← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. A. M, Aρ. Υπόθεσης 462/23, 20/2/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. A. M, Aρ. Υπόθεσης 462/23, 20/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 462/23 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - A. M Ημερομηνία: 20.02.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Σατολιάς Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η και 7η κατηγορία), της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές κατά παράβαση των άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η και 9η κατηγορία), της καταφρόνησης του Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 44

(1)(α) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (3η και 10η κατηγορία) της άσκησης ψυχολογικής βίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 5(ζ) και 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115
(1)/2021 (4η και 13η κατηγορία), της βίας στην οικογένεια, πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των θυμάτων 119(Ι)/2000 (5η και 14η κατηγορία), της παρενόχλησης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/2021 (6η και 15η κατηγορία), της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (8η κατηγορία), της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (11η κατηγορία), και τέλος της παρενόχλησης θύματος κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4 και 32 του Ν.119 (Ι)/2000 (12η κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο εν διαστάση σύζυγος της ΜΚ3, από τώρα και στο εξής «η παραπονούμενη», κατηγορείται επί το ότι από την 03/01/23 - 12/01/23 επί καθημερινής βάσης, μετέβαινε στην κατοικία στην οποία διέμενε η παραπονούμενη μαζί με τα ανήλικα τέκνα της, με σκοπό την όχληση της. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται επί το ότι, ο Κατηγορούμενος, παρά την έκδοση του Διατάγματος (Τεκμήριο 1) μεταβαίνει καθημερινά στο σπίτι που διέμενε η παραπονούμενη μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους και την πίεζε να είναι ξανά μαζί. Περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος με την πιο πάνω συμπεριφορά που επέδειξε, αρνήθηκε να υπακούσει στο Διάταγμα που έχει εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 55/
  1. Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο Διάταγμα προνοούσε μεταξύ άλλων και τον αποκλεισμό του από την κατοικία στην οποία διαμένει η παραπονούμενη. Σύμφωνα μάλιστα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, η πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχε ως συνακόλουθο αποτέλεσμα να επιδείξει σκόπιμη ασέβεια προς το πιο πάνω αναφερόμενο Διάταγμα που είχε εκδοθεί. Επίσης ο Κατηγορούμενος κατηγορείται και επί το ότι με την συμπεριφορά του προκάλεσε στην παραπονούμενη ψυχολογική βία, ψυχική βλάβη και ενόχληση. Πέραν των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται και επί το ότι, την 12.01.23 εισήλθε παράνομα στην κατοικία στην οποία διαμένει η παραπονούμενη και την απείλησε με την φράση «ή θα πάρεις την καταγγελία σου πίσω ή θα σε σκοτώσω» επιδεικνύοντας έτσι με την πράξη του σκόπιμη ασέβεια προς την δικαστική διαδικασία. Η πιο πάνω πράξη του Κατηγορούμενου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 11ης κατηγορίας ήταν τέτοια, που θα μπορούσε να παρεμποδίσει ή να επηρεάσει την δικαστική διαδικασία. Τέλος, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, ότι κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο προκάλεσε στην παραπονούμενη με την συμπεριφορά του, ψυχική βία, ψυχική βλάβη και ενόχληση. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις συνολικά μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι ο Αστ. 273 Μιχάλης Μοδέστου (ΜΚ1), ο Αστ. 2092 Νεόφυτος Κουμπαρής (ΜΚ2) και η παραπονούμενη (ΜΚ3). Σημειώνεται ότι με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών, κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 03/01/23 (Τεκμήριο 1), το οποίο εκδόθηκε μονομερώς εκ μέρους της Αστυνομίας και συνεπώς στην απουσία του Κατηγορουμένου. Με βάση το περιεχόμενο του Διατάγματος, απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο από του να εισέρχεται ή να παραμένει εντός της οικίας ή της αυλής της παραπονούμενης που βρίσκεται στην οδό χχχχχχχ χχχχχχχχχχχ αρ. 10 στην Πάφο, ευθύς μετά την επίδοση του, μέχρι και την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 55/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Επίσης σύμφωνα με το εν λόγω Διάταγμα, ο Κατηγορούμενος απαγορεύεται να πλησιάζει την κατοικία της παραπονούμενης από απόσταση 100 μέτρων και να προσεγγίζει ή να παρενοχλεί ή να έρχεται σε επαφή ή να ακολουθεί την παραπονούμενη ευθύς μετά την επίδοση του Διατάγματος, μέχρι την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 55/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο Αστ. 2736 Μ. Μοδέστου ο οποίος είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ Πάφου και πιο συγκεκριμένα στο κλιμάκιο για την βία στην οικογένεια. Η γραπτή του κατάθεση αποτελεί το Τεκμήριο
  2. Ο ΜΚ1, κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης μεταξύ των οποίων ήταν η σύλληψη του Κατηγορούμενου μετά την έκδοση δικαστικού εντάλματος σύλληψης και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης με την βοήθεια διερμηνέα. Η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου κατατέθηκε από τον ΜΚ1 και αποτελεί το Τεκμήριο
  3. Ο ΜΚ1 επίσης κατά την κυρίως εξέταση του ερωτήθηκε κατά πόσο καθ' οιονδήποτε στάδιο της διερεύνησης είχε οποιαδήποτε επαφή με την παραπονούμενη. Απαντώντας, ανέφερε ότι την 12/01/23 όταν η παραπονούμενη τηλεφώνησε στην αστυνομία και πιο συγκεκριμένα στον ΜΚ2 αναφέροντας του ότι ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην κατοικία της και εισήλθε από το παράθυρο, τόσο ο ίδιος όσο και ο ΜΚ2 επισκέφθηκαν την κατοικία της παραπονούμενης και έτσι ήταν η στιγμή που ο ίδιος είχε επαφή μαζί της. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε για την πιο πάνω θέση του. Υποστήριξε ότι όταν μετέβηκε στο σπίτι της παραπονούμενης από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν στο μέρος, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση στο παράθυρο που υπέδειξε η παραπονούμενη ότι από αυτό μπήκε εντός της οικίας της ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος κλήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο γνωρίζει τον λόγο που στην γραπτή κατάθεση η οποία λήφθηκε από την παραπονούμενη, υπήρχε διόρθωση χωρίς μονογραφή αυτό που το έπραξε στην ημερομηνία που αφορά την 5η Ιανουαρίου. Πιο συγκεκριμένα ο συνήγορος της Υπεράσπισης υπέδειξε στον μάρτυρα ότι εκεί που αναγραφόταν ο αριθμός 5 αντικαταστάθηκε με τον αριθμό 3 και έτσι η ημερομηνία μετατράπηκε, σε 3 Ιανουαρίου. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι πιθανόν η πιο πάνω διόρθωση να έγινε από τον ΜΚ2, χωρίς βεβαίως να γνωρίζει αλλά συμφώνησε με την θέση της Υπεράσπισης ότι η πρακτική που ακολουθείται σε ότι αφορά τις διορθώσεις σε καταθέσεις που λαμβάνονται από την αστυνομία είναι να υπάρχει η μονογραφή αυτού που προέβηκε στην εν λογω διόρθωση. Τέλος, ο ΜΚ1 ερωτώμενος κατά πόσο η παραπονούμενη παραπέμφθηκε για ψυχολογική εξέταση, ανέφερε ότι έστειλαν παραπεμπτικό για την ιατρική της εξέταση. Επόμενος μάρτυρας κλήθηκε ο Αστ. 2092 Νεόφυτος Κουμπαρής ο οποίος και υπηρετεί στο κλιμάκιο της Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Πάφου. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 4) και κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που o ίδιος έλαβε από την παραπονούμενη τόσο στην αραβική όσο και στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήρια 5Α και 5Β αντίστοιχα). Ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του κατά πόσο ο ίδιος είχε προβεί στην διόρθωση του αριθμού της ημερομηνίας από 05/01/23 σε 03/01/23, ο ΜΚ2 αποδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε προβεί στην πιο πάνω διόρθωση στην συγκεκριμένη κατάθεση, υποστηρίζοντας ότι εκ παραδρομής ο ίδιος ξέχασε να μονογράψει. Επισήμανε μάλιστα κατά την μαρτυρία του, ότι η διόρθωση έγινε καθ' υπόδειξη της παραπονουμένης τόσο στο ελληνικό όσο και στο αραβικό κείμενο της κατάθεσης της και ότι η ορθή ημερομηνία είναι η 3 Ιανουαρίου του 2023 ως αυτή προκύπτει και μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Σε σχέση με το παράπονο που δέχτηκε από την παραπονούμενη την 12.01.23, ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι όταν μετέβηκε μαζί με τον ΜΚ1 στο σπίτι της διαπίστωσε ότι όσον αφορά το επίδικο παράθυρο το οποίο κατ' ισχυρισμό της εισήλθε εντός του σπιτιού της ο Κατηγορούμενος, ήταν ανοιχτά τα φυλλαράκια του. Συμφώνησε βεβαίως με την θέση ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση με την άσκηση οποιασδήποτε μορφής βίας και ότι δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε άλλες εξετάσεις όπως τον εντοπισμό του γενετικού υλικού του Κατηγορούμενου. Σε ότι αφορά τις ενέργειες που έγιναν από μέρους της αστυνομίας για να διαπιστωθεί κατά πόσο είχε προκληθεί οποιαδήποτε ψυχολογική βλάβη ή βία στην παραπονούμενη, ο ΜΚ2 εξήγησε ότι αναμένεται η έκθεση του ψυχολόγου στον οποίο έχει παραπεμφθεί . Τέλος σε ερώτηση της Υπεράσπισης για τον λόγο που η παραπονούμενη δεν μετέβηκε ενωρίτερα στην αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι σε επικοινωνία που είχε με την ίδια αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη αδυνατούσε να αντιληφθεί επακριβώς τις διαδικασίες του Δικαστηρίου λόγω γλώσσας και δεν γνώριζε ότι έπρεπε ευθύς αμέσως να τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η παραπονούμενη το έπραξε ότι έφτασε σε σημείο να πανικοβληθεί. Τελευταία μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και προσήλθε η παραπονούμενη (ΜΚ3). Η γραπτή της κατάθεση, η οποία και υιοθετήθηκε από την ίδια, αποτελεί το Τεκμήριο
  5. Πρόκειται για την εν διαστάση σύζυγο του Κατηγορούμενου και την βασικότερη μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής. Η παραπονούμενη κατά την κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο περιστατικό της 12.01.23 όπου σύμφωνα με την ίδια, ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην οικία της και αφού άνοιξε το παράθυρο του μπαλκονιού για να εισέλθει εντός αυτής η ιδία φοβήθηκε και τον κάλεσε να σταματήσει, δηλαδή μην εισέλθει στο σπίτι αλλά αυτός σύμφωνα με την παραπονούμενη το έπραξε. Μάλιστα ανέφερε τι όταν ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να πάρει πίσω την καταγγελία της κατάλαβε ότι ήθελε να πράξει ότι είχε πράξει και στο παρελθόν, δηλαδή να αποσύρει την καταγγελία στην οποία είχε προβεί εναντίον του. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος εκείνη την στιγμή ήταν θυμωμένος και ότι μάλιστα της είπε ότι δεν τον νοιάζει ούτε για τα Δικαστήρια αλλά ούτε και για την αστυνομία. Υποστήριξε επίσης ότι σε μια περίπτωση όταν είχε επισκεφθεί την κατοικίας της εντός του επίδικου χρόνου, της είχε αναφέρει ότι θα αυτοκτονήσει. Τέλος αποτέλεσε θέση της παραπονουμένης ότι η ίδια μπορεί να αποσύρει όλες τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου φτάνει ο ίδιος να μην την ενοχλεί και να μην την πλησιάζει. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ3 από την Υπεράσπιση, αμφισβητήθηκε για το αληθές των ισχυρισμών της. Αποδόθηκε από την Υπεράσπιση στην καταγγελία της αλλότριο κίνητρο και πιο συγκεκριμένα ότι τα όσα έχει αναφέρει είναι ψεύδη και αναλήθειες τα οποία και υπέδειξε με απώτερο σκοπό να εκδιώξει τον Κατηγορούμενο από το σπίτι τους. Μάλιστα της υποβλήθηκε ότι η πιο πάνω ενέργεια της, δηλαδή να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο εις την αστυνομία ήταν επειδή επιδίωκε να μένει μόνη της στην κατοικία τους χωρίς τον Κατηγορούμενο αλλά ταυτόχρονα να επωφελείται οικονομικά από τον τελευταίο αφού αυτός είναι που της πληρώνει και το ενοίκιο της κατοικίας που διαμένει. Η παραπονούμενη αρνήθηκε κατηγορηματικά την πιο πάνω θέση υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ότι ο Κατηγορούμενος αν θέλει από εδώ και στο εξής μπορεί να μην πληρώνει το ενοίκιο ή να και να πληρώνει ότι ο ίδιος μπορεί .Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι με την συγκεκριμένη καταγγελία δεν επιδιώκει σε καμία περίπτωση να φυλακιστεί ο Κατηγορούμενος αλλά το μόνο που επιζητά από τον ίδιο είναι να την αφήσει στην ησυχία της. Επέμεινε μάλιστα κατηγορηματικά στην θέση της ότι η ίδια επιθυμεί όπως ο Κατηγορούμενος συνεχίσει να έχει επικοινωνία και να βλέπει τα ανήλικα παιδιά τους και ότι δεν επιδιώκει την φυλάκισης του επειδή με τον ίδιο είναι και συγγενείς μεταξύ τους αλλά και ο πατέρας των παιδιών της. Η παραπονούμενη αντεξεταζόμενη σε σχέση με το τι επεσυνέβη την 11η Ιανουαρίου του 2023, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στο σπίτι της και πήραν το παιδί τους στον γιατρό. Ανέφερε επίσης ότι ο τελευταίος αγόρασε και κάποια πράγματα για τα παιδιά του. Σύμφωνα όμως με την ίδια ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που της τηλεφωνήσει για να την ενημερώσει ότι διευθέτησε το ραντεβού με τον γιατρό και όχι αυτή στον Κατηγορούμενο. Υποστήριξε μάλιστα ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία δεν ένιωσε οποιοδήποτε φόβο εφόσον το ζήτημα αφορούσε το παιδί τους. Στην υποβολή της Υπεράσπισης ότι γενικά δεν φοβόταν τον Κατηγορούμενο και αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έκανε οποιαδήποτε καταγγελία προηγουμένως εναντίον του, η παραπονούμενη εξήγησε ότι ο λόγος που δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία προηγουμένως, ήταν επειδή ,ο Κατηγορούμενος, προσπαθούσε πολλές φορές να μείνει μαζί της μέχρι να την ηρεμήσει και να την πείσει να μην προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος μπήκε από το παράθυρο του σπιτιού της πολλές φορές. Σε σχέση με το περιστατικό στις 12.01.23 η παραπονούμενη ανέφερε ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία μετέβηκε η αστυνομία στο σπίτι της και την πήρε με το αστυνομικό όχημα στην αστυνομία ενώ τα όσα υποστήριξε σε σχέση με το άλλο περιστατικό που διηγήθηκε αφορούσαν την πρώτη καταγγελία στην οποία είχε προβεί εναντίον του Κατηγορούμενου την 26η Δεκεμβρίου, δηλαδή προηγουμένως. Σε ότι αφορά την ημέρα που ο Κατηγορούμενος πήρε τα παιδιά από το σπίτι και τα πήρε μαζί του, η παραπονούμενη ανέφερε ότι όταν τα παιδιά επέστρεψαν στο σπίτι ήταν χαρούμενα και ότι μάλιστα τα παιδιά τα πήρε αρκετές φορές μαζί του. Υποστήριξε μάλιστα κατά την αντεξέταση της, ότι δεν θυμόταν επακριβώς να αναφέρει πόσες φορές ο Κατηγορούμενος μετά την έκδοση του διατάγματος πήγε στο σπίτι της αλλά σίγουρα είχε πάει πολλές φορές. Τέλος, σε υποβολή της Υπεράσπισης ότι από τις 03.01.23 μέχρι και σήμερα ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο η μάρτυρας απάντησε καταφατικά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση ,την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820). Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Αρχίζοντας την αξιολόγηση των τυπικών μαρτύρων κατηγορίας, δηλαδή των δύο αστυνομικών που συμμετείχαν στην διερεύνηση του παραπόνου της παραπονούμενης, θα πρέπει να αναφέρω ότι και οι δύο άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αφού έχω πειστεί ότι και οι δύο παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα πραγματικά γεγονότα που είχαν λάβει χώρα από την στιγμή που έλαβαν την καταγγελία της παραπονουμένης μέχρι και την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 εξήγησε με σαφήνεια χωρίς να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, ότι η ΜΚ3 την 12.01.23 τηλεφώνησε στην αστυνομία, τηλεφώνημα βέβαια που έλαβε ο ΜΚ2, και ότι μαζί μετέβηκαν στο σπίτι της για να διερευνήσουν το παράπονο της. Η μαρτυρία του ΜΚ1 επιβεβαιώνει και τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΚ2 επί του σημείου τούτου. Περαιτέρω τα όσα αναφέρθηκαν από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 σε σχέση με την λήψη του παραπόνου της παραπονούμενης την 12.01.23 και περί ώρα 10:30 το πρωί αλλά και το ότι τα φυλλαράκια του παραθύρου της μπαλκονόπορτας που τους υπέδειξε ήταν ανοιχτά, επιβεβαιώνουν και την θέση της παραπονούμενης ότι την συγκεκριμένη χρονική στιγμή η ίδια τηλεφώνησε στην αστυνομία και προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Η διαπίστωση μάλιστα των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι τα φυλλαράκια του παραθύρου που τους υπέδειξε η παραπονουμένη πράγματι ήταν ανοιχτά, επιβεβαιώνουν και την θέση που προβλήθηκε από την ίδια στο Τεκμήριο 5, δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος κατάφερε και εισήλθε εντός της κατοικίας της αφού προηγουμένως άνοιξε τα φυλλαράκια της μπαλκονόπορτας. Η πιο πάνω διαπίστωση των ΜΚ1 και ΜΚ2 στην οικία της παραπονουμένης, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Πέραν των πιο πάνω, σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης αναφορικά με την διαγραφή του αριθμού 5 στην ημερομηνία που αναφέρεται στην γραπτή κατάθεση της παραπονουμένης, Τεκμήριο 5Β, και την συνεπακόλουθα αντικατάσταση του με τον αριθμό 3, κρίνω ότι ο ΜΚ2 έδωσε πειστικές και ικανοποιητικές εξηγήσεις στο Δικαστήριο αποδίδοντας την πιο πάνω παράλειψη να μονογράψει στην διόρθωση στην οποία προέβηκε σε δική του απροσεξία. Η θέση του ΜΚ2 γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο αφού δεν έχει διαφανεί οποιαδήποτε κίνητρο στο να πράξει ο μάρτυρας οτιδήποτε τέτοιο. Όπως ο ΜΚ2 εξήγησε η πιο πάνω διόρθωση έγινε καθ' υπόδειξη της παραπονουμένης. Καταληκτικά κρίνω, ότι τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 ήταν αντικειμενικοί στις θέσεις τους και δεν έχω διαπιστώσει να έχουν μεροληπτήσει είτε υπέρ του Κατηγορούμενου είτε υπέρ της παραπονούμενης κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Το μόνο που δεν μπορώ να αποδεχτώ από την μαρτυρία του ΜΚ2 είναι την θέση που προέβαλε κατά την αντεξέταση του, ότι η παραπονούμενη δεν προέβηκε σε άμεση καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου λόγω του ότι η ίδια δεν αντιλαμβανόταν τις διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθήσει ένεκα του ότι είναι και αλλοδαπή. Η πιο πάνω αναφορά του ΜΚ2 αποτελεί την γνώμη του και μόνο και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο αποδεκτή. Συνεπακόλουθα ο ΜΚ1 και ΜΚ2 κρίνονται αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή πλην του σημείου της μαρτυρίας του ΜΚ2 που έχω ανωτέρω υποδείξει. Ερχόμενος τώρα στην βασικότερη μάρτυρα της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, δηλαδή την παραπονούμενη, δεν έχω ουδεμία απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα έχει παραθέσει στο Δικαστήριο είναι η πραγματική αλήθεια και γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αληθινή. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της δεν έχω διαπιστώσει σε καμία απολύτως περίπτωση να διακατέχεται από εκδικητική διάθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Τουναντίον ήταν σταθερή στην θέση της ότι σε καμία απολύτως περίπτωση δεν επιζητεί την τιμωρία του Κατηγορούμενου και ότι ο μόνος λόγος που τον έχει καταγγείλει ήταν επειδή ήθελε να την αφήσει ήσυχη και να μην την ενοχλεί. Μέσα από την παρουσία της στο Δικαστήριο, διαπίστωσα με βεβαιότητα ήταν ότι η παραπονούμενη πλέον απελπιστεί από την συνεχόμενη ενοχλητική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ήταν κατηγορηματική στην θέση της ότι σκοπός της δεν είναι ο Κατηγορούμενος να μπει στην φυλακή αλλά και ούτε η ίδια να τον αποξενώσει από τα παιδιά του. Η πιο πάνω θέση της παραπονουμένης επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η ίδια δια ζώσης ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι ο Κατηγορούμενος από τις 03/01/23 - 12/01/23 είχε πάρει τα παιδιά του αρκετές φορές και ότι μάλιστα σε μια περίπτωση όταν τα παιδιά τους επέστρεψαν στο σπίτι ήταν χαρούμενα. Το πιο πάνω γεγονός δεν έδειξε να ενοχλεί την παραπονουμένη αντιθέτως να την ικανοποιεί. Μάλιστα σε σχέση με την θέση της Υπεράσπισης ότι η ίδια προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία επειδή ήθελε να διώξει τον Κατηγορούμενο από το σπίτι με σκοπό να διαμένει η ίδια σε αυτό και να λαμβάνει από τον Κατηγορούμενο τα χρήματα για το ενοίκιο χωρίς την φυσική του παρουσία, η παραπονούμενη με ειλικρίνεια και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό ανάφερε στην υπεράσπιση απαντώντας σε σχετική υποβολή, ότι δεν έχει καμία οικονομική απαίτηση από τον Κατηγορούμενο και ότι ο ίδιος από τώρα και στο εξής μπορεί να συνεισφέρει στην οικογένεια μόνο όσα ο ίδιος επιθυμεί. Η πιο πάνω θέση της παραπονουμένης κρίνω ότι έχει προβληθεί με πάσα ειλικρίνεια από μέρους της, αφού μάλιστα όπως και η ίδια υπέδειξε είναι έτοιμη να αποσύρει το παράπονο της εναντίον του Κατηγορούμενου γιατί εκτός του ότι μεταξύ τους είναι συγγενείς, ο τελευταίος είναι και πατέρας των παιδιών της επαναλαμβάνοντας μάλιστα για ακόμη μια φορά, ότι ο αυτοσκοπός της δεν είναι να τιμωρηθεί αλλά να πάψει να την ενοχλεί. Πέραν των πιο πάνω, δείγμα της ειλικρίνειας της παραπονουμένης αποτελεί και ο ισχυρισμός της ότι μετά από την καταγγελία αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν την έχει ποτέ μέχρι και σήμερα ξαναενοχλήσει. Όλα τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας της παραπονουμένης τα οποία έχω υποδείξει, χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία έχουν δημιουργήσει την πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη δεν προέβηκε στην επίδικη καταγγελία για αλλότριους σκοπούς και ότι το παράπονο της εναντίον του Κατηγορούμενου ήταν γνήσιο και αληθινό. Συνεπώς και η γραμμή της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου, περί του αντιθέτου, έχει καταρρεύσει. Οι πιο πάνω θέσεις της παραπονουμένης δείχνουν ειλικρίνεια από μέρους της και απουσία οποιουδήποτε κακόβουλου η εκδικητικού κινήτρου από μέρους της και συνακόλουθα γίνονται αποδεκτές. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι η παραπονουμένη σε κάποια σημεία της μαρτυρία της δεν μπορούσε να καθορίσει χρονικά ποια γεγονότα είχαν συμβεί κατά τις επισκέψεις του Κατηγορούμενου στην κατοικία της. Δεν θεωρώ όμως ότι οι πιο πάνω παραλείψεις της είναι καθοριστικής σημασίας ως προς την αξιοπιστία της καθότι η μάρτυρας έχει περιγράψει στο Δικαστήριο με σαφήνεια και τρόπο επεξηγηματικό στο σύνολο τους τις πράξεις και ενέργειες του Κατηγορούμενου εις βάρος της εντός της χρονικής περιόδου από τις 03.01.23 μέχρι και τις 12.01.23 όταν η ίδια προέβηκε σε καταγγελία. Σε σχέση με την θέση της Υπεράσπισης ότι την 11.01.23 η παραπονούμενη τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο για να πάρουν το παιδί στον γιατρό, η παραπονούμενη απαντώντας, εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που της τηλεφώνησε και η ίδια μετέβηκε μαζί του στον γιατρό καθότι επρόκειτο για ζήτημα που αφορούσε το παιδί τους. Μάλιστα με ειλικρίνεια ανέφερε ότι την συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν ένιωθε οποιοδήποτε φόβο. Σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι επειδή η παραπονουμένη απάντησε καταφατικά σε υποβολή, ότι μεταξύ της ημερομηνίας 03.01.23 μέχρι σήμερα ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη αφού με βάση την πιο πάνω απάντηση που έδωσε αυτοαναιρεί τους ισχυρισμούς της, με όλο τον σεβασμό προς την Υπεράσπιση δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Καταρχήν θα πρέπει αναφέρω ότι σύμφωνα με την Νομολογία η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μικροσκοπικά. Πέραν τούτου η πιο πάνω υποβολή ήταν γενική και ασαφής. Η μάρτυρας κατά την μαρτυρία της υπέδειξε συγκεκριμένες συμπεριφορές και γεγονότα που είχαν επισυμβεί εις βάρος της από την πλευρά του Κατηγορούμενου τις οποίες είχε αναφέρει τόσο στην γραπτή της κατάθεση όσο και διά ζώσης. Σε ότι αφορά το Σάββατο 07.01.23 όταν ο Κατηγορούμενος το βράδυ και περί τις 23:20 μετέβηκε στο σπίτι της και μετά από κλάματα τελικά τον έπεισε να φύγει, η παραπονούμενη απαντώντας στην υποβολή της Υπεράσπισης ανέφερε ξεκάθαρα ότι ο Κατηγορούμενος μόνο όταν συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση για την παρούσα, είχε σταματήσει να την ενοχλεί αλλά όχι ποτέ προηγουμένως, αφού όπως η μάρτυρας υπέδειξε, ο Κατηγορούμενος την είχε επισκεφθεί πολλές φορές και την πίεζε να ξανασμίξουν, συμπεριφορά που της προκαλούσε ενόχληση. Τέλος, σε σχέση με την θέση της Υπεράσπισης ότι αναφορικά με το περιστατικό που κατήγγειλε την 12.01.23, η μάρτυρας είπε ψέματα στο Δικαστήριο αφού κατά την αντεξέταση της έδωσε διαφορετικούς ισχυρισμού τόσο για το που βρισκόταν η ίδια όσο και για το που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, δεν θα συμφωνήσω. Ήταν φανερό στο Δικαστήριο ότι η μάρτυράς κατά την αντεξέταση της επί του συγκεκριμένου σημείου αναφερόταν στα γεγονότα άλλου περιστατικού που είχε προηγηθεί της παρούσας καταγγελίας και αφορούσε άλλη καταγγελία την οποία είχε υποβάλει εναντίον του Κατηγορούμενου, γεγονός μάλιστα που φάνηκε μετά από διευκρίνιση που ζητήθηκε προς την μάρτυρα από το ίδιο το Δικαστήριο. Εξάλλου όπως έχω ήδη υποδείξει ανωτέρω, η μαρτυρία της παραπονουμένης ως προς το σημείο αυτό, επιβεβαιώνεται τόσο από την μαρτυρία του ΜΚ1 όσο και του ΜΚ2. Υπό το φως των πιο πάνω η ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Aπό την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς Υπεράσπιση του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αποδεχθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, βρίσκω ότι ο Κατηγορούμενος με την παραπονούμενη κατάγονται από την Συρία και διαμένουν στην Δημοκρατία. Επίσης ότι κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή από την 03.01.23 - 12.01.23 βρίσκονται σε διάσταση και διαμένουν σε ξεχωριστές κατοικίες. Η παραπονούμενη διαμένει στην οδό [ ] αρ. 10 στην Πάφο μαζί με τα ανήλικα τέκνα της. Εναντίον του Κατηγορούμενου λόγω άλλης καταγγελίας στην οποία είχε προηγηθεί από την παραπονούμενη εναντίον του, καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 55/23 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου όπου και εκδόθηκε μονομερώς από την Αστυνομία το Διάταγμα (Τεκμήριο1), ημερ. 03.01.23 και το οποίο ορίστηκε από το Δικαστήριο επιστρεπτέο την 10.01.23 και ώρα 10:00 το πρωί με οδηγίες το εν λόγω Διάταγμα να επιδοθεί στον Κατηγορούμενο. H ισχύς του πιο πάνω Διατάγματος με βάση το λεκτικό του λάμβανε χώρα ευθύς αμέσως μετά την επίδοση του και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης υπ. αρ. 55/2023 ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Διάταγμα αυτό εκδόθηκε μετά από την καταγγελία στην οποία προέβηκε η παραπονούμενη εναντίον του Κατηγορούμενου στην αστυνομία περί τον μήνα Δεκέμβριο του 2022. O Kατηγορούμενος από την 3η Ιανουαρίου καθημερινά μετέβαινε στο σπίτι στο οποίο διαμένει η παραπονούμενη μαζί με τα 3 ανήλικα τέκνα τους, δηλαδή στην οδό χχχχχχχ χχχχχχχχχχχ αρ. 10 στην Πάφο, και την ενοχλούσε πιέζοντας την δηλαδή να τα ξαναβρούν. Η παραπονούμενη δεν προέβηκε ευθύς αμέσως σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου καθότι ο τελευταίος κατά τις επισκέψεις του στην οικία της παρέμενε μαζί της μέχρι να την ηρεμήσει για να μην προβεί σε καταγγελία εναντίον του. Μεταξύ των περιπτώσεων που ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την παραπονούμενη στην κατοικία της, ήταν και το Σάββατο πριν από την επίδικη καταγγελία της, δηλαδή την 07.01.23. Το συγκεκριμένο βράδυ ο Κατηγορούμενος αφού εισήλθε εντός της κατοικίας της παραπονούμενης αρνείτο να φύγει και την πίεζε να ξανασμίξουν. Ενώ η ίδια σε κάποια στιγμή άρχισε να του ζητά να φύγει από το σπίτι, αυτός αρνείτο να το πράξει. Ο Κατηγορούμενος έμεινε στο σπίτι της παραπονούμενης μέχρι την 0220 το πρωί της επομένης ημέρας όπου τελικά η παραπονούμενη κατάφερε και τον έπεισε να φύγει από το σπίτι της κλαίγοντας και συνεπώς να την αφήσει στην ησυχία της. Εν το μεταξύ σε κάποια από τις φορές που ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην κατοικία της παραπονούμενης, της ανέφερε ότι θα αυτοκτονήσει. Την 12.01.23 και περί ώρα 1000 το πρωί, ο Κατηγορούμενος μετέβηκε ξανά στην κατοικία της παραπονούμενης και επέμενε να εισέλθει εντός αυτής. Η παραπονούμενη αρνήθηκε να τον αφήσει και τον καλούσε να φύγει αλλά ο Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν θυμωμένος, φώναζε ότι δεν τον ενδιαφέρει ούτε από τα Δικαστήρια αλλά ούτε και από την Αστυνομία. Αφού άνοιξε τα φυλλαράκια της μπαλκονόπορτας του σπιτιού της παραπονούμενης τελικά κατάφερε να εισέλθει εντός του σπιτιού. Την ίδια στιγμή η παραπονούμενη φοβήθηκε και βγήκε έξω από το σπίτι. Ο Κατηγορούμενος εν το μεταξύ μιλούσε στην παραπονούμενη με προσβλητικά λόγια και την καλούσε να μαζέψει τα πράγματα της για την πάρει στο Δικαστήριο και να αποσύρει την καταγγελία της. Η παραπονούμενη αρνήθηκε να το πράξει και ο Κατηγορούμενος της ανέφερε χαρακτηριστικά την φράση «ή θα πάρεις την καταγγελία σου πίσω ή θα σε σκοτώσω». Η παραπονούμενη φοβήθηκε και την πήραν τα κλάματα. Αμέσως πήρε το τηλέφωνο της και πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη θα έπαιρνε τηλέφωνο την αστυνομία, έτρεξε και έφυγε. Ο ΜΚ2 περί τις 1030 το πρωί της 12.01.23 ενώ βρισκόταν υπηρεσία στο ΤΑΕ Πάφου έλαβε κλήση από την παραπονούμενη στο Γραφείο της Βίας στην Οικογένεια η οποία του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι μέσα στο σπίτι της. Το τηλεφώνημα έγινε στην παρουσία και του ΜΚ1 ο οποίος μαζί με τον ΜΚ2 μετέβηκαν στην οικία της χωρίς να εντοπίσουν εκεί τον Κατηγορούμενο. Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν από τον ΜΚ1 και ΜΚ2 στην οικία της παραπονουμένης δεν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση με φυσική βία στο παράθυρο που τους υπέδειξε η παραπονούμενη ότι από αυτό είχε εισέλθει λίγο πιο πριν ο Κατηγορούμενος. Διαπιστώθηκε όμως ότι πράγματι τα φυλλαράκια του εν λόγω παραθύρου ήταν ανοιχτά. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε από τον ΜΚ1 την 12.01.23 και περί ώρα 1805 στο ΤΑΕ ΠΑΦΟΥ μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο ο ίδιος απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Από τον Κατηγορούμενο λήφθηκε ανακριτική κατάθεση την 12/01/23 και μεταξύ των ωρών 1820 - 1845. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της 2ης και 9ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα και προβλέπει τα εξής: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες του επίδικου στην παρούσα αδικήματος, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία αυτού είναι τα ακόλουθα: 1. Η ύπαρξη διατάγματος που εκδόθηκε από Δικαστήριο, 2. Η ανυπακοή του κατηγορούμενου στο εν λόγω διάταγμα. Περαιτέρω ως λέχθηκε στην Mouzouris and Another ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του κατηγορούμενου προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου (βλ. και Θεοφάνους ν. CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD κ.α.
(2009)2 Α.Α.Δ 634). Απαιτείται επίσης να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση του εν λόγω διατάγματος. Σε ποινικές υποθέσεις δεν απαιτείται η γνώση να λαμβάνεται με συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης όπως καθορίζεται στα πλαίσια της αστικής καταφρόνησης (βλ. και Αστυνομία v. Γ. Κυριακίδη
(1988)2 C.L.R. 172). Το δε διάταγμα θα πρέπει να είναι σαφές και να εξειδικεύει ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποια ιδιότητα (βλ. Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)1 All E.R. 176 και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Τέλος ως λέχθηκε στην Θεοφάνους ανωτέρω, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε απειθεί σε διάταγμα και η ποινική καταφρόνηση έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση περίπτωση διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε το επίδικο διάταγμα με πρόθεση καταστρατήγησής του. Τούτο είναι ό,τι εύλογα προκύπτει από την μαρτυρία που αποδέχθηκα. Πιο συγκεκριμένα ουδεμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που να δεικνύει ότι σε οποιοδήποτε στάδιο ο Κατηγορούμενος είχε λάβει γνώση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 ούτως ώστε αυτός γνωρίζοντας το τί επακριβώς το συγκεκριμένο Διάταγμα που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την 03.01.23 προνοούσε, στην συνέχεια δεν το υπάκουσε. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος κατά την έκδοση του Διατάγματος ήταν απών αφού αυτό εκδόθηκε από το Δικαστήριο μονομερώς. Αφής στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου του Διατάγματος που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 55/2023, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει με ασφάλεια ότι ο Κατηγορούμενος σε οπουδήποτε χρόνο είχε λάβει γνώση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 και ενώ γνώριζε τι επακριβώς το συγκεκριμένο Διάταγμα του απαγόρευε να πράξει, αυτός ηθελημένα το παράκουσε. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την 2η και 9η κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου. Το αδίκημα της 3ης και 10ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 44
(1)(ια) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και προβλέπει τα εξής : «Οιονδήποτε πρόσωπο διαπράττει oιαvδήπoτε άλληv πράξιv σκoπίμoυ ασέβειας εις oιαvδήπoτε δικαστικήv διαδικασίαv, ή πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov εvώπιov τoυ oπoίoυ τoιαύτη διαδικασία διεξάγεται, είvαι έvoχov πλημμελήματoς, και υπόκειται εις φυλάκισιv διά περίoδov εξ μηvώv ή εις πρόστιμov μη υπερβαίvov τας £450 ή εις αμφoτέρας τα πoιvάς ταύτας» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το πρόσωπο που διαπράττει την ασέβεια σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία θα πρέπει να είχε πρόθεση αφού η πράξη του αυτή απαιτείται να είναι σκόπιμη. Στην υπό κρίση περίπτωση αυτό που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 3ης και της 10ης κατηγορίας είναι ότι ενώ είχε εκδοθεί εναντίον του Διάταγμα αποκλεισμού από την κατοικία της παραπονούμενης (Τεκμήριο 1) στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 55/2023, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να το πράξει διαπράττοντας έτσι σκόπιμη ασέβεια προς την Δικαστική διαδικασία. Χωρίς αμφιβολία οι κατηγορίες της καταφρόνησης του Δικαστηρίου που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι άμεσα συνυφασμένες με τις κατηγορίες της ανυπακοής κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα αφού κοινό πυρήνα των πιο πάνω κατηγοριών αποτελεί το Διάταγμα που έχει εκδοθεί στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 55/2023 εναντίον του Κατηγορούμενου. Όπως ήδη έχω εξηγήσει ανωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος είχε λάβει γνώση σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από τον επίδικο ή κατά τον επίδικο χρόνο το περιεχόμενο του συγκεκριμένου Διατάγματος που είχε εκδοθεί. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε τι επακριβώς αυτό προνοούσε. Συνακόλουθα προκύπτει ότι αφής στιγμής ο Κατηγορούμενος δεν είχε λάβει γνώση του επίδικου Διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει και ότι σκόπιμα επέδειξε σκόπιμη ασέβεια προς την δικαστική διαδικασία. Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εναντίον του Κατηγορούμενου και τις κατηγορίες 3 και 10. Το αδίκημα της άσκησης βίας στην οικογένεια που είναι το αντικείμενο της 5ης και 14ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 3
(1)
(4)του περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν.119(Ι)/2000. Το άρθρο 3
(1)του Ν.119(Ι)/2000 προνοεί τα ακόλουθα: «3.—
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.» To άρθρο 3
(4)του Ν.119(Ι)/2000 προνοεί τα ακόλουθα: «
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.» Στο άρθρο 2 του Ν.119(Ι)/2000 ως μέλη της οικογένειας καθορίζονται, μεταξύ άλλων: «(α) άντρας και γυναίκα που— (
  1. i)έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (
  2. ii)συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· ....» Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος είναι: 1. Οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά, 2. Ενός μέλους της οικογένειας εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας, 3. Η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης, περιλαμβανομένης της βίας που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι ο Κατηγορούμενος και η παραπονούμενη αποτελούν μέλη της ίδιας οικογένειας αφού πρόκειται για πρόσωπα που μεταξύ τους έχουν συνάψει γάμο και το τελευταίο χρονικό διάστημα βρίσκονται σε διάσταση. Πέραν των πιο πάνω, το ουσιαστικό ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό το επόμενο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι ότι ως συνέπεια της συμπεριφοράς που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο που επέδειξε προς την παραπονούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 03/01/23 - 12/01/23 ήταν η πρόκληση στην παραπονούμενη ψυχικής βλάβης. Εξετάζοντας την προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία σε σχέση με το στοιχείο της πρόκλησης στην παραπονούμενη άμεσα ψυχικής βλάβης, παρατηρείται ότι η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι από την παραπονούμενη η οποία ανέφερε τόσο στην γραπτή της κατάθεση όσο και δια ζώσης ότι οι πράξεις και οι ενέργειες του Κατηγορούμενου, δηλαδή οι επισκέψεις στο σπίτι της και η πίεση που δεχόταν για να ξανασμίξουν της προκάλεσαν άγχος και φόβο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία αυτή δεν δύναται αφ' εαυτής να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι η παραπονούμενη υπέστηκε ψυχική βλάβη συνεπεία της συμπεριφοράς που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο στον χρόνο που η κάθε κατηγορία αφορά. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν μπορεί να καταδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα συναισθήματα που η παραπονούμενη έχει σκιαγραφήσει ότι ένιωθε ένεκα της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου συνιστούν και ψυχική βλάβη. Κατά συνέπεια καταλήγω πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 5 και 14 και έτσι υπόκεινται σε απόρριψη. Σε ότι αφορά τώρα την 8η κατηγορία, το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα έχει ως εξής: "91. Όποιος- (α) . . . . . . . . . . . . . . . . (β) . . . . . . . . . . . . . . . . (γ) με σκοπό την υποκίνηση οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται ο εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος, και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 1,6 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας: «Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού..» Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, λέχθηκε ότι πέρα από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον από το να διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης (Βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Η πρόθεση εκφοβισμού που απαιτείται από το άρθρο 91(γ), προκύπτει αντικειμενικά από τα λόγια που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος στην παραπονούμενη. Εν προκειμένω τα λόγια του Κατηγορούμενου «η θα πάρεις την καταγγελία σου πίσω ή θα σε σκοτώσω» είχαν ως απώτερο σκοπό να υποκινήσουν την παραπονούμενη όπως και η ίδια εξήγησε δια ζώσης να αποσύρει την καταγγελία στην οποία είχε προηγουμένως προβεί εναντίον του και να διενεργήσει δηλαδή πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση για να διενεργήσει. Η απειλή αυτή υπό τις περιστάσεις που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε προς την παραπονούμενη είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση στην ίδια εύλογου φόβου εξαιτίας και των προηγούμενων ενεργειών που είχε προβεί ο Κατηγορούμενος εις βάρος της παραπονούμενης την 12.01.23 και οι οποίες την ανάγκασαν αφού προηγουμένως είχε ξεσπάσει λόγου του φόβου της σε κλάματα, να εξέλθει από το σπίτι της και να καλέσει άμεσα την αστυνομία. Ανεξαρτήτως τούτου όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στην παραπονούμενη ότι η απειλή θα πραγματοποιηθεί. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος Στην παρούσα περίπτωση η απειλή του Κατηγορούμενου κρινόμενη αντικειμενικά ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία της 8ης κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας της 4ης και της 13ης κατηγορίας στηρίζεται στα άρθρα 2, 5(ζ) και 6 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115(Ι)/2021. Το άρθρο 6 του πιο πάνω νόμου προνοεί τα εξής: «Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος είναι τα εξής :
  1. Οποιαδήποτε συμπεριφορά προσώπου εναντίον γυναίκας
  2. Η οποία να εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές
  3. Η οποία πλήττει σοβαρά την ψυχολογική της ακεραιότητα ή της προκαλεί πραγματικό φόβο. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «γυναίκα» σημαίνει πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Εν προκειμένω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η παραπονούμενη εντάσσεται εντός της πιο πάνω έννοιας του νόμου και ότι είναι γυναίκα. Περαιτέρω το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν μέσα από την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί και είναι αυτή της παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του έπληξε την ψυχολογική της ακεραιότητα ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο. Σε σχέση με την 4η κατηγορία, η παραπονούμενη έχει δια μέσω της μαρτυρίας της υποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος καθημερινά μετέβαινε στην κατοικία της και την πίεζε για να ξανασμίξουν. Μάλιστα υπέδειξε ότι την 07.01.23 ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στην οικία της και ενώ αρνείτο αρχικά να φύγει τελικά το έπραξε αφού η παραπονούμενη τον έπεισε κλαίγοντας να την αφήσει στην ησυχία της. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η παραπονούμενη δεχόταν καθημερινά πίεση από τον Κατηγορούμενο. Αυτό που απομένει τελικά να απαντηθεί είναι κατά πόσο η πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν τέτοια που έπληξε σοβαρά την ψυχολογική της ακεραιότητα. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι βεβαίως αρνητική καθότι ουδεμία μαρτυρία που να καταδεικνύει οτιδήποτε τέτοιο δεν έχει παρουσιαστεί πέραν από την δική της μαρτυρία ότι ένιωθε φόβο και ενόχληση. Αυτό που σύμφωνα με την μαρτυρία της παραπονούμενης η ίδια επιζητούσε ήταν ο Κατηγορούμενος να την αφήσει στην ησυχία της. Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εναντίον του Κατηγορούμενου την 4η κατηγορία. Στρεφόμενος τώρα στην 13η κατηγορία η οποία αφορά το περιστατικό που επεσυνέβηκε στην οικία της παραπονούμενης την 12.01.23, σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί, η παραπονούμενη ενώ βρισκόταν στην οικία της περί τις 1000 το πρωί, αφίχθηκε ο Κατηγορούμενος ο οποίος μεταξύ άλλων ενεργειών που προέβηκε, εκστόμισε και εναντίον της παραπονούμενης την φράση «η θα πάρεις την καταγγελία σου πίσω ή θα σε σκοτώσω». Σύμφωνα με την παραπονούμενη το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η ίδια να ξεσπάσει σε κλάματα και να πάρει απευθείας το τηλέφωνο της για να τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Αφής στιγμής λοιπόν έχω αποδεχθεί ότι η παραπονούμενη φοβήθηκε ένεκα της πιο πάνω φράσης που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος εναντίον της κρίνοντας τον μάλιστα ένοχο στην κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91 (γ) του Ποινικού Κώδικα (βλ. 8η κατηγορία) κρίνω ότι οι πιο πάνω ενέργειες στις οποίες προέβηκε η παραπονούμενη αμέσως μετά την απειλή που δέχτηκε εμπίπτουν και εντός της έννοιας του πραγματικού φόβου ως το άρθρο 6 του Νόμου 115(Ι)/2021 ορίζει, καταλήγοντας έτσι ότι ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του προκάλεσε στην παραπονούμενη φόβο ο οποίος ήταν πραγματικός αφού αυτός εκφράστηκε υπό τις περιστάσεις που ανωτέρω έχω υποδείξει. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της ψυχολογικής βίας αφού της προκάλεσε πραγματικό φόβο. Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει το αδίκημα της 13ης κατηγορίας. Το αδίκημα της 1ης και 7ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «
  4. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δυο χρόνων». Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 493 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα, τα οποία προφανώς ισχύουν και στην περίπτωση που σκοπός της παράνομης εισόδου είναι η όχληση: «Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος». Όσον αφορά την πρόθεση όχλησης στην Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97,104, Pefkos ν. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris ν. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258,262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). ............................................................................................................................................................ " ... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."». Εκ των άνω συνάγεται ότι σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Έτσι στην Ανθία ανωτέρω με βάση πάντα τα γεγονότα που περιέβαλλαν τη διάπραξη του αδικήματος κρίθηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της εισόδου. Σε ότι αφορά την 1η κατηγορία, ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί καθημερινά από την 3η Ιανουαρίου του 2023 μέχρι και την 12η Ιανουαρίου του ίδιου μήνα, μετέβαινε στην κατοικία στην οποία διέμενε η σύζυγος του μαζί με τα ανήλικα τέκνα του και με την οποία κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε διάσταση. Δεν υπάρχει λοιπόν οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κατά τον επίδικο χρόνο η οικία αυτή βρισκόταν στην κατοχή της παραπονουμένης αφού μόνο η ίδια διέμενε σε αυτή ενώ ο Κατηγορούμενος διέμενε αλλού. Οι λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, αποδίδουν στον Κατηγορούμενο την διάπραξη του αδικήματος εντός του χρονικού διαστήματος μεταξύ 03/01/23 - 12/01/
  1. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και δη την μαρτυρία της παραπονούμενης δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε σαφής μαρτυρία για τον τρόπο που ο Κατηγορούμενος εισερχόταν στην κατοικία της αν ήταν δηλαδή με την συγκατάθεση της ή όχι, πλην της γενικής αναφοράς ότι ο Κατηγορούμενος την επισκέπτεται καθημερινά και την πιέζει να ξανασμίξουν. Επίσης δεν έχει παρουσιαστεί εκ μέρους της παραπονούμενης και οποιαδήποτε εξήγηση για τον τρόπο που τελικά ο Κατηγορούμενος έφευγε την κατοικία της για να δεικνύει στο Δικαστήριο αν η παραμονή του εντός της κατοικίας της είχε καταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο παράνομη. Από την άλλη όμως η παραπονούμενη έχει δώσει σαφείς εξηγήσεις σε σχέση με τα γεγονότα που είχαν επισυμβεί το Σάββατο 07.01.23, όπου σύμφωνα με την ίδια, ενώ ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της κατοικίας στην οποία διέμενε, και αφού παρέμεινε εντός αυτής για κάποιο χρόνο, στην συνέχεια όταν του ζητήθηκε από την ίδια να φύγει, αυτός αρνείτο ενώ η ίδια κατάφερε στην πορεία να τον πείσει με κλάματα να φύγει και να την αφήσει στην ησυχία της. Συνακόλουθα, από την μαρτυρία της παραπονούμενης την οποία και έχω αποδεχτεί, προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος την 07/01/23 μετέβηκε στην κατοικία της με σκοπό να την πείσει να ξανασμίξουν ενώ η ίδια δεν ήθελε. Επίσης προκύπτει ότι ενώ η παραπονούμενη καλούσε τον Κατηγορούμενο να φύγει αυτός δεν έφευγε μέχρι που τελικά η ίδια ξέσπασε σε κλάματα και ο Κατηγορούμενος έφυγε. Χωρίς αμφιβολία η παραμονή του Κατηγορούμενου εντός της κατοικίας της παραπονούμενης από την στιγμή που η ίδια τον καλούσε να φύγει ενώ αυτός αρνείτο να το πράξει, από νόμιμη κατέστη παράνομη. Πέραν των πιο πάνω, είναι φανερό ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχε προκαλέσει την ενόχληση της παραπονουμένης αφού άλλωστε ως και η ίδια εξήγησε στην γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 5Α και Β) « τελικά τον έπεισε κλαίγοντας να φύγει και να την αφήσει στην ησυχία της». Υπό το φως των πιο πάνω και υπό την διαπίστωση ότι μόνο για την 07.01.23 στοιχειοθετείται με βεβαιότητα η διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 280 του Κεφ. 154 από μέρους του Κατηγορούμενου, και εφόσον η πιο πάνω ημερομηνία εμπεριέχεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται ότι έχει διαπράξει το αδίκημα της 1ης κατηγορίας μόνο σε ότι αφορά μία και μοναδική περίπτωση, δηλαδή την 07.01.
  2. Στρεφόμενος τώρα στο αδίκημα της 7ης κατηγορίας, μέσα από την αποδεχθείσα μαρτυρία έχει προκύψει ότι ο Κατηγορούμενος την 12.01.23 και περί ώρα 10:00 το πρωί μετέβηκε στην κατοικία της παραπονούμενης και εισήλθε εντός αυτής από το παράθυρο με παράνομο τρόπο ενώ η τελευταία τον καλούσε να φύγει. Συνακόλουθα η παραμονή του στον χώρο δεν ήταν νόμιμη. Ο σκοπός της παρουσίας του Κατηγορούμενου στο μέρος έχει προκύψει επίσης ότι ήταν για να διαπράξει το αδίκημα της 8ης κατηγορίας, δηλαδή της απειλής βιαιοπραγίας του άρθρου 91(γ) του Κεφ.
  3. Ως έχω ήδη αποφασίσει η Κατηγορούσα Αρχή έχει στοιχειοθετήσει με την μαρτυρία της για τους λόγους που το Δικαστήριο έχει εξηγήσει το πιο πάνω αναφερόμενο αδίκημα εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Με βάση λοιπόν τα περιστατικά που είχαν εξελιχθεί κατά τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αλλά και τα όσα είχαν προηγηθεί μεταξύ τους, κρίνω δίχως οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ο Κατηγορούμενος την 12.01.23 και περί ώρα 1000 το πρωί, είχε μεταβεί στην κατοικία της παραπονούμενης επί σκοπό, δηλαδή με πρόθεση, και αφού εισήλθε εντός αυτής παράνομα, απείλησε την παραπονούμενη με την φράση «ή θα πάρεις την καταγγελία σου πίσω ή θα σε σκοτώσω» καλώντας την περαιτέρω να μαζέψει και τα πράγματα της και να την πάρει ο ίδιος στο Δικαστήριο για να πάρει την καταγγελία της πίσω. Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει και το αδίκημα της 7ης κατηγορίας. Το αδίκημα της 11ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα εδράζεται στο άρθρο 122(β) του Ποινικού κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι: «
  4. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη— (β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση της διατάξεις οποιουδήποτε νόμου· ............................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
  5. Ο κατηγορούμενος να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη,
  6. Η πράξη αυτή να είναι προορισμένη ή να ενδέχεται να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. Περαιτέρω όσον αφορά το actus reus (αντικειμενική υπόσταση) του αδικήματος, ως προκύπτει από την υπόθεση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249), όπου δόθηκε αναλυτική ερμηνεία του άρθρου 122(β), η λέξη «προορισμένη» έχει την έννοια της στόχευσης, δηλαδή του υπολογισμού στον οποίο προβαίνει κανείς ώστε η πράξη του να επιφέρει συγκεκριμένο, επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να .....» είναι πράξη που έχει εξ αντικειμένου κάποια τάση. Η τάση δε αυτή πρέπει να είναι «να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία». Το actus reus δεν είναι λοιπόν η οποιαδήποτε πράξη αλλά πράξη με τη συγκεκριμένη τάση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154 «δικαστική διαδικασία», όρος τον οποίο συναντούμε στο άρθρο 122, «περιλαμβάνει κάθε διαδικασία που διεξάγεται ή που ασκείται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή ερευνητικής επιτροπής ή προσώπου, που δύναται να πάρουν ένορκη μαρτυρική κατάθεση, ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι τέτοια ένορκη μαρτυρική κατάθεση.» Ο εν λόγω ορισμός είναι σαφής και επιδεκτικός μιας και μόνης ερμηνείας. Για την διάπραξη λοιπόν του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 122(α) πρέπει κατά το χρόνο της διάπραξής του να υφίσταται ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου δικαστική διαδικασία εναντίον κάποιου κατηγορούμενου (βλ. Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 494). Όσον αφορά το mens rea (υποκειμενική υπόσταση) του αδικήματος, ως έχει αναφερθεί στην Ακκελίδου (ανωτέρω) δεν χρειάζεται ειδική πρόθεση, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ρητά. Δεν απαιτείται παρά μόνο βασική πρόθεση, η οποία θα πρέπει να συνοδεύει την κάθε πτυχή του actus reus, εκτός όπου ο δράστης γνώριζε πως η πράξη του ήταν ηθικά μεμπτή. Ως εξηγείται περαιτέρω στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice, 39η έκδοση, παράγραφος 1441e, πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο κάτι που αποτελεί επίσης κανόνα του κοινού δικαίου που έχει κωδικοποιηθεί στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού μας Κώδικα. Αναφέρεται επίσης σχετικά ότι η πρόθεση με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη, δηλ. να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση χωρίς όμως να προεξοφλούν το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη (βλ. επίσης Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 367) Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί στην παρούσα, ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκκρεμούσε, η ποινική υπόθεση υπ.αρ 55/2023 η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και η οποία σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 το οποίο και αποτελεί παραδεκτό γεγονός, τελεί υπό εκδίκαση μετά από καταγγελία στην οποία είχε προβεί η ίδια παραπονούμενη με την παρούσα υπόθεση εναντίον του συζύγου της δηλαδή του Κατηγορούμενου και στην παρούσα. Η καταγγελία που αφορά την υπόθεση 55/2023 έγινε τον Δεκέμβριο του
  1. Συνακόλουθα προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκκρεμούσε εναντίον του Κατηγορούμενου δικαστική διαδικασία στην οποία η παραπονούμενη θα κατέθετε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον αυτού. Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσον η πράξη του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα το ότι ανέφερε στην παραπονούμενη την φράση « ή θα πάρεις την καταγγελία σου πίσω ή θα σε σκοτώσω», ήταν ενδεχόμενο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Τα όσα ανέφερε ο Kατηγορούμενος στην μάρτυρα δεν μπορούν να εξετασθούν κατ' απομόνωση αλλά θα πρέπει κατά την κρίση μου να ειδωθούν μέσα από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένου του τόπου και του χρόνου που λέχθηκαν, της σχέσης κατηγορούμενου με την παραπονούμενη αλλά και της φύσης της διαδικασίας στην οποία θα διδόταν η μαρτυρία (βλ. σχετικά και Archbold on Pleadings, Evidence & Practice (39th edition) παράγραφος 3473 σελ. 1476). Από τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτουν λοιπόν σχετικά τα ακολούθα:
  2. Ο Κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είναι ανδρόγυνο και το τελευταίο χρονικό διάστημα βρίσκονται σε διάσταση. Εναντίον του Κατηγορούμενου έχει καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 55/23 και ο Κατηγορούμενος από την 03/01/23 - 12/01/23 επισκεπτόταν καθημερινά την παραπονούμενη και την πίεζε να ξανασμίξουν.
  3. Μάλιστα την 07/01/23 ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την παραπονούμενη στην οικία της και ενώ η ίδια τον καλούσε να φύγει αυτός αρνείτο με αποτέλεσμα η τελευταία να ξεσπάσει σε κλάματα και να τον πείσει τελικά να φύγει.
  4. Με βάση την μαρτυρία της παραπονούμενης ο Κατηγορούμενος την ενοχλούσε επί καθημερινής βάσης και της προκαλούσε ενόχληση.
  5. Την 12.01.23 ο Κατηγορούμενος μετέβηκε και πάλι στην κατοικία της παραπονουμένης και αφού μπήκε εντός του σπιτιού της με παράνομο τρόπο ήτοι από την μπαλκονόπορτα ενώ η ίδια τον καλούσε να φύγει, αυτός ήταν θυμωμένος και της ανέφερε την φράση «ή θα πάρεις την καταγγελία σου πίσω ή θα σε σκοτώσω».
  6. Πέραν των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κατά την παρουσία του στον πιο πάνω χώρο, κάλεσε την παραπονούμενη, να μαζέψει τα πράγματα της για να την πάρει στο Δικαστήριο και να πάρει την καταγγελία της πίσω.
  7. Ο Κατηγορούμενος μάλιστα ήταν θυμωμένος και φώναζε στην παραπονούμενη ότι δεν τον νοιάζουν ούτε τα Δικαστήρια αλλά ούτε η αστυνομία.
  8. Ένεκα της πιο πάνω συμπεριφοράς του η παραπονούμενη ένιωσε φόβο και ξέσπασε σε κλάματα με αποτέλεσμα να τηλεφωνήσει στην αστυνομία και να τον καταγγείλει. Εξαιτίας της καταγγελίας της καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι οι πιο πάνω περιστάσεις ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψουν την παραπονούμενη από το να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου στην ποινική υπόθεση 55/2023 και κατ' αυτόν τον τρόπο η δικαστική διαδικασία στην υπόθεση 55/2023 να επηρεαστεί. Ο σκοπός του Κατηγορούμενου με την εν λόγω ενέργεια του είναι πρόδηλος και αυτός γνώριζε πλήρως τι επιδίωκε με τα λόγια του προς την παραπονούμενη. Συνεπώς κρίνεται ότι η εν λόγω ενέργεια του συνοδευόταν από πρόθεση επηρεασμού της δικαστικής διαδικασίας που ήδη εκκρεμούσε εναντίον του. Αυτή η νοητική κατάσταση στοιχειοθετεί και την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος. Συνεπώς κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος και συναφώς ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 11η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η 12η κατηγορία, στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν. 119(Ι)/2000 και άρθρα 2,3 και 4, και προνοεί τα εξής : « Κατηγορούμενος ή οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους του ή και από μόνο του ενοχλεί ή εκφοβίζει θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας ή συγγενικό τους πρόσωπο σε οποιοδήποτε χώρο, κατά τρόπο που επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει τη διερεύνηση ή εκδίκαση υπόθεσης βίας ή που προκαλεί ψυχική αναστάτωση σε θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας εν γνώσει του ότι πρόκειται για θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας, διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση που η ενόχληση ή ο εκφοβισμός γίνεται σε βάρος θύματος που διαμένει σε στέγη το αδίκημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
  9. O Κατηγορούμενος η οποιοδήποτε πρόσωπού εκ μέρους του ή και από μόνο του
  10. Ενοχλεί ή εκφοβίζει θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας ή συγγενικό τους πρόσωπο
  11. Σε οποιοδήποτε χώρο
  12. Κατά τρόπο που επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει την διερεύνηση ή εκδίκαση υπόθεσης βίας
  13. Εν γνώση του ότι πρόκειται για θύμα βίας ή μάρτυρα σε υπόθεση βίας Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό του αδικήματος, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι εναντίον του Κατηγορούμενου η παραπονούμενη είχε προβεί πέραν της παρούσας καταγγελίας εναντίον του και σε άλλη προηγούμενη καταγγελία στην αστυνομία. Η καταγγελία της μάλιστα ήταν και το αποτέλεσμα της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 55/2023 στην βάση της οποίας και εκδόθηκε Διάταγμα αποκλεισμού του Κατηγορούμενου από την κατοικία του (Τεκμήριο 1) το οποίο και αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Συνακόλουθα κατά τον επίδικο χρόνο η παραπονούμενη ήταν θύμα βίας εν τη εννοία του Νόμου, πάντοτε βεβαίως με τους δικούς της ισχυρισμούς, αφού εκκρεμούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 55/
  14. Πέραν των πιο πάνω και πάντοτε με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος την 12.01.23 μετέβηκε στην κατοικία της παραπονουμενης και αφού εισήλθε εντός αυτής, την εκφόβισε με τη φράση «η θα πάρεις την καταγγελία σου πίσω ή θα σε σκοτώσω». Μάλιστα της ζητούσε να ετοιμάσει τα πράγματα της για να την πάρει στο Δικαστήριο για να πάρει την καταγγελία της πίσω. Συνακόλουθα προκύπτει και ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η παραπονούμενη τον είχε καταγγείλει και ότι ήταν θύμα βίας, αφού αυτός είχε ήδη φύγει από το σπίτι και δεν διέμενε πλέον ούτε μαζί της αλλά ούτε και με τα παιδιά του. Άλλωστε η Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου ήταν ότι η παραπονούμενη εκδικητικά προέβηκε στην καταγγελία εναντίον του αναφορικά με την ποινική υπόθεση υπ. αρ. 55/23 αλλά και την παρούσα με σκοπό να εκδοθεί Διάταγμα αποκλεισμού του για να διαμένει μόνο μόνη της στην κατοικία που μέχρι πρόσφατα διέμεναν μαζί και να επωφελείται ταυτόχρονα οικονομικά από τον Κατηγορούμενο χωρίς την παρουσία του μέσα στο σπίτι, γεγονός που καταδεικνύει και την γνώση του ως προς το ότι η παραπονούμενη ήταν θύμα βίας αναφορικά με την ποινική υπόθεση 55/
  15. Η παραπονούμενη από την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου φοβήθηκε, ξέσπασε σε κλάματα και τηλεφώνησε στην αστυνομία. Τέλος προκύπτει ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Κατηγορούμενος ενήργησε, με βάση τις πιο πάνω περιστάσεις ήταν δυνατόν τέτοιες που με τον τρόπο που εξελίχθηκαν ήταν δυνατόν να επηρεάσουν την εκδίκαση της υπόθεση υπ. αρ 55/2023 και η οποία αφορούσε αδικήματα βίας που εκκρεμούσε αφού ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψουν την παραπονούμενη από το να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, ως θύμα βίας, εναντίον του Κατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την 12η κατηγορία. Σε σχέση τώρα με την 6η και την 15η κατηγορία οι οποίες ρυθμίζονται από τα άρθρα 2 και 3 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/
  16. Το δε άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου ορίζει τα εξής : «Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο
(1)προκληθείσα παρενόχληση
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση». Από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρενόχλησης είναι τα εξής :
  1. Πρόσωπο να προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση
  2. Ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση. Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, θα εξετάσω, κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει το πιο πάνω αδίκημα σε σχέση με τις κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Έχει λοιπόν προκύψει μέσα από την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί, ότι η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση είναι θύμα, αφού κατ' ισχυρισμό σε βάρος της διαπράχθηκε το αδίκημα της παρενόχλησης του οποίου και η εκδίκαση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Περεταίρω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε συμπεριφορά πέραν των 2 περιπτώσεων αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό της παραπονουμένης, ο οποίος και έχει γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο, από την 03/01/23 - 12/01/23 την επισκεπτόταν καθημερινά στην οικία της και την ενοχλούσε. Αυτό λοιπόν που απομένει να αποφασισθεί είναι το κατά πόσο η συμπεριφορά στην οποία προέβηκε ο Κατηγορούμενος εναντίον της παραπονούμενης ήταν τέτοια ούτως ώστε να της προκαλέσει ανησυχία ή αγωνία. Η παραπονούμενη στην γραπτή της κατάθεση ήταν σαφής. Εξήγησε ότι ενοχλείτο από τις καθημερινές επισκέψεις του Κατηγορούμενου στην κατοικία της. Μάλιστα στην υποβολή της Υπεράσπισης ότι ο λόγος που δεν θυμόταν η ίδια για το πότε είχε κάνει την καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου, ήταν επειδή δεν ένιωθε τον φόβο που είπε ότι ένιωθε και ότι αν ένιωθε αυτόν τον φόβο θα θυμόταν πότε είχε γίνει η καταγγελία, η παραπονούμενη χωρίς να αποδεχτεί την πιο πάνω θέση εξήγησε μάλιστα μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε πολλές φορές όταν την επισκεπτόταν να μείνει μαζί της ώσπου να ηρεμήσει για να μην πάει να τον καταγγείλει. Ο Κατηγορούμενος κατά την παρουσία του στην οικία της παραπονούμενης την πίεζε να ξανασμίξουν. Η παραπονούμενη επανέλαβε επίσης κατά την διά ζώσης μαρτυρία της ότι το μόνο που θέλει από τον Κατηγορούμενο είναι να την αφήσει ήσυχη. Ενόψει των πιο πάνω περιστάσεων, κρίνω ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος έναντι στην παραπονούμενη πέραν των δύο φορών συνιστά παρενόχληση εντός της έννοιας του Νόμου καθότι είναι φανερό ότι της προκάλεσε ανησυχία. Αποκορύφωμα μάλιστα της συμπεριφοράς του ήταν τόσο το περιστατικό της 07.01.23 όσο και το περιστατικό της 12.01.23 στα οποία η παραπονούμενη λόγω της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου ξέσπασε σε κλάματα. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι εφόσον ο Κατηγορούμενος με την παραπονούμενη βρισκόντουσαν σε διάσταση ενόψει άλλης καταγγελίας η οποία και είχε προηγηθεί εναντίον του κατά τον μήνα Δεκέμβριο του 2022, και εφόσον οι σχέσεις που είχαν μεταξύ τους κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν αρμονικές αφού συν τοις άλλοις δεν διέμεναν ούτε μαζί, ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμπεριφορά στην οποία προέβαινε συνιστούσε παρενόχληση. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει εναντίον του Κατηγορούμενου την 6η κατηγορία. Σε ότι αφορά την 15η κατηγορία, αυτή συνίσταται σε ένα και μόνο περιστατικό. Ως έχει αναλυθεί ανωτέρω η έννοια της λέξης συμπεριφορά σε σχέση με παρενόχληση προσώπου αυτή θα πρέπει να επιδεικνύεται τουλάχιστον 2 φορές. Συνακόλουθα εφόσον η συγκεκριμένη κατηγορία αναφέρεται σε ένα και μόνο περιστατικό, το οποίο να σημειωθεί ότι εμπίπτει εν πάση περίπτωση στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα έχει αποτύχει να αποδείξει την 15η κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται στην 15η κατηγορία. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος, στην 1η κατηγορία σε σχέση μόνο με το περιστατικό που αφορά την 07/01/23, στην 6η, 7η, 8η,11η, 12η και 13η κατηγορία, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η ,3η,4η,5η,9η,10η 14η και 15η κατηγορία. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.