Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DEMIS POPOV, Αρ. Υπόθεσης: 897/23, 20/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 897/23 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DEMIS POPOV Ημερομηνία: 20.02.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος παρόν. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε επτά
(7)κατηγορίες εκ των οποίων οι τρείς διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε, έτσι, στις κατηγορίες 1, 4 και 6, βρέθηκε δε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις υπόλοιπες κατηγορίες και συγκεκριμένα στις ακόλουθες τα αδικήματα των οποίων διαπράχθηκαν στην Επαρχία Πάφου: Κλοπή μετά από προηγούμενη καταδίκη, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 272
(1)του Κεφ.
- (2η κατηγορία) Επίθεση κατά οργάνου της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Κεφ.
- (3η κατηγορία) Απαγόρευση μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85, 86 και 20 του Κεφ.154 (5η κατηγορία) Παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Κεφ. 154 (7η κατηγορία) Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων φαίνονται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία ανέφερε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, στις 07.01.2023 καταγγέλθηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου, ότι την ίδια ημέρα κλάπηκε από την είσοδο του διαμερίσματος όπου διαμένει ο παραπονούμενος, μια τσάντα γυμναστηρίου η οποία περιείχε πέντε ζευγάρια αθλητικά παπούτσια διαφόρων μαρκών και χρωμάτων, δύο ζευγάρια γάντια του μποξ χρώματος μπλε, ένα ζεύγος επικαλαμίδες και μικροεξοπλισμός γυμναστηρίου και ρούχινοι επίδεσμοι του μποξ. Από έλεγχο που διενεργήθηκε σε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης διαπίστωσε ότι τις 06.01.2023 η ώρα 13:13 ένα πρόσωπο εισήλθε παράνομα εντός της πολυκατοικίας και προέβηκε στην πιο κάτω κλοπή. Ο Παραπονούμενος κατέγραψε σε δίσκο τις κινήσεις του δράστη και τον παρέδωσε στον μάρτυρα 4, Αστυφύλακα
- Ο εν λόγω δίσκος επιθεωρήθηκε από την Αστυνομία και αναγνωρίστηκε ο Κατηγορούμενος ως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην εν λόγω κλοπή που αναφέρεται ανωτέρω. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και στη συνέχεια , συνελήφθη ο Κατηγορούμενος στις 24.01.
- Ακολούθως, την ίδια ημέρα, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορουμένου, διενεργήθηκε έρευνα στο διαμέρισμά του όπου εντοπίστηκε μια αθλητική τσάντα εντός της οποίας στην πλαϊνή θήκη εντοπίστηκαν επίδεσμοι χρώματος μπλε, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για το άθλημα του μποξ. Η τσάντα αυτή ήταν η ίδια με την τσάντα που αναφέρθηκε από τον Παραπονούμενο. Επίσης, σε περαιτέρω έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα, εντοπίστηκαν τα αντικείμενα όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο στην κατηγορία 7, μεταξύ αυτών και ένα ποδήλατο μάρκας GIANT χρώματος μαύρου. Κατά τη μεταφορά του Κατηγορουμένου και πριν την τοποθέτησή του εντός του οχήματος, διενεργήθηκε σε αυτόν έρευνα και εντοπίστηκε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του ένα μεταλλικό πτυσσόμενο μαχαίρι το οποίο κατέληγε σε σταθερή λεπίδα με μυτερή άκρη μήκους 7.5 εκατοστών. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο την ίδια ημέρα η ώρα 22:00, στην οποία σε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Όσο αφορά το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου η κατηγορούσα Αρχή έχει καταθέσει στο φάκελο του Δικαστηρίου, σχετικό έντυπο με το ποινικό του μητρώο. Συγκεκριμένα στην ποινική υπόθεση 5897/19, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε μεταξύ άλλων σε 9 μήνες φυλάκιση για το αδίκημα της κλοπής, 4 μήνες για παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία μέσω μη εγκεκριμένου λιμανιού και 9 μηνών για είσοδο στη Δημοκρατία από απαγορευμένο μετανάστη. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση 4727/22 καταδικάστηκε μεταξύ άλλων σε 2 μήνες φυλάκισης για κατοχή εκρηκτικών υλών και σε 3 μήνες φυλάκισης για παράνομη κατοχή περιουσίας. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο πράγμα που δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του
(2)Ο τρόπος που ενήργησε δεν φανερώνει προσχεδιασμό, αφού βρέθηκε στο σημείο αναζητώντας διαμέρισμα για ενοικίαση .
(3)Το ότι η αξία των κλαπέντων δεν είναι μεγάλης αξίας, ήτοι €200=.
(4)Το ότι δεν έχει ζημιωθεί ο παραπονούμενος αφού τα κλοπιμαία έχουν βρεθεί.
(5)Όσον αφορά τα αντικείμενα που αφορούν την παράνομη κατοχή περιουσίας, ότι και αυτά είναι πολύ μικρής αξίας.
(6)Τις προσωπικές, οικογενειακές συνθήκες ως φαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας τεκμήριο Α και ιδιαίτερα ότι έχει ένα ανήλικο από προηγούμενο γάμο και η γυναίκα του τώρα είναι έγκυος 2 μηνών.
(7)Τις επιπτώσεις που θα έχει στους εξαρτώμενους του, τόσο στο παιδί του όσο και στη συμβία του που βρίσκεται στο 2ο μήνα της εγκυμοσύνης της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδίκηματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι εξ' αντικειμένου σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Ιδιαίτερα το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που αφορά την κλοπή μετά από προηγούμενη καταδίκη. Η σοβαρότητα του προκύπτει από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή αφού για το αδίκημα της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη με βάση το άρθρο 272
(1)προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 χρόνια. Τονίζεται, ότι το αδίκημα της κλοπής είναι εκ της φύσεως του σοβαρό αφού αυτό χαρακτηρίζεται από το Νόμο ως κακούργημα. Όσον αφορά το αδίκημα της 3ης κατηγορίας και της επίθεσης κατά οργάνου της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, σύμφωνα με το 244(β) του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης δυο
(2)χρόνων. Σε σχέση με την 5η κατηγορία, αυτή της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης ενός χρόνου. Τέλος όσο αφορά την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, με βάση το άρθρο 309 της κείμενης νομοθεσίας, επισύρει ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Η σοβαρότητα του αδικήματος της κλοπής προκύπτει επίσης και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται. Αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας, παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου αυτού να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας (κατηγορία 7), μπορεί αριθμητικά το μέγιστο ύψος ποινής που ο Ποινικός Κώδικας προνοεί για τη διάπραξη του αδικήματος παράνομης κατοχής περιουσίας να είναι χαμηλότερο σε σχέση με προβλεπόμενες ποινές άλλων αδικημάτων του Κεφ.154 κατατάσσοντας το ως πλημμέλημα, αλλά δεν παύει από του να είναι ένα σοβαρό αδίκημα, η διάπραξη του οποίου σε καμία περίπτωση πρέπει να υποτιμηθεί. Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Η παρατηρούμενη δραματική άνοδος των κρουσμάτων κλοπών, διαρρήξεων και άλλων ομοειδών αδικημάτων σε βαθμό τέτοιο που να τα καθιστά στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς σημάδια κάμψης, οδήγησε κατακόρυφα στην αύξηση διάπραξης και του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας. Αυτή η αυξητική συχνότητα και ευκολία με την οποία το αδίκημα αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που καθιστά το αδίκημα αυτό σοβαρό. Επίσης, το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας θεωρείται σοβαρό επειδή ενέχει το στοιχείο της παράνομης στέρησης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Η πολιτεία οφείλει μέσω της θέσπισης και εφαρμογής ποινικών νομοθεσιών αλλά και άλλων κατάλληλων μηχανισμών να διασφαλίσει το δικαίωμα σεβασμού της απρόσκοπτης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα. Ο Κατηγορούμενος ενήργησε με τρόπο που καταδεικνύει δίχως άλλο την έλλειψη κάθε σεβασμού αλλά και την περιφρόνηση του προς τους νόμους της πολιτείας που τον φιλοξενεί. Επίσης αδικήματα επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου που βρίσκεται σε εντεταλμένη υπηρεσία είναι σοβαρής φύσεως. Πρόκειται για αδικήματα που ενέχουν στοιχείο άσκησης βίας ενός οργάνου που τηρεί την τάξη και την ασφάλεια ενός δημοκρατικού κράτους όπως είναι η Κύπρος και την ίδια στιγμή το παρεμποδίζει από του να εκτελέσει τα καθήκοντα του. Η αστυνομία είναι το καθ' ύλη αρμόδιο σώμα που διατηρεί την ασφάλεια και την έννομη τάξη σε μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Κύπρος. Ουδείς έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει ένα αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Πολύ δε περισσότερο ουδείς έχει δικαίωμα να ασκεί ή να απειλεί ότι θα ασκήσει βία κατά αστυνομικού οργάνου που εκείνη τη στιγμή είναι επιφορτισμένο με τον καθήκον της τήρησης της τάξης. Οτιδήποτε από τα πιο πάνω οδηγεί σε υπονόμευση της αποστολής των αστυνομικών αρχών απέναντι στην κοινωνία. Όπως αναφέρεται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Sentencing in Cyprus" του κ. Γ. Πική, 1η έκδοση στη σελ. 55, σε μετάφραση: "Επιθέσεις κατά αστυνομικών κατά την εκτέλεση του καθήκοντος τους αποτελούν σοβαρά αδικήματα δεδομένης της ανάγκης όπως διατηρείται η εξουσία της Αστυνομίας δηλαδή της αρμόζουσας υπηρεσίας του κράτους που εφαρμόζει τον Νόμο." Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε την σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 245 στο ακόλουθο απόσπασμα: "Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας." Γενικότερα εκφράζεται αποδοκιμασία στην χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του. Η χρήση βίας συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας αφού πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου που κατοχυρώνεται από το άρθρο 7.1 του Συντάγματος. Για την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων το δικαστήριο εφαρμόζει αυστηρή προσέγγιση (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504). Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω επίσης υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή διαφαίνεται και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους αλλά και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε ιδιαίτερη έξαρση γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μου και επιλαμβάνομαι σχεδόν καθημερινά. Ιδιαίτερα στην πόλη και Επαρχία της Πάφου το τελευταίο χρονικό διάστημα υπάρχει ανησυχητική έξαρση ως προς την διάπραξη αδικημάτων που στρέφονται κατά της περιουσίας. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων επιτείνεται επίσης και από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δυο προηγούμενες καταδίκες στις οποίες περιλαμβάνονται αδικήματα που στρέφονται κατά της περιουσίας. Το βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο ενός Κατηγορούμενου είναι ένας αποτρεπτικός της επιείκειας παράγοντας υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι αφού ο Κατηγορούμενος έχει αποτύχει να ανταποκριθεί θετικά στις ευκαιρίες που του έδωσε θα επιβάλει αυστηρότερη ποινή παρά αν δεν υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες. Παράλληλα δεν μου διαφεύγει ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138). Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1). Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες που αφορούν στη διάπραξη τόσο της ίδιας φύσης αδικημάτων που στρέφονται κατά της περιουσίας όσο και αδικήματα διαφορετικής φύσης, δηλαδή παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 105 και παράνομης παραμονή όπως επίσης και αδίκημα κατοχής εκρηκτικών υλών. Οι πιο πάνω καταδίκες του Κατηγορούμενου αδιαμφισβήτητα δεν στάθηκαν αποτρεπτικές ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να μην επιδείξει ξανά άλλη παρόμοια παραβατική συμπεριφορά. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο βαθμός επιείκειας που θα μπορούσε να επιδειχθεί στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο να μειώνεται ουσιωδώς. Πάρα τα πιο πάνω, αδιαμφισβήτητα δεν εξαλείφεται και η ανάγκη που υπάρχει παράλληλα για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη καθώς και στα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Από την άλλη όμως η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο με την οποία εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (β) Την απολογία του κατηγορουμένου προς το Δικαστήριο. (γ) Σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι η κλοπιμαία περιουσία παραδόθηκε στον παραπονούμενο και συναφώς ότι αυτός δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε τελικά ζημιά εννοείται ότι το γεγονός αυτό δεν θα το υποτιμήσω και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, από την άλλη όμως θα πρέπει λεχθεί ότι ο λόγος που πραγματικά ο παραπονούμενος δεν αποστερήθηκε της περιουσίας του και συνακόλουθα δεν του προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά δεν αφορούσε σε ενέργεια δική του Κατηγορούμενου, αλλά τουναντίον στην έγκαιρη κινητοποίηση του παραπονούμενου και τον άμεσο εντοπισμό του Κατηγορούμενου από την αστυνομία μέσω του κυκλώματος παρακολούθησης που υπήρχε τοποθετημένο. (δ) Την έλλειψη προσχεδιασμού ως την περιέγραψε ο συνήγορος υπεράσπισης και δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Κατηγορούσα Αρχή. (ε) Η μικρή αξία της κλοπιμαίας περιουσίας, στο μικρό βαθμό που αυτό μπορεί να επενεργήσει. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι έχει ένα ανήλικο παιδί 13 ετών από προηγούμενο γάμο με το οποίο διατηρεί επαφή, αλλά και ότι η τωρινή του σύντροφος είναι έγκυος 2 μηνών. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί αναλυτικά στην έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά και από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Την ίδια στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). (η) Επίσης λαμβάνω υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος τα τελευταία 3 χρόνια όπως αναφέρθηκε και δεν έχει αμφισβητηθεί, βρίσκεται σε πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ( HUSEYIN VEDAT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Π.Ε. 142/12 ημερ. 22.11.12 2ΑΑΔ 787) επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ύψους 18 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κλοπής χρηματικού ποσού ύψους €370 ευρώ. Η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή ήταν αυτή των 3 ετών. Στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προηγούμενη διαγωγή του Εφεσείοντα και ότι αυτός ουσιαστικά δεν είχε ανταποκριθεί στην επιείκια που του είχε δοθεί αφού βαρύνετο με τρείς προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα εκ των οποίων στη μία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ύψους 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε επίσης στην απόφαση του, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα ο οποίος είχε οικογενειακές υποχρεώσεις αφού είχε αποκτήσει 5 παιδιά δεν μπορούσαν από μόνες να καθορίσουν υπερβολικότητα στην ποινή. Όσον αφορά το γεγονός ότι τα κλαπέντα είχαν επιστραφεί, αυτό σύμφωνα με το Εφετείο δεν αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αφού στη μία περίπτωση ο Εφεσείων είχε συλληφθεί από την αστυνομία επ' αυτοφώρο. Αποτιμώντας, από τη μια, τη σοβαρότητα του αδικήματος στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην 5η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην 7η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν η ποινή που έχω επιβάλει θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση τον Κατηγορούμενο ή δύναται να ανασταλεί, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε των πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Τα κριτήρια για την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν τεθεί σε σωρεία νομολογίας. Παραπέμπω ενδεικτικά στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Από τα όσα έχουν προαναφερθεί προκύπτει ότι το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δίχως άλλο πολύ σοβαρό. Προέχει λοιπόν η ανάγκη για αποτροπή όχι μόνο του κοινού γενικότερα αλλά και του ίδιου του Κατηγορούμενου. Όλα δε τα δεδομένα που τέθηκαν, συμπεριλαμβανομένου των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων, της παραδοχής και απολογίας του αλλά και όλων των λοιπών μετριαστικών παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη και προσμέτρησαν καταλυτικά στην απόφαση για το ύψος της ποινής που έχει επιβληθεί, δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση, δηλαδή από την 27/01/2023. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο