← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Becky Tendong Tembeck κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3028/23, 3/5/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Becky Tendong Tembeck κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3028/23, 3/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 3028/23 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Becky Tendong Tembeck
  2. Hindolo Musa Hashim
  3. Clovert Kinga Njokem Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 03 Μαΐου 2023 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1,2 και 3 Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ) Οι κατηγορούμενοι με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/04/2023 παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στην Πάφο στις 23/05/
  4. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση αμφότερων των κατηγορουμένων μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε χρόνο για να μελετήσει το μαρτυρικό υλικό πάνω στο οποίο στηρίζει το αίτημα της η Κατηγορούσα Αρχή έτσι ώστε να είναι σε θέση να τοποθετηθεί στο αίτημα της κατηγορούσας Αρχής. Το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό όρισε για συνέχιση της διαδικασίας την υπόθεση την 28/04/
  5. Οι κατηγορούμενοι 1,2 και 3 αντιμετωπίζουν από κοινού σοβαρές κατηγορίες. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν είναι οι ακόλουθες: 1) Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154, όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες, αυτοί συνωμότησαν μεταξύ τους και μαζί με τον Eugene Anjeh από το Καμερούν, να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή το αδίκημα που αναφέρεται στις Κατηγορίες 2 μέχρι 4 (1η Κατηγορία). 2) Παράνομη εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου, κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου 29/
  6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου οι κατηγορούμενοι μαζί με τον Eugene Anjeh από το Καμερούν, εισήγαγαν από τη Γερμανία μέσω του Αερολιμένα Λάρνακας στην Κυπριακή Δημοκρατία, ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α', δηλαδή μεταμφεταμίνη συνολικού βάρους 4 κιλών και 458,7 γραμμαρίων, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας (2η Κατηγορία). 3) Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου 29/77 αναφορικά με την πιο πάνω περιγραφόμενη ποσότητα (3η Κατηγορία). 4) Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου 29/77 αναφορικά με την πιο πάνω περιγραφόμενη ποσότητα (4η Κατηγορία). 5) Ο 3ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την κατηγορία της εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Κεφ. 154 (5η κατηγορία). Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, εδράζεται στον κίνδυνο μη προσέλευσης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στη δίκη. Προς υποστήριξη του λόγου αυτού, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή (Τεκμήριο Α). Είναι η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού σε συνδυασμό με την ανυπαρξία δεσμών των εν λόγω κατηγορουμένων με την Κυπριακή Δημοκρατία, δικαιολογούν το αίτημα κράτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 ευσεβάστως υπέβαλε ότι η μαρτυρία επί της οποίας εδράζεται ο λόγος κράτησης των πελατών του στον κίνδυνο φυγοδικίας, είναι αδύνατη, ιδιαίτερα ως προς τους Κατηγορουμένους 2 και
  7. Ακολούθως ο εν λόγω συνήγορος αναφέρθηκε σε δεσμούς που οι κατηγορούμενοι έχουν με την Κυπριακή Δημοκρατία δίδοντας λεπτομέρειες για το ζήτημα αυτό. Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία που υπάρχει είναι τέτοια που δεν δημιουργεί προσδοκίες για καταδίκη των πελατών του και σε συνδυασμό με τους δεσμούς που αυτοί έχουν με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν καθίσταται επιβεβλημένη η κράτηση αυτών. Όπως υπέδειξε, η παρουσία των Κατηγορουμένων στη δίκη τους εξασφαλίζεται με την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών όρων που εισηγήθηκε στο Δικαστήριο. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους και τη Νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης. Έχω μελετήσει, για σκοπούς του παρόντος αιτήματος, και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου. Ως γνωστό, το ενδεχόμενο κράτησης συναρτάται με οποιονδήποτε από τους τρεις πιο κάτω παράγοντες: (α) την πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη, (β) την πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, (γ) τη δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Όπως λέχθηκε στη Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 σελίδες 133, 134: «Η πιθανότητα μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη είναι ο βασικός παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης τους. Κατά τη στάθμιση του παράγοντα αυτού λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης του στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων και το ύψος της ποινής που προβλέπεται. Όμως ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και το μοναδικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, καθώς και η δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλοι οι παράγοντες, αλλά ένας ή περισσότεροι από αυτούς μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)CLR 50, Michael Apostolou Tsouka v. The Police
(1962)CLR 261). Κάθε παράγοντας θα πρέπει να εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Ακριβώς στην υπόθεση Κλεάνθης Γεωργίου Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 6248, ημερ. 10.1.1997 τονίστηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης των αδικημάτων για τα οποία κάποιος κατηγορείται, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη νομολογία.» Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει ένα αίτημα όπως αυτό της Κατηγορούσας Αρχής, είναι σημαντικό να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος εκτός εάν καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι, προσέγγιση που είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφ' όσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας ενός προσώπου. Ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στην πρόγνωση για το ενδεχόμενο μη προσέλευσης και υπαγωγής του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη (Χριστοδούλου κ.α. v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, Γιωργαλλίδης v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 526). Στη Θεοδωρίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 τονίστηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη. Το ίδιο και στην Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 A.A.Δ. 450, όπου λέχθηκε ότι: «Είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης.» Ομοίως στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 149 όπου το Εφετείο επισήμανε ότι όσο πιο μεγάλη είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και όσο πιο αυστηρή μπορεί να είναι η ποινή τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου στη δίκη. Ωστόσο έχει πλειστάκις τονιστεί από τη νομολογία ότι ο παράγων αυτός δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε να επενεργήσει από μόνος του και αυτομάτως στην κρίση του Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου. Παράλληλα με την εξέταση της πιθανότητας - κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, λαμβάνονται υπ' όψη παράγοντες, στοιχεία και δεδομένα που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και γενικότερα θέματα υγείας ((βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968), Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 444). Στην υπόθεση Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, υποδεικνύεται ότι «. σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησομένη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.» Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Σιδερένος κ.α.,
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τηn σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Εκείνο που εξετάζεται είναι η πιθανότητα να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Ταυτόχρονα σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεχτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί του παραβάτη με την Κύπρο δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (Σάββα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 176/2017 ημερ. 20.09.17, Μαρκίδη και άλλος v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 50/2017 ημερ. 22.03.17, Φλεριανού v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 13/16 ημερ. 03.03.16 και Πολυδώρου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 114/16 ημερ. 07.07.16). Όπως ακόμη τονίστηκε στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 οι επιπτώσεις κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Παράλληλα λαμβάνεται υπ' όψη και ο χρόνος κράτησης υποδίκου, ο οποίος από μόνος του δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα αλλά θα πρέπει να αντιμετωπίζεται στο σύνολο του και ανάλογα να σταθμίζεται ως στοιχείο που θα δικαιολογούσε τυχόν διαφορετική προσέγγιση ως προς περαιτέρω κράτηση του, συνυπολογιζόμενος έτσι μαζί με όλες τις υπόλοιπες σχετικές παραμέτρους και δεδομένα της υπόθεσης (Houssein ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 34, Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Καλλή v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 114/2015 ημερ. 19.06.15 και xxx Shoaib v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 35/2020 ημερ. 14.04.20). Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 είναι σοβαρές ενόψει και των ποινών που προβλέπονται από το Νόμο. Σχετικά με το αδίκημα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή των επτά ετών. Για το αδίκημα της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου (2η κατηγορία) και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, η προβλεπόμενη ποινή είναι διά βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Για το αδίκημα της παράνομης κατοχής, η προβλεπόμενη ποινή είναι 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές (4η κατηγορία). Τέλος σε σχέση με την 5η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων. Σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κριθούν ένοχοι, ιδιαίτερα στις πρώτες τέσσερεις κατηγορίες, οι ποινές που θα τους επιβληθούν, θα είναι αυστηρές και αποτρεπτικής φύσεως υπό την έννοια ότι, κατά κανόνα, επιβάλλονται πολυετείς ποινές φυλάκισης, κάτι εξάλλου που υποδεικνύεται μέσα από τη νομολογία. Όπως διαφαίνεται από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αλλά και από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου η ποσότητα των ναρκωτικών για την οποία κατηγορούνται είναι μεγάλη. Ανέρχεται σε πέραν των τεσσάρων
(4)κιλών ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', δηλαδή μεθαμφεταμίνη. Για αδικήματα αυτής της φύσης και για τέτοιες μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, η Νομολογία μας αναφέρεται σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Στη Θεοδωρίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 τονίστηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη. Το ίδιο και στην Αναστάσιος Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 119/2012, 122/2012, 123/2012 και 124/2012, Απόφαση ημερομηνίας 9.7.2012, στην οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κατηγορία φόνου εκ προμελέτης. Εκεί λέχθηκε ότι «Είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης.» Βεβαίως εδώ οι κατηγορούμενοι δεν αντιμετωπίζουν κατηγορία φόνου εκ προμελέτης. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το εγχείρημα αυτό περιορίζεται σε αντικειμενική πιθανολόγηση και τίποτε περισσότερο. Στο στάδιο αυτό δεν τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων ή οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα (M. Ashkar Ali κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 237-241/2019 και 28 & 29/2020 ημερ. 24.03.20, Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32 και Αργύρη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 195/2020 ημερ. 23.12.20). Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στην Καλλή ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου μόνο για σκοπούς του παρόντος αιτήματος. Θα αναφερθώ σε γενικές γραμμές στο εν λόγω μαρτυρικό υλικό. Υπήρξε πληροφορία από τις Γερμανικές Αρχές ότι με συγκεκριμένη πτήση από την Φρανκφούρτη, θα ερχόταν στην Κύπρο πακέτο μέσα στο οποίο υπήρχε μεταμφεταμίνη και το οποίο θα συνοδευόταν από τελωνειακό λειτουργό των Γερμανικών Αρχών. Το εν λόγω πακέτο κατασχέθηκε από τις τελωνειακές Αρχές του αεροδρομίου της Φρανκφούρτης αφού στάλθηκε εκεί από τη Νότιο Αφρική με παραλήπτη συγκεκριμένο πρόσωπο στην Πάφο, ήτοι κάποιον EUGENE ANJEH. Αφού το εν λόγω πακέτο έφτασε στην Κύπρο, συνοδεία του Γερμανού τελωνειακού λειτουργού, και παραλήφθηκε από τις Κυπριακές Αρχές, έγιναν οι σχετικοί έλεγχοι ως περιγράφονται στο μαρτυρικό υλικό Τεκμήριο Α, όπου διαπιστώθηκε ότι εντός αυτών υπήρχε μεταξύ άλλων ποσότητα μεθαμφεταμίνης πέραν των τεσσάρων
(4)κιλών. Διευθετήθηκε ελεγχόμενη παράδοση με υπό κάλυψη αστυνομικό. Ο υπό κάλυψη αστυνομικός ενήργησε ως υπό κάλυψη οδηγός της εταιρείας ταχυμεταφορών για την παράδοση του πακέτου στον παραλήπτη. Το αναφερόμενο πρόσωπο ως παραλήπτης ήταν κάποιος Anjeh Eugene, με συγκεκριμένο αναγραφόμενο αριθμό τηλεφώνου και διεύθυνση ROOM 103, BLOCK A, [ ], [ ], PAPHOS. Την 18/04/2023 και περί ώρα 11:27 ο υπό κάλυψη αστυνομικός κάλεσε το τηλέφωνο που αναγραφόταν στο πακέτο με αρνητικό αποτέλεσμα. Περί την ώρα 11:34 δέχθηκε πίσω κλήση από το τηλέφωνο που αναγραφόταν στο πακέτο, όπου συνομίλησε με άγνωστη αλλοδαπή γυναίκα η οποία ανέφερε στην αγγλική γλώσσα ότι είναι η παραλήπτης του πακέτου. Επίσης του ανέφερε ότι επιθυμεί η παράδοση να γίνει έξω από συγκεκριμένο κατάστημα «FARM MARKET». Ο υπό κάλυψη αστυνομικός της ανέφερε ότι η παράδοση θα γίνει σε 15 λεπτά στο συγκεκριμένο σημείο. Μετά από 15 λεπτά μετέβηκε στο σημείο που συμφώνησαν και αφού περίμενε για λίγα λεπτά και δεν εμφανίστηκε κανένας, την κάλεσε εκ νέου και του ανέφερε ότι θα έρθει σε λίγα λεπτά. Παρέμεινε εκεί χωρίς να εμφανιστεί και την κάλεσε εκ νέου με το κινητό της τηλέφωνο να είναι απενεργοποιημένο. Αφού αναχώρησε από το μέρος, περί ώρα 13:55 δέχθηκε κλήση από το τηλέφωνο του πακέτου και συνομίλησε με αλλοδαπή κοπέλα η οποία και ζήτησε να της παραδώσει το πακέτο εκεί που είχαν συμφωνήσει την πρώτη φορά. Στις 14:45 ο υπό κάλυψη αστυνομικός στάθμευσε έξω από το κατάστημα «FARM MARKET» που είχαν συμφωνήσει, όπου μετά από πάροδο δυο λεπτών περίπου είδε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRA211 να προσεγγίζει και να σταματά στο πίσω μέρος του οχήματος που επέβαινε ο υπό κάλυψη αστυνομικός. Στο εν λόγω όχημα επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και στο πίσω μέρος του η κατηγορούμενη
  1. Η κατηγορούμενη 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και προσέγγισε τον υπό κάλυψη αστυνομικό αναφέροντας του ότι είναι η παραλήπτρια του πακέτου και το οποίο της το παρέδωσε. Αφού ο υπό κάλυψη αστυνομικός της αποκάλυψε την ιδιότητα του και τους λόγους της εκεί παρουσίας του και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο απάντησε «I ordered shoes and clothes from Dubai» . Ακολούθως συνελήφθηκε χωρίς να πει οτιδήποτε. Μετά από έρευνα που έγινε στην κατοικία της κατηγορούμενης 1, στην οδό [ ] αρ. 3, περιοχή Universal, Πάφος εντοπίστηκαν διάφορα έγγραφα στα οποία αναγράφεται το όνομα του EUGENE ANJEH (όνομα το οποίο αναγραφόταν στο πακέτο ως παραλήπτης) και για τον οποίο, σύμφωνα με την κατάθεση του Αστ.495 , του ανέφερε «He was my boyfriend». Στις καταθέσεις της η κατηγορούμενη 1, δεν απάντησε ουσιαστικά στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, αναφέροντας ότι της είπε η δικηγόρος της να μην πει τίποτα και ότι δεν επιθυμεί να πει οτιδήποτε, όπως ήταν άλλωστε και δικαίωμα της. Επίσης σύμφωνα με το ημερολόγιο ενεργείας της ΥΚΑΝ Πάφου ημερομηνίας 18/04/2023, και σε προφορική ανάκριση που έτυχε η κατηγορούμενη 1, ανέφερε ότι ο παραλήπτης του δέματος είναι ο φίλος της EUGENE ANJEH από το Καμερούν και ότι τόσο η διεύθυνση που αναγράφεται στο δέμα όσο και ο αριθμός τηλεφώνου ανήκουν στην ίδια. Ο λόγος όπως ανέφερε για τον οποίο στο πιο πάνω δέμα αναγράφεται η συγκεκριμένη διεύθυνση και ο αριθμός της είναι επειδή ο φίλος της EUGENE ANJEH, δεν έχει σταθερή διεύθυνση διαμονής και κυπριακό αριθμό τηλεφώνου και γι' αυτό χρησιμοποίησε τη δική της διεύθυνση και τον δικό της αριθμό. Ανέφερε επίσης ότι ο EUGENE ANJEH, επικοινώνησε μαζί της και της ζήτησε όπως παραλάβει αυτή το πακέτο του. Τέλος σύμφωνα με την μαρτυρία της Petrova Pavlina (E-12) η κατηγορούμενη 1 και ο EUGENE ANJEH ενοικίαζαν από την ίδια από το Φεβρουάριο του 2021 μέχρι τον Αύγουστο του 2021 με άλλα άτομα διαμέρισμα στην οδό [ ] στην Πάφο και ήταν ζευγάρι. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3, πέραν από το γεγονός ότι βρέθηκαν στο ίδιο αυτοκίνητο με την κατηγορούμενη 1, προέβαλαν κάποιους ισχυρισμούς ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό έγινε. Ο 2ος κατηγορούμενος συγκεκριμένα αναφέρει στην κατάθεση του ότι ενώ βρισκόταν σε στάση του λεωφορείου για να πάει στην περιοχή του κόλπου των Κοραλλίων για να βρει δουλειά, είδε την κατηγορούμενη 1 στο σημείο την οποία εξηγεί από που γνωρίζει. Είπε τότε στην κατηγορούμενη 1, εάν μπορούσε να τηλεφωνήσει σε ένα φίλο της ο οποίος έχει αυτοκίνητο και πολλές φορές τους μεταφέρει κάπου έναντι χαμηλής αμοιβής σε σχέση με τα ταξί για να τον πάρει στην περιοχή του κόλπου των Κοραλλίων. Το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν ο κατηγορούμενος 3 . Ο κατηγορούμενος 2, αφού έφτασε στο σημείο ο κατηγορούμενος 3, μπήκε στη θέση του συνοδηγού και η κατηγορούμενη 1 έκατσε στα πίσω καθίσματα. Τότε ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι θα κατέβαζε πρώτα την κατηγορούμενη 1 και μετά θα τον έπαιρνε στον προορισμό του. Ο κατηγορούμενος 3, στην κατάθεση του αναφέρει ότι τον πήρε τηλέφωνο η κατηγορούμενη 1, την οποία γνωρίζει από το 2020 αλλά όχι από τον αριθμό του τηλεφώνου της τον οποίο γνωρίζει, και τον ρώτησε αν μπορεί να την μεταφέρει στο κατάστημα FARM MARKET. Αφού την παρέλαβε, η κατηγορούμενη 1, ήταν με ακόμα ένα άντρα και τους πήγε στο συγκεκριμένο χώρο. Η κατηγορούμενη 1 του είπε να σταματήσει πίσω από ένα βαν αυτοκίνητο το οποίο του είπε ότι ήταν το αυτοκίνητο που περίμενε. Εξηγεί ότι ο λόγος που αντέδρασε στους αστυνομικούς που τον πλησίασαν ήταν διότι δεν κατάλαβε ότι ήταν αστυνομία. Οι τρεις κατηγορούμενοι είναι πρόσωπα τα οποία είναι Αιτητές για απόκτηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και βρίσκονται νόμιμα στη Δημοκρατία. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχουν παραπεμφθεί οι Κατηγορούμενοι σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως αυτό παρουσιάζεται στο Τεκμήριο Α. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής ως πιο πάνω συνοπτικά εκτέθηκε, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο καταδίκης της Κατηγορουμένης 1 στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Προς την πιο πάνω κατάληξή μου λαμβάνω υπόψη μου ότι στο πακέτο το οποίο θα γινόταν η παράδοση αναγραφόταν ο αριθμός τηλεφώνου της και η διεύθυνση της ως η ίδια ανέφερε στην Αστ.
  2. Η ίδια διευθέτησε με τον υπό κάλυψη αστυνομικό μέσω του συγκεκριμένου αριθμού τηλεφώνου ο οποίος αναφέρεται ως δικός της, να παραλάβει το συγκεκριμένο πακέτο στο οποίο υπό κανονικές συνθήκες θα υπήρχε η ποσότητα της μεθαμφεταμίνης συνολικού βάρους πέραν των 4 κιλών και αφού του ανέφερε ότι είναι η παραλήπτης του πακέτου. Σε σχέση με το πρόσωπο το οποίο αναγράφεται ως ο παραλήπτης στο πακέτο, ήτοι κάποιος EUGENE ANJEH, φαίνεται ότι δεν της είναι άγνωστο πρόσωπο, αλλά είναι φίλος της. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι το μαρτυρικό υλικό που έχουν στα χέρια τους οι αστυνομικές αρχές και τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το οποίο και το μελέτησε στην όψη του, είναι αρκετό προς ενίσχυση της πιθανολόγησης για καταδίκη της κατηγορουμένης
  3. Ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου.» Σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το μαρτυρικό υλικό στα στάδιο αυτό και κατά πόσο αυτό είναι τέτοιο που να ικανοποιεί την προϋπόθεση της πιθανότητας καταδίκης, παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την Χριστόδουλος Νικήτα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 A.A.Δ. 54: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις . Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος Ως εκ τούτου, χωρίς να αγνοώ τις απόψεις της υπεράσπισης (Ευαγγέλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 108/19 και 109/19, απόφαση ημερομηνίας 02.10.2019), βρίσκω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης της κατηγορουμένης 1 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση της. Δεν μου διαφεύγουν οι τοποθετήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης με τις οποίες υπέδειξε κατά την γνώμη του κενά και αδυναμίες στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και προβληματισμούς τους οποίους έθεσε, πλην όμως άπτονται της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, η οποία διεξάγεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο αυτό. Εξετάζοντας τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορουμένης 1 και γενικότερα τους δεσμούς της με την Κυπριακή Δημοκρατία, παρατηρώ τα εξής: (α) Κατάγεται από τη Καμερούν. (β) Εισήλθε εντός της Δημοκρατίας σε άγνωστο χρόνο από μη ελεγχόμενο σημείο εισόδου και στις 04/07/2019 υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου αίτημα για απόκτηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας το οποίο ακόμα βρίσκεται υπό καθεστώς εξέτασης και ως εκ τούτου διαμένει νόμιμα εντός της Δημοκρατίας. (γ) Διατηρεί σχέση με πρόσωπο αφρικανική καταγωγής ο οποίος την στηρίζει οικονομικά και είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου 16 μηνών. Ο πατέρας του παιδιού δεν ζει μαζί τους και τους έχει εγκαταλείψει. (δ) Τον τελευταίο καιρό δεν εργάζεται. Τα πιο πάνω στοιχεία δεν συνιστούν ισχυρές σχέσεις της Κατηγορούμενης 1 με την Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να θεωρείται απομακρυσμένο το ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής της είτε στο εξωτερικό είτε σε περιοχές μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Στην υπόθεση Mingxia Hua v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 152 η εφεσείουσα είχε αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, ο κύπριος σύζυγος της είχε υιοθετήσει τη θυγατέρα της που φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στην Λευκωσία και είχε αποκτήσει και αυτή κυπριακή υπηκοότητα, η ίδια διέμενε στην Κύπρο δέκα χρόνια και ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας εγγεγραμμένης στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην όμως αυτά δεν θεωρήθηκαν ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο ώστε να εξουδετερώσουν κάθε σκέψη της για διαφυγή στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κράτηση της από το πρωτόδικο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω στη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΧΧΧ SHOAIB v ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποιν. Έφεση 35/2020,14.4.20 ενώ η εισήγηση των συνηγόρων του Εφεσείοντα κινήθηκε γύρω από τη θέση ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας καθότι ο εφεσείων, ως αιτητής ασύλου, ως πρόσωπο δηλαδή το οποίο αιτείται προστασίας, με διαμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να εγκαταλείψει τη χώρα, το Εφετείο απέρριψε την εισήγηση αυτή και αποφάσισε ότι το επιχείρημα αυτό στερείται ερείσματος, όπως ορθά σημείωσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά σε σχετική νομολογία, πρόσφατη, την LIBANOUS ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B301, Ποιν. Έφ. Αρ. 72/2019, ημερομηνίας 11/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:B301, αναφέροντας επίσης ότι το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος είναι αιτητής πολιτικού ασύλου δεν αναιρεί τον κίνδυνο διαφυγής του. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο εφεσείων δεν έχει οποιοδήποτε δεσμό με την Κυπριακή Δημοκρατία, στοιχείο το οποίο επίσης προσθέτει στον κίνδυνο διαφυγής, λαμβάνοντας υπόψη και τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται. Συνεπώς, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι είχε αποδειχθεί κίνδυνος φυγοδικίας, δεν μπορούσε να ανατραπεί. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω δεδομένα επενεργούν θετικά στην σκέψη της κατηγορουμένης 1 για φυγοδικία από μέρους της και κατ' επέκταση εύλογα αυξάνουν το κίνητρο της για φυγοδικία από μέρους της. Στην Δράκος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 449, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες που αφορούσαν σε απαγωγή και βιασμό ανήλικης. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση αφού έλαβε υπόψη του ότι «Η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο, απόπειρας διαφυγής του εφεσείοντος, προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει». Ακόμη όμως και να θεωρείτο ότι η κατηγορούμενη 1 διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο, δεν βρίσκω ότι αυτά τα δεδομένα αλλά και οι συνέπειες που θα έχει η κράτησή της μέχρι την ημερομηνία της δίκης της, είναι τόσο εξαιρετικά ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση ημερομηνίας 16.7.2019, Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 81/19 - 83/19, «Με μόνη την προσθήκη ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στις επισημάνσεις που έγιναν στις Φλεριανού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B136, Ποιν. Εφ. 13/2016 ημερ. 3.3.2016, ECLI:CY:AD:2016:B136 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D154, Ποιν. Εφ. 14/2016 ημερ. 7.7.2016, ECLI:CY:AD:2016:D154.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.α.
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορούμενου εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν την σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κράτηση της κατηγορουμένης 1 μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης της για τον λόγο που υποστηρίχτηκε επιτυγχάνει. Από την άλλη, όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 3 κρίνω ότι τόσο από τις καταθέσεις που έδωσαν αλλά και από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως πιο πάνω συνοπτικά αναλύεται, δεν αποκαλύπτεται επαρκώς η σύνδεση τους με τις ποσότητες που φαίνεται να εισήχθηκαν στην Δημοκρατία ως περιγράφεται στο μαρτυρικό υλικό, ούτε με τις υπόλοιπες κατηγορίες που κατηγορούνται από κοινού με την κατηγορούμενη
  1. Δεν εντοπίζω στο μαρτυρικό υλικό, να υπάρχει οτιδήποτε που να φανερώνει ότι είχαν σχέση και γνώση για τις ισχυριζόμενες πράξεις της κατηγορουμένης 1 σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το γεγονός ότι βρέθηκαν μαζί της μέσα στο συγκεκριμένο όχημα, πριν παραλάβει το συγκεκριμένο πακέτο από τον υπό κάλυψη αστυνομικό, κρίνω ότι δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για να πιθανολογηθεί η σύνδεση των Κατηγορουμένων 2 και 3 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν από κοινού με την κατηγορούμενη
  2. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης με βάση το προεκτεθέν μαρτυρικό υλικό όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 3 σε σχέση με τις κατηγορίες 1 έως
  3. Για το αδίκημα της κατηγορίας 5 λαμβάνοντας υπόψη το μαρτυρικό υλικό, κρίνω ότι είναι ευλόγως ορατή η πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορούμενου 3 σε σχέση με αυτό. Σε σχέση όμως με τον αντικειμενικό παράγοντα που άπτεται της σοβαρότητας του αδικήματος της κατηγορίας 5, χωρίς φυσικά να το υποτιμώ, εν τούτοις θεωρώ ότι αυτό είναι ήσσονος σημασίας, υπό την έννοια ότι δεν ενδέχεται να επισύρει, σε περίπτωση καταδίκης, τόσο μεγάλου μεγέθους ποινή που να δημιουργεί στην σκέψη του Κατηγορούμενου 3 την επιθυμία να φυγοδικήσει. Επομένως, στην περίπτωση των κατηγορουμένων 2 και 3 κρίνω ότι δεν πληρούνται όλοι οι αντικειμενικοί παράγοντες για την πιθανολόγηση του κινδύνου φυγοδικίας. Σε κάθε περίπτωση και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, εφόσον και αν πληρούνταν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που επιτάσσει η νομολογία, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν έχουν τέτοιες προσωπικές περιστάσεις ή συνδέονται σε τέτοιο βαθμό με την Δημοκρατία έτσι ώστε να μπορούσαν να αφεθούν ελεύθεροι εφόσον και αν πληρούνταν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις. Πρόκειται για πρόσωπα τα οποία με βάση τα δεδομένα που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, έχουν καταγωγή την Σιέρα Λεόνε και το Καμερούν, εισήλθαν στη Δημοκρατία από μη ελεγχόμενα σημεία εισόδου και είναι αιτητές καθεστώτος διεθνούς προστασίας, χωρίς μόνιμη εργασία και χωρίς να προκύπτει ότι βρίσκονται στην Κύπρο με τις οικογένειες τους. Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές ως προς τις υποκειμενικές περιστάσεις που αναλύονται ανωτέρω, κρίνω ότι οι δεσμοί τους με την Δημοκρατία δεν είναι ισχυροί. Στη βάση των ανωτέρω, διατάσσω την κράτηση της κατηγορούμενης 1 μέχρι την δίκη της ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου στις 23/5/
  4. Όσον αφορά την εξασφάλιση της παρουσίας των Κατηγορούμενων 2 και 3 κατά την εν λόγω δικάσιμο και έχοντας κατά νου τις εισηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης και τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Νικολαίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 73/22, ημερ. 15.4.2022), επιβάλλονται οι ακόλουθοι όροι: Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 να αφεθούν ελεύθεροι υπό τους κάτωθι όρους: (α) Να υπογράψουν εγγύηση ύψους €20.000- έκαστος. (β) Να παραδώσουν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα στις Αστυνομικές Αρχές. (γ) Να τοποθετηθούν τα ονόματα τους στον Κατάλογο Προσώπων των οποίων η έξοδος από την Κυπριακή Δημοκρατία απαγορεύεται (Stop List). (δ) Να παρουσιάζεται έκαστος καθημερινά δυο φορές την ημέρα, μεταξύ των ωρών 07:00 - 10:00 και 19:00 - 22:00 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. (ε) Να καταθέσουν στο Δικαστήριο σε μετρητά το ποσό των €1000= έκαστος. (ζ) Απαγορεύεται η διέλευση τους από τα οδοφράγματα σε μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. (Υπ.) ........................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.