αιτήματος κατατέθηκε στην διαδικασία το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης Παράρτημα Α, καθώς και έγγραφα που αφορούν σε εκκρεμότητα ποινικές υποθέσεις εναντίον των Κατηγορουμένων (Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 Ποινικές Υποθέσεις Ε.Δ. Πάφου 7241/22, 4214/22, 2049/22, 7920/19, 7139/19, 7141/19, 6539/19 και 6701/19) (Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 Ποινικές Υποθέσεις Ε.Δ. Πάφου 5405/18, 1310/19, 6639/20, 6377/19, 3663/19, 271/19, και 81/19) καθώς και προηγούμενες καταδίκες που αφορούν τον Κατηγορούμενο 1 (στις υποθέσεις Ε.Δ. Πάφου 91/21, 1414/21, 6296/19, 6374/19, 1414/21, 2889/19 και 2890/19) Παράρτημα Β. Επιχειρηματολογώντας η συνήγορος υποστήριξε την θέση πως στην υπό εξέταση υπόθεση υπάρχει η πιθανότητα οι Κατηγορούμενοι να μην προσέλθουν στο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν, την πιθανότητα καταδίκης στη βάση και του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε στην διαδικασία (Παράρτημα Α) και την ενδεχόμενη ποινή που θα επιβληθεί σε αυτούς. Σημείωσε επίσης πως πρόκειται για αλλοδαπά πρόσωπα με καταγωγή από την Συρία (κατηγορούμενο 1) και Βουλγαρία (κατηγορούμενη 2) χωρίς δεσμούς με την Δημοκρατία με αποτέλεσμα οι υποκειμενικές τους περιστάσεις να μην είναι τέτοιες που να αποκλείουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Eπιπρόσθετα και προς υποστήριξη και του δεύτερου λόγου κράτησης η κα. Αργυρού σημείωσε πως μέσα από το υφιστάμενο κατηγορητήριο καθώς και από αυτά που ήδη εκκρεμούν εναντίον των Κατηγορουμένων αλλά και τις πολυάριθμες προηγούμενες καταδίκες σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 διαφαίνεται ότι αυτοί έχουν ροπή προς το έγκλημα με αποτέλεσμα η πιθανότητα σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι να διαπράξουν άλλα αδικήματα να είναι ορατή. Oι ευπαίδευτοι συνήγοροι Υπεράσπισης των Κατηγορουμένων στις δικές τους προφορικές αγορεύσεις επιχειρηματολογώντας για την ένσταση των πελατών τους στο αίτημα κράτησης στη βάση και των δύο λόγων υποστήριξαν την θέση πώς στην υπό εξέταση υπόθεση αμφότεροι θα πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι με όρους. Ήταν κοινή ουσιαστικά θέση τους ότι από το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό δεν φαίνεται να υπάρχει πιθανότητα καταδίκης για τα αδικήματα των διαρρήξεων και των κλοπών ενώ αν το Δικαστήριο είναι της αντίθετης άποψης οι υποκειμενικές του περιστάσεις λεπτομέρειες των οποίων ανέφεραν στο Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκαν είναι τέτοιες έτσι ώστε να δημιουργούν ισχυρούς δεσμούς αυτών με την Δημοκρατία. Σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης από μέρους των πελατών τους άλλων αδικημάτων επίσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στο τεκμήριο της αθωότητας που ένας έκαστος εξ αυτών απολαμβάνει, το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης 2 καθώς και το γεγονός πως από τα υφιστάμενα κατηγορητήρια που βρίσκονται σε εξέλιξη στο Ε.Δ. Πάφου αυτά φαίνεται κατά πλειοψηφία να αφορούν αδικήματα του έτους 2018 και
- Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν οι εμπλεκόμενες πλευρές τα οποία έχουν αποτυπωθεί αυτολεξεί στα πρακτικά που έχουν τηρηθεί και έχω κατά νου τη σχετική Νομολογία. Νομική Πτυχή - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης.[16] Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Αυτοί έχουν επαναληφθεί πολύ πρόσφατα μεταξύ άλλων[17] στην Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020,Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020 και στην Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021 μεταξύ S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. 6.7.2021 και είναι οι ακόλουθοι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Πιθανότητα μη προσέλευσης στο Δικαστήριο: Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τόσο από κοινό όσο και από μόνοι τους σοβαρά αδικήματα με την υπόθεση μάλιστα να εκδικάζεται συνοπτικά μετά την γραπτή συγκατάθεση που δόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ενδεικτικά να αναφέρω πώς για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου το άρθρο 294(α) του Κεφ. 154 προβλέπει σε περίπτωση καταδίκης ποινή φυλάκισης μέχρι και 7 χρόνια. Και οι υπόλοιπες μάλιστα κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν μεταξύ άλλων και τα αδικήματα της κλοπής κατατάσσονται στα σοβαρά αδικήματα κατά της περιουσίας με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες σε έκαστη περίπτωση να προβλέπουν σε περίπτωση καταδικών αυστηρές και πολυετής ποινές φυλάκισης συνεπώς το ενδεχόμενο διαφυγής σε σοβαρά αδικήματα όπως και αυτά που οι κατηγορούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι είναι ακόμη μεγαλύτερο.[18] Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. [19] Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα), αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αντιφάσεων κτλ εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Παράρτημα Α). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο[20] καταδίκης των Κατηγορουμένων στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίζουν χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Επαναλαμβάνω λοιπόν, ότι στη βάση αυτού του υλικού θεωρώ ότι η μαρτυρία που εμπλέκει ένα έκαστο των Κατηγορουμένων στις επίδικες κατηγορίες είναι επαρκής για να πιθανολογήσει καταδίκη.[21] Σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα βεβαίως με τις ιδιαίτερες συνθήκες των Κατηγορουμένων, αναμένεται η επιβολή αυστηρών ποινών φυλάκισης. Επομένως συντρέχει και αυτός ο παράγοντας που προσδιορίζει τον κίνδυνο της φυγοδικίας. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση μεταξύ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 αναφέρθηκε από το Εφετείο και τα ακόλουθα σχετικά: Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία και επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2020, ημερομηνίας 29.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:B373, «Υπεισέρχονται στη συνέχεια στην εξίσωση και προσμετρούν άλλοι σχετικοί παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς αλλά και άλλων ειδών δεσμούς με την Κύπρο (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 και Kazanjian v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 326). Όπως εύστοχα τέθηκε στη Θεοχάρους και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι». Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου μέσω των Δικηγόρων Υπεράσπισης και δεν έχουν αμφισβητηθεί ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι έχουν στενούς δεσμούς με την Κύπρο. Παρά το ότι κατάγονται από χώρες του Εξωτερικού αυτοί έχουν τα τελευταία χρόνια μόνιμη και συνεχή διαμονή στην Δημοκρατία με τις οικογένειες του να βρίσκονται επίσης στην Κύπρο. Συνεπώς στην βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη μου πως αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι έχουν στενούς δεσμούς με την Κύπρο οι οποίοι είναι ικανοί να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ο κίνδυνος / πιθανότητα μη προσέλευσης των Κατηγορουμένων στην δίκη τους. Πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος: Υπενθυμίζεται πως το αίτημα για την κράτηση των Κατηγορουμένων στηρίχτηκε και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων που από μόνος του επίσης μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση ενός κατηγορούμενο μέχρι την δίκη του. Στο δικαστήριο παραδόθηκαν αντίγραφα Κατηγορητηρίων που αφορούν εκκρεμούσες υποθέσεις στο Ε.Δ. Πάφου σε σχέση με ένα έκαστο των Κατηγορουμένων. Επιπρόσθετα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 παραδόθηκε και ποινικό μητρώο σε έντυπη μορφή της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου σε σχέση με τις προηγούμενες καταδίκες του (σχετικό το Παράρτημα Β). Μελετώντας το Παράρτημα Β που μου παραδόθηκε διαπιστώνω τα ακόλουθα: (α) Εναντίον του Κατηγορούμενου 1 έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται σε εξέλιξη στο Ε.Δ. Πάφου οι ποινικές υποθέσεις με αριθμούς 5405/18, 1310/19, 6639/20, 6377/19, 3663/19, 271/19, και 81/19 ενώ αυτός φαίνεται να βαρύνεται και με προηγούμενες καταδίκες στα πλαίσια των υποθέσεων του Ε.Δ. Πάφου 91/21, 1414/21, 6296/19, 6374/19, 1414/21, 2889/19 και 2890/19 στις οποίες του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης. (β) Εναντίον της Κατηγορούμενης 2 έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται σε εξέλιξη στο Ε.Δ. Πάφου οι ποινικές υποθέσεις με αριθμούς 7241/22, 4214/22, 2049/22, 7920/19, 7139/19, 7141/19, 6539/19 και 6701/19. Η ύπαρξη των υποθέσεων αυτών καθώς και του ποινικού μητρώου που αφορά τον Κατηγορούμενο 1 δεν έχουν αμφισβητηθεί. Έχοντας την ευκαιρία να μελετήσω τα συγκεκριμένα κατηγορητήρια διαπιστώνω ότι σε αυτά περιλαμβάνονται σοβαρά αδικήματα μάλιστα με κάποιες από αυτές να εκδικάζονται συνοπτικά μετά από την γραπτή συγκατάθεση που δόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Διαπιστώνω επίσης πως όπως και η υπό εξέταση υπόθεση έτσι και αριθμός άλλων εκκρεμούσων υποθέσεων που αφορούν τους Κατηγορούμενους περιλαμβάνουν πέραν του ενός ανακριτικού φακέλου για αδικήματα διαφορετικού χρόνου και τόπου. Τα κατηγορητήρια αυτά κατά πλειοψηφία φαίνεται να αφορούν σε παρόμοιας φύσεως αδικήματα δηλαδή αδικήματα κυρίως κατά της περιουσίας αλλά και άλλα διαφορετικής φύσεως. Επιπρόσθετα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 φαίνεται πως η πλειοψηφία του ποινικού του μητρώου αφορά επίσης σε καταδίκες για αδικήματα κατά της περιουσίας. Δεν χωρεί αμφιβολία πως το περιεχόμενο του ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου 1 ομιλεί από μόνο του και δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε άλλο αφού προκύπτει σαφέστατα ροπή αυτού προς το σοβαρό έγκλημα.[22] Να αναφέρω επίσης πως σύμφωνα και με τη νομολογία μας[23] η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα. Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από τη διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία.[24] Τα όσα έχουν λεχθεί από τον Δικαστή κ. Ιωαννίδη στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης Αρ. 195/2020 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας, ημερ. 23.12.2020 είναι απόλυτα σχετικά ως προς την εξέταση του λόγου αυτού. Στη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, επαναλαμβάνεται ότι η πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος είναι δυνατό να αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου, αφού κάθε παράγων εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Μάλιστα, με αναφορά στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, λέχθηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η Νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης αδικημάτων, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη Νομολογία. Συνοψίζοντας, αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συνόλου του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Φενερίδης
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 46 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 113/15 (Σχ. με 115/15) απόφαση ημερ. 02.06.2015). Επιπρόσθετα και στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2022, 4/2/2022 η Δικαστής κα. Σταματίου ανάφερε τα εξής σχετικά: Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί έναν από τους τρεις αυτοτελείς λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη του. Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 αναφέρθηκε ότι η πρόβλεψη αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για τη διάπραξη άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται σύμφωνα με τη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν, με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα. Στην υπό εξέταση υπόθεση κρίνω πως υπάρχει πιθανότητα διάπραξης από μέρους των Κατηγορούμενων σε περίπτωση που αυτοί αφεθούν ελεύθεροι άλλων αδικημάτων παρόμοιας η ακόμα και άλλης φύσεως από αυτά που αντιμετωπίζουν με την υπό εξέταση υπόθεση. Χωρίς σε καμιά περίπτωση να παραγνωρίζεται το τεκμήριο της αθωότητας των Κατηγορουμένων το σύνολο των εκκρεμούσων στο Ε.Δ. Πάφου εναντίον τους ποινικών υποθέσεων τόσο για παρόμοια όσο και για διαφορετικής φύσεως αδικήματα με αυτά που αντιμετωπίζουν με την υπό εξέταση υπόθεση, το περιεχόμενο του υφιστάμενου κατηγορητήριου το οποίο περιλαμβάνει ισχυριζόμενη διάπραξη από μέρους τους 2 περιπτέρων και ενός φαρμακείου καθώς και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 η ύπαρξη του ποινικού του μητρώου είναι αρκετά για να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι σε περίπτωση που αυτοί αφεθούν ελεύθεροι υπάρχει ο κίνδυνος διάπραξης από μέρους τους άλλων αδικημάτων. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από πιθανές παράνομες πράξεις των Κατηγορουμένων θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση και στη βάση των δεδομένων που μου έχουν δοθεί είναι τέτοια που ικανοποιούν αυτό τον παράγοντα. Λαμβάνοντας λοιπόν σχετική καθοδήγηση από την Νομολογία την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω και στην βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου προς υποστήριξη του αιτήματος της κράτησης κρίνω ότι υπάρχει στην παρούσα περίπτωση πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων αν οι Κατηγορούμενοι αφεθούν ελεύθεροι. Κατά συνέπεια ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα για την κράτηση των Κατηγορουμένων μέχρι τις 20/03/2023 ημερομηνία που έχει οριστεί η παρούσα υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος με σκοπό να καταστεί εφικτή η παρουσίαση των Κατηγορουμένων την ημερομηνία που αναφέρεται ανωτέρω εκδίδω σχετικό διατάγματα προσαγωγής τους (bring up order). (Υπ.) ................ Ν. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154. [2] Διάρρηξη κτιρίου, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 294(α) του Κεφ. 154. [3] Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 262 του Κεφ. 154. [4] Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154. [5] Διάρρηξη κτιρίου κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 294(α) του Κεφ. 154. [6] Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 262 του Κεφ. 154. [7] Παράνομη κατοχή περιουσίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 309 του Κεφ. 154. [8] Κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύκτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία κατά παράβαση του άρθρου 296(γ)(i) του Κεφ. 154. [9] Μεταφορά επιθετικού όπλου ή οργάνου κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)του Κεφ. 159. [10] Απαγόρευση μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85, 86 και 20 του Κεφ. 154 [11] Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.
- [12] Διάρρηξη φαρμακείου κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 294(α) του Κεφ.
- [13] Το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 262 του Κεφ.
- [14] Άρνηση να επιτρέψει τη λήψη μετρήσεων, φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωμάτων παλάμης και πέλματος, αποκόμματα ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου και κατάλοιπα ξένης ουσίας ενώ τελούσε υπό κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 25
(1)(α)
(2)
(3)του Περί Αστυνομίας Νομου Ν. 73
(1)/04 [15] Ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές κατά παράβαση του άρθρου 137 του Κεφ. 154. [16] ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 ''Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει αίτημα για κράτηση κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, έχει να σταθμίσει μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας και του συμφέροντος της κοινωνίας να διασφαλιστεί ότι ο κατηγορούμενος για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων θα παρουσιαστεί στη δίκη του.'' [17] ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 185/2021, 23/11/2021 , ΚΑΣΣΙΡ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2021, 29/9/2021 [18] Θεοδωρίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ, 139, Κρασοπούλης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ, 450, Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021 μεταξύ S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. 6/7/2021 [19] ΧΑΜΝΤ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2021, 27/10/2021 Το μαρτυρικό υλικό στο στάδιο τούτο εκτιμάται στην όψη του και μόνο χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα, με σκοπό να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη, χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (Μαλά v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Μαρκίδη κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 50/2017 και 51/2017, ημερ. 22/3/2017). [20] Επαναλαμβάνω πως δεν τίθεται στο στάδιο αυτό ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων (βλ. Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32). Με άλλα λόγια δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο κατά πόσο η διαθέσιμη μαρτυρία συμβιβάζεται μόνο με την ενοχή του κατηγορούμενου και όχι με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Αυτό είναι θέμα που θα εξεταστεί όταν θα εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης. Το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (βλ. Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στη Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας Ποινική έφεση 114/15, απόφαση ημερομηνίας 19.6.2015, λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». [21] Κουννάς v Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 [22] ΑΡΓΥΡΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2020, 23/12/2020 [23] Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)1 CLR 50 [24] R. v Wharton 1955 Cr. L. R. 565. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο