Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. H. F., Αρ. Υπόθεσης: 6600/18, 7/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6600/18 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. H. F. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 07 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Σοφοκλέους & κα. Ιωάννου Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: O Κατηγορούμενος με το υπό εξέταση κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 11.10.2018 αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία[1]: Το αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι αυτός μεταξύ των ημερομηνιών 23.03.15 και 15.01.2018 στην Τίμη της Επαρχίας Πάφου, αποδέχθηκε περιουσία που γνώριζε ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα, δηλαδή ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας IPHONE 5 χρώματος μαύρου αξίας €300= περιουσία της Γ. Χ. από την Πάφο. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Aστ. [ ] Κ. Κ. (ΜΚ1), τον Αστ. [ ] Χ. Ι. (ΜΚ2) και την κ. Γ. Χ. (ΜΚ3). Επιπρόσθετα στις 16.12.2022 αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ότι το περιεχόμενο των Καταθέσεων με αριθμούς 6,14,10[2],11 και 12[3] είναι παραδεκτή η αλήθεια του περιεχομένου αυτών. Στις 24.01.2023 με το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και αγόρευσε σχετικά. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[4] Η κα. Σοφοκλέους εισηγήθηκε για τους λόγους που εξήγησε πως στην υπό εξέταση υπόθεση δεν υπάρχει καμία μαρτυρία άμεση ή περιστατική που να αποδεικνύει ακόμη και για σκοπούς του παρόντος σταδίου την γνώση του κατηγορούμενου ότι το συγκεκριμένο κινητό ήταν κλοπιμαίο και επιπρόσθετα πώς δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει πως το κινητό που παρουσιάζεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 ήταν αυτό για το οποίο η ΜΚ3 ισχυρίστηκε κατά το έτος 2015 ότι της είχαν κλέψει ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη την διαφορά στον μοναδικό αριθμό ΙΜΕΙ που παρουσιάστηκε από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της επιστολής της cyta ημερ. 17.01.2018 (Τεκμήριο 9) και του γεγονότος ότι η ΜΚ3 δεν μπορούσε να πει μετά βεβαιότητα ότι το κινητό που παρουσιάζεται στο περιεχόμενο των φωτογραφιών (Τεκμήριο 2) είναι αυτό για το οποίο προέβηκε στην σχετική καταγγελία. Η κα. Μανώλη από την αντίπερα όχθη εισηγήθηκε πώς από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία θα πρέπει ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια <<εκ πρώτης όψεως υπόθεση>> δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Για τον σκοπό εξέτασης της εισήγησης της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. H μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας Κ. Κ. ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Ο ίδιος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος είχε στην κατοχή του και κατέθεσε τα Τεκμήρια 2 μέχρι και
- Η αντεξέταση του ουσιαστικά περιορίστηκε σε ένα και μόνο ζήτημα και αυτό ήταν κατά πόσον έγινε επιβεβαίωση από πλευράς της Αστυνομίας ότι το συγκεκριμένο κινητό που εντοπίστηκε στην κατοικία του κατηγορούμενου μετά από την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας ήταν πράγματι και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ιδιοκτησίας της παραπονούμενης. Και αυτό γιατί ως διαφάνηκε από την αντεξέταση η Παραπονούμενη στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 17.01.2018 δεν αναφέρει τον μοναδικό αριθμό (ΙΜΕΙ) του κινητού με τον μάρτυρα να σημειώνει πως η καταγγελία της είχε γίνει το 2015 και είχε καταγραφεί σε σχετικό ημερολόγιο του Αστυνομικού Σταθμού που αυτή έγινε χωρίς όμως αυτή να παρουσιάζετε. Μάλιστα ως διαφάνηκε από την αντεξέταση του μάρτυρα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 και συγκεκριμένα η επιστολή της Αστυνομίας ημερ. 16.01.2018 προς την CYTA αναφερόταν στον αριθμό IMEI 013335002678857 και η σχετική αναφορά επί της κατάθεσης (Τεκμήριο 1) του μάρτυρα όμως η απάντηση που λήφθηκε από την CYTA (2η σελίδα Τεκμηρίου 9 επιστολή ημερ. 17.01.2018) στον αρ. 1 φαίνεται να παρουσιάζεται άλλος αριθμός ήτοι ο αριθμός ΙΜΕΙ
- Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) κλήθηκε και κατάθεσε ο Αστυφύλακας [ ] Χ. Ι. ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 ως την κατάθεση που έδωσε και σχετίζεται με την υπό εκδίκαση υπόθεση σημειώνοντας πώς σε σχέση με το τεκμήριο με α/α 6 που περιγράφεται στην κατάθεση του μάρκας IPhone με αριθμό ΙΜΕΙ 013335002678857 και μελετώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 ανέφερε πώς το συγκεκριμένο τηλέφωνο φαίνεται να ομοιάζει απόλυτα διευκρινίζοντας όμως ότι από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2 δεν φαίνεται ο αριθμός ΙΜΕΙ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πώς η δική του εμπλοκή στην υπόθεση ήταν η διερεύνηση των αδικημάτων της παράνομης κατοχής περιουσίας σε σχέση με τα τεκμήρια που φέρουν Α/Α 1 έως 6 στην κατάθεση του. Αναφορικά με το κινητό τηλέφωνο Α/Α 6 που είναι σχετικό με την υπόθεση έγιναν ως ανέφερε εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για κλοπιμέα περιουσία για την οποία υπήρχε καταγγελία στην Αστυνομία και αυτό δόθηκε για περαιτέρω εξετάσεις από άλλα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης. Ο ίδιος ανέφερε ότι προχώρησε σε έλεγχο του ΙΜΕΙ που φαινόταν στο πίσω μέρος του τηλεφώνου και αφού το καταχώρησε στο ηλεκτρονικό ημερολόγιο της αστυνομίας εντόπισε ότι υπήρχε καταγγελία κλοπής κινητού με τον συγκεκριμένο αριθμό ΙΜΕΙ. Σε ερώτηση αν μπορεί βλέποντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 να υποδείξει τον συγκεκριμένο αριθμό ΙΜΕΙ που ισχυρίστηκε ότι εντόπισε ανέφερε ότι τέτοιος αριθμός δεν φαίνεται στις φωτογραφίες αφού πρόκειται για μικροσκοπικό αριθμό. Επέμενε όμως την θέση πως τα παλαιότερα κινητά μάρκας Iphone έφεραν στο πίσω μέρος αυτών αναγραφόμενο τον αριθμό ΙΜΕΙ κάθε συσκευής δεν μπορούσε όμως αναφέρει ποιο ήταν το μοντέλο του κινητού τηλεφώνου για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ3) κλήθηκε και κατέθεσε η κ. Γ. Χ. η οποία είδε και αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως την κατάθεση που αυτή έδωσε στην Αστυνομία στις 17.01.
- Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 23.03.2015 κλάπηκε από το γραφείο του καταστήματος ρούχων που διατηρεί στην Πάφο το κινητό της τηλέφωνο μάρκας Iphone 5, χρώματος μαύρου το οποίο ενδεχομένως να το έκλεψαν δύο άγνωστες Ελληνοκύπριες γυναίκες οι οποίες ήταν οι μοναδικές πελάτιδες που είχαν επισκεφθεί το κατάστημα της κατά τον χρόνο της κλοπής. Αμέσως μόλις η μάρτυρας αντιλήφθηκε την κλοπή προσήλθε στον σταθμό και έκανε καταγγελία κατά την οποία της δόθηκε ένα έντυπο στο οποίο καταχώρησε τον αριθμό ΙΜΕΙ της κλαπείσας συσκευής η οποία θα καταχωρείτο και στη μαύρη λίστα της Αρχής Τηλεπικοινωνιών. Στις 17.01.2018 ενημερώθηκε τηλεφωνικά από μέλη της Αστυνομικής Δύναμης ότι βρήκαν το κινητό της τηλέφωνο από εξετάσεις που έκαναν μέσω της CYTA το οποίο και της υπέδειξαν αλλά δεν μπορούσε να θυμάται τον αριθμό ΙΜΕΙ τον οποίο είχε δώσει στο παρελθόν και δεν έχει ούτε την συσκευασία του κινητού πλέον στην κατοχή της. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσε να θυμάται τον αριθμό ΙΜΕΙ του κινητού τηλεφώνου που κατά το έτος 2015 κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι της είχε κλαπεί ούτε και μπορούσε να πει μετά βεβαιότητας ότι το κινητό της τηλέφωνο για το οποίο έκανε καταγγελία στην Αστυνομία ήταν πράγματι αυτό που παρουσιάζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
- Νομική Πτυχή: Tο άρθρο 306 του Κεφ.154, στο οποίο εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, προνοεί τα εξής: «
- Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων. » Από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλεπταποδοχής είναι: · Η από τον κατηγορούμενο αποδοχή ή κατακράτηση περιουσίας. · Η περιουσία αυτή να είναι προϊόν κλοπής ή να αποκτήθηκε κάτω από περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Η αποτυχία απόδειξης κλοπής της περιουσίας συνεπάγεται μοιραία, αποτυχία απόδειξης κατηγορίας για κλεπταποδοχή (Βλ. R. v. Matthews 34 Cr. App. R. 55 & R. v. Johnson, 6 Cr. App. R. 218). · Η γνώση του κατηγορουμένου ότι η περιουσία αυτή αποτελεί προϊόν κλοπής ή ότι αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Συμπεράσματα: Ο αριθμός ΙΜΕΙ (αριθμός διεθνής ταυτότητας εξοπλισμού κινητής τηλεφωνίας) ενός κινητού είναι μοναδικός αριθμός και αποτελεί τρόπο ταυτοποίησης κάθε συσκευής. Στις 15.01.2018 μετά από εκτέλεση εντάλματος έρευνας στην κατοικία όπου ο κατηγορούμενος διέμενε στην Πάφο εντοπίστηκε μεταξύ άλλων ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Apple i-phone, χρώματος μαύρου με αρ. ΙΜΕΙ
- Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή το κινητό αυτό τηλέφωνο ήταν κλοπιμαίο αφού άνηκε στην ΜΚ3 η οποία κατά το έτος 2015 προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία ότι της είχε κλαπεί από το κατάστημα ρούχων της. Επιπρόσθετα σύμφωνα και με την έρευνα στην οποία προέβηκε η Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο συγκεκριμένος αριθμός ΙΜΕΙ είναι καταχωρημένος στη μαύρη λίστα (κλοπιμαία ή απωλεσθέντα κινητά τηλέφωνα) από το έτος 2015 με την υπόθεση να διερευνάτε από την Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό αφού δεν έχει σε καμιά περίπτωση ικανοποιηθεί ότι έχει τεθεί ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ότι το κινητό τηλέφωνο που περιγράφεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας με αριθμό ΙΜΕΙ 013335002678857 έχει ταυτοποιηθεί ως το κινητό τηλέφωνο για το οποίο η ΜΚ3 προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία κατά το έτος 2015 ότι της είχε κλαπεί. Εξηγώ τους λόγους: Η ΜΚ3 υποστήριξε την θέση ότι κατά το έτος 2015 προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία ότι το κινητό της τηλέφωνο μάρκας Iphone μαύρου χρώματος και συγκεκριμένου αριθμού ΙΜΕΙ τα στοιχεία του οποίου παρέδωσε στην Αστυνομία είχε κλαπεί. Κατά την παρουσίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο δεν παρουσιάστηκε η καταγγελία της ΜΚ3 που να επιβεβαιώνει για το ποια στοιχεία είχε δώσει στην Αστυνομία κατά την καταχώρηση της καταγγελίας της το έτος 2015 ούτε και παρουσιάστηκε το έντυπο που ως ισχυρίστηκε στην κατάθεση της (Τεκμήριο 4) γέμισε παραθέτοντας τα στοιχεία του ΙΜΕΙ που αφορούσαν το κινητό της τηλέφωνο. Επιπρόσθετα η ΜΚ3 δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει το κατά πόσον η συσκευή κινητής τηλεφωνίας που παρουσιαζόταν επί του Τεκμηρίου 2 ήταν αυτή για την οποία έκανε την καταγγελία στην Αστυνομία ούτε και στο περιεχόμενο των φωτογραφιών αυτών παρουσιαζόταν ο αριθμός ΙΜΕΙ της συσκευής για να μπορεί να γίνει η σχετική ταυτοποίηση κάτι το οποίο επιβεβαίωσε και ο ΜΚ
- Αναφορά έγινε από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι σύμφωνα με το αρχείο της Αστυνομίας η συσκευή που εντοπίστηκε στην κατοικία του κατηγορούμενου ήταν αυτή με αριθμό ΙΜΕΙ 013335002678857 η οποία ταυτίστηκε μετά από ελέγχους ως η συσκευή που η ΜΚ3 κατάγγειλε ότι της είχε κλαπεί χωρίς όμως να παρουσιαστεί οτιδήποτε σχετικό για αυτή την σύγκριση και ισχυριζόμενη ταυτοποίηση. Επιπρόσθετα και η επιστολή της CYTAS ημερ. 17.01.2018 που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 9 φαίνεται να αναφέρεται σε αριθμό ΙΜΕΙ 013335002678850 ως αριθμός καταχωρημένος στη μαύρη λίστα και όχι ο αριθμός ΙΜΕΙ 013335002678857 για τον οποίο αναφορά γίνεται στην επιστολή της Αστυνομίας ημερ. 16.01.2018 συνεπώς δεν φαίνεται να υπάρχει ταύτιση. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω θεωρώ πως δεν έχει παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία που να αποδεικνύει έστω και για σκοπούς του παρόντος σταδίου την ύπαρξη του συστατικού στοιχείου που αφορά το κλοπιμαίο κινητό τηλέφωνο. Ένεκα της εξέλιξης αυτής καθίσταται περιττή η εξέταση κατά πόσον από την τεθείσα μαρτυρία υπήρχε η όχι η απαιτούμενη γνώση του κατηγορούμενο ότι το κινητό τηλέφωνο που βρέθηκε στην κατοικία του ήταν κλοπιμαίο. Στη βάση των ανωτέρω δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αφού το μόνο που θα επιτύγχανε θα ήταν να καλύψει τα κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής πράγμα ανεπίτρεπτο. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τυχόν έξοδα που αφορούν τους μάρτυρες της υπόθεσης να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.)....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τροποποίηση των λεπτομερειών έγινε στις 16.12.2022 με την σύμφωνη γνώμη της υπεράσπισης [2] Σε σχέση με το φωτογραφικό υλικό που γίνεται αναφορά στην κατάθεση δηλώθηκε ότι πρόκειται για το τεκμήριο 2 [3] Εξαιρουμένης της δήλωσης που ο αστυφύλακας κατέγραψε και αφορά το τι του ανέφερε ο κατηγορούμενος η οποία δεν είναι παραδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της παρά μόνο ότι πρόκειται για την απάντηση που δόθηκε από τον Κατηγορούμενο και κατέγραψε ο Αστυφύλακας. [4] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο