Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. BORIS ATANASOV, Αρ. Υπόθεσης: 6898/22, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6898/22 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. BORIS ATANASOV Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κος. Κ. Σιαηλή Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από την παραδοχή του στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός επί σκοπό διάπραξης κακουργήματος , κατά παράβαση του Άρθρου 296(γ) του Κεφ.154 (1η Κατηγορία), στην κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Κεφ. 154 (2η κατηγορία) και στην κατηγορία Αλήτες και Πλανητές, κατά παράβαση του άρθρου 189 (ε) του Κεφ. 154. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων εκτίθενται μέσα από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία ανέφερε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στις 10.10.2022 και ώρα 00:25 ο Αστυφύλακας μάρτυρας 1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Τεύκρου στην Κάτω Πάφο όπου αντιλήφθηκε ένα άτομο κρυμμένο πίσω από όχημα και να το περιεργάζεται σε χώρο στάθμευσης οχημάτων. Ο μάρτυρας 1 κατέβηκε από το αστυνομικό όχημα, τον πλησίασε και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Αφού του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και τον ρώτησε γιατί βρισκόταν στο σημείο, αυτός έδειχνε ανήσυχος και του έπεσε την ίδια στιγμή ένα κατσαβίδι με μαύρη λαβή, ενώ κρατούσε στο χέρι του ένα φανάρι. Πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι το να έχει στην κατοχή του αυτά τα αντικείμενα εκείνες τις ώρες αποτελεί αδίκημα και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Είναι για να ανοίξω την πόρτα επειδή δεν μου ανοίγει η γυναίκα». Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων. Επίσης, από έλεγχο που έγινε από τον μάρτυρα 1 στο όχημα το οποίο περιεργαζόταν ο Κατηγορούμενος, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε παραβίαση. Επίσης δίπλα από το συγκεκριμένο όχημα βρισκόταν ένα μοτοποδήλατο το οποίο ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν δικό του . Από έρευνα που έγινε εντός της σέλλας του μοτοποδηλάτου εντοπίστηκε ένα λιβέρι, ένα τσαντάκι γκρίζου χρώματος το οποίο περιείχε ένα σιγατσάκι, μια τανάλια, έναν κόφτη και μια πτυσσόμενη πένσα. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, απάντησε «Είναι τα εργαλεία μου». Επίσης εντοπίστηκε ένα τσαντάκι με τέσσερις μεταλλικές εικόνες χρώματος ασημί και τρία τεμάχια διακοσμητικού γυαλιού. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία ανέφερε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Περαιτέρω σύμφωνα με τα όσα περιέχονται στο φάκελο του Δικαστηρίου αλλά και σύμφωνα με τα όσα ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχή ανάφερε, ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες :
(1)στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1904/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπου την 26/05/2020 καταδικάστηκε στα αδικήματα της δόλιας ιδιοποίησης τρεχούμενους ύδατος σε 4 μήνες φυλάκισης με 3 χρόνια αναστολή και της κακόβουλης ζημιάς σε ποινή φυλάκισης 10 ημερών με 3 χρόνια αναστολή.
(2)στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 5478/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όπου την 23/02/21 καταδικάστηκε για διαρρήξεις σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών και για το αδίκημα της κλοπή σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών.
(3)στην ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 5184/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όπου την 20/01/22 καταδικάστηκε για το αδίκημα της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη σε 5 μήνες φυλάκιση, όπου ταυτόχρονα ενεργοποιήθηκε και ποινή φυλάκισης από την υπόθεση 1904/19. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες: 1) Την άμεση του παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. 2) Την απολογία του 3) Την εξοικονόμηση πολύτιμου Δικαστικού χρόνου 4) Το ότι το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει στην πρώτη κατηγορία δεν συνδέθηκε τελικώς με οποιοδήποτε άλλο αδίκημα 5) Τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του σε σχέση με την 2η κατηγορία είναι ευτελούς αξίας. 6) Την έκθεση του γραφείου ευημερίας μέσα από την οποία φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο το οποίο βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια, το ότι είναι πατέρας δυο ανηλίκων παιδιών 7) Το ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στον Νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητάς του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, η διάπραξή του επισύρει, σύμφωνα με το Άρθρο 296(γ) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης πέντε έτη. Όσον αφορά την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, με βάση το άρθρο 309 της κείμενης νομοθεσίας, αυτό επισύρει ποινή φυλάκισης 6 μηνών (Κατηγορία 2) . Μπορεί αριθμητικά το μέγιστο ύψος ποινής που ο Ποινικός Κώδικας προνοεί για τη διάπραξη του αδικήματος παράνομης κατοχής περιουσίας να είναι χαμηλότερο σε σχέση με προβλεπόμενες ποινές άλλων αδικημάτων του Κεφ.154 κατατάσσοντας το ως πλημμέλημα, αλλά δεν παύει από του να είναι ένα σοβαρό αδίκημα, η διάπραξη του οποίου σε καμία περίπτωση πρέπει να υποτιμηθεί. Σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας 3 , Αλήτες και περιπλανώμενοι, κατά παράβαση του άρθρου 189(ε) του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε πρώτη καταδίκη σε φυλάκιση τριών μηνών, σε κάθε δε μεταγενέστερη καταδίκη σε φυλάκιση ενός χρόνου. Στην υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 278, επικυρώθηκε ποινή φυλάκιση 12 μηνών για κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων σε άτομο 18 ετών, λευκού ποινικού μητρώου που μαζί με την κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής. Στην υπόθεση MICHAL BUKOWSKI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2011)2 ΑΑΔ 92, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός την οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν μαζί με κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, απόπειρας κλοπής, κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία και εγκληματικής επέμβασης. Οι εφεσείοντες οι οποίοι ήταν Πολωνοί υπήκοοι, ζούσαν και εργάζονταν στην Κύπρο ως οικοδόμοι. Ο κατηγορούμενος 1, ήταν ηλικίας 23 ετών και ο κατηγορούμενος 2 ηλικίας 32 ετών και ήταν παιδί διαλυμένης οικογένειας. Και οι δυο κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Το Εφετείο επεσήμανε, ότι αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που επιβάλλει τη, διά μέσου και των ποινών, αποτροπή τους. Το Δικαστήριο θεώρησε τη συμπεριφορά των εφεσειόντων να στρέφεται εναντίον όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας αλλά και της έννομης τάξης, γενικά. Στην υπόθεση Huseyin Vedat v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 142/2012, ημερομηνίας 22.11.12 ποινή φυλάκισης 4 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας σε σχέση με ποσό €955,00 το οποίο ανευρέθηκε στο πρόσωπο του εφεσείοντα και για το οποίο υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη Νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευσή της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την Υπεράσπιση, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.2009). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω επίσης υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε ιδιαίτερη έξαρση γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από το μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μου και επιλαμβάνομαι σχεδόν καθημερινά. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων επιτείνεται επίσης και από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες στις δυο
(2)από αυτές περιλαμβάνονται αδικήματα που στρέφονται κατά της περιουσίας. Το βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο ενός Κατηγορούμενου είναι ένας αποτρεπτικός της επιείκειας παράγοντας υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι αφού ο Κατηγορούμενος έχει αποτύχει να ανταποκριθεί θετικά στις ευκαιρίες που του έδωσε θα επιβάλει αυστηρότερη ποινή παρά αν δεν υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες. Παράλληλα δεν μου διαφεύγει ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138). Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1). Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με τρείς προηγούμενες καταδίκες που αφορούν στη διάπραξη τόσο αδικημάτων που στρέφονται κατά της περιουσίας όσο και αδικήματα διαφορετικής φύσης. Οι πιο πάνω καταδίκες του Κατηγορούμενου αδιαμφισβήτητα δεν στάθηκαν αποτρεπτικές ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να μην επιδείξει ξανά άλλη παραβατική συμπεριφορά. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο βαθμός επιείκειας που θα μπορούσε να επιδειχθεί στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο μειώνεται ουσιωδώς. Πάρα τα πιο πάνω, αδιαμφισβήτητα δεν εξαλείφεται και η ανάγκη που υπάρχει παράλληλα για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη καθώς και στα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Από την άλλη όμως η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο με την οποία εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (β) Την απολογία του κατηγορουμένου προς το Δικαστήριο. (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί στην έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά και από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Την ίδια στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). (δ) Το ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών. Δέχομαι ότι ο εθισμός προφανώς του κατηγορουμένου από την χρήση ναρκωτικών πιθανόν να τον έστρεψαν και προς την κατεύθυνση διάπραξης των αδικημάτων, παράμετρο την οποία σίγουρα δεν παραγνωρίζω. Κατανοητό το πρόβλημα με την χρήση ναρκωτικών αλλά καλό θα ήταν ο κατηγορούμενος να είχε βρει τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος και όχι να το χρησιμοποιεί ως δικαιολογία για τις πράξεις του, αναζητώντας επιείκεια. (ε) Τα όσα γενικά αναφέρθηκαν από την υπεράσπιση για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου και ότι δεν κατηγορείται και για αδικήματα διαρρήξεων ή κλοπών. Όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Αποτιμώντας, από τη μια, τη σοβαρότητα του αδικήματος στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην 3η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν η ποινή που έχω επιβάλει θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση τον Κατηγορούμενο ή δύναται να ανασταλεί, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε των πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Τα κριτήρια για την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν τεθεί σε σωρεία νομολογίας. Παραπέμπω ενδεικτικά στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Από τα όσα έχουν προαναφερθεί προκύπτει ότι τα αδίκηματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δίχως άλλο σοβαρά. Προέχει λοιπόν η ανάγκη για αποτροπή όχι μόνο του κοινού γενικότερα αλλά και του ίδιου του Κατηγορούμενου. Όλα δε τα δεδομένα που τέθηκαν, συμπεριλαμβανομένου των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων, της παραδοχής και απολογίας του αλλά και όλων των λοιπών μετριαστικών παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη και προσμέτρησαν καταλυτικά στην απόφαση για το ύψος της ποινής που έχει επιβληθεί, δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση, δηλαδή από την 10/10/22. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο