Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. Κ. Τ., Αρ. Υπόθεσης: 346/19, 4/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 346/19 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. Κ. Τ. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 04 Aπριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Μανώλη Για την Κατηγορούμενη: Η κα. Προδρόμου Κατηγορούμενη: Παρούσα AΠΟΦΑΣΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Η Κατηγορούμενη με το υπό εξέταση κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 28.01.2019 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες η κατηγορούμενη την 16ην Αυγούστου 2018 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, σε δημόσιο χώρο, εξύβρισε την Α.Κ από την Λεμεσό με την φράση <<Είσαι πουτάνα>> κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. 2η Κατηγορία: Το αδίκημα της Απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες η κατηγορούμενη κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία προκάλεσε τρόμο στην Α. Κ. από την Λεμεσό, απειλώντας την με βία ή παράνομη πράξη, δηλαδή της είπε <<εν να έρτει η μάνα μου τζιαι να δεις τι θα σου κάμει>>. 3η Κατηγορία: Το αδίκημα της Aνησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας η κατηγορούμενη κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία σε δημόσιο χώρο, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από την Α. Κ (ΜΚ1), τον Μ. Σ (ΜΚ2) και τον Αστ. 3385 Μ. Σάββα (ΜΚ3). Στις 15.03.2023 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του (εκ πρώτης όψεως) κάλεσε την Κατηγορούμενη σε απολογία και αυτή επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση της. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[1] H μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε η Α.Κ η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση της την γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στις 16.08.2018 μετέβηκε στην Πάφο μαζί με την μητέρα και τον υιό της στο σπίτι του φίλου της Μ. Σ όπου κατά την διάρκεια της παραμονής τους στην κατοικία του και συγκεκριμένα γύρω στις τέσσερις το απόγευμα το παιδί του αρρώστησε και αποφάσισαν να το μεταφέρουν στο Νοσοκομείο. Τόσο η ίδια και ο υιός της όσο και ο Σ. καθώς και ο κουμπάρος του Κ. μετέβησαν στο Νοσοκομείο μεταφέροντας τον Σ. που εξετάστηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή του στο Παιδιατρικό Τμήμα που βρισκόταν στον 2ο όροφο του Νοσοκομείου Πάφου. Κατά την αναμονή τους στο Παιδιατρικό Τμήμα ώστε να βάλουν ορό στο παιδί ξαφνικά εμφανίστηκε στο σημείο η Κ. Τ. η οποία είναι η μητέρα του [ ] και πρώην σύζυγος του Σ. και χωρίς να της μιλήσει η μάρτυρας άρχισε να την βρίζει μεγαλοφώνως με τις φράσεις <<Είσαι πουτάνα>> και την απείλησε <<ένα έρτει η μάνα μου τζιαι να δεις τι θα σου κάμει>>. Από τις φωνές της ως αναφέρει μαζεύτηκε κόσμος από τα δωμάτια και οι Νοσοκόμες θύμωσαν να κάνουν ησυχία. Μετά από αυτά τόσο η ίδια όσο και η Κατηγορούμενη αφού μίλησαν ζήτησαν συγνώμη η μία της άλλης και έληξε η παρεξήγηση. Με την αναχώρηση της μάρτυρας η Κατηγορούμενη είπε στον Σ. στο Νοσοκομείο ότι η μάρτυρας και η αδελφής είναι πουτάνες , γυρίζουν στο Net και γαμιούνται και ότι ο άντρας τους τις έχει ξαπόλοιτες. Καταληκτικά αναφέρει ότι για τις ύβρεις και τις απειλές που δέχθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου έχει παράπονο και θέλει να πάει Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε από προηγουμένως την κατηγορούμενη ούτε και για τον λόγο που άλλα πρόσωπα που ισχυρίστηκε ότι ήταν παρόντες στο περιστατικό όπως νοσηλευτικό προσωπικό, γονείς άλλων παιδιών και ο Κ. δεν έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία εκτός από την ίδια και τον Σ. Η μάρτυρας ανέφερε πώς κατά το χρόνο του διαπληκτισμού βρισκόταν στον διάδρομο του παιδιατρικού τμήματος ενώ σε ερώτηση γιατί ζήτησε συγνώμη προς την κατηγορούμενη απάντησε πως ο λόγος ήταν γιατί έφερε το μωρό της στο νοσοκομείο και δεν της έκανε οποιοδήποτε κακό. Ερωτούμενη για τον λόγο που δεν υπέβαλε αμέσως παράπονο στην αστυνομία αλλά το έπραξε αργότερα το βράδι και ενώ είχε αναφέρει ότι είχαν συμφιλιωθεί με την κατηγορούμενη η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό έγινε σε συνέχεια της αποστολής από την τελευταία απειλητικών και υβριστικών μηνυμάτων τα οποία όμως δεν παρουσίασε ούτε και για τα οποία καταγγελία έκανε στην Αστυνομία. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο Μ.Σ. ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2). Σε αυτήν αναφέρει ότι με την Κατηγορούμενη είναι σε διάσταση εδώ και εννιά μήνες και μαζί απόκτησαν ένα αγοράκι δύο ετών. Στις 16.08.2018 παρέλαβε από την Κατηγορούμενη περί η ώρα 1000 το πρωί το παιδί το οποίο θα ήταν μαζί του μέχρι και τις 1700 της ίδιας ημέρας αφού ο μάρτυρας είχε τα γενέθλια του και θα διοργάνωνε στο σπίτι του ένα μικρό πάρτι. Κατά την διάρκεια παραμονής του στο σπίτι τους το παιδί ήταν αδιάθετο και δεν έτρωγε με αποτέλεσμα να αποφασίσει να το πάρει στις Α Βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου όπως και έπραξε συνοδευόμενος από την φίλη του Α. Κ. η οποία ήταν καλεσμένη και αυτή, τον γιος της και τον κουμπάρο του Κ. Αφού εξετάστηκε από τους ιατρούς διαπιστώθηκε ότι ήταν γριπωμένο και με ερεθισμένο λαιμό και ένεκα του ιατρικού προβλήματος με την καρδία που αντιμετωπίζει αποφασίστηκε να μείνει μέσα για παρακολούθηση. Ενημέρωσε σχετικά την κατηγορούμενη η οποία άρχισε να φωνάζει και να του αναφέρει ότι δεν θα έμενε μέσα στο νοσοκομείο το παιδί και ότι θα ερχόταν να το πιάσει. Κατά την διάρκεια που βρίσκονταν όλοι στο παιδιατρικό τμήμα και περίμεναν να γίνει εισαγωγή το παιδί γύρω στις 1800 ήρθε η κατηγορούμενη μαζί με την μητέρα της Ν. Τ. και χωρίς κανένα λόγο άρχισε να υβρίζει την Α με τις φράσεις <<είσαι μια πουτάνα και να μεν τζίζις πάνω στο μωρό μου>> ενώ η μητέρα της η Ν προσπαθούσε να την ηρεμίσει να μην φωνάζει αλλά αυτή συνέχισε και να λέει της Α ότι είναι πουτάνα ενώ θύμωσαν και οι νοσοκόμες για να κάνουν ησυχία. Μετά που η Κατηγορούμενη ηρέμισε έκαναν μαζί με την Α ένα μικρό διάλογο και αφού έληξε το θέμα αποχώρησε η Α για να ηρεμήσουν τα πράγματα. Μόλις έφυγε η Α η Κατηγορούμενη συνέχιζε να την βρίζει στον μάρτυρα και να του λέει συνέχεια ότι είναι πουτάνα και θα κολλήσει κανένα μικρόβιο του μωρού της ενώ τα ίδια πράγματα έλεγε και στη μάνα της. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι με την κατηγορούμενη ως πρώην σύζυγοι πλέον βρίσκονται στα δικαστήρια και συγκεκριμένα στο οικογενειακό δικαστήριο σε σχέση με την κηδεμονία του ανήλικου τέκνου τους. Επιβεβαίωσε επίσης πως την κατηγορούμενη δεν την είχε ενημερώσει για την πρόθεση του να μεταφέρει το ανήλικο τέκνο τους στο Νοσοκομείο παρά μόνο το έπραξε όταν ήταν ήδη στο Νοσοκομείο και την είχε ενημερώσει ότι θα έπρεπε να νοσηλευτεί με την κατηγορούμενη ως ισχυρίστηκε να αρχίζει να του φωνάζει. Δεν γνώριζε ούτε αυτός γιατί δεν έδωσε ο Κ ή το νοσηλευτικό προσωπικό καταθέσεις για την υπόθεση ούτε και θυμόταν που βρισκόταν η ΜΚ1 κατά τον χρόνο που η κατηγορούμενη ήρθε στον Παιδιατρικό θάλαμο. Αναφορά έκανε στην κατ ισχυρισμό αποστολή μηνυμάτων από πλευράς κατηγορούμενης χωρίς όμως να παρουσιάζει οτιδήποτε ούτε και σχετική καταγγελία για τα ζητήματα αυτά προέβηκε στην αστυνομία. Ενώ αρχικά δεν υπήρχε πρόθεση να γίνει καταγγελία στην αστυνομία ένεκα και της συμφιλίωσης της ΜΚ1 με την κατηγορούμενη στην συνέχεια αποφάσισαν όπως υποστήριξε να το πράξουν λόγω της αποστολής των μηνυμάτων αυτών. Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ3) παρουσιάστηκε ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος κατέθεσε στην διαδικασία την ανακριτική κατάθεση και την γραπτή κατηγορία που είχε ληφθεί από την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 3) με οδηγίες του από άλλο όμως μέλος της Αστυνομίας. Ο ίδιος δεν ετοίμασε οποιαδήποτε κατάθεση που να αφορά το πρόσωπο του επιβεβαίωσε όμως πως σαν εξεταστής της υπόθεσης προχώρησε στην συμπλήρωση του φακέλου της υπόθεσης χωρίς να κάμει οτιδήποτε άλλο. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πώς δεν λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση από νοσηλευτικό ή ιατρικό προσωπικό ή άλλους ασθενείς ή συγγενείς τους που ενδεχομένως να βρίσκονταν στο Παιδιατρικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου διαδραματίστηκαν τα όσα καταλογίζονται στην κατηγορούμενη, ούτε κατάθεση λήφθηκε από την μητέρα της Κατηγορούμενης ή τον κουμπάρο του Μ. Σ ο οποίος σύμφωνα και με την μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν παρόν στο περιστατικό. Αρνήθηκε υποβολές ότι η διερεύνηση στην οποία προέβηκε ήταν ελλιπής. Αρνήθηκε επίσης τις υποβολές και θέσεις της υπεράσπισης ότι η ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης λήφθηκε κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων σημειώνοντας πώς σε κάθε περίπτωση δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που την είχε λάβει. Η Κατηγορούμενη αναγνώρισε και υιοθέτησε το Τεκμήριο 3 ήτοι την ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτήν αναφέρει πως στις 16.08.2018 γύρω στις 1630 την πήρε τηλέφωνο ο ΜΚ2 εν διαστάσει σύζυγος της και της ανέφερε πώς υιός τους δεν είχε φάει καθόλου και ότι θα τον έπαιρνε στο νοσοκομείο για να του βάλουν ορό αφού έχει και βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό. Η Κατηγορούμενη του ζήτησε όπως μην μεταφέρει το μωρό στο Νοσοκομείο για να μην κολλήσει κάποια μικρόβια και ότι θα πήγαινε στο σπίτι του για να το πάρει. Αντί αυτού ο ΜΚ2 αποφάσισε να μεταφέρει το παιδί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και σε προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικός το τηλέφωνο του ήταν κλειστό με αποτέλεσμα να αποφασίσει να μεταβεί και η ίδια στο Νοσοκομείο. Όταν έφθασε εκεί στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών είδε τον ΜΚ2 να είναι μαζί με μία άγνωστη γυναίκα (ΜΚ1) για την οποία ρώτησε ποια είναι με τον ΜΚ2 να της απαντά πως πρόκειται για ξαδέλφη του πράγμα το οποίο δεν πίστεψε η Κατηγορούμενη αφού δεν την γνώριζε και της ζήτησε να φύγει. Η ΜΚ1 την αγνόησε ενώ της είχε πει με ποιο δικαίωμα της λέει να φύγει. Ισχυρίστηκε τέλος η Κατηγορούμενη στην ανακριτική της κατάθεση πώς σε καμιά περίπτωση δεν έβρισε την ΜΚ1 ούτε και την απείλησε και το μόνο που έπραξε ήταν να της ζητήσει να φύγει γιατί δεν είχε δικαίωμα να βρίσκεται κοντά στο μωρό της. Έντονα ως παραδέχθηκε μίλησε στον ΜΚ2 γιατί την είχε αγνοήσει μεταφέροντας το παιδί στο Νοσοκομείο με κίνδυνο να κωλύσει κάποια αρρώστια αφού πρόκειται για παιδί που αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα υγείας. Να σημειωθεί ότι κατά την κυρίως εξέταση της προχώρησε και έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για το τι έλαβε χώρα κατά την συγκεκριμένη ημέρα αρκετά από τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ανακριτική της κατάθεση. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε την θέση πως στην ανακριτική της κατάθεση είπε τα γεγονότα σε συντομία και πως δεν είχε δώσει πλήρης κατάθεση κάτι το οποίο έπραξε σήμερα με την δια ζώσης μαρτυρία της. Μάλιστα καταλόγισε ευθύνη στον εν διαστάσει σύζυγο της (ΜΚ2) ότι η απόφαση του να μεταφέρει το παιδί τους στο Νοσοκομείο ήταν για να πλήξη την ίδια και να την κάνει να φανεί ανίκανη. Η ίδια δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία είτε εναντίον της ΜΚ1 είτε του ΜΚ2 ενώ επέμενε στην θέση ότι ο πατέρας του παιδιού της (ΜΚ2) δεν είχε ούτε έχει μέχρι και σήμερα εξασφαλίσει οποιοδήποτε διάταγμα να παίρνει το παιδί. Αρνήθηκε τις θέσεις της υπεράσπισης ότι διάπραξε τα καταλογιζόμενα αδικήματα ενώ έριξε ευθύνη για το συμβάν στα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τον εν διαστάσει σύζυγο της. Aξιολόγηση Μαρτυρίας: Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Επίσης υπενθυμίζεται πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Τόσο η ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 δεν έκαναν καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ την μαρτυρία τους. Αμφότεροι έδωσαν την εντύπωση στο Δικαστήριο κατά την δια ζώσης μαρτυρία τους ότι δεν παρουσιάστηκαν για να παραθέσουν τα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα στον Παιδιατρικό Θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου αλλά τα όσα οι ίδιοι ήθελαν να παρουσιάσουν. Η μαρτυρία τους ήταν θα έλεγα και αυτό ήταν εμφανές από το ειδώλιο του μάρτυρα εμποτισμένη από αλλότρια κίνητρα εκδίκησης, τιμωρίας και δημιουργίας προβλημάτων προς το πρόσωπο της Κατηγορούμενης ένεκα των διαφορών που είχε και συνεχίζει να έχει με τον ΜΚ2 σε σχέση με τα ζητήματα γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου τους. Επίσης πολύς λόγος έγινε για την ανταλλαγή τηλεφωνικών μηνυμάτων που αποτέλεσαν και αφορμή να προχωρήσουν σε καταγγελία στην Αστυνομία τα οποία μηνύματα ουδέποτε παρουσιάστηκαν από τους συγκεκριμένους μάρτυρες στο Δικαστήριο. Συνεπώς για τους λόγους που εξήγησα δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ την μαρτυρία τους. Η μαρτυρία του ΜΚ3 εξεταστή της υπόθεσης θα γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού ήταν κυρίως τυπικής φύσεως σε σχέση με τις ενέργειες που έγιναν για διερεύνηση του παραπόνου και την λήψη ουσιαστικά δύο
(2)καταθέσεων καθώς και της ανακριτικής κατάθεσης από την Κατηγορούμενη. Ούτως η άλλως ο ίδιος είχε προσωπική εμπλοκή μόνο στην λήψη της κατάθεσης του ΜΚ2 αφού οι άλλες καταθέσεις λήφθηκαν από άλλα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης. Στρεφόμενος προς την Κατηγορούμενη, ούτε αυτή άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο συνεπώς δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ την μαρτυρία της. Η ίδια επέλεξε να δώσει ενόρκως μαρτυρία και προέβηκε σε αναφορά πολλών ζητημάτων που αφορούσαν συμβάν που έλαβε χώρα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου μεταξύ της ίδιας και των ΜΚ1 και ΜΚ2 στις 16.08.2018 προβάλλοντας αυτά χωρίς όμως να τα συμπεριλάβει στην ανακριτική της κατάθεση ημερομηνίας 31.10.
- Αξιοσημείωτο πώς ενώ αντεξεταζόμενη πολλές φορές απάντησε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί λόγω της παρέλευσης 5 χρόνων από το περιστατικό όλος παραδόξως κατά την κυρίως εξέταση αυτής προέβηκε σε αναφορά πλειάδας άλλων γεγονότων στα οποία καμία αναφορά δεν έκαμε στην ανακριτική της κατάθεση. Επιπρόσθετα από την μαρτυρία της προέκυψε η δική της προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν το θύμα του ΜΚ2 ο οποίος για πολλά χρόνια την ταλαιπωρεί στα Δικαστήρια για θέματα που σχετίζονται με το ανήλικο τέκνο τους και ήταν ευδιάκριτα από το Δικαστήριο τα αρνητικά της συναισθήματα και θυμός που έτρεφε προς το πρόσωπο του ΜΚ
- Δεν έδωσε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις γιατί η ίδια δεν προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον της ΜΚ1 για τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι της εκστόμισε και σε σχέση με τον ΜΚ2 για τα όσα ανέφερε ότι έλαβαν χώρα προς το πρόσωπο της στις 16.08.2018 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Θεωρώ πως οι χρόνιες και συνεχείς εντάσεις και διαφορές μεταξύ της Κατηγορούμενης και του ΜΚ2 είναι τέτοιας έκτασης που με οδηγεί με τα όσα είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω κατά την παράθεση της δια ζώσης μαρτυρίας της στην κατάληξη να μην μπορώ να αποδεχθώ ούτε και την δική της μαρτυρία καθότι θεωρώ ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 16.08.
- Νομική Πτυχή: Δημόσια Εξύβριση To άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα:
- Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
- Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
- Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, το οποίο ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act, 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. Απειλή Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος είναι:
- Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, και
- Η εν λόγω απειλή να προκαλέσει σε άλλο πρόσωπο τρόμο ή ανησυχία. Πρέπει, λοιπόν, για να αποδειχθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί όχι μόνο η απειλή με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, αλλά και ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο. Ανησυχία Το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα:
- Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών. Στην Ανδρέας Ηροδότου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 λέχθηκε ότι το κριτήριο ως προς το κατά πόσο δημιουργήθηκε ανησυχία, είναι αντικειμενικό. Συμπεράσματα: Στην υπό εξέταση υπόθεση έχει απορριφθεί ως μη αξιόπιστη τόσο η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 όσο και της Κατηγορούμενης. Σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζεται πως στις ποινικές υποθέσεις όπως είναι και η παρούσα το βάρος απόδειξης των αδικημάτων που καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο φέρει η Κατηγορούσα Αρχή με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία για απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απόρριψη ως μη αξιόπιστης της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 αναπόφευκτα οδηγεί και σε απόρριψη της υπόθεσης που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Το μόνο που μπορεί να αναφερθεί στην υπό εξέταση υπόθεση είναι το γεγονός πώς φαίνεται ότι στις 16.08.2018 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου έλαβε χώρα λεκτικός διαπληκτισμός και γενικά έντονη συζήτηση μεταξύ των ΜΚ1 και ΜΚ2 και της Κατηγορούμενης για θέματα που αφορούσαν την απόφαση του ΜΚ2 να μεταφέρει το ανήλικο τέκνο τους στο Νοσοκομείο με την συνοδεία μεταξύ άλλων και της ΜΚ1. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί για το περιεχόμενο του διαπληκτισμού και της συζήτησης ούτε και για το βαθμό και την έκταση εμπλοκής του καθενός παρευρισκόμενου. Συνέπεια των ανωτέρω δεν μένει άλλη επιλογή από το Δικαστήριο παρά να απορρίψει την υπό εξέταση υπόθεση. Ένεκα της κατάληξης απόρριψης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ αχρείαστη την ενασχόληση μου με άλλα ζητήματα που πραγματεύτηκε η κα. Προδρόμου για να υποστηρίξει την αθώωση της πελάτιδας της. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τυχόν έξοδα που αφορούν τους μάρτυρες της υπόθεσης να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο