Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Πέτρος Μαυράκης, Αρ. Υπόθεσης: 2218/22, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2218/22 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Πέτρος Μαυράκης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κος Α. Χουβαρτάς Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην Κατηγορία της Διάρρηξης Κατοικίας (1η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Κεφ. 154, στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία (2η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρου 255 και 266(β) του Κεφ.154, στην κατηγορία επίσης της Διάρρηξης Κατοικίας (3η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 291 και 292(α) του Κεφ.154, και στην κατηγορία επίσης της κλοπής από κατοικία (4η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 255 και 266 (β) του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης και όσον αφορά τις κατηγορίες 1 και 2, στις 22/04/22 καταγγέλθηκε ότι μεταξύ των ημερομηνιών 18 με 22/04/22 κλάπηκαν από οικία στον Μούτταλο τέσσερα
(4)συλλεκτικά σπαθιά και μία
(1)δενδροκοπτική μηχανή συνολικής αξίας 1.800 ευρώ. Ο παραπονούμενος έκφρασε υποψίες εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος είναι εγγονός του. Ο κατηγορούμενος αφού ρωτήθηκε από τη μητέρα του για τα πιο πάνω παραδέχθηκε ότι αυτός έκλεψε τα πιο πάνω αντικείμενα. Τη δενδροκοπτική μηχανή την πώλησε για το ποσό των 70 ευρώ σε άγνωστο πρόσωπο. Εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «παραδέχομαι, έκλεψα μία μηχανή που κόβει ξύλα και ένα σπαθί». Επίσης ο κατηγορούμενος ανακρινόμενος γραπτώς παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων όπως αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ότι εισήλθε παράνομα στην οικία του παππού του από το παράθυρο της τουαλέτας όταν ο παππούς του έλειπε και η γιαγιά του κοιμόταν. Όσον αφορά τις κατηγορίες 3 και 4 οι οποίες αφορούν τις ημερομηνίες μεταξύ 22/02/21 με 14/03/21 και πάλι εκφράστηκαν υποψίες για τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε και τις συγκεκριμένες κατηγορίες, απαντώντας «εγώ έπιασα τα χρυσαφικά της γιαγιάς μου». Τα ίδια ανάφερε και στην κατάθεση του η οποία λήφθηκε την ίδια ημερομηνία 18/03/21 και απάντησε ότι εκείνη τη μέρα απουσίαζαν από το σπίτι ο παππούς και η γιαγιά του, βρήκε τα χρυσαφικά σε ένα ντουλάπι του υπνοδωματίου και τα πήρε. Τα εν λόγω χρυσαφικά, δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορουμένου και τη συναίνεση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα γεγονότα των υποθέσεων , 6507/22, 6269/22, 6644/22, 6130/21, 8936/22, 4517/21, όλες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η ποινική υπόθεση 6507/22 αφορά μια
(1)κατηγορία, Μεταφοράς Επιθετικού όπλου ή οργάνου (κατηγορία 1), ήτοι ένα σιδερένιο γρόθο κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)του Κεφ. 159. Σύμφωνα με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, το συγκεκριμένο επιθετικό όπλο εντοπίστηκε μετά από ανακοπή για έλεγχο οχήματος στο οποίο ο κατηγορούμενος ήταν συνοδηγός. Η ποινική υπόθεση 6269/22, στην οποία ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι ο 2ος κατηγορούμενος, όπου αντιμετωπίζει την κατηγορία απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας (Κατηγορία 4) κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Κεφ. 154, την κατηγορία της μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου (Κατηγορία 5) κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)του Κεφ.159 και την κατηγορία Αλήτες και Πλανητές (Κατηγορία 6) κατά παράβαση του άρθρου 189(ε) του Κεφ.
- Σύμφωνα με τα γεγονότα που αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες και ότι αυτά ήταν δικά του. Η ποινική υπόθεση 6644/22, στην οποία ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, είναι ο 1ος κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (Κατηγορία 1) κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 και την κατηγορία της κλοπής (Κατηγορία 2) κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 262 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τα γεγονότα αυτής ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο έκλεψαν από υποστατικό μια συσκευή αξίας 300 ευρώ και διάφορα καπνικά προϊόντα αξίας 100 ευρώ. Η ποινική υπόθεση 6130/21, στην οποία ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι ο 2ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει την κατηγορία της απόπειρας διάρρηξης εκκλησίας (2η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 291, 292, 366, 368, όπου ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τα γεγονότα αποπειράθηκε να διαρρήξει την 27/12/21 και ώρα 0440, την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Χλώρακα. Η ποινική υπόθεση 8936/22, στην οποία ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι ο 1ος Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει την κατηγορία της Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η Κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 και την κατηγορία της κλοπής (2η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 262 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο, έκλεψαν από αυτοκίνητο το χρηματικό ποσό των 11,60 ευρώ σε κέρματα διαφόρων αξιών. Η ποινική υπόθεση 4517/21 στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διάφορες κατηγορίες βίας στην οικογένεια , όπου ουσιαστικά σύμφωνα με τα γεγονότα αυτής, είχε τραυματίσει τον δίδυμο αδελφό του ένεκα μιας διαφωνίας για τον τρόπο με τον οποίο θα έφευγαν από σπίτι. Τέλος σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Επίσης ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι σύμφωνα με ιατρό των Κεντρικών Φυλακών που έχει εξετάσει τον Κατηγορούμενο, αυτός βρίσκεται στο μεταίχμιο της φυσιολογικής νοητικής κατάστασης και της νοητικής στέρησης , χωρίς να επηρεάζει την κρίση του ως προς την διάπραξη των αδικημάτων. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και τα όσα ανέφερε ως προς την νοητική κατάσταση του Κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό του ποινικό μητρώο
(2)Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο.
(3)Τη βοήθεια που προσέφερε στην Αστυνομία στην εξιχνίαση των υποθέσεων
(4)Σε σχέση με την υπόθεση 4517/21, σήμερα όπως ανέφερε δεν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα με τον αδελφό του.
(5)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης και καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο Α και ειδικότερα τα όσα αναφέρονται σε αυτή σε σχέση με την «νοητική στέρηση» την οποία παρουσιάζει ο κατηγορούμενος, η οποία σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και τη δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης, δεν επηρέασε την κρίση και αντίληψη του κατηγορούμενου ως προς την διάπραξη των αδικημάτων, όμως ενδεχόμενα εάν ήταν κανονικής νοητικής ικανότητας θα ήταν πιο προσεκτικός και δεν θα υπέπιπτε στα αδικήματα τα οποία διέπραξε.
(6)Το ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο Β, ο παππούς του, και παραπονούμενος, δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο σήμερα από τον κατηγορούμενο όπως και η γιαγιά του.
(7)Το νεαρό της ηλικίας του
(8)Το ότι δεν είχε την οποιαδήποτε καθοδήγηση από το σπίτι του
(9)Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι περίπτωση που ο κατηγορούμενος επιδίωξε να κλέψει ως εύκολή λύση για να ωφεληθεί οικονομικά, αλλά πρόκειται για επιπόλαιες πράξεις που σχετίζονται με διαρρήξεις από το σπίτι των παππούδων του, όπως και κλοπές για μικρά ποσά.
(10)Ο κατηγορούμενος δεν είναι πρόσωπο το οποίο προκαλεί προβλήματα στην κοινωνία.
(11)Το κράτος δεν έδωσε την απαραίτητη στήριξη στον κατηγορούμενο.
(12)Τη μεταμέλεια και την απολογία του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε και συνθέτουν την αξιόποινη συμπεριφορά του στο σύνολο της είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας (κατηγορία 1 και 3), με βάση το άρθρο 292(α) του Κεφ. 154, προβλέπει ποινή φυλάκισης επτά ετών. Για το αδίκημα της κλοπής (κατηγορία 2 και 4) κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η διάπραξη τους παρουσιάζει αυξητική τάση στην Κύπρο σε ανησυχητικό επίπεδο, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες συχνά καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, μάλιστα πολλές από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων αναγκάζοντας το Δικαστήριο να διακόπτει το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του προκειμένου να τους επιληφθεί. Η διάρρηξη, η κλοπή, καθώς και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Οι πολίτες είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων κατοικιών και επιχειρήσεων τους και κλοπών από αυτές αντικειμένων τους που παρατηρούνται στην επαρχία τους (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά που διέπουν τα αδικήματα των διαρρήξεων, των κλοπών που ο κατηγορούμενος μεταξύ άλλων παραδέχτηκε ότι διέπραξε καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της διάρρηξης, της κλοπής και της κλεπταποδοχής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης, κλοπής και κλεπταποδοχής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013 ημερ. 26.03.13, ποινή φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 23 ετών που διέπραξε 3 διαρρήξεις κατοικίας και 3 κλοπές από κατοικία σε διάστημα περίπου 6 μηνών μέσα από την οποία εγκληματική συμπεριφορά ερασιτέχνη αποκόμισε περιουσία σε τιμαλφή και μετρητά αξίας περίπου €64.000 χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο να επιστραφεί στους δικαιούχους, κατόπιν παραδοχής, απολογίας και συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές και που στο μεταξύ δημιούργησε δεσμό και απέκτησε παιδί ηλικίας 2 ετών κατά την επιβολή της ποινής, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω στην υπόθεση Ilie κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 180-182/2011 ημερ. 16.05.12, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών που επιβλήθηκαν σε 3 εφεσείοντες ηλικίας 54 ετών, πατέρα 2 παιδιών εκ των οποίων το ένα ανήλικο και με τη σύζυγο του να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, 21 ετών, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών και με τη σύντροφο του να εγκυμονεί και 33 ετών που εκ γενετής αντιμετωπίζει πρόβλημα με το δεξί του αυτί και πατέρα 3 ανηλίκων παιδιών, που διέπραξαν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας, διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτής το χρηματικό ποσό των €680 καθώς ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, στην κατοχή των οποίων εντοπίστηκαν μερικά από τα κλοπιμαία αντικείμενα, κατόπιν παραδοχής, δεν κρίθηκαν υπερβολικές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 32 ετών που διέπραξε 2 διαρρήξεις κατοικιών και κλοπές από αυτές όταν οι ιδιοκτήτες τους απουσίαζαν προσωπικών αντικειμένων και χρημάτων με μικρό μέρος των κλαπέντων αντικειμένων να ανευρίσκεται, λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής, μεταμέλειας, συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, άθλια οικονομική κατάσταση, χρήστη σκληρών ναρκωτικών που διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει χρήματα για τη δόση του ενεργώντας κάτω από τη φόρτιση συναισθημάτων, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Επιπλέον στην υπόθεση Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104 ποινές φυλάκισης 2 ετών και 2,5 ετών αντίστοιχα που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες ηλικίας 18 ετών και 38 ετών που μαζί με άλλους ομοεθνείς τους διέρρηξαν κατοικία εν καιρώ νυκτός από την οποία έκλεψαν Λ.Κ.£2.070 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κύπρου), $6.700 δολάρια Η.Π.Α. και άλλα χρηματικά ποσά σε νόμισμα Κίνας, Ινδονησίας και Βιετνάμ, από τα οποία κλαπέντα ποσά ανευρέθηκε μόνο το ποσό των Λ.Κ.£2.070, με λευκό ποινικό μητρώο, κατόπιν παραδοχής και χωρίς να είχε διωχθεί ο εγκέφαλος της διάπραξης των αδικημάτων, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Hussein v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 47 ετών και πατέρα πέντε ανήλικων παιδιών, λευκού ποινικού μητρώου-, των τεσσάρων χρόνων (σε κάθε μία από τις δέκα κατηγορίες που αντιμετώπισε, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για δεκαέξι συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα τριών χρόνων περίπου, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος €30.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, εφόσον τα κλαπέντα δεν ανευρέθηκαν. Στη δε υπόθεση Σωτήρη Ζαχαρία Γεωργίου, Άλλως Καμμούγιαρος. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2,5 ετών σε πρόσωπο 22 ετών, νυμφευμένο με παιδί ηλικίας 19 μηνών, που έπασχε από βαριά διαταραχή προσωπικότητας, με δυο προηγούμενες καταδίκες και αφού λήφθηκαν υπόψη 6 υποθέσεις για διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων, με μέρος των κλαπέντων να έχει ανευρεθεί και με παραδοχή στις κατηγορίες της διάρρηξης καταστήματος και κλοπής και διάρρηξη εκκλησίας και κλοπής. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ( HUSEYIN VEDAT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Π.Ε. 142/12 ημερ. 22.11.12 2ΑΑΔ 787) επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ύψους 18 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κλοπής χρηματικού ποσού ύψους €370 ευρώ. Η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή ήταν αυτή των 3 ετών. Στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προηγούμενη διαγωγή του Εφεσείοντα και ότι αυτός ουσιαστικά δεν είχε ανταποκριθεί στην επιείκια που του είχε δοθεί αφού βαρύνετο με τρείς προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα εκ των οποίων στη μία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ύψους 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε επίσης στην απόφαση του, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα ο οποίος είχε οικογενειακές υποχρεώσεις αφού είχε αποκτήσει 5 παιδιά δεν μπορούσαν από μόνες να καθορίσουν υπερβολικότητα στην ποινή. Όσον αφορά το γεγονός ότι τα κλαπέντα είχαν επιστραφεί, αυτό σύμφωνα με το Εφετείο δεν αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αφού στη μία περίπτωση ο Εφεσείων είχε συλληφθεί από την αστυνομία επ' αυτοφώρο. Στις υποθέσεις Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ. 350 και Λ.Κ. 20 όπου ο εφεσείων είχε προηγούμενες καταδίκες για παρόμοια εγκλήματα και ο εφεσείων επρόβαλε ψυχολογικά προβλήματα για μετριασμό της ποινής του. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δε συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Η εξουσία του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του αδικήματα άλλων ποινικών υποθέσεων κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής σε μια άλλη ποινική υπόθεση πηγάζει μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155) αλλά και από σχετική νομολογία (Ηρακλέους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 150). Το σκεπτικό αυτό κατ' αρχήν εφαρμόζεται σε ιδίας ή παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Έχοντας όμως παράλληλα υπόψη την υπόθεση Παραρέ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2013, ημερ. 20.03.12, η εφαρμογή του πιο πάνω σκεπτικού επεκτείνεται και σε υποθέσεις διαφορετικών αδικημάτων. Είναι επίσης νομολογημένο ότι στην περίπτωση που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και άλλες υποθέσεις, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή από αυτή που θα επέβαλλε αν είχε μόνο ενώπιον του μια υπόθεση ((βλ. Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Περαιτέρω, από όλα τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου καταδεικνύεται μια συστηματική και κατ' επανάληψη επίδειξη εγκληματικής συμπεριφοράς από τον κατηγορούμενο. Με γνώμονα τη νομική αρχή ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, θεωρώ ότι οι προαναφερόμενες υποθέσεις δύναται να ληφθούν υπόψη στην παρούσα ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 2218/22. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Επίσης η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά συνέχισε να εκδηλώνεται μέσα από άλλα περιστατικά, γεγονός που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Η συνολική εικόνα της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου διαμορφώνεται με την προσθήκη και άλλων περιστατικών που διαδραματίστηκαν μέσω των άλλων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής στα αδικήματα της κύριας υπόθεσης και μάλιστα σε διαφορετικούς χρόνους και για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όπως απόπειρα διάρρηξης εκκλησίας και κλοπών, αλλά και άλλα αδικήματα. Η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου είναι πλούσια. Τέτοια συμπεριφορά μόνο καταδικαστέα είναι. Το στοιχείο που εδώ κυριαρχεί και σαφώς επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου είναι η διάπραξη σοβαρής φύσεως αδικημάτων όπως διαρρήξεων, απόπειρας διάρρηξης εκκλησίας και κλοπών πάνω σε επαναλαμβανόμενη βάση. Δυστυχώς η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, σε διαφορετικούς χρόνους, σχετίζεται , εκτός των άλλων αδικημάτων , με αδικήματα κατά της περιουσίας. Με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, η συμπεριφορά αυτή είναι κατακριτέα και πλήττει κατάφορα τα δικαιώματα των πολιτών που ζουν σε αυτή τη χώρα, είτε αυτοί είναι συγγενικά του πρόσωπα είτε πρόκειται για τρίτα πρόσωπα, άσχετα με τον κατηγορούμενο. Η όλη του συμπεριφορά δείχνει το βαθμό της παράνομης δράσης του κατηγορουμένου και συνάμα το μέγεθος της αποφασιστικότητας και εγκληματικής του δραστηριότητας που ανέπτυξε μέσα από την παράνομη επιχείρηση που δημιούργησε εις βάρος της περιουσίας πολιτών. Δεν αγνοείται επίσης η ποσότητα, και η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης η οποία ανέρχεται στα 5800 ευρώ, αλλά και οι αξίες των κλοπιμαίων στις άλλες υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη. Σε όλες τις περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη η ταλαιπωρία και ανησυχία που προκλήθηκαν στους παραπονούμενους ως αποτέλεσμα της δράσης του κατηγορουμένου. Ακόμη σε όλες τις περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη η ζημιά που όλοι οι παραπονούμενοι επωμίστηκαν από την στέρηση της κατοχής και χρήσης της περιουσίας που κλάπηκε συνεπεία της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Η μη επιστροφή της κλαπείσας περιουσίας δείχνει ότι η ζημιά στους παραπονούμενους θα είναι μόνιμης φύσεως, παρά την αναφορά ότι στην παρούσα περίπτωση οι παραπονούμενοι δεν έχουν παράπονο από τον κατηγορούμενο . Πραγματική μεταμέλεια του Κατηγορουμένου θα μπορούσε να θεωρηθεί η επιστροφή της κλαπείσας περιουσίας ή έστω η αποζημίωση πράγμα που δεν φαίνεται να έγινε. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος καταπάτησε κατάφωρα το συνταγματικό δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας των ιδιοκτητών των υποστατικών που διέρρηξε και της περιουσίας που έκλεψε επιδεικνύοντας ασέβεια και θράσος. Τέτοια συμπεριφορά μόνο καταδικαστέα μπορεί να είναι. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του στην αστυνομία μέσα από την οποίαν διευκολύνθηκε το έργο της αστυνομίας και υπήρξε πλήρη εξιχνίαση όλων των υποθέσεων. (γ) Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (δ) Το νεαρό της ηλικίας του αφού είναι 21 ετών και το λευκό ποινικό του μητρώο. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές από τις 22/09/22 στα πλαίσια της 6644/22 που λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα. · Τα οικογενειακά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει. · Δέχομαι ότι ο εθισμός προφανώς του κατηγορουμένου από την χρήση ναρκωτικών πιθανόν να τον έστρεψαν προς την κατεύθυνση των διαρρήξεων και των κλοπών (χωρίς φυσικά να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά), παράμετρο την οποία δεν παραγνωρίζω. Ταυτόχρονα σημειώνω ότι σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας, ο κατηγορούμενος δεν έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης ούτε φαίνεται να έχει τέτοια πρόθεση. Κατανοητό το πρόβλημα με την χρήση ναρκωτικών αλλά καλό θα ήταν ο κατηγορούμενος να βρει τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος. · Δεν παραγνωρίζω επίσης τα προβλήματα που αντιμετωπίζει αφού πρόκειται για άτομο με οριακή νοητική στέρηση. Επίσης πρόκειται για άτομο με αγχώδεις εκδηλώσεις και κοινωνικές δυσκολίες στα πλαίσια διαταραχής της προσωπικότητας. Η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός κατηγορούμενου όπως αυτή αξιολογείται μέσα από τα περιστατικά που συνθέτουν την διάπραξη ενός αδικήματος είναι ενδεικτική του μεγέθους της υπαιτιότητας του και, κατ' επέκταση, σχετική με την επιμέτρηση της ποινής. Γενικά, άτομα που πάσχουν από διανοητικά προβλήματα ή προβλήματα ψυχικής υγείας δικαιούνται στην επιείκεια του Δικαστηρίου. Η μειωμένη αίσθηση της ευθύνης δεν συνιστά υπεράσπιση. Αποτελεί, όμως, μετριαστικό παράγοντα ένεκα της μειωμένης αντίληψης που έχει ένας κατηγορούμενος να αναλογισθεί τις συνέπειες των πράξεων του (Βλ. Sentencing in Cyprus του Γεώργιου Πική, 2η έκδοση, σελίδες 66-67 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Στην υπόθεση Soteris Antoni Demetriou v. The Republic
(1984)2 CLR 323 λέχθηκε ότι η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός κατηγορούμενου αποτελεί σχετικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αν ο κατηγορούμενος έχει μειωμένη την αίσθηση της ευθύνης για λόγους πέραν του ελέγχου του, τότε, αυτό αποτελεί παράγοντα, ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός της σοβαρότητας του αδικήματος. Στην υπόθεση Andreas Foka Costa v. The Republic
(1966)2 CLR 87 ο εφεσείων καταδικάσθηκε από το Στρατιωτικό Δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 και 6 μηνών για αδικήματα που αφορούσαν παραβίαση του Στρατιωτικού Κώδικα. Κατ' έφεση έγινε επίκληση της ψυχικής υγείας του εφεσείοντα και ζητήθηκε η μείωση της ποινής στην βάση του ότι ο εφεσείων είχε μειωμένη την αίσθηση της ευθύνης. Ενώπιον του Εφετείου παρουσιάσθηκε ιατρικό πιστοποιητικό ειδικού ψυχιάτρου σύμφωνα με το οποίο ο εφεσείων ήταν πρόσωπο ψυχοπαθητικής προσωπικότητας σοβαρού βαθμού. Τέτοια ιατρική μαρτυρία δεν είχε παρουσιασθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου που επέβαλε την ποινή. Κατ' έφεση κρίθηκε ότι εξέλειπε από την επιβληθείσα ποινή το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής σε βαθμό και κατά τρόπο ώστε η ποινή να αρμόζει στις ιδιάζουσες συνθήκες του εφεσείοντα. Το Εφετείο μείωσε την ποινή στην πρώτη κατηγορία σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου στο βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει ως προς την μειωμένη αίσθησης της ευθύνης που μπορούσε να έχει ο Κατηγορούμενος, σε κάθε όμως περίπτωση, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μη επιβολή ποινής φυλάκισης η οποία κρίνω ότι είναι αναπόφευκτη ως μέτρο για την προστασία της κοινωνίας. Άλλωστε και με τα όσα λέχθηκαν, η κατάσταση του κατηγορουμένου δεν είναι τέτοια που οδηγεί σε μη καταλογισμό των πράξεων των οποίων διέπραξε, αλλά όπως και ο συνήγορος του ανέφερε ενδεχομένως να ήταν πιο προσεκτικός προφανώς έχοντας μειωμένη την αίσθηση της ευθύνης. Εκείνο το οποίο επίσης λαμβάνω υπόψη μου στο βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό, είναι και την αναφορά ότι τουλάχιστον για τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, οι παραπονούμενοι δεν έχουν πλέον παράπονο από τον κατηγορούμενο, παρά το ότι η κλαπείσα περιουσία δεν έχει ανευρεθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάστηκε μόνο από τον ένα παραπονούμενο σχετική βεβαίωση (τεκμήριο Β). Αυτό όμως δεν εξουδετερώνει την ποινική πτυχή της εγκληματικής δραστηριότητας του κατηγορούμενου, ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψη το όλο πλαίσιο μέσα στο οποίο διέπραξε τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει σε όλες τις υποθέσεις που έχει εναντίον του αλλά και το γεγονός ότι δεν έχει επιστραφεί οτιδήποτε από τα κλοπιμαία. Επίσης θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω, είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Την ίδια στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Καθοδηγούμενος από την σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες και τα όσα γενικά αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 24 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 24 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη οι ποινικές υποθέσεις με αριθμό 6507/22, 6269/22, 6644/22, 6130/21, 8936/22, 4517/21, όλες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της ποικιλόμορφης παράνομης δράσης του κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Σε περίπτωση αναστολής της ποινής φυλάκισης, κρίνω ότι αυτό δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Νοείται ότι στην έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 22/09/22 στα πλαίσια της 6644/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου . (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο