← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χ. Α, Aρ. Υπόθεσης 2543/23, 24/4/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χ. Α, Aρ. Υπόθεσης 2543/23, 24/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 2543/23 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Χ. Α Ημερομηνία: 24.04.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Σατολιάς Κατηγορούμενος: παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία), της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία), την κατηγορία της παρακοής διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 2 και 10 του Περί Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/2021 (3η κατηγορία), την κατηγορία παρενόχλησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/2021 (5η και 10η κατηγορία), την κατηγορία της άσκησης ψυχολογικής βίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 5(ζ) και 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115

(1)/2021 (6η κατηγορία), και τέλος την κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (8η κατηγορία). Σημειώνεται ότι αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε στο κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος, το Δικαστήριο, με την ενδιάμεση απόφαση του, τον αθώωσε και τον απάλλαξε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι ενώ ήταν ο πρώην συμβίος της ΜΚ1, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, δηλαδή την 18/03/23 και την 22/03/23, παρέβηκε το διάταγμα που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (Τεκμήριο 4) στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 1072/23 την 31.01.23 το οποίο του απαγόρευε να ενοχλεί, να παρενοχλεί και να πλησιάζει την πρώην συμβία του (ΜΚ1), σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων. Σημειώνεται ότι το περιεχόμενο του Τεκμήριο 4 αποτελεί παραδεκτό γεγονός ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Σε σχέση με το πρώτο περιστατικό που αφορά την 18/03/23, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί το ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία επισκέφθηκε το περίπτερο με την ονομασία «ΧΧΧΧΧΧΧ» στην Πάφο όπου εργάζεται η ΜΚ1 και αφού την εξύβρισε με την φράση «είσαι μια σκατοπουτάνα, πάεις και γαμιέσαι», στην συνέχεια με την συμπεριφορά του, της προκάλεσε ενόχληση πλήττοντας σοβαρά την ψυχολογική της ακεραιότητα και προκαλώντας της πραγματικό φόβο. Σε ότι αφορά το περιστατικό που αντιμετωπίζει αναφορικά με την 22/03/23, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επι το ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία μετέβηκε στο σπίτι της μητέρας της πρώην συμβίας του, δηλαδή στο σπίτι της ΜΚ2, και αφού εισήλθε εντός αυτού παράνομα της προκάλεσε με την συμπεριφορά του ενόχληση. Από την πλευρά της Κατηγορούσας αρχής κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι η πρώην συμβία του Κατηγορούμενου (ΜΚ1) καθώς και η μητέρα της (ΜΚ2). Από την αντίπερα όχθη δόθηκε μαρτυρία μόνο από τον Κατηγορούμενο ο οποίος αφότου κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Ο Κατηγορούμενος δεν κάλεσε μάρτυρες προς Υπεράσπιση του. Με την σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών, κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, η κατάθεση του Αστ. 2092 Νεόφυτο Κουμπαρή (Τεκμήριο 2) ο οποίος και υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και πιο συγκεκριμένα είναι τοποθετημένος στο ΕΚΔΥΒΟ του ΤΑΕ Πάφου. Σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση, την 29/03/23 και ώρα 1520, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης το οποίο και του υπέδειξε. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «έμαθα ότι έχω ένταλμα και ήρθα οικειοθελώς». Ακολούθως του επέδωσε σχετικό κατάλογο δικαιωμάτων προσώπων που τελούν υπό σύλληψη ενώ την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 1533 - 1559 έλαβε από τον Κατηγορούμενο την ανακριτική του κατάθεση υπό την μορφή ερωτοαπαντήσεων. Παραδεκτό γεγονός αποτελεί επίσης και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, καθώς και η κατάθεση του ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του υποστατικού με την ονομασία Περιπτέρι. Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του ΧΧΧΧΧΧ (Τεκμήριο 11) το συγκεκριμένο περίπτερο, διαθέτει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο όμως βρίσκεται εκτός λειτουργίας τα τελευταία 3 χρόνια και συνεπώς σε αυτό δεν καταγράφεται οτιδήποτε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κλήθηκε και κατέθεσε η (ΜΚ1) η οποία είναι η πρώην συμβία του Κατηγορούμενου με τον οποίο και διατηρούσε στο παρελθόν δεσμό για χρονικό διάστημα περίπου 10 ετών. Η γραπτή της κατάθεση, η οποία και υιοθετήθηκε από την ίδια ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, αποτελεί το Τεκμήριο
  1. Τόσο στην γραπτή της κατάθεση όσο και κατά την δια ζώσης μαρτυρία της, η ΜΚ1, αναφέρθηκε λεπτομερώς στα γεγονότα που σύμφωνα με την δική της εκδοχή έλαβαν χώρα, τόσο την 18/03/23 στο περίπτερο που εργαζόταν όσο και την 22/03/23 όταν ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της κατοικίας της μητέρας της που βρίσκεται στο χωριό ΧΧΧΧΧΧ της Επαρχίας Πάφου. Αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό της ΜΚ1, ότι ο Κατηγορούμενος, επειδή δεν κατόρθωσε να αποδεχτεί τον χωρισμό τους, προβαίνει σε διάφορες ενέργειες που έχουν ως αποτέλεσμα να ενοχλούν τόσο την ίδια δημιουργώντας της άγχος, αναστάτωση, αγωνία και ανησυχία, όσο και άλλους ανθρώπους οι οποίοι σχετίζονται είτε με το οικογενειακό είτε με το εργασιακό της περιβάλλον. Η ΜΚ1 πέραν από τα πιο πάνω γεγονότα αναφέρθηκε προφορικά και στην συμπεριφορά του Κατηγορούμενου κατά την διάρκεια που είχαν συνάψει μεταξύ τους δεσμό. Η ΜΚ1 υιοθέτησε επίσης και το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης ,Τεκμήριο 6, μέσα από το οποίο προβάλλεται και η δική της εκδοχή, αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο στην ανακριτική του κατάθεση. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που μετέβηκε στην κατοικία της ΜΚ2 την 22/03/23 ήταν για να συζητήσουν για το θέμα του δανείου, αφού η ΜΚ1 παρά τις επίμονες εκκλήσεις του για την αφαίρεση του από πρωτοφειλέτη στο κοινό τους δάνειο, κωλυσιεργούσε την σχετική διαδικασία. Σημειώνεται ότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός το ότι ο Κατηγορούμενος μαζί με την ΜΚ1 ήταν πρωτοφειλέτες σε κοινό δάνειο που είχαν συνάψει στην Ελληνική Τράπεζα για την αγορά ενός σπιτιού. Με σκοπό μάλιστα η ΜΚ1 να αντικρούσει τον πιο πάνω ισχυρισμό του Κατηγορούμενου, πέραν από την γραπτή κατάθεση που υιοθέτησε, ζήτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, την αλληλογραφία που είχε η ίδια με τους υπαλλήλους της Τράπεζας αλλά και τα στοιχεία που τους απέστειλε σε σχέση με την διαδικασία αφαίρεσης του Κατηγορούμενου από πρωτοφειλέτη (Τεκμήριο 8). Τους ίδιους δε ισχυρισμούς προέβαλε και δια ζώσης διευκρινίζοντας ποια διαδικασία είχε ακολουθήσει για να εκπληρώσει την επιθυμία του Κατηγορούμενου, καθώς και την επικοινωνία που είχε η ίδια με τους υπαλλήλους της Τράπεζας. Σύμφωνα με την ΜΚ1 η πρώτη φορά που είχε επικοινωνήσει με την Τράπεζα, ήταν τον Ιανουάριο του
  2. Τέλος, η ΜΚ1 υπέδειξε μέσα από την μαρτυρία της ότι, η όλη συμπεριφορά και οι ενέργειες του Κατηγορούμενου εναντίον της έχουν επηρεάσει αρνητικά την ζωή της συμπεριλβανομένου και την υγεία της, αναφέροντας μάλιστα και συγκεκριμένα παραδείγματα. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 από την Υπεράσπιση, αμφισβητήθηκε για το αληθινό των ισχυρισμών της. Αποτέλεσε βασική θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε την επισκέφθηκε στο περίπτερο που εργαζόταν την 18/03/23 καθώς και ότι, την 22/03/23 όταν επισκέφθηκε την κατοικία της μητέρας της στα Μανδρία, ο ίδιος δεν γνώριζε ότι η ΜΚ1 βρισκόταν κατά την στιγμή εκείνη στο συγκεκριμένο σπίτι. Επίσης υποβλήθηκε στην ΜΚ1 από την πλευρά της Υπεράσπισης, ότι ο μοναδικός λόγος της επίσκεψης του Κατηγορούμενου στην κατοικία της μητέρας της, δηλαδή της ΜΚ2, ήταν για να συνομιλήσει μαζί της αναφορικά με το ζήτημα του δανείου που τον απασχολούσε. Επίσης αποτέλεσε βασική θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε πλησίασε ή ενόχλησε την ΜΚ1 κατά την παρουσία του στο σπίτι της μητέρας της, καθώς και ότι ένα άλλο μέλος της οικογένειας της, δηλαδή ο άντρας της αδερφής της ΜΚ1 ο ΧΧΧΧΧΧΧ , του επιτέθηκε και τον χτύπησε με γροθιές. Από την άλλη, η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι είπε ψέματα σε σχέση με το περιστατικό της 18/03/23 που έλαβε χώρα στο περίπτερο. Όπως υποστήριξε κατά την αντεξέταση της, ο Κατηγορούμενος εισήλθε αρχικά μέσα στο περίπτερο και ήταν ήρεμος ενώ στην συνέχεια και όταν η ίδια αρνήθηκε να τον εξυπηρετήσει επεξηγώντας του μάλιστα ότι εναντίον του έχουν εκδοθεί περιοριστικά μέτρα για να μην την πλησιάζει, αυτός εξαγριώθηκε και την εξύβρισε. Επίσης ότι χτύπησε με το χέρι του μια γροθιά πάνω στον πάγκο του περιπτέρου με αποτέλεσμα αυτή να φοβηθεί. Ανέφερε επίσης ότι σε κάποια στιγμή εισήλθε εντός του περιπτέρου κάποια πελάτισσα για να ψωνίσει και τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να συνομιλεί μαζί για την ΜΚ1, και ότι μάλιστα της είπε και μια βρισιά στα ρωσικά. Σε ότι αφορά το περιστατικό της 22/03/23, η ΜΚ1 επέμεινε με σθεναρότητα στις θέσεις, τόσο για τον τρόπο όσο και για την σειρά που εξελίχθηκαν τα γεγονότα από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της οικίας της μητέρας της, όσο και για τα όσα η ίδια προσωπικά αντιλήφθηκε. Αρνήθηκε από την άλλη κατηγορηματικά ότι ο Κατηγορούμενος χτυπήθηκε από τον άνδρα της αδερφής της, ενώ επέμεινε στην θέση της ότι ο Κατηγορούμενος φεύγοντας από το σπίτι την απείλησε. Επόμενη μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε η μητέρα της πρώην συμβίας του Κατηγορουμένου, δηλαδή η ΜΚ2, η οποία αναφέρθηκε τόσο στο περιστατικό που έλαβε χώρα στο σπίτι της την 22/03/23 στα ΧΧΧΧΧΧ , όσο και γενικότερα στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η ΜΚ1 μαζί με τον Κατηγορούμενο μετά τον χωρισμό τους. Η ΜΚ2 υιοθέτησε και το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (Τεκμήριο 10) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η ΜΚ2 τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος την 22/03/23 και ενώ η ίδια βρισκόταν εντός της οικίας της μαζί με την ΜΚ1 και το ανήλικο παιδί της κόρης της, εντελώς απροειδοποίητα και ξαφνικά, άνοιξε χωρίς καν να χτυπήσει την πόρτα της κουζίνας και αφού εισέβαλε εντός του σπιτιού της κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο ακολουθώντας ουσιαστικά την ΜΚ1 η οποία μόλις τον αντίκρισε κλειδώθηκε σε αυτό. Η ίδια όπως ισχυρίστηκε έπαθε σοκ βιώνοντας έντονη ενόχληση από την παρουσία του Κατηγορούμενου μέσα στο σπίτι της. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος αφού ακολούθησε την ΜΚ1 προς το υπνοδωμάτιο του σπιτιού, άρχισε να χτυπά την πόρτα του υπνοδωματίου για να του ανοίξει η ΜΚ1 και να συνομιλήσουν. Η ΜΚ2 υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος χτυπούσε επίμονα την πόρτα και ότι είχε ύφος ειρωνικό και ήταν έντονος. Απαντώντας στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση της, αναφέρθηκε και στο περιεχόμενο της συνομιλίας που είχε τόσο η ίδια μαζί με τον Κατηγορούμενο όσο και η ΜΚ1 η οποία ενώ βρισκόταν εντός του υπνοδωματίου της κλειδωμένη, τον παρακαλούσε να φύγει από το σπίτι επισημαίνοντας του ταυτόχρονα ότι εναντίον του είχαν ήδη εκδοθεί και περιοριστικά μέτρα. Σε σχέση με την θέση της Υπεράσπισης ότι ο γαμπρός ΧΧΧΧΧΧ χτύπησε τον Κατηγορούμενο όταν συναντήθηκαν στο σπίτι της, η ΜΚ2 ανέφερε ότι το μόνο που είχε συμβεί ήταν ότι τον άρπαξε και τον έβγαλε έξω από το σπίτι της μετά από έντονη λογομαχία που είχαν μεταξύ τους. Αποτέλεσε βασική θέση της ΜΚ2, ότι η μητέρα του Κατηγορούμενου μετά το πιο πάνω περιστατικό που επεσυνέβηκε στην κατοικία της, την επισκέφθηκε την ίδια ημέρα και της υποσχέθηκε ότι θα επιληφθεί η ίδια του ζητήματος που είχε δημιουργηθεί προηγουμένως με τον Κατηγορούμενο, παρακαλώντας την παράλληλα να μην προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία καθότι ο γιος της αντιμετωπίζει κάποια σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Αυτός ήταν και ο λόγος σύμφωνα με την ΜΚ2, που η ίδια δεν προέβηκε αμέσως μετά το περιστατικό σε καταγγελία εναντίον του. Από την άλλη υποστήριξε όμως ότι αναγκάστηκε τελικά να το πράξει καθότι ο Κατηγορούμενος ακόμη και μετά το περιστατικό αυτό και παρά τις υποσχέσεις της μητέρας του συνέχισε να τους ενοχλεί οικογενειακώς. Πιο συγκεκριμένα εξήγησε ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει αφού ο Κατηγορούμενος ενόσω βρισκόταν στην Ψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου Λεμεσού μετά από το περιστατικό στο σπίτι της και νοσηλευόταν, απέστειλε προσβλητικό για την ίδια γραπτό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο του συζύγου της. Τέλος, η ΜΚ2 αναφέρθηκε και στην γενικότερη συμπεριφορά που είχε ο Κατηγορούμενος μετά τον χωρισμό του με την κόρη της καθώς και στο περιεχόμενο των συνομιλιών που είχε η ίδια σε διάφορες περιπτώσεις μαζί του. Όπως η ΜΚ2 εξήγησε δια ζώσης, ο Κατηγορούμενος είχε γενικά αλλοπρόσαλλή συμπεριφορά αφού ενώ από την μια ήταν ήρεμος και έδειχνε να καταλαβαίνει τι του εξηγούσε όταν συζητούσαν, από την άλλη και εντελώς ξαφνικά εκνευριζόταν φώναζε και τους απειλούσε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Από την αντίπερα όχθη, ο Κατηγορούμενος κατά την μαρτυρία του προέβαλε την δική του εκδοχή αρνούμενος κατηγορηματικά, ότι την 18/03/23 επισκέφθηκε την ΜΚ1 στο περίπτερο με την ονομασία «ΧΧΧΧΧΧ». Ισχυρίστηκε επίσης ότι η θέση του ότι ουδέποτε μετέβηκε στο συγκεκριμένο περίπτερο θα μπορούσε να διερευνηθεί από την αστυνομία και να επιβεβαιωθεί, καθότι ο ίδιος γνώριζε πως οι κάμερες του συγκεκριμένου περιπτέρου βρισκόντουσαν σε λειτουργία. Από την άλλη όμως ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα ότι οι κάμερες αυτές κατέγραφαν προβάλλοντας τους δικούς του ισχυρισμούς. Σε ότι αφορά το περιστατικό που επεσυνέβη την 22/03/23 στο σπίτι της μητέρας της ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε κατηγορηματικά ότι ο σκοπός της επίσκεψης του στο συγκεκριμένο σπίτι δεν ήταν άλλος, πέραν από την επιθυμία του να συνομιλήσει με την ΜΚ2 αναφορικά με το ζήτημα της αφαίρεσης του ονόματος του από πρωτοφειλέτης στο κοινό δάνειο που είχε συνάψει με την ΜΚ1 για την αγορά σπιτιού. Επίσης ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν εις γνώση του ότι η ΜΚ1 ήταν παρούσα και ότι μάλιστα δεν είχε καμία πρόθεση να την πλησιάσει για να παραβιάσει το διάταγμα που γνώριζε ότι εναντίον του έχει εκδοθεί. Υπέδειξε μάλιστα ότι κατά την παραμονή του στο σπίτι της ΜΚ2, τίποτα από όλα όσα ισχυριστήκαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν έχει επισυμβεί αλλά τουναντίον αποτέλεσε βασική θέση του Κατηγορούμενου, ότι αυτός ήταν που δέχτηκε επίθεση και γρονθοκοπήθηκε από τον άνδρα της αδερφής της ΜΚ
  3. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ένιωσε τόσο έντονο φόβο από την επίθεση που δέχτηκε που αναγκάστηκε να μεταβεί στην περιοχή του Ακάμα και να εξαφανιστεί για να ηρεμήσει. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι αναφορικά με το πιο πάνω ξυλοδαρμό που δέχτηκε, δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία στην αστυνομία, επειδή δεν ήθελε να μπλέξει με τα θέματα του διατάγματος που είχε εκδοθεί εναντίον του. Σε σχέση με το τηλεφώνημα που δέχτηκε στο κινητό του τηλέφωνο από την ΜΚ1 καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ο ίδιος είχε εξαφανιστεί και αναζητείτο, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι πράγματι όταν είχε ανοίξει το κινητό του τηλέφωνο το οποίο είχε προηγουμένως απενεργοποιημένο, βρήκε την κλήση που είχε διενεργηθεί από την ΜΚ1, και έτσι αποφάσισε να της τηλεφωνήσει. Ανέφερε μάλιστα ότι η συνομιλία που είχαν μεταξύ τους αφορούσε το γεγονός της εξαφάνισης του και για το που ο ίδιος τελικά βρισκόταν. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αμφισβητήθηκε για τις πιο πάνω θέσεις του. Μάλιστα του υποβλήθηκε η θέση ότι όλοι οι ισχυρισμοί που δόθηκαν από τον ίδιο αναφορικά με το περιστατικό της 22/03/23 αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του ενώ σε ότι αφορά το περιστατικό που είχε κατ' ισχυρισμό επισυμβεί την 18/03/23, του υποβλήθηκε η θέση ότι είπε ψέματα ότι δεν είχε επισκεφθεί το περίπτερο που εργαζόταν η ΜΚ
  4. Περαιτέρω αντεξεταζόμενος από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, του υποβλήθηκε η θέση ότι στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 5) ουδέποτε είχε προβάλει έναν τέτοιο ισχυρισμό, ότι δηλαδή μετέβηκε στο σπίτι της ΜΚ2 με σκοπό να διευθετήσει τα ζητήματα του δανείου του αλλά αυτό που ανέφερε ήταν ότι την συγκεκριμένη ημέρα βρισκόταν στην περιοχή του Ακάμα . Ο Κατηγορούμενος από την άλλη απαντώντας στην πιο πάνω θέση που του υποβλήθηκε, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν το ανέφερε και στην ανακριτική του κατάθεση είναι επειδή πιθανόν ο ίδιος να μην είχε αντιληφθεί καλά την ερώτηση που του είχε υποβληθεί από τον αστυφύλακα κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης γι' αυτό και έδωσε την συγκεκριμένη απάντηση. Σε ότι αφορά τον χωρισμό του από την ΜΚ1 ο ίδιος αποδέχθηκε την θέση ότι πράγματι όντως έκανε προσπάθειες επανασύνδεσης όχι επειδή δεν μπορούσε να αποδεχτεί τον χωρισμό τους αλλά λόγω της αγάπης που ένιωθε για την ΜΚ
  5. Αναφορικά με την θέση του Κατηγορούμενου ότι ο λόγος που μετέβηκε την 22/03/23 στην κατοικία της ΜΚ2 στα Μανδριά ήταν για να ενημερωθεί για την πορεία του δανείου τους, ο Κατηγορούμενος επέμεινε σταθερά στον πιο πάνω ισχυρισμό του υποδεικνύοντας μάλιστα ότι είχε παραξενευτεί για την καταγγελία που έγινε εις βάρος του καθότι ίδιος στο συγκεκριμένο περιστατικό ήταν το θύμα αφού είχε ξυλοκοπηθεί. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέβαλε την θέση, ότι κανένα τέτοιο περιστατικό δεν έχει επισυμβεί και ότι μάλιστα αυτός ήταν και ο λόγος που δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του προσώπου που δήθεν τον χτύπησε. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά την πιο πάνω θέση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση ,την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820). Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η ΜΚ1 κατά την μαρτυρία της, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης και αφού αντιπαρέβαλα αυτό, τόσο με την δια ζώσης μαρτυρία της όσο και με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, ιδιαίτερα την μαρτυρία της ΜΚ2, διαπίστωσα ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η ΜΚ1 απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν με σαφήνεια, αμεσότητα και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Η ΜΚ1 ήταν σταθερή στις θέσεις της ενώ σε πολλές από τις απαντήσεις που έδωσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν, δεν δίστασε να συμφωνήσει με τις θέσεις της Υπεράσπισης που της είχαν υποβληθεί, όπως για παράδειγμα ότι η ίδια είχε όντως τηλεφωνήσει στον Κατηγορούμενο, γεγονός που καταδεικνύει από μέρους της και την ειλικρίνεια της. Μάλιστα η ΜΚ1 αναφορικά με περιστατικό που επεσυνέβη την 22/03/23 απαντούσε μόνο αναφορικά με τα γεγονότα που η ίδια είχε αντιληφθεί προσωπικά ενώ σε ερωτήσεις που της τέθηκαν σε σχέση με άλλα γεγονότα που είχαν επισυμβεί, η ίδια δεν δίστασε να απαντήσει ότι αυτά δεν είχαν περιέλθει στην αντίληψη της και έτσι ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί. Η ειλικρίνεια της ΜΚ1 διαφαίνεται και μέσα από το γεγονός ότι η ίδια δεν επιχειρούσε κατά την αντεξέταση της να προσάψει στον Κατηγορούμενο περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά από τα όσα πραγματικά ο Κατηγορούμενος έπραξε, αφού σε σχέση με το περιστατικό που επεσυνέβη στο περίπτερο την 18/03/23 ήταν κατηγορηματική στην θέση της ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε την απείλησε, υποστηρίζοντας μόνο ότι η απειλή που εκστόμισε προς το πρόσωπο της έλαβε χώρα μόνο κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος αποχωρούσε την δεύτερη φορά από το σπίτι τους. Σε σχέση με την απειλή που δέχτηκε, η ΜΚ1 ανέφερε ότι αγχώθηκε καθότι δεν ήξερε τι μπορούσε ο Κατηγορούμενος να κάνει. Διαπίστωσα επίσης ότι η ΜΚ1 δεν διακατεχόταν από οποιοδήποτε κακόβουλο κίνητρο ή εκδικητική διάθεση εναντίον του Κατηγορούμενου για να προβεί στην συγκεκριμένη καταγγελία. Τουναντίον αυτό που διαπίστωσα, ήταν ότι η ΜΚ1 είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο από την όλη στάση που είχε επιδείξει ο Κατηγορούμενος τόσο εναντίον της όσο και εναντίον άλλων μελών της οικογένειας της, πράγμα που της είχε προκαλέσει αναστάτωση, ανησυχία, ενόχληση και άγχος με αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωή της. Η θέση της μάλιστα ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου άλλαξε σπίτι γιατί φοβόταν πλέον να μένει μόνη της αλλά και ότι η υγεία της είχε επιδεινωθεί λόγω του άγχους που της είχε προκαλέσει ο Κατηγορούμενος, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Σημειώνεται μάλιστα ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 επιβεβαιώνεται σε πολλά σημεία της και από την μαρτυρία της ΜΚ2 αναφορικά με το περιστατικό που επεσυνέβη την 22/03/22 αλλά και γενικότερα για την αλλοπρόσαλλή συμπεριφορά που είχε επιδείξει ο Κατηγορούμενος εναντίον της μετά από τον χωρισμό τους. Πιο συγκεκριμένα η ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν αντίκρισε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο να μπαίνει απρόσμενα εντός του σπιτιού της μητέρας της, έφυγε και κλειδώθηκε εντός του υπνοδωματίου της αδερφής της με σκοπό να τον αποφύγει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος μέσα από την δική του μαρτυρία έχει επιβεβαιώσει την πιο πάνω θέση, αφού όπως ανέφερε και ο ίδιος ενόρκως, όταν η ΜΚ1 τον αντίκρισε για πρώτη φορά μέσα στο σπίτι, έφυγε και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Ένα άλλο σημείο που η μαρτυρία της ΜΚ1 επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της ΜΚ2 αποτελεί και η θέση της για τον τρόπο που ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός του σπιτιού της μητέρας της, δηλαδή απρόσμενα ανοίγοντας απλά την πόρτα της κουζίνας και εντελώς απροειδοποίητα. Σε σχέση με την θέση της ΜΚ1 ότι ενόσω βρισκόταν εντός του δωματίου της κλεισμένη ο Κατηγορούμενος συνομιλούσε μαζί της και της έλεγε να του ανοίξει για να μιλήσουν ενώ βρισκόταν έξω από την πόρτα της και την χτυπούσε, επίσης το πιο πάνω σημείο από την μαρτυρία της επιβεβαιώνεται και από την ΜΚ2 η οποία ανέφερε ακριβώς το τι ο Κατηγορούμενος είχε πράξει αφότου η ΜΚ1 είχε κλειστεί εντός του υπνοδωματίου. Σε ότι αφορά το περιστατικό που επεσυνέβη την 18/03/23 η ΜΚ1 ήταν σταθερή στις θέσεις της και με ειλικρίνεια ανέφερε ότι μόλις αντίκρισε τον Κατηγορούμενο να μπαίνει εντός του υποστατικού που εργαζόταν δεν ένιωσε οποιοδήποτε φόβο αλλά φοβήθηκε μόνο όταν ο Κατηγορούμενος εξαγριώθηκε και χτύπησε με το χέρι του πάνω στον πάγκο. Όπως η ΜΚ1 υπέδειξε κατά την μαρτυρία της, αφής στιγμής εισήλθε εντός του περιπτέρου μια άλλη πελάτισσα για να ψωνίσει, η ίδια ηρέμησε αφού δεν ήταν πλέον μόνη της μαζί με τον Κατηγορούμενο. Σε σχέση με την θέση της Υπεράσπισης ότι οι κάμερες βρισκόντουσαν σε λειτουργία, τονίζεται ότι έχει δηλωθεί στο Δικαστήριο παραδεκτό γεγονός (Τεκμήριο 11), ότι δηλαδή οι κάμερες αυτές βρισκόντουσαν εκτός λειτουργίας τα τελευταία 3 χρόνια. Τέλος, μέσα από τα έγγραφα του Τεκμηρίου 8 τα οποία η ΜΚ1 έχει καταθέσει και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, επιβεβαιώνεται και η θέση της ότι από τον Ιανουάριου του 2023 είχε αρχίσει τις διαδικασίες για να αφαιρέσει τον Κατηγορούμενο από πρωτοφειλέτη στο κοινό τους δάνειο και ότι μάλιστα την 08/3/23 είχε αποστείλει εκ νέου στην Τράπεζα τα περαιτέρω στοιχεία που της είχαν ζητήσει. Συνακόλουθα και για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω αναφέρει, η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στο σύνολο της. Θετική εντύπωση επίσης έχει αφήσει και η ΜΚ2 στο Δικαστήριο. Μέσα από τις απαντήσεις που έδωσε τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της, διαπίστωσα ότι ήταν σταθερή στις θέσεις της και κατηγορηματική αφού απαντούσε με αμεσότητα, σαφήνεια, σταθερότητα και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό σε ότι και αν είχε ερωτηθεί. Συνακόλουθα η Υπεράσπιση δεν κατόρθωσε να κλονίσει την αξιοπιστία της κατά την αντεξέταση της. Έχω αντιπαραβάλει επίσης το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης, τόσο με την δια ζώσης μαρτυρία της όσο και με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχω εντοπίσει να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση. Τουναντίον η μαρτυρία της ΜΚ2 επιβεβαιώνεται σε πολλά σημεία και από την μαρτυρία της ΜΚ1, αναφορικά με τα γεγονότα που εξελίχθηκαν στην οικία της την 22/03/23 όταν ο Κατηγορούμενος εισέβαλε απρόσμενα εντός του σπιτιού της χωρίς άδεια. Η μαρτυρία της ΜΚ2 επίσης επιβεβαιώνεται και από την ΜΚ1 αναφορικά και με τα γεγονότα που επακολούθησαν της εισόδου του Κατηγορούμενου εντός του σπιτιού της, δηλαδή όταν ο τελευταίος ακολούθησε την ΜΚ1 στο υπνοδωμάτιο που είχε κλειδωθεί και της χτυπούσε επίμονα την πόρτα για να του ανοίξει να συνομιλήσουν. Πέραν των πιο πάνω όμως, έχω διαπιστώσει ότι η μαρτυρία της ΜΚ2 χαρακτηρίζεται και από έλλειψη οποιουδήποτε εκδικητικού ή κακόβουλου κινήτρου από μέρους της εναντίον του Κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος σε καμία απολύτως περίπτωση δεν επιχείρησε με την συμπεριφορά του από του να την επηρεάσει ή να την παρεμποδίσει για να δώσει μαρτυρία εναντίον του στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας σε σχέση με την ποινική υπόθεση 1072/23, καθώς και ότι, την 22/03/23 από την παρουσία του Κατηγορούμενου στο σπίτι της η ίδια δεν ένιωσε οποιοδήποτε φόβο αλλά και ότι δεν είχε ακούσει τον Κατηγορούμενο να εκστομίζει οποιαδήποτε απειλή εναντίον τους. Την έλλειψη οποιουδήποτε εκδικητικού κινήτρου εναντίον του Κατηγορούμενου επιμαρτυρεί επιπρόσθετα και η θέση της, ότι ο Κατηγορούμενος την 22/03/23 όταν είχε επισκεφθεί το σπίτι της από λάθος έσπρωξε με το χέρι του το εγγόνι της. Αυτό λοιπόν που διαπίστωσα έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΚ2, ήταν ότι η ίδια προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου εξαιτίας της όλης συμπεριφορά που ο Κατηγορούμενος επέδειξε, τόσο εναντίον της ΜΚ1 όσο και κατά άλλων μελών της οικογένειας της συμπεριλαμβανομένου και της ίδιας. Η ΜΚ2 με έπεισε ότι πράγματι αναγκάστηκε να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο στην αστυνομία επειδή ο τελευταίος εξακολούθησε να επιδεικνύει εναντίον τους την ίδια απαράδεκτη συμπεριφορά ακόμη και μετά το περιστατικό που επεσυνέβη στην οικία της την 22/03/
  1. Όπως η μάρτυρας εξήγησε, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να τους ενοχλεί οικογενειακώς αφού ενώσω νοσηλευόταν στην Ψυχιατρική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, απέστειλε γραπτό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο του συζύγου της, το οποίο ήταν κατάφορα προσβλητικό για την ίδια. Συνακόλουθα, για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχω υποδείξει, η ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο στο σύνολο της. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο καθότι διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία του ότι επιχείρησε να κατασκευάσει μια ψεύτικη εκδοχή αναφορικά με τον λόγο που μετέβηκε την 22/03/23 στην κατοικία της ΜΚ2 και να δικαιολογηθεί. Ενώ ο Κατηγορούμενος είχε ερωτηθεί από τον ανακριτή της υπόθεσης κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης για το κατά πόσο είχε μεταβεί στην κατοικία της ΜΚ2 την 22/03/23, αυτός αρνήθηκε ότι το έπραξε αφού απάντησε ότι βρισκόταν στον Ακάμα. Συνεπώς και δεν αποδέχτηκε ότι πράγματι είχε μεταβεί στην συγκεκριμένη κατοικία την εν λόγω χρονική στιγμή αλλά και ούτε προέβαλε τον ισχυρισμό που υποστήριξε ενόρκως και ο οποίος ήταν και ο βασικός του ισχυρισμός, ότι δηλαδή ο λόγος που μετέβηκε στο συγκεκριμένο σπίτι ήταν για να διευθετήσει συνομιλώντας με την ΜΚ2 τα ζητήματα του δανείου του. Ερωτώμενος μάλιστα ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με την πιο πάνω διαφορά που εντοπίζεται σε σχέση με την αρχική του θέση στην ανακριτική του κατάθεση και την θέση που προέβαλε ενόρκως, επιχείρησε να αποδώσει τον λόγο που έδωσε την συγκεκριμένη απάντηση στον ανακριτική της υπόθεσης, σε δική του πιθανόν λανθασμένη αντίληψη της ερώτησης που του είχε υποβληθεί. Είναι φανερό ότι η πιο πάνω δικαιολογία που δόθηκε από τον Κατηγορούμενο αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του και δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή καθότι δεν με έχει πείσει. Συν τοις άλλοις, μέσα από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας του Τεκμηρίου 8 προκύπτει και ότι η θέση του Κατηγορούμενου αναφορικά με το ότι η ΜΚ1 κωλυσιεργούσε την διαδικασία της αφαίρεσης του από το δάνειο επίσης δεν ευσταθεί, αφού μελετώντας την ηλεκτρονική αλληλογραφία που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο από μέρους της και δεν έχει αμφισβητηθεί, διαφαίνεται ξεκάθαρα, ότι οι ενέργειες της ΜΚ1 αναφορικά με το θέμα της αφαίρεσης του ονόματος του Κατηγορούμενου άρχισαν από τον Ιανουάριο του 2023 ενώ συνεχίστηκαν από μέρους της και την 08/03/23, δηλαδή σε χρονικό διάστημα προγενέστερο των επίδικων περιστατικών. Πιο συγκεκριμένα, η ΜΚ1 κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, είχε αποστείλει σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα σε υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας που περιλάμβανε όλα τα στοιχεία που της είχαν ζητηθεί με σκοπό να προχωρήσει η διαδικασία αφαίρεσης του ονόματος του Κατηγορούμενου ως πρωτοφειλέτη από το κοινό τους δάνειο. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων προκύπτει με σαφήνεια ότι Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου αναφορικά με το περιστατικό που επεσυνέβη την 22/03/23 έχει κλονιστεί και δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο. Οι πιο πάνω ουσιώδης αντιφάσεις που έχω εντοπίσει στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου καθώς και οι ανακρίβειες οι οποίες έχουν προβληθεί δημιουργούν αναπόφευκτα ρήγματα στις θέσεις του και καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι ο Κατηγορούμενος κατασκεύασε μια ψευδή υπερασπιστική γραμμή με σκοπό να αποφύγει τις ενδεχόμενες συνέπειες που δυνατόν να επιφέρουν οι ενέργειες και οι πράξεις του, αφού μάλιστα και ο ίδιος γνώριζε ότι εναντίον του είχε εκδοθεί και διάταγμα Δικαστηρίου για να μην πλησιάζει ή να ενοχλεί και να παρενοχλεί την ΜΚ
  2. Συνακόλουθα και η θέση του ότι ουδέποτε είχε μεταβεί στο περίπτερό που εργαζόταν η ΜΚ1 την 18/03/23 δεν γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Είναι φανερό επίσης ότι ο Κατηγορούμενος επειδή δεν μπορούσε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν τόσο από την ΜΚ1 όσο και από την ΜΚ2 κατά την μαρτυρία τους, επιχείρησε να θυματοποιηθεί υποστηρίζοντας με ψευδείς ισχυρισμούς ότι από θύμα στην παρούσα υπόθεση μετατράπηκε σε θύτης, καθότι σύμφωνα με την εκδοχή του, κατά την επίσκεψη του στο σπίτι της ΜΚ2 δέχτηκε επίθεση από τον άντρα της αδερφής της ΜΚ1, δηλαδή τον ΧΧΧΧΧΧ , ο οποίος του έδωσε 6 - 7 μπουνιές. Μάλιστα υποστήριξε ότι τις μπουνιές αυτές ενώ κατάφερε να τις αποκρούσει είχαν ως αποτέλεσμα αυτός να πέσει πάνω στο ψυγείο ενώ στην συνέχεια ότι σηκώθηκε και έφυγε. Μάλιστα απέδωσε ως βασικό λόγο της εξαφάνισης του το πιο πάνω περιστατικό, αφού όπως ισχυρίστηκε, λόγω της επίθεσης που δέχτηκε από τον Νικόλα φοβήθηκε πολύ και αναστατώθηκε για αυτό και μετέβηκε στην περιοχή του Ακάμα για να ηρεμήσει. Από την άλλη βεβαίως όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του για το κατά πόσο είχε επισκεφθεί ο ίδιος οποιοδήποτε γιατρό για να ζητήσει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, απάντησε χαρακτηριστικά « είμαι 100 κιλά , 31 ετών με 5 μπουνιές δεν θέλω περίθαλψη». Επίσης προέβαλε και τον ισχυρισμό, ότι το περιστατικό αυτό δεν το είχε αναφέρει προηγουμένως στην κατάθεση του στην αστυνομία αφού ούτε και οι ΜΚ1 και ΜΚ2 είχαν καταγγείλει άμεσα στην αστυνομία και το επίδικο περιστατικό. Στην συνέχεια βεβαίως ο Κατηγορούμενος διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση του υποστηρίζοντας ότι το συγκεκριμένο περιστατικό δεν το ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση καθότι ένιωσε πάρα πολύ φόβο και γι' αυτό έκλεισε το κινητό του και εξαφανίστηκε. Τέλος υποστήριξε και με μια άλλη θέση, ότι ο λόγος που δεν προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του προσώπου που του επιτέθηκε, δηλαδή του Νικόλα, ήταν επειδή δεν ήθελε μπλέξει ο ίδιος με τα ζητήματα του διατάγματος του Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι πιο πάνω θέσεις του Κατηγορούμενου δεν χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, λογική και συνέχεια γι' αυτό και απορρίπτονται από το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος στην προσπάθεια του θυματοποιηθεί υπέπεσε σε ουσιώδης αντιφάσεις και γι' αυτό η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της και ο Κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αποδεχθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, βρίσκω ότι η ΜΚ1 είναι η πρώην συμβία του Κατηγορούμενου με τον οποίο και διατηρούσε δεσμό για περίοδο 10 ετών. Επειδή η σχέση του Κατηγορούμενου και της ΜΚ1 είχε κλονιστεί λόγω διαφόρων διαπροσωπικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, η ΜΚ1 αποφάσισε να τερματίσει την σχέση τους, γεγονός που ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αποδεχτεί. Εν το μεταξύ κατά την διάρκεια που διατηρούσαν δεσμό, είχαν συνάψει ένα δάνειο για την αγορά ενός σπιτιού. Η ΜΚ1 όμως εξαιτίας του χωρισμού τους και ένεκα του ότι ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να τον αφαιρέσει από πρωτοφειλέτη στο συγκεκριμένο δάνειο, τον Ιανουάριο του 2023 άρχισε σχετική διαδικασία με την Τράπεζα για τον αφαιρέσει. Επειδή όμως της είχε ζητηθεί από την Τράπεζα να προσκομίσει περαιτέρω στοιχεία, η ΜΚ1 την 08/03/23 τα απέστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα σε υπάλληλο της πιο πάνω Τράπεζας (Τεκμήριο 8). Το απόγευμα της 18/03/23 ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την ΜΚ2 στο περίπτερο με την ονομασία «ΧΧΧΧΧΧΧ» στο οποίο εργαζόταν, ενώ εναντίον του είχε ήδη εκδοθεί στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ.αρ. 1072/23 διάταγμα (Τεκμήριο 4) με βάση το οποίο από την 31.01.23 του απαγορευόταν να ενοχλεί να παρενοχλεί και να πλησιάζει την ΜΚ1 σε απόσταση μικρότερη από τα 50 μέτρα. Σημειώνεται ότι το περίπτερο εφάπτεται του πεζοδρομίου ενώ μετά το πεζοδρόμιο βρίσκεται ο δρόμος. Ο Κατηγορούμενος την πιο πάνω ημέρα αφού εισήλθε εντός του εν λόγω περιπτέρου και ενώ η ΜΚ1 βρισκόταν πίσω από τον πάγκο στο ταμείο, της ζήτησε να τον εξυπηρετήσει καθότι ήθελε να αγοράσει κάτι. Η ΜΚ1 αρνήθηκε και εξήγησε μάλιστα στον Κατηγορούμενο ότι εναντίον του είχαν εκδοθεί από το Δικαστήριο περιοριστικά μέτρα. O Κατηγορούμενος ενώ αρχικά ήταν ήρεμος μόλις η ΜΚ1 αρνήθηκε να τον εξυπηρετήσει, εξαγριώθηκε και χτύπησε με γροθιά το χέρι του πάνω στον πάγκο του περιπτέρου ενώ την εξύβρισε με την φράση «είσαι μια σκατοπουτάνα, πάεις και γαμιέσαι». Την στιγμή που ο Κατηγορούμενος εξύβρισε την ΜΚ1 η πόρτα του περιπτέρου ήταν κλειστή ενώ δεν υπήρχε παρόν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ακολούθως όμως μπήκε μέσα στο περίπτερο μια πελάτισσα για να ψωνίσει κάτι και τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να της μιλά και να της λέει την ιστορία για την ΜΚ1 στα ελληνικά. Επειδή η πελάτισσα όμως δεν αντιλαμβανόταν τι της έλεγε ο Κατηγορούμενος στην Ελληνική γλώσσα, αυτός ξεκίνησε να της τα μεταφράζει στα αγγλικά αναφέροντας μάλιστα και μια ρωσική βρισιά. Η ΜΚ1 από την πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου φοβήθηκε όταν ήταν μόνη της εντός του συγκεκριμένου περιπτέρου μαζί του, ενώ στην συνέχεια όταν η πελάτισσα εισήλθε εντός του καταστήματος για να ψωνίσει και δεν βρισκόταν πλέον μόνη της, ηρέμησε. Σημειώνεται ότι οι κάμερες του συγκεκριμένου περιπτέρου τα τελευταία 3 χρόνια βρίσκονται εκτός λειτουργίας. Ο Κατηγορούμενος αφού εξελίχθηκε το πιο πάνω περιστατικό, στην συνέχεια έφυγε φωνάζοντας ενώ σε διάστημα περίπου 5 λεπτών χτύπησε το τηλέφωνο του περιπτέρου και η ΜΚ1 το απάντησε. Στο τηλέφωνο ήταν ο Κατηγορούμενος ο οποίος ανέφερε στην ΜΚ1 ότι είχε πιει ένα ειδικό φάρμακο με το οποίο θα σταματούσε σε διάστημα μιας ώρας η καρδιά του και την ρώτησε αν είχε κάτι τελευταίο να του πει πριν πεθάνει. Η ΜΚ1 του απάντησε ότι δεν έχει να του πει οτιδήποτε και του έκλεισε το τηλέφωνο. Η ΜΚ1 ενημέρωσε για το πιο πάνω περιστατικό και με την μητέρα της, δηλαδή την ΜΚ2 . Την 22/03/23 και ενώ η ΜΚ1 βρισκόταν στο πατρικό της σπίτι επειδή λόγω της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου μετά τον χωρισμό τους φοβάται να διαμένει πλέον στο σπίτι της μόνη της, ξαφνικά και απροειδοποίητα ο Κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα της κουζίνας και εισήλθε εντός του σπιτιού. Παρόντες στο συγκεκριμένο σπίτι την στιγμή εκείνη ήταν η μητέρα της, δηλαδή η ΜΚ2 καθώς και το παιδί της αδερφής της, ηλικίας 3 ετών. Η ΜΚ1 μόλις αντίκρισε τον Κατηγορούμενο πήρε το κινητό της τηλέφωνο και κλειδώθηκε στο υπνοδωμάτιο της αδερφής της. Η ΜΚ2 παρόλο που έπαθε σοκ από την παρουσία του Κατηγορούμενου και ένιωσε άγχος και έντονη ενόχληση, προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμη για να τον αντιμετωπίσει ζητώντας του ευγενικά να φύγει από το σπίτι της καθότι ο Κατηγορούμενος φαινόταν θυμωμένος. Επίσης του ανέφερε ότι απαγορεύεται να βρίσκεται στο σπίτι της λόγω των περιοριστικών μέτρων που υπάρχουν. Ο Κατηγορούμενος αδιαφορώντας πλήρως για όλα όσα του ανέφερε η ΜΚ2, ακολούθησε την ΜΚ1 η οποία βρισκόταν στο δωμάτιο της αδερφής της κλειδωμένη και άρχισε να χτυπά δυνατά την πόρτα για να του ανοίξει, ενώ παράλληλα της της ζητούσε επίμονα και σε έντονο ύφος να του ανοίξει για να μιλήσουν. Η ΜΚ1 του ζητούσε να φύγει καθότι υπήρχαν τα περιοριστικά μέτρα εναντίον του. Η ΜΚ2 προσπαθούσε να καλέσει τον σύζυγο και τον γαμπρό της για να έρθουν στο σπίτι αλλά λόγω του ότι είχε αναστατωθεί δεν τα κατάφερε. Έτσι αποφάσισε να μεταβεί στο διπλανό σπίτι που είναι το σπίτι της κόρης της και να φωνάξει του γαμπρού της ΧΧΧΧΧΧ να έρθει για να επιληφθεί της κατάστασης. Όταν η ΜΚ2 επέστρεψε στο σπίτι της, ο Κατηγορούμενος είχε ήδη φύγει. Στο μεταξύ η ΜΚ1 και ενόσω η ΜΚ2 είχε αποχωρήσει από το σπίτι για τα μεταβεί στο σπίτι της κόρης της, άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου που βρισκόταν κλειδωμένη στον Κατηγορούμενο, λόγω του ότι δεν ήθελε να τον εξαγριώσει άλλο καθότι εντός του σπιτιού βρισκόταν και το μωρό της αδερφής της. Αφού του άνοιξε την πόρτα και αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες η ΜΚ1 του ζήτησε να αποχωρήσει από το σπίτι εξηγώντας του επανειλημμένα ότι εναντίον του υπήρχαν περιοριστικά μέτρα. Τότε ο Κατηγορούμενος αποχώρησε και αφού βγήκε έξω από το σπίτι μπήκε στο αυτοκίνητο του. Η ΜΚ1 τότε πήγε στην τουαλέτα. Ξαφνικά άκουσε ξανά την φωνή του Κατηγορούμενου και αφού άνοιξε την πόρτα και βγήκε από την τουαλέτα, είδε τον άνδρα της αδερφής της, δηλαδή τον ΧΧΧΧΧΧ, να ζητά από τον Κατηγορούμενο να μην έρθει ξανά από το σπίτι τους. Παρούσα εκείνη την στιγμή ήταν και η ξαδέρφη της ΜΚ1 μαζί με την κόρη της ηλικίας 9 ετών η οποία μόλις αντιλήφθηκε τι συνέβαινε πήρε την κόρη της και έφυγε. Ο Κατηγορούμενος την στιγμή που προσπαθούσε ο Νικόλας να τον βγάλει έξω από το σπίτι, με μια κίνηση του χεριού του, έσπρωξε κατά λάθος το παιδί της αδερφής της ηλικίας 3 ετών με αποτέλεσμα αυτό να πέσει στο έδαφος. Ο Νικόλας κατόρθωσε και έβγαλε τελικά έξω από το σπίτι τον Κατηγορούμενο. Τότε η ΜΚ1 βγήκε και αυτή έξω από το σπίτι και του ζήτησε να φύγει. Ο Κατηγορούμενος εκείνη την στιγμή εκστόμισε προς την ΜΚ1 την φράση «ένα σας διαλύσω, ένα δεις τι έχει να γίνει». Η ΜΚ1 από την φράση που εκστόμισε εναντίον της ο Κατηγορούμενος αγχώθηκε και φοβήθηκε γιατί δεν γνώριζε τι ήταν ικανός ο Κατηγορούμενος να πράξει. Η ΜΚ2 μετά το πιο πάνω περιστατικό που επεσυνέβη ενημέρωσε του γονείς του Κατηγορούμενου και τους κάλεσε να έρθουν να πάρουν τον Κατηγορούμενο από το σπίτι της. Η μητέρα του Κατηγορούμενου στην συνέχεια πέρασε από το σπίτι της ΜΚ2 και της ζήτησε να μην προβούν σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του και ότι θα μεριμνήσει η ίδια να πάει ο γιός της σε κάποιο γιατρό καθότι αντιμετωπίζει πρόβλημα με την υγεία του. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 2330 η ΜΚ1 δέχτηκε τηλέφωνο από την αστυνομία και ενημερώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ελλείπων πρόσωπο. Της ζητήθηκε μάλιστα από τον αστυνομικό να επικοινωνήσει μαζί τον Κατηγορούμενο για να δει που βρίσκεται. Τότε η ΜΚ1 ξεμπλόκαρε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου τον οποίο και θέσει σε φραγή λόγω της ενοχλητικής του συμπεριφοράς και προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του αλλά το κινητό του τηλέφωνο ήταν απενεργοποιημένο. Την 23/03/23 και περί ώρα 0130 το πρωί ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην ΜΚ1 και η τελευταία τον ενημέρωσε ότι τον ψάχνει η αστυνομία. Η ΜΚ1 ενημέρωσε επίσης την αστυνομία ότι ο Κατηγορούμενος είχε επικοινωνήσει μαζί της. Την 23/03/23 το πρωί και επειδή η ΜΚ1 είχε ξεχάσει να ξαναθέσει σε φραγή τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος της τηλεφώνησε για να την ενημερώσει ότι θα πάει να νοσηλευτεί στο ψυχιατρείο. Ενόσω ο Κατηγορούμενος νοσηλευόταν στο ψυχιατρείο Λεμεσού και πιο συγκεκριμένα την 24/03/23 άρχισε να ξανά να ενοχλεί με τηλεφωνήματα και μηνύματα τους οικείους της ΜΚ
  3. Πιο συγκεκριμένα, απέστειλε μήνυμα προσβλητικού περιεχομένου στον πατέρα της ΜΚ1, που το περιεχόμενο του μηνύματος αφορούσε την μητέρα της, δηλαδή την ΜΚ
  4. Επίσης διενήργησε τηλεφωνική κλήση προς την διευθύντρια του δημοτικού σχολείου ΧΧΧΧΧΧΧ στο οποίο εργάζεται τα πρωινά η ΜΚ1 και την έψαχνε. Η ΜΚ1 από την πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορουμένου υπέστη αναστάτωση, αγωνία, ανησυχία και άγχος. Μάλιστα μετά τον χωρισμό τους νιώθει ανασφάλεια να μένει της σε κάποιο χώρο ενώ την στιγμή που οδηγεί κοιτάζει προς τα πίσω καθότι φοβάται μήπως ο Κατηγορούμενος την παρακολουθεί. Επίσης αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι της και να μένει μαζί με τους γονείς της, ενώ από το άγχος που της έχει προκαλέσει ο Κατηγορούμενος επιδεινώθηκε και η κατάσταση της υγείας της αφού πάσχει από την νόσο του Crohn. Ο Αστ. 2092 Νεόφυτος Κουμπαρής την 29/03/23 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο απάντησε ότι είχε πληροφορηθεί ότι εναντίον του εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης γι' αυτό και ήρθε οικειοθελώς. Την ίδια ημέρα ο Αστ. 2092 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο υπό την μορφή ερωτοαπαντήσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
  2. Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής : «το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής». Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και αφής στιγμής ως έχω ήδη υποδείξει ανωτέρω έχω αποδεχτεί στο σύνολο της, την μαρτυρία της ΜΚ1, κρίνω ότι η φράση την οποία ο Κατηγορούμενος εκστόμισε καθώς έφευγε από το σπίτι της μητέρας της, είχε απειλητικό περιεχόμενο και χαρακτήρα και έγινε με πρόθεση εκφοβισμού προς την ΜΚ1 λαμβανομένου υπόψη στο σύνολο τους τις περιστάσεις που κατά τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο είχαν επισυμβεί. Σύμφωνα μάλιστα με την μαρτυρία της ΜΚ1, η εκστόμιση από τον Κατηγορούμενο της συγκεκριμένης φράσης είχε ως αποτέλεσμα να της προκληθεί τόσο άγχος όσο και φόβος αφού όπως ανέφερε τόσο στην γραπτή της κατάθεση όσο και κατά την προφορική της μαρτυρία, η ίδια δεν ήξερε τι ήταν ο Κατηγορούμενος ήταν ικανός να πράξει εκστομίζοντας την πιο πάνω φράση. Υπό το φως των πιο πάνω λεχθέντων και έχοντας κατά νου, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την πιο πάνω φράση, την συμπεριφορά του προς την ΜΚ1, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία στην οποία ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος.». Προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο μη δημόσιο με τρόπο ή κάτω από συνθήκες που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά στην έννοια του δημόσιου χώρου αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος προς την ΜΚ1 και που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας αποτελεί εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Επίσης με βάση την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί, ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την πιο πάνω φράση προς την ΜΚ1, ενώ φώναζε και ήταν αρκετά εκνευρισμένος. Η φράση αυτή λέχθηκε από τον Κατηγορούμενο κατά την στιγμή που αυτός βρισκόταν σε μη δημόσιο χώρο, δηλαδή του περιπτέρου με την ονομασία «[ ]» στο οποίο και την στιγμή εκείνη εργαζόταν η ΜΚ1. Μάλιστα ως έχω ήδη αποδεχτεί από την μαρτυρία της, το συγκεκριμένο περίπτερο βρισκόταν δίπλα από τον δρόμο ενώ μεταξύ του δρόμου και του περιπτέρου μεσολαβούσε το πεζοδρόμιο. Δηλαδή το περίπτερο εφαπτόταν επί του πεζοδρομίου του δρόμου. Έχω επίσης αποδεχτεί ότι κατά την συγκεκριμένη χρονική στιγμή που λέχθηκε η πιο πάνω φράση προς την ΜΚ1 το περίπτερο βρισκόταν σε λειτουργία αφού μάλιστα είχε εισέλθει αμέσως μετά από το περιστατικό αυτό και μια γυναίκα για να ψωνίσει. Παρόλο που κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την πιο πάνω φράση προς την ΜΚ1 η πόρτα του συγκεκριμένου περιπτέρου ήταν κλειστή και δεν υπήρχε εντός αυτού οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εντούτοις, οποιοδήποτε πρόσωπο περνούσε από έξω η βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το περίπτερο, δηλαδή είτε πάνω στο πεζοδρόμιο είτε στον δρόμο, ήταν ενδεχόμενο να την ακούσει. Τέλος κρίνω, ότι η εκστόμιση αυτής της φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την 2η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία αυτή. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 2 και 6 του Νόμου 11(Ι)/2021 και προβλέπει τα εξής: «Πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου (δηλαδή του άρθρου 6 του Ν.114(Ι)/2021) και το οποίο παραβαίνει οποιονδήποτε από τους όρους αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή σε αμφότερες τις ποινές.». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες του επίδικου στην παρούσα αδικήματος, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία αυτού είναι τα ακόλουθα:
  1. Η ύπαρξη διατάγματος που εκδόθηκε από Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 6 του Ν. 114(Ι)/2021,
  2. Η ανυπακοή του κατηγορούμενου στο εν λόγω διάταγμα. Στην παρούσα περίπτωση θωρώ ότι ισχύουν κατ' αναλογία και τα όσα έχουν νομολογηθεί αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 αφού και οι τα δύο άρθρα εκάστου νόμου, έχουν ως σκοπό να ποινικοποιήσουν και συνακολούθα να τιμωρήσουν αυτόν που ανυπακούει διάταγμα Δικαστηρίου. Όπως έχει λεχθεί στην Mouzouris and Another ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του κατηγορούμενου προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου (βλ. και Θεοφάνους ν. CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD κ.α.
(2009)2 Α.Α.Δ 634). Απαιτείται επίσης να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε γνώση του εν λόγω διατάγματος. Σε ποινικές υποθέσεις δεν απαιτείται η γνώση να λαμβάνεται με συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης όπως καθορίζεται στα πλαίσια της αστικής καταφρόνησης (βλ. και Αστυνομία v. Γ. Κυριακίδη
(1988)2 C.L.R. 172). Το δε διάταγμα θα πρέπει να είναι σαφές και να εξειδικεύει ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποια ιδιότητα (βλ. Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)1 All E.R. 176 και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Τέλος ως λέχθηκε στην Θεοφάνους ανωτέρω, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε απειθεί σε διάταγμα και η ποινική καταφρόνηση έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση περίπτωση είναι παραδεκτό ότι εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε διάταγμα στην βάση του Ν.119(Ι)/2000 και όχι στην βάση του Ν. 114(Ι)/2021 το οποίο και περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος της 3ης κατηγορίας. Συνεπώς, αφής στιγμής αποτελεί παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο του Τεκμήριου 4, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος δεν υπάκουσε στο διάταγμα που είχε εκδοθεί και ήταν στην βάση του νόμου που απαιτείται από το άρθρο 6 του Ν.114(Ι)/2001 καθότι το συγκεκριμένο διάταγμα, Τεκμήριο 4, εκδόθηκε στην βάση των προνοιών άλλου νόμου, δηλαδή του Ν. 119(Ι)/
  1. Εφόσον λοιπόν για την απόδειξη του πιο αδικήματος που ποινικοποιεί το άρθρο 6 του Νόμου απαιτείται η παρακοή διατάγματος που εκδόθηκε στην βάση του νόμου αυτού κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την 3η κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου. Το αδίκημα της 5ης κατηγορίας ρυθμίζεται από τα άρθρα 2 και 3 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/
  2. Το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου ορίζει ότι θύμα είναι το πρόσωπο εις βάρος του οποίου (α)....................... (β) κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε προβλεπόμενο στον παρόντα νόμο ποινικό αδίκημα είτε αυτό.........., είτε εκκρεμεί η εκδίκαση αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά την έννοια της «παρενόχλησης» αυτή έχει την έννοια της πρόκλησης ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο ενώ σε ότι αφορά την έννοια της «συμπεριφοράς σε σχέση με παρενόχληση προσώπου» σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον 2 φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση 2 η περισσοτέρων προσώπων στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς τουλάχιστον 1 φοράς για κάθε πρόσωπο. Το δε άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου ορίζει τα εξής : «Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο
(1)προκληθείσα παρενόχληση συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή και εναντίον μέλους της οικογένειας του ή και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο που προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται.....
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση». Από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρενόχλησης είναι τα εξής :
  1. Πρόσωπο να προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση
  2. Ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση. Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, θα εξετάσω, κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει το αδίκημα σε σχέση με την 5η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Έχει λοιπόν προκύψει μέσα από την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί, ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε σε επαφή με την ΜΚ1 σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις ήτοι την 18/03/23 όταν την επισκέφθηκε στην εργασία της στο περίπτερο με την ονομασία xxxxxxx, καθώς και όταν την 22/03/23 μετέβηκε απρόσκλητος στο σπίτι της μητέρας της, δηλαδή της ΜΚ2 στο οποίο βρισκόταν την στιγμή εκείνη και η ίδια. Τα πιο πάνω περιστατικά έλαβαν χώρα ενώ ήδη είχε εκδοθεί εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα, δηλαδή το Τεκμήριο
  3. Δεν χωρεί επίσης ουδεμία αμφιβολία ότι στην παρούσα υπόθεση η ΜΚ1 είναι θύμα εν τη εννοία του Νόμου, αφού κατ' ισχυρισμό και σε βάρος της έχει διαπραχθεί το αδίκημα της παρενόχλησης του οποίου και η εκδίκαση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Περεταίρω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε τέτοια συμπεριφορά σε 2 διαφορετικές περιπτώσεις αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ΜΚ1 ο οποίος και έχει γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο, τόσο την 18/03/23 όταν την επισκέφθηκε στο περίπτερο που εργαζόταν όσο και την 22/03/23 της προκάλεσε αναστάτωση, ανησυχία, αγωνία και άγχος και φόβο. Μάλιστα όταν ο Κατηγορούμενος την 22/03/22 εκτόξευσε εναντίον της την απειλή, αναφέροντας της ότι δηλαδή ότι θα τους διαλύσει και θα δει τι έχει να γίνει, η ΜΚ1 ανέφερε ότι φοβήθηκε και αγχώθηκε καθότι δεν γνώριζε το τι ήταν ο Κατηγορούμενος ικανός να πράξει. Υπό το φως των πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι έχω αποδεχτεί την μαρτυρία της ΜΚ1, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του της προκάλεσε παρενόχληση εν τη εννοία του Νόμου σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις αφού της είχε προκαλέσει μεταξύ άλλων και τις δύο φορές ανησυχία. Τονίζεται μάλιστα ότι και στις δύο περιπτώσεις ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του της προκάλεσε και φόβο αφού όπως η ΜΚ1 εξήγησε, την 18/03/23 όταν αρνήθηκε να τον εξυπηρετήσει εξαγριώθηκε, την εξύβρισε και φώναζε ρίχνοντας μάλιστα το χέρι του μια μπουνιά πάνω στο πάγκο του περιπτέρου προκαλώντας της φόβο. Στην δε περίπτωση που επισκέφθηκε το σπίτι της μητέρας της, την 22/03/23, εκτός του ότι η ΜΚ1 είχε κλειδωθεί εντός του υπνοδωματίου μόλις αντίκρισε τον Κατηγορούμενο απρόσμενα μπροστά της, στην συνέχεια και ενώ έφευγε από το σπίτι της ο Κατηγορούμενος την απείλησε ότι θα τους διαλύσει προκαλώντας της έτσι φόβο και άγχος. Υπό τις πιο πάνω δοσμένες περιστάσεις κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του την 18/03/23 προκάλεσε φόβο στην ΜΚ1 ότι θα ασκηθεί βία εναντίον της ενώ στην περίπτωση της 22/03/23 της προκάλεσε φόβο ότι θα ασκηθεί βία τόσο εναντίον της ή και εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας της. Τέλος θα πρέπει να υποδείξω ότι εφόσον η σχέση του Κατηγορούμενου με την ΜΚ1 είχε διαλυθεί και οι σχέσεις τους είχαν κλονιστεί αφού μάλιστα εναντίον του Κατηγορούμενου είχε προηγηθεί και άλλη καταγγελία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε και το διάταγμα (Τεκμήριο 4), ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμπεριφορά στην οποία προέβαινε συνιστούσε παρενόχληση. Και αυτό το γνώριζε μεταξύ άλλων καθότι η ΜΚ1 τον είχε ήδη και μπλοκαρισμένο από το κινητό της τηλέφωνο αλλά και από άλλα μέσα ούτως ώστε να σταματήσει να την ενοχλεί. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει εναντίον του Κατηγορούμενου την 5η κατηγορία στην οποία και κρίνεται ένοχος. Σε σχέση με την 6η κατηγορία, το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας στηρίζεται στα άρθρα 2, 5(ζ) και 6 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115(Ι)/
  4. Το άρθρο 6 του πιο πάνω νόμου προνοεί τα εξής: «Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος είναι τα εξής :
  1. Οποιαδήποτε συμπεριφορά προσώπου εναντίον γυναίκας
  2. Η συμπεριφορά αυτή να εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές
  3. Η συμπεριφορά να πλήξει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα της γυναίκας εναντίον της οποίας στρέφεται ή να της προκαλεί πραγματικό φόβο. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «γυναίκα» σημαίνει πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Εν προκειμένω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η ΜΚ1 εντάσσεται εντός της πιο πάνω έννοιας του νόμου και ότι είναι γυναίκα. Περαιτέρω το εύλογο ερώτημα που προκύπτει στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εναντίον της ΜΚ1 ήταν τέτοια που εκφράστηκε από τον ίδιο με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε αυτός να συνιστά εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, αλλά και κατά πόσο η συμπεριφορά του αυτή έπληξε την ψυχολογική της ακεραιότητα ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο. Αδιαμφισβήτητα από την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του εκτός του ότι προκαλούσε συν της άλλης πίεση στην ΜΚ1, την εξύβρισε την 18/03/23 και την απείλησε την 22/03/23 προκαλώντας της έτσι κατ' αυτόν τον τρόπο πραγματικό φόβο. Μάλιστα η ΜΚ1 λόγω της πιεστικής του συμπεριφοράς, είχε αναγκαστεί προηγουμένως να τον μπλοκάρει όχι μόνο από το κινητό της τηλέφωνο αλλά και από άλλα μέσα. Περαιτέρω όπως η ΜΚ2 έχει εξηγήσει κατά την μαρτυρία της, μετά τον χωρισμό της από τον Κατηγορούμενο, αναγκάστηκε να μετακομίσει από το σπίτι που διέμενε μόνη της και να ζει πλέον εξαιτίας του ,στο πατρικό της μαζί με τους γονείς της, αφού ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του εναντίον της, της προκάλεσε αισθήματα ανασφάλειας και φόβου. Η ΜΚ1 εξήγησε ότι φοβάται να βρίσκεται μόνη της και ότι μάλιστα αυτός ήταν και ο λόγος που μετά από την επίσκεψη του Κατηγορούμενου στο περίπτερο που εργαζόταν την 18/03/23, αναγκάστηκε να πάρει άδεια από την εργασία της για να μην είναι μόνη της μήπως και εμφανιστεί ο Κατηγορούμενος ξανά. Τέλος ανέφερε, ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου η ίδια λόγω του φόβου που την διακατέχει ενώ οδηγεί το αυτοκίνητο της κοιτάζει προς τα πίσω μήπως και ο Κατηγορούμενος την παρακολουθεί. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την 6η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και συναφώς κρίνεται ένοχος. Το αδίκημα της 8ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «
  4. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δυο χρόνων». Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 493 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα, τα οποία προφανώς ισχύουν και στην περίπτωση που σκοπός της παράνομης εισόδου είναι η όχληση: «Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος». Όσον αφορά την πρόθεση όχλησης στην Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97,104, Pefkos ν. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris ν. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258,262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). ............................................................................................................................................................ " ... άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο."». Εκ των άνω συνάγεται ότι σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Έτσι στην Ανθία ανωτέρω με βάση πάντα τα γεγονότα που περιέβαλλαν τη διάπραξη του αδικήματος κρίθηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της εισόδου. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ούτε και αμφισβητήθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η οικία αυτή βρισκόταν στην κατοχή της ΜΚ2 αφού η ίδια διέμενε σε αυτή μαζί με τον σύζυγο της και την κόρη της δηλαδή την ΜΚ
  1. Από την μαρτυρία επίσης που έχω αποδεχτεί και δη την μαρτυρία της ΜΚ1 και της ΜΚ2, έχει προκύψει επίσης ότι την 22/03/23 ο Κατηγορούμενος μετέβηκε απρόσκλητα και απροειδοποίητα και χωρίς να ζητήσει οποιαδήποτε άδεια για να εισέλθει εντός της συγκεκριμένης κατοικίας. Ο Κατηγορούμενος άνοιξε χωρίς δικαίωμα την πόρτα της κουζίνας με το χέρι του και εισήλθε παράνομα εντός της κατοικίας της ΜΚ2 αφού καμία συγκατάθεση προς τούτο δεν του είχε δοθεί. Τουναντίον η ΜΚ2 τον καλούσε να φύγει καθότι υπήρχαν τα περιοριστικά μέτρα εναντίον του, δηλαδή το διάταγμα (Τεκμήριο 4). Ο Κατηγορούμενος αγνοώντας πλήρως τις υποδείξεις της ΜΚ2 και χωρίς καν να την υπολογίζει, ακολούθησε την ΜΚ1 η οποία είχε κλειδωθεί στο δωμάτιο της αδερφής της και προσπαθούσε να την πείσει να του ανοίξει την πόρτα. Μάλιστα ενώ σε κάποια στιγμή έφυγε μετά και από τις υποδείξεις της ΜΚ1 η οποία τελικά του είχε ανοίξει την πόρτα του υπνοδωματίου και συνομίλησαν, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε ξανά και εισήλθε εντός του σπιτιού και πάλι χωρίς να έχει άδεια. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην εν λόγω οικία παράνομα και έχοντας σκοπό, δηλαδή πρόθεση να διαπράξει αδίκημα, αφού διέπραξε το αδίκημα της παρενόχλησης εναντίον της ΜΚ
  2. Συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 8η κατηγορία. Τέλος σε ότι αφορά την 10η κατηγορία και αυτή ρυθμίζεται από τα άρθρα 2 και 3 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/2021 όπως και η 5η κατηγορία αφού αφορά στο ίδιο αδίκημα εναντίον όμως άλλου προσώπου. Το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου ορίζει ότι θύμα είναι το πρόσωπο εις βάρος του οποίου (α)....................... (β) κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε προβλεπόμενο στον παρόντα νόμο ποινικό αδίκημα είτε αυτό.........., είτε εκκρεμεί η εκδίκαση αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά την έννοια της «παρενόχλησης» αυτή έχει την έννοια της πρόκλησης ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο ενώ σε ότι αφορά την έννοια της «συμπεριφοράς σε σχέση με παρενόχληση προσώπου» σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον 2 φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση 2 η περισσοτέρων προσώπων στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς τουλάχιστον 1 φοράς για κάθε πρόσωπο. Το δε άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου ορίζει τα εξής : «Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο
(1)προκληθείσα παρενόχληση συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή και εναντίον μέλους της οικογένειας του ή και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο που προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται.....
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση». Από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρενόχλησης είναι τα εξής :
  1. Πρόσωπο να προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση
  2. Ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση. Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, θα εξετάσω, κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει το αδίκημα αρχικά σε σχέση την 10η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Μέσα τα ευρήματα που έχω καταλήξει προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στο σπίτι της ΜΚ2 απρόσκλητος την 22/03/23 και εισήλθε εντός της οικίας της χωρίς να του δοθεί οποιαδήποτε άδεια ή συγκατάθεση. Μάλιστα προκύπτει ότι υποβλήθηκε παράπονο με γραπτή καταγγελία στην αστυνομία από την ΜΚ2 και άρα αυτή εντάσσεται εντός της έννοιας της λέξης «θύμα» εν τη εννοία του Νόμου, αφού κατ' ισχυρισμό και σε βάρος της έχει διαπραχθεί το αδίκημα της παρενόχλησης του οποίου και η εκδίκαση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Περεταίρω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε τέτοια συμπεριφορά την 22/03/23 εναντίον δύο προσώπων, ήτοι της ΜΚ1 και της ΜΚ
  3. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου καθ' όσον χρόνο βρισκόταν εντός της κατοικίας της ήταν τέτοια που χωρίς καμία αμφιβολία της είχε προκαλέσει ανησυχία αφού η ίδια ένιωσε άβολα και αγχώθηκε. Επίσης η μάρτυρας τρόμαξε αλλά προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμη για να καταφέρει να τον διώξει. Μάλιστα από την σύγχυση που ένιωσε την στιγμή εκείνη δεν κατάφερνε να πάρει τηλέφωνο τον σύζυγο ή τον γαμπρό της για να έρθουν στο σπίτι με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να φύγει η ίδια από το σπίτι της για να μεταβεί στο διπλανό σπίτι που ήταν της κόρης της, και να φωνάξει του γαμπρού της ΧΧΧΧΧΧ να έρθει για να επιληφθεί της κατάστασης Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα την παρενόχληση της ΜΚ2 αφού από τις αντιδράσεις της συνάγεται με ασφάλεια ότι αυτή βρισκόταν υπό το κράτος αγωνίας και ανησυχίας. Τέλος θα πρέπει να τονίσω ότι εφόσον η σχέση του Κατηγορούμενου με την κόρη της, δηλαδή την ΜΚ1 είχε πλήρως διαλυθεί και οι σχέσεις τους είχαν κλονιστεί αφού μάλιστα εναντίον του Κατηγορούμενου είχε προηγηθεί και άλλη καταγγελία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε και το διάταγμα (Τεκμήριο 4), ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμπεριφορά στην οποία προέβαινε συνιστούσε παρενόχληση και ότι γενικά δεν ήταν επιθυμητή η παρουσία του στο σπίτι της λόγω και των περιοριστικών μέτρων που υπήρχαν. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει εναντίον του Κατηγορούμενου την 10η κατηγορία στην οποία και κρίνεται ένοχος. Συνακόλουθα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η, 2η, 5η, 6η, 8η και 10η κατηγορία ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 3η κατηγορία. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.