Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ILIAS TSAMOURLIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 6490/18, 31/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6490/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον ILIAS TSAMOURLIDIS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή Για Κατηγορούμενο: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος : Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 (Κατηγορία 1) και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 και του άρθρου 20 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (Κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 03/08/2016 συνωμότησε με άλλο πρόσωπο για να διαπράξουν το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, ήτοι ότι προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον MOHAMMED M. HANTASH από την Παλαιστίνη (στο εξής ο 'παραπονούμενος'). Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τέσσερις
(4)μάρτυρες. ΜΚ1 ήταν η Αστ. 3025 Έλενα Παρπέρη η οποία ήταν η εξεταστής της υπόθεσης αυτής. Μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί η γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 21/12/2017 που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1, όπως και η κατάθεση της ημερομηνίας 04/10/2018 που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε τις ακτινογραφίες που αφορούν τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω ως Τεκμήριο 4 και 5, κατέθεσε τις δυο καταθέσεις του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 03/10/2018 τις οποίες είχε στην κατοχή της. Σε αυτές ο κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν παραδέχεται τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων, αναφορικά με εξετάσεις τις οποίες είχε κάνει ο παραπονούμενος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπως επίσης και το ένταλμα σύλληψης του Κατηγορούμενου ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε έγγραφο με τίτλο «Γραπτή Συγκατάθεση σε σχέση με αναγνωριστική παράταξη προσώπων» και ως Τεκμήριο 9,10,11, 12 και 13 αντίστοιχα ημερολόγια ενεργείας. Στις καταθέσεις της αναφέρει ως εξετάστρια τις ενέργειες τις οποίες έκανε για διερεύνηση της υπόθεσης. Δεν έτυχε της όποιας αντεξέτασης από το συνήγορο υπεράσπισης. ΜΚ2, ήταν ο Λοχίας 2495, Α. Τσαππής ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου. Υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 την κατάθεση του στην οποία αναφέρει ότι στις 03/08/2016 , μετέβη στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου όπου υπήρχε τραυματισμένο ένα πρόσωπο το οποίο αφού εξετάστηκε, έφερε κάταγμα κάτω γνάθου. Από τις εξετάσεις , διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος ΜΚ4 ήταν τραυματισμένος και ο οποίος του ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Κάτω Πάφο, κτυπήθηκε από άγνωστα του πρόσωπα. Στις 08/08/16 και αφού ο ΜΚ4 πήρε εξιτήριο από το Νοσοκομείο, έλαβε από τον ΜΚ4 γραπτή κατάθεση. Μεταξύ άλλων ο ΜΚ4 ανέφερε στον ΜΚ2 ότι ενημερώθηκε από φιλικό του πρόσωπο το οποίο του επέδειξε και φωτογραφία ότι από τις εξετάσεις που έκανε το συγκεκριμένο πρόσωπο, έμαθε ότι αυτός ο οποίος τον κτύπησε ονομάζεται Elias Tsamourlides και εργάζεται σε συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Κάτω Πάφο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ρώτησε τον παραπονούμενο ΜΚ4 τι είδους εξετάσεις είχε κάνει. ΜΚ3, ήταν ο Αστ. 3402 Π. Πολυδώρου ο οποίος επίσης υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου. Υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο 15 στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 03/10/18 και ώρα 2040 στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου πληροφόρησε τον παραπονούμενο ΜΚ4 ότι θα δει ένα πρόσωπο το οποίο πιθανόν να ενέχεται ή όχι στην παρούσα υπόθεση. O παραπονούμενος ΜΚ4, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον κτύπησε στις 03/08/2016 στην Πάφο. Αναγνώρισε το τεκμήριο 9 ως το ημερολόγιο ενεργείας που ετοίμασε ο ίδιος . Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε ότι ήταν παρών όταν ο ΜΚ4 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον κτύπησε. Ανέφερε ότι πριν αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο ο παραπονούμενος, του είχε πει ότι πιθανόν να δει ένα άτομο, το οποίο πιθανόν να είναι ή όχι ο ύποπτος . Παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε ότι ο παραπονούμενος στην κατάθεση του ανέφερε ότι τον κτύπησε αρχικά ένα άγνωστο άτομο και μετά δεύτερο άγνωστο άτομο, ούτε ότι γνώριζε ότι κάποιο φιλικό πρόσωπο του παραπονούμενου του είπε ότι είναι ο κατηγορούμενος που τον κτύπησε. ΜΚ4, ήταν ο παραπονούμενος M. Hantash ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο
- Συνοπτικά σε αυτή αναφέρει ότι την 03/08/2016 και περί ώρα 0100, έφυγε μόνος από το σπίτι του και οδηγώντας το αυτοκίνητο του μετέβηκε στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Κ. Πάφο για φαγητό. Στάθμευσε το αυτοκίνητο του στον χώρο στάθμευσης και πήγε σε συγκεκριμένο χώρο εστίασης για φαγητό. Εκεί έμεινε για περίπου μισή ώρα. Την ίδια ημέρα 03/08/16 και περί ώρα 0130 έφυγε από το πιο πάνω μαγαζί μόνος του και πεζός και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του για να μεταβεί σπίτι του. Καθοδόν προς το αυτοκίνητο του και δέκα μέτρα από αυτό πρόσεξε μπροστά του ένα άντρα που συνοδευόταν από μια γυναίκα οι οποίοι κατευθύνονταν και αυτοί προς το χώρο στάθμευσης. Τότε ο πιο πάνω άνδρας γύρισε προς τα πίσω και απευθυνόμενος προς τον παραπονούμενο το ρώτησε γιατί τον παρακολουθά. Τότε ο παραπονούμενος του απάντησε στα ελληνικά, «δεν σε παρακολουθώ, εγώ πάω στο αυτοκίνητο μου και δεν έχω μαζί σου οποιοδήποτε πρόβλημα». Μετά ο πιο πάνω άνδρας χωρίς να του πει ο ΜΚ4 οτιδήποτε άλλο και χωρίς οποιοδήποτε λόγο του έδωσε δυο γροθιές στο πρόσωπο. Μετά ήλθαν ακόμη δυο άλλα πρόσωπα που πρώτη φορά τους έβλεπε και τον κτύπησαν και αυτοί με τα χέρια του στο πρόσωπο του και σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος του. Ακολούθως πήρε το αυτοκίνητο του και πήγε στο σπίτι του. Λόγω του ότι αιμοραγούσε το στόμα του, μετάβηκε με το αυτοκίνητο του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Αφού τον εξέτασαν του είπαν ότι έχει κάταγμα στις σιαγόνες του και αφού του έγινε συρραφή στα χείλη, του είπαν να παραμείνει για νοσηλεία στο Νοσοκομείο. Στις 04/08/16 με ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Περαιτέρω αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 03/08/16 και περί ώρα 0400, τηλεφώνησε στο φίλο του Γουατζντι Χανίγια από την Παλαιστίνη και του είπε ότι βρισκόταν στο Νοσοκομείο, επειδή τον κτύπησαν Πόντιοι όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Την ίδια ημέρα ο πιο πάνω φίλος του ήλθε στο Νοσοκομείο και τον είδε και του είπε τι συνέβηκε και του ζήτησε να τον βοηθήσει στον εντοπισμό των προσώπων που τον κτύπησαν. Αφού έμεινε για λίγο ο φίλος του, έφυγε και την ίδια ημέρα κατά τις πρωινές ώρες ήρθε ο ίδιος και πάλι στο νοσοκομείο και του έδειξε στο κινητό του τηλέφωνο μέσω facebook ένα πρόσωπο που του είπε ότι είναι DJ συγκεκριμένου κέντρου διασκέδασης και κατάλαβε ότι ήταν αυτός που τον κτύπησε. Το 1ο πρόσωπο που τον κτύπησε, όπως έμαθε ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι κανονικής σωματικής διάπλασης, μελαχρινός, ύψους 1,80 , με κόντα μαλλιά προς καστανό χρώμα. Τα άλλα δυο πρόσωπα που τον κτύπησαν δεν μπορούσε να περιγράψει τα χαρακτηριστικά τους. Στην κατάθεση του ημερομηνίας 03/10/18, Τεκμήριο 17 την οποία υιοθέτησε, αναφέρεται ότι είδε και αναγνώρισε στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου το πρόσωπο που τον κτύπησε στις 03/08/
- Επίσης ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι μετά το επεισόδιο επισκέφθηκε το Νοσοκομείο αφού όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «ήταν ανοικτό το πρόσωπο του στα αριστερά, αριστερό πιγούνι». Αναγνώρισε τις ακτινογραφίες Τεκμήριο 3, ως τις ακτινογραφίες τις οποίες είχε δώσει στην Αστυνομία. Αναγνώρισε επίσης τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον κτύπησε. Ο κατηγορούμενος όπως ανέφερε ήταν το πρόσωπο το οποίο τον κτύπησε στο αριστερό του μάγουλο με γροθιές. Όσον αφορά τα άλλα δυο πρόσωπα που τον κτύπησαν, ανέφερε ότι αυτά δεν του έκαναν πολλή ζημιά και ότι τη ζημιά του την έκανε ο κατηγορούμενος. Τα χτυπήματα όπως ανέφερε που δέχθηκε από τα άλλα δυο πρόσωπα, ήταν χτυπήματα ελαφριά, μακριά από το πρόσωπο του, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι έβαζε τα χέρια του για να προστατεύσει το πρόσωπο του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι πήγε το βράδυ στις 1200 για να φάει σάντουιτς και έμεινε στο σημείο περί την μισή με μια ώρα. Πήγαινε όπως αναφέρει στο αυτοκίνητο του για να διασταυρώσει και ο κατηγορούμενος ερχόταν. Περιγράφοντας τον κατηγορούμενο, πως ήταν ο άνθρωπος που τον κτύπησε, ανέφερε ότι «φορούσε παντελόνι short, είχε λλίο μαλλί μακρύ ....». Υποστήριξε επίσης ότι δέχθηκε δυο κτυπήματα στο αριστερό μάγουλο μόνο και σκίστηκε το αριστερό του μάγουλο και τον έραψαν. Σε υπόδειξη ότι στην κατάθεση του αναφέρει ότι κτυπήθηκε και του έραψαν τα χείλη του, απάντησε ότι αφού τον έραψαν, τον έκαναν μια επέμβαση στο κόκκαλο το οποίο έσπασε από μέσα και του έκαναν ραφές. Ανέφερε επίσης ότι τα χείλη του τα έραψαν στην Λευκωσία. Στη συνέχεια επανέλαβε ότι από το πρώτο πρόσωπο που δέχθηκε τις δυο γροθιές αυτές ήταν και οι δυο στο πρόσωπο. Όταν τον πλησίασαν και οι άλλοι δυο ανέφερε ότι προστάτευσε το πρόσωπο του και τα κτυπήματα τους δεν ήρθα απευθείας στο πρόσωπο του. Στη συνέχεια ανέφερε ότι από το ένα πρόσωπο δέχθηκε ένα χαστούκι στο πρόσωπο στα δεξιά και ο άλλος τον κτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος του, επιμένοντας ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που του έκανε την περισσότερη ζημιά, αφού από εκείνη την στιγμή έμεινε ανοικτό το πρόσωπο του και γέμισε αίματα. Ο λόγος που δεν αναφέρει τα πιο πάνω στην κατάθεση του σύμφωνα με τον ίδιο είναι διότι ήταν καινούργια η πληγή και δεν μπορούσε να ανοίξει το στόμα του. Σε ερώτηση κατά πόσο του είπε οτιδήποτε το άτομο που τον κτύπησε, απάντησε, «άρχισε να μου φωνάζει, και του είπα τι έχεις , δεν έχεις κάτι μαζί μου» και μου έλεγε «Φύε από εδώ» και του έλεγα «ο δρόμος δεν είναι δικός σου» και ήθελα να αποφεύγω τα προβλήματα και δεν έφυγα απ' εκεί, όμως απόφευγα να γίνει οποιοδήποτε συμβάν» Σε περαιτέρω ερώτηση για το πότε είδε πρώτη φορά τον άνθρωπο και είπε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο, απάντησε ότι έχει τις φωτογραφίες του μέσω του Facebook. Σε περαιτέρω ερώτηση, κατά πόσο μπήκε ο ίδιος στο Facebook και βρήκε τις φωτογραφίες, απάντησε καταφατικά για να βοηθήσει όπως είπε το Κράτος να τον εντοπίσει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι αυτό έγινε με τη βοήθεια φίλων, όμως στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι αυτός τον βρήκε πρώτος. Ακολούθως ανέφερε ότι ο φίλος του, του τον έδειξε πρώτος και ο ΜΚ4 επιβεβαίωσε ότι είναι αυτός. Επανεξεταζόμενος, και σε σχετική ερώτηση κατά πόσο η συρραφή που αναφέρει στην κατάθεση του έγινε στο Νοσοκομείο Πάφου ή Λευκωσίας, απάντησε ότι το στόμα του ράφτηκε στην Λευκωσία. Επίσης σε δεύτερη ερώτηση ανέφερε ότι η συρραφή έγινε στα δόντια . Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 6 το οποίο ουσιαστικά αποτελεί δέσμη εγγράφων με εξετάσεις που έκανε ο παραπονούμενος ΜΚ4 την 03/08/2016, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, στο οποίο αναφέρεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο φέρει θλαστικό τραύμα στη δεξιά γωνία του στόματος και παρατηρείται κάταγμα κάτω γνάθου, κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Επίσης το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο 18, το οποίο είναι η κατάθεση του Δρ. Παντέλα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, και στο οποίο αναφέρεται ότι μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό του ΜΚ4 , διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων κάταγμα κάτω γνάθου. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος , μετά που αυτός κλήθηκε σε απολογία με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε επίσης οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Τελικές Αγορεύσεις: Όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Κατηγορούσα αρχή και Υπεράσπιση εξέφρασαν διαφορετικές εισηγήσεις. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των πρωταγωνιστών του επιδίκου επεισοδίου υπό το φως βέβαια των μαρτυριών των υπολοίπων ατόμων που είτε άμεσα είτε έμμεσα εμπλέκονται στο εν λόγω περιστατικό, πάντοτε σε συνάρτηση με την ιατρική μαρτυρία. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικήματος πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439) αλλά και γενικότερα επιθέσεων μέσα από τις οποίες προκαλούνται σωματικές βλάβες στο θύμα. Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την ιατρική μαρτυρία η οποία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Oι M.K.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κρίνω ότι ήρθαν στο Δικαστήριο να αναφέρουν τις ενέργειες που οι ίδιοι έκαναν στην παρούσα υπόθεση ως περιγράφονται ανωτέρω στην παράθεση της μαρτυρίας τους. Οι εν λόγω ενέργειες τους δεν έτυχαν αμφισβήτησης, δεν έχω διακρίνει οτιδήποτε το μεμπτό σε αυτές, γι αυτό τις αποδέχομαι. Σημειώνω ότι όσο αφορά όσα τους ανέφερε ο βασικός και κύριος μάρτυρας της υπόθεσης ΜΚ4, αξιολογούνται κατωτέρω. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο παραπονούμενος και ο βασικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή για να υποστηρίξει την υπόθεση της. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Κρίνω ότι είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του και να εξάγει ασφαλή ευρήματα γεγονότων αφού δεν με έπεισε για την αλήθεια των όσων ανέφερε. Ειδικότερα, θεωρώ ανασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του και να καταλήξω ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ο κατηγορούμενος του προκάλεσε τα όσα του καταλογίζονται. Αναφύεται από τη μαρτυρία του και ειδικότερα από την αντεξέταση του, πάντα σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση, να δημιουργούνται αμφιβολίες στο τί πραγματικά συνέβηκε, από ποιον τελικά προήλθαν τα τραύματα του και τί ακριβώς έλαβε χώρα. Σε κάθε περίπτωση, έχω διαπιστώσει ότι ήταν εμφανής η επιθυμία του να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος. Μάλιστα σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι είναι εξαιτίας του κατηγορούμενου που καταστράφηκε η ζωή του, χωρίς όμως όπως διαφάνηκε να μπορεί να τεκμηριώσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει αδυναμίες και αντιφάσεις στη μαρτυρία του καθώς επίσης και ισχυρισμούς του που στερούνται λογικής και στους οποίους θα αναφερθώ κατωτέρω. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο παραπονούμενος υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς ένεκα κάποιου επεισοδίου που έγινε, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο προκάλεσε τους εν λόγω τραυματισμούς. Κατ' αρχή από την περαιτέρω κυρίως εξέταση και αντεξέταση του φάνηκε να μην μπορεί να υποστηρίξει τα όσα ισχυρίστηκε στην κατάθεση του ότι έλαβαν χώρα το συγκεκριμένο βράδυ , στο τί ακριβώς του λέχθηκε και έγινε μεταξύ του και των προσώπων που τον κτύπησαν. Επίσης αντίφαση μεταξύ άλλων προκύπτει και ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελικώς ως η θέση του αναγνώρισε ότι ο Κατηγορούμενος τον κτύπησε. Ξεκινώντας από τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του σημειώνω ότι οι αναφορές του στο πρόσωπο που τον κτύπησε πρώτο με δυο γροθιές στο πρόσωπο, δεν συνοδεύονται από τα όσα ανέφερε τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του, ότι ουσιαστικά μετά το κτύπημα από το πρόσωπο αυτό προκλήθηκε η μεγαλύτερη ζημιά σε αυτόν. Ουδέν σχετικό ανέφερε στην κατάθεση του την οποία έδωσε λίγες μέρες μετά το επίδικο περιστατικό, ενώ αντεξεταζόμενος 7 περίπου χρόνια μετά υποστήριξε ότι οι ζημιές που έπαθε προήλθαν από το πρώτο πρόσωπο που τον κτύπησε, την ίδια στιγμή που στην κατάθεση του αναφέρει ότι ακόμα δυο πρόσωπα τον κτύπησαν σε άμεσο ουσιαστικά χρόνο επίσης στο πρόσωπο και σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος σύμφωνα με την κατάθεση του. Παρατηρώ όμως, ότι τόσο στην Κυρίως εξέταση του όσο και αντεξεταζόμενος, προσπάθησε να διαφοροποιήσει τα κτυπήματα που δέχθηκε από το δεύτερο και τρίτο πρόσωπο που ενεπλάκησαν στο περιστατικό, δηλώνοντας στην κυρίως εξέταση του ότι δέχθηκε ελαφριά κτυπήματα από τα πρόσωπα αυτά και μάλιστα λίγο μακριά από το πρόσωπο του, σε αντίθεση με την ξεκάθαρη αναφορά του στην κατάθεση του ότι και αυτά τα άτομα τον κτύπησαν επίσης στο πρόσωπο. Σε περαιτέρω ερώτηση που δέχθηκε κατά την κυρίως εξέταση του εάν τα κτυπήματα που δέχθηκε ήταν ουσιαστικά στο πρόσωπο του (προφανώς λόγω της σχετικής αναφοράς του στην κατάθεση του), πρόβαλε τον νέο ισχυρισμό ότι έβαλε τα χέρια του για να προστατεύσει το πρόσωπο του, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι την περισσότερη ζημιά του την έκανε ο κατηγορούμενος. Με όλο το σεβασμό προς τον μάρτυρα, κάτι τέτοιο δεν έχει αναφερθεί στην κατάθεση του η οποία λήφθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά το επίδικο περιστατικό και κανένας διαχωρισμός δεν αναφέρεται στην κατάθεση του ως προς το ποιος τελικά του προκάλεσε τις επίδικες ζημιές, είτε το πρώτο άτομο που τον κτύπησε, είτε τα δυο που αμέσως ακολούθησαν. Επίσης διαπιστώνω με τα όσα ανέφερε, μια προσπάθεια να πείσει, ανεπιτυχώς βέβαια το Δικαστήριο, ότι στο πρόσωπο (που όπως φαίνεται εκεί έχει υποστεί ζημιές) δέχθηκε κτυπήματα μόνο από το πρώτο πρόσωπο που τον κτύπησε αποφεύγοντας να τοποθετηθεί κατά πόσο το δεύτερο και τρίτο πρόσωπο τον κτύπησαν και αυτοί στο πρόσωπο, ως ανέφερε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Με τα πιο πάνω δημιουργείται η αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου, κατά πόσον τελικά ο παραπονούμενος προσπαθεί να εμπλέξει τον κατηγορούμενο στις επίδικες κατηγορίες, αφού όπως φαίνεται δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο να κατηγορείται για τις επίδικες κατηγορίες πέραν από τον κατηγορούμενο. Σημειώνω επίσης και τα όσα ανέφερε στον ΜΚ2 και τα οποία ο ΜΚ2 αναφέρει στην κατάθεση του, τεκμήριο 14, ότι δηλαδή κτυπήθηκε από άγνωστα του πρόσωπα, χωρίς τον οποιοδήποτε προσδιορισμό, από ποιόν προήλθε η ζημιά, πράγμα που επιχειρεί να πράξει επτά χρόνια μετά κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο. Πως ενώ ξεκάθαρα στην κατάθεση του, η οποία δόθηκε λίγες μόνο μέρες μετά το επίδικο περιστατικό, ξεκάθαρα αναφέρει ότι τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο ενεχόμενο πρόσωπο τον κτύπησαν και αυτοί με τα χέρια τους στο πρόσωπο του, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση να μην επιβεβαιώνει την θέση αυτή. Επίσης ουδεμία αναφορά γίνεται στην κατάθεση του ότι με τα χέρια του προσπαθούσε να προστατεύσει το πρόσωπο του ως ανέφερε αντεξεταζόμενος στη σελίδα 13 των πρακτικών ημερομηνίας 08/02/
- Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν αμφιβολία ως προς τις προθέσεις του παραπονούμενου έτσι ώστε να εμπλέξει αποκλειστικά το πρόσωπο του κατηγορούμενου στο επίδικο συμβάν, την στιγμή μάλιστα που φαίνεται ότι σε αυτό εμπλέκονται ακόμα δυο πρόσωπα τα οποία μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχουν εντοπιστεί. Τα πιο πάνω συμπεράσματα ενισχύονται επίσης και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο παραπονούμενος φαίνεται να κατέληξε στο συμπέρασμά ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που τον έχει κτυπήσει. Ενώ στην κατάθεση φαίνεται να αναφέρεται σε ένα φίλο του (ο οποίος περιλαμβάνεται στον κατάλογο μαρτύρων κατηγορίας και ο οποίος όπως φαίνεται δεν κατέστη δυνατό να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο) ο οποίος του έδειξε στο Facebook ένα πρόσωπο το οποίο ήταν ο κατηγορούμενος, αντεξεταζόμενος, και σε ερώτηση ποιος εντόπισε πρώτος στο Facebook τον κατηγορούμενο, ο ίδιος ή ο φίλος του, απάντησε ότι ο ίδιος το έκανε. Συνεπώς τα πιο πάνω δημιουργούν αμφιβολίες ως προς το πως τελικά προέκυψε πρώτον η πληροφορία ως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, ποιες ενέργειες έκανε ο φίλος του που περιγράφει στην κατάθεση του για εντοπισμό του κατηγορούμενου, αφού αυτός ουδέποτε κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και τελικά ποια θέση ισχύει, το ότι εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος από το φίλο του στο Facebook ή ότι ο ίδιος έκανε την έρευνα. Χαρακτηριστικό της ανακολουθίας του αποτελεί συγκεκριμένα και η αναφορά του στη σελίδα 22 των πρακτικών ημερομηνίας 08/02/23, ότι ο ίδιος βρήκε πρώτος στο Facebook τον κατηγορούμενο, ενώ παρακάτω στην σελίδα 23, αναφέρει ότι ο φίλος του τον έδειξε και ο παραπονούμενος το επιβεβαίωσε, ως περιέγραψε και στην κατάθεση του. Επίσης αντεξεταζόμενος σε σχέση με το πως έμοιαζε το πρόσωπο που τον κτύπησε πριν 7 χρόνια, ανέφερε ότι, αυτός φορούσε κοντό παντελόνι, είχε λίγο μακριά μαλλιά και ισχυρίστηκε ότι δεν άλλαξε πολύ από τότε. Αντίθετα στην κατάθεση του την οποία έδωσε λίγες μέρες μετά το επίδικο συμβάν και την οποία αμέσως προηγουμένως είχε υιοθετήσει, περιέγραψε το πρόσωπο το οποίο τον είχε κτυπήσει και το οποίο ως η θέση του ταύτισε με το πρόσωπο του κατηγορούμενου, ως πρόσωπο το οποίο είχε μεταξύ άλλων κοντά μαλλιά. Ακόμα μια αντίφαση στα λεγόμενα του η οποία δεν μπορεί να ενισχύσει τη θέση ότι πρόκειται περί αξιόπιστου μάρτυρα. Σε κάθε περίπτωση εντύπωση προκαλεί και η απουσία περιγραφής των άλλων προσώπων που τον κτύπησαν, ιδιαίτερα από την στιγμή που αναφέρει στην κατάθεση του ότι ενώ δεν μπορεί να περιγράψει τα χαρακτηριστικά τους, εάν τους δει ξανά μπορεί να τους αναγνωρίσει. Επαναλαμβάνω, κάτω από ποιες συνθήκες εντόπισε ο φίλος του παραπονούμενου τον κατηγορούμενο στο Facebook έτσι ώστε να τον αναγνωρίσει ο παραπονούμενος ως το πρόσωπο τον οποίο τον κτύπησε, ιδιαίτερα με δεδομένο ότι τότε ισχυρίστηκε ότι αυτός είχε τότε κοντά μαλλιά ενώ σήμερα ισχυρίζεται ότι είχε μακριά, και πως όσον αφορά τα άλλα δυο πρόσωπα που τον κτύπησαν, ενώ δηλώνει ότι μπορεί να τα αναγνωρίσει στην κατάθεση του, δεν μπορούσε να περιγράψει τα χαρακτηριστικά τους. Ακόμα και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία, σε συνάρτηση με την όλη κακή εικόνα που εισέπραξα από τον συγκεκριμένο μάρτυρα, δεν με έχουν πείσει για την ορθότητα των όσων αναφέρει. Σύμφωνα και με το τεκμήριο 14, ήτοι την κατάθεση του Αστ. 2495, ο παραπονούμενος ανέφερε στον Αστ. 2495 ότι ο ίδιος ενημερώθηκε από φιλικό του πρόσωπο το οποίο του επέδειξε και φωτογραφία, ότι από εξετάσεις που έκανε το ίδιο το φιλικό του πρόσωπο, το πρόσωπο το οποίο τον κτύπησε είναι ο κατηγορούμενος. Ποιες όμως ήταν τελικώς αυτές οι εξετάσεις τις οποίες έκανε το εν λόγω πρόσωπο, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αφού ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο. Συνεπώς με βάση την όλη εικόνα που αποκόμισα για τον ΜΚ4, δεν μπορώ με βεβαιότητα να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα ότι πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν ένα από τα τρία πρόσωπα που τον κτύπησαν και ιδιαίτερα ότι αυτός του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη. Ο φίλος του κατηγορούμενου έκανε κάποιες άγνωστες προς το Δικαστήριο εξετάσεις και υπέδειξε προφανώς στον παραπονούμενο μέσω του facebook ότι είναι ο κατηγορούμενος το πρόσωπο που τον κτύπησε. Ένεκα όμως της όλης κακής εικόνας που αποκόμισα από τον εν λόγω μάρτυρα, δεν μπορώ με βεβαιότητα να πιστέψω αυτόν ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το συγκεκριμένο πρόσωπο που τον κτύπησε, αφού ουσιαστικά του υποδείχθηκε από τον φίλο του ότι είναι αυτός. Ακόμα και η αναγνώριση στην οποία προέβη στην Αστυνομία , κρίνω ότι δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεο έδαφος για καταδίκη του κατηγορουμένου, αφού και πάλι έγινε μετά από 2 περίπου χρόνια και αφού προηγήθηκαν οι ισχυριζόμενες ενέργειες του φίλου του παραπονούμενου και η υπόδειξη του κατηγορούμενου στο facebook ότι αυτός είναι που τον κτύπησε. Όμως τόσο η απουσία της μαρτυρίας του προσώπου που εντόπισε στο facebook τον κατηγορούμενο αλλά και η ανακολουθία των όσων ανέφερε στην μαρτυρία του ο παραπονούμενος δεν μπορούν να ικανοποιήσουν το αυξημένο επίπεδο απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αλλά ακόμα και να δεχόμουν ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα εκ των τριών προσώπων που τον κτύπησαν, πως είναι δυνατόν ένεκα και των ανωτέρω αντιφάσεων σε σχέση ειδικά με τα κτυπήματα που δέχθηκε ή δεν δέχθηκε στο πρόσωπο από το δεύτερο και τρίτο πρόσωπο, με βεβαιότητα να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι οι τραυματισμοί του προήλθα από τον κατηγορούμενο
- Σημειώνω επίσης, στη γενική αρνητική εικόνα του μάρτυρα και τις αναφορές του σε σχέση με την στιχομυθία που είχε με το πρόσωπο το οποίο τον κτύπησε πρώτο. Σημειώνω ότι στην κατάθεση του αναφέρει ότι το πρώτο πρόσωπο που τον κτύπησε του ανέφερε «γιατί με παρακολουθάς» και ότι ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι δεν τον παρακολουθά και δεν έχει κάτι μαζί του, ενώ αντεξεταζόμενος προβάλλει νέους ισχυρισμούς όπως για παράδειγμα ότι το πρόσωπο αυτό, αναφερόμενος προφανώς στον κατηγορούμενο, άρχισε να φωνάζει και του έλεγε «φύε από εδώ», προφανώς σε μια προσπάθεια του να ενισχύσει την θέση του για επιθετική τάση του συγκεκριμένου προσώπου. Πως όμως μετά από τόσα χρόνια θυμήθηκε τις λεπτομέρειες αυτές και τις οποίες ουδέποτε ανέφερε στην αρχική του κατάθεση. Η θέση την οποία προέβαλε ότι δεν τα είπε τότε στην κατάθεση του, διότι ήταν ραμμένο το στόμα του, κρίνω ότι είναι εκτός πραγματικότητας και στερείται λογικής. Κατάφερε δηλαδή να δώσει μια δισέλιδη κατάθεση στην αστυνομία όμως τις αναφορές αυτές, δεν μπορούσε να τις καταγράψει και μετά από 7 χρόνια τις θυμήθηκε. Με όλο το σεβασμό πάλι προς το μάρτυρα η όλη του εικόνα, δεν μπορεί να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων ανέφερε. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου και έτσι αδυνατώ να αποδεχθώ και στηριχθώ στη μαρτυρία του. Αυτό συμπαρασύρει και τις γραπτές του καταθέσεις, τις οποίες ούτε αυτές αποδέχομαι (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αλλά και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παραπονουμένου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτό κατά την ώρα που κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων, γι αυτό απορρίπτεται στην ολότητα της. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Πρόκειται για την κατηγορία 1. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 371 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου, όπως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτούσια προνοούν τα εξής: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή." Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: "... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373." Συνεπώς, η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Η βάση της κατηγορίας της συνομωσίας είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Επίσης, ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον δεν υπάρχει αδίκημα. Ακόμη δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλέπε Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει ν' αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε καθ' οιονδήποτε χρονικό διάστημα προηγουμένως να τραυματίσει τον παραπονούμενο. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να αποδεικνύει εκδήλωση οποιασδήποτε ενέργειας ως αποτέλεσμα κοινού σχεδιασμού από μέρους οποιονδήποτε προσώπων. Ούτε από το μαρτυρικό υλικό της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτό παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, καταδεικνύεται καταρτισμός σχεδίου ανάμεσα στον κατηγορούμενο με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη στον παραπονούμενο αλλά ούτε φαίνεται συμφωνημένη συμπεριφορά από μέρους οποιωνδήποτε προσώπων να διαπράξουν τέτοιο κακούργημα, μήτε συμμετοχή αυτών σε κοινό σχεδιασμό για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος ή εικόνα ανάληψης κοινής δράσης από μέρους τους στη βάση προηγούμενης συνεννόησης. Συνεπώς στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν έχει αποδειχτεί το εν λόγω αδίκημα της πρώτης κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου. Επιπλέον ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης εις βάρος του παραπονούμενου. Πρόκειται για την κατηγορία 2. Με το ζήτημα αυτό πραγματεύεται το άρθρο 231 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι πρόνοιες του οποίου, όπως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρουν κατά λέξει τα εξής: " Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) η πρόκληση, (β) με παράνομη ενέργεια του κατηγορουμένου, (γ) βαριάς σωματικής βλάβης, (δ) στον παραπονούμενο. Ο ορισμός της 'βαριάς σωματικής βλάβης' παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του κυπριακού ποινικού κώδικα, σύμφωνα με τον οποίον σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης. Η έννοια της 'σωματικής βλάβης', όπως επίσης παρέχεται από το ερμηνευτικό πλαίσιο, καλύπτει τραύμα, ασθένεια ή διαταραχή, είτε αυτή είναι μόνιμη είτε είναι προσωρινή. Η δε έννοια του 'τραύματος', με βάση πάντοτε το άρθρο 4, περιλαμβάνει τομή ή ρήξη που τέμνει ή που διαπερνά εξωτερική μεμβράνη του σώματος. και εξωτερική μεμβράνη για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού θεωρείται η μεμβράνη την οποία κάποιος δύναται να αγγίξει χωρίς να παραστεί ανάγκη τομής ή διάτρησης άλλης μεμβράνης. Στη βαριά σωματική βλάβη αποδίδεται η σημασία της πραγματικά σοβαρής σωματικής βλάβης και ως τέτοια πρέπει να ερμηνεύεται. Δεν είναι αναγκαία τέτοια βλάβη να είναι μόνιμη, επικίνδυνη ή με επιπτώσεις διάρκειας. Ούτε αποτελεί προϋπόθεση η θεραπεία (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold-Criminal Pleading, Evidence & Practice 2018 σελ. 219). Το πιο πάνω αδίκημα δεν εμπεριέχει ως συστατικό στοιχείο την πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αυτό που απαιτείται είναι η απόδειξη πρόθεσης του κατηγορουμένου για να τραυματίσει άλλο πρόσωπο (Petros Stavrinou v. The Republic
(1969)2 C.L.R. 97). Δηλαδή αρκεί ο κατηγορούμενος να διενέργησε συνειδητά την πράξη που επέφερε τη βλάβη. Το αδίκημα επίσης στοιχειοθετείται αν η πρόκληση της βλάβης μπορούσε λογικά να προβλεφθεί από τον κατηγορούμενο. Επίσης η ενέργεια του κατηγορουμένου που επιφέρει αποτέλεσμα βαριάς σωματικής βλάβης πρέπει να είναι παράνομη. Παράνομη ενέργεια είναι μία πράξη όταν γίνεται χωρίς δικαιολογία (Police v. Djioppouy
(1972)10 JSC 1365). Ο τραυματισμός του ατόμου πρέπει να γίνεται αδικαιολόγητα, αποκλείοντας έτσι το ενδεχόμενο να είναι αποτέλεσμα νόμιμης αυτοάμυνας, ζήτημα που εγείρεται από την υπεράσπιση (Kallishis v. The Republic
(1981)2 C.L.R. 143, Μαραγκός v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 251 και Αχτάρ κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Στην υπόθεση Evripides Christou v. The Police
(1972)2 C.L.R. 38 αποφασίστηκε ότι το κάταγμα πλευράς για το οποίο κρατήθηκε ο παραπονούμενος στο νοσοκομείο συνιστά βαριά σωματική βλάβη εντός της έννοιας του άρθρου 4 του Κεφ.154. Περαιτέρω στις υποθέσεις Αντρέας Αεροπόρος v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 και Γεώργιος Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463 κρίθηκε ότι τραύματα στο πρόσωπο, μεταξύ αυτών, κάταγμα ρινικού οστού που προκλήθηκε από δυνατές γροθιές του κατηγορουμένου συνιστά βαριά σωματική βλάβη. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία που αποδεικνύει ότι ο παραπονούμενος είχε υποστεί βαριά σωματική βλάβη. Σύμφωνα με το τεκμήριο 6 αλλά και την κατάθεση του Δρ. Παντέλα , Τεκμήριο 18, ο παραπονούμενος φέρει μεταξύ άλλων κάταγμα κάτω γνάθου, όπου μετά από γενική αναισθησία , έγινε ανοικτή ανάταξη των καταγμάτων. Συγκεκριμένα, ο εντοπισμός του πιο πάνω αναφερόμενου κατάγματος αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της ύπαρξης βαριάς σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο. Ωστόσο δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο ότι η εν λόγω βαριά σωματική βλάβη προκλήθηκε από το κατ' ισχυρισμό κτυπήματα στο πρόσωπο από τον Κατηγορούμενο στον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην Κατηγορία. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Το κενό που παρατηρείται ενόψει της μη αποδοχής της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα και παραπονούμενου ΜΚ4 δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διατηρεί τέτοιες αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου έτσι ώστε να αδυνατεί να προβεί σε τελικά ευρήματα με ασφάλεια και βεβαιότητα για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο