Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. EMIL FLORIN MATEI, Αρ. Υπόθεσης: 6657/22, 10/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6657/22 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. EMIL FLORIN MATEI Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10/02/2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για Κατηγορούμενο: κα Π. Σιαηλή Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην Κατηγορία της Συνωμοσίας προς διάπραξη Κακουργήματος (1η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154, στην κατηγορία της διάρρηξης καταστήματος (2η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρου 294(α) του Κεφ.154, σε μία κατηγορία κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη (3η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 255 και 272
(1)του Κεφ.154, και στην κατηγορία της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα μετά από προηγούμενη καταδίκη με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (4η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 296 (ε) του Κεφ. 151 . Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων εκτίθενται αναλυτικά μέσα από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 19.09.22 και η ώρα 16:30 καταγγέλθηκε από την, Μ.Κ 1 επί του κατηγορητηρίου, ιδιοκτήτρια του καταστήματος πώλησης σουβενίρ με συγκεκριμένη ονομασία, που βρίσκεται στην Κάτω Πάφο, ότι στις 19.09.22 και μεταξύ των ωρών 00:30 ‑ 09:15 διαρρήχθηκε το κατάστημα της και κλάπηκαν τσάντες, καπέλα τύπου τζόκεϋ, φανέλες και κοσμήματα , όλα συνολικής αξίας €4.
- Στο μέρος μετέβηκαν οι μάρτυρες 2 και 6, όπου διαπιστώθηκε ότι η είσοδος επιτεύχθηκε από την πίσω πόρτα, η οποία παραβιάστηκε. Υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το οποίο η ώρα 04:04 στις 19.09.22 κατέγραψε τις κινήσεις δύο προσώπων, τα οποία εισήλθαν στο κατάστημα. Ο πρώτος εισήλθε με καλυμμένο το πρόσωπο και στη συνέχεια το αποκάλυψε στιγμιαία και ο δεύτερος εισήλθε με ακάλυπτο πρόσωπο και ακολούθως το κάλυψε με κουκούλα. Αφού επιθεωρήθηκε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, αναγνωρίστηκε το πρώτο πρόσωπο που εισήλθε στο κατάστημα με καλυμμένο πρόσωπο και το οποίο αποκάλυψε το πρόσωπό του στιγμιαία, ως τον Κατηγορούμενο, ο οποίος απασχόλησε την Αστυνομία στο παρελθόν με παρόμοιας φύσης υποθέσεις. Εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης, όπου κατά τη σύλληψή του, ο Κατηγορούμενος κρατούσε στα χέρια 7 κουτιά, τα οποία περιείχαν ηλεκτρονικά τσιγάρα μιας χρήσης. Όταν ρωτήθηκε πού τα βρήκε, είπε ότι τα βρήκε στο έδαφος. Σε σωματική έρευνα που έγινε στον Κατηγορούμενο, εντοπίστηκε στην τσέπη του παντελονιού του ένα κλειδί αυτοκινήτου. Ανέφερε ότι είναι κλειδί του αυτοκινήτου της φιλενάδας του, Μ.Κ 4 επί του κατηγορητηρίου και ότι ήταν σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης λίγα μέτρα πιο κάτω. Ακολούθως με την γραπτή συγκατάθεση της Μ.Κ 4 ερευνήθηκε το εν λόγω όχημα στην παρουσία του Κατηγορούμενου, όσο και της ίδιας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκε η ώρα 18:45 στο πίσω κάθισμα του οχήματος μία καινούργια τσάντα γυναικεία, χρώματος μαύρου με την επιγραφή «YSL» μαζί με την ετικέτα της. Και αφού υποδείχθηκε στη Μαρία Αρέστη, ρωτήθηκε που την βρήκε και αυτή απάντησε «Έκαμε μου τη δώρο ο Εμίλ» και παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Ο ίδιος απάντησε ότι την αγόρασε και την έκανε δώρο στη Μαρία. Στην πορεία λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, όπου απάντησε ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Να σημειωθεί ότι μετά την ανακριτική του κατάθεση στην Αστυνομία παραδέχτηκε προφορικά στον Μ.Κ 5 ότι ήταν το πρόσωπο που έκανε τη διάρρηξη του πιο πάνω καταστήματος αλλά δεν ήθελε να αναφερθεί στο πρόσωπο που ήταν μαζί. Περαιτέρω η Παραπονούμενη προσήλθε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου και αφού επιθεώρησε τα διάφορα αντικείμενα, αναγνώρισε ως δικά της τα 7 κουτιά, τα οποία περιείχαν ηλεκτρονικά τσιγάρα μίας χρήσης, συνολικής αξίας €52,50 και την γυναικεία τσάντα χρώματος μαύρου που αναφέρθηκε πιο πάνω, αξίας €48,
- Περαιτέρω ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχή ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη καταθέτοντας προς τον σκοπό αυτό και το Τεκμήριο Α. Συγκεκριμένα αναφέρονται στο τεκμήριο Α τα πιο κάτω:
(1)στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 94/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπου την 17/06/2021 καταδικάστηκε στα αδικήματα της παράνομης κατοχής και χρήσης Ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Α, της διάρρηξης καταστήματος και κλοπών όπου του επιβλήθηκαν άμεσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 15 μηνών. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις 4045/20 που αφορούσαν παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενων φαρμάκων, η 7455/20 και 7191/20 που αφορούσαν κατηγορία σχετικά με την παρεμπόδιση της ασθένειας του Κορωνοιού, την 7963/20 και 8150/20 που αφορούσαν αδικήματα παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων φαρμάκων, την 4746/20 που αφορούσε αδίκημα παράνομης κατοχής περιουσίας την ποινική 2825/20 που αφορούσε αδικήματα κλοπής και κλεπταποδοχής και τέλος την κατηγορία στην 651/20 που αφορούσε αδίκημα μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, όλες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου του κατηγορουμένου και τη συναίνεση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα γεγονότα της υπόθεσης , υπ' αριθμό 4539/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και τα γεγονότα της υπ' αριθμό 6020/19 επίσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η ποινική υπόθεση 4539/22 περιέχει τρείς κατηγορίες, αυτήν της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1) κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154, την κατηγορίας της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των άρθρων 255 και 272
(1)του Κεφ. 154 (2η κατηγορία) και την κατηγορία, Αλήτες και πλανητές (3η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 189(ε) του Κεφ. 154. Τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης 4539/22 έχουν περιληπτικά ως εξής: Στις 23.06.22 και η ώρα 05:00 κλάπηκε πετρέλαιο αξίας €50 από όχημα, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας συγκεκριμένης εταιρείας, το οποίο βρισκόταν έξω από κατάστημα κατά τον πιο πάνω χρόνο. Μετά από πληροφορία που δόθηκε στην Αστυνομία λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από πρόσωπο, το οποίο είχε την πληροφόρηση αυτή, η οποία ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη κλοπή τη διέπραξε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε και στην ανακριτική του κατάθεση δεν παραδέχτηκε οτιδήποτε. Η ποινική υπόθεση 6020/19 περιλαμβάνει έξι κατηγορίες, δυο
(2)κατηγορίες κλοπής (κατηγορίες 1 και 2), κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154, μια κατηγορία κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των άρθρων 255 και 272
(1)του Κεφ.154 (Κατηγορία 3), μια κατηγορία Κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ.154 (4η κατηγορία), μια κατηγορία χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης (Κατηγορία 5) και μια κατηγορία οδήγησης χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (Κατηγορία 6) Τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης 6020/19 έχουν περιληπτικά ως εξής: Την 31.08.2019 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Πάφου ότι μεταξύ των ημερομηνιών 30 και 31.08.2019 είχε κλαπεί το αυτοκίνητό με αριθμούς εγγραφής [ ], αξίας €1.000, εντός του οποίου υπήρχαν διάφορα ενδύματα αξίας €
- Σύμφωνα με την Παραπονούμενη, το αυτοκίνητό της ήταν σταθμευμένο και κλειδωμένο στον χώρο στάθμευσης της οικίας της στην Κάτω Πάφο. Αμέσως μετά την καταγγελία το αυτοκίνητο τοποθετήθηκε στον κατάλογο αναζητούμενων οχημάτων. Στις 03.09 λήφθηκε πληροφορία ότι το εν λόγω όχημα διακινείται στην οδό Ελευθέριου Βενιζέλου στην Πάφο. Αμέσως μετέβηκαν στο μέρος ο Λοχίας 3179 μαζί με άλλους Αστυφύλακες, όπου εντόπισαν το συγκεκριμένο όχημα να κατευθύνεται προς τη διασταύρωση Λεωφόρο Ελλάδος. Το αυτοκίνητο ανακόπηκε και διαπιστώθηκε ότι αυτό οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Στη συνέχεια συνελήφθη ο Κατηγορούμενος για αυτόφωρο αδίκημα, του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, απάντησε «Έπιασα το που ένα parking δαμέ πιο πάνω». Σε συμπληρωματική κατάθεση που λήφθηκε από την Παραπονούμενη, ανέφερε ότι το όχημά της είχε υποστεί διάφορες ζημιές εξωτερικά και εσωτερικά άγνωστης αξίας και περαιτέρω ότι κλάπηκε το ραδιόφωνο του οχήματος και τα δύο μπροστινά ελαστικά ανταλλάχτηκαν με παλιά. Επίσης από περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης προέκυψαν οι κατηγορίες που αναφέρονται ως κατηγορίες 5 και 6, δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας και χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης υπ' αριθμό 6657/22 υπάρχει έκθεση που ετοιμάστηκε πρόσφατα από το Γραφείο Ευημερίας και σημειώθηκε ως τεκμήριο Β. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 ετών και βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Η παρουσία του στη φυλακή τον καθιστά άνεργο και άτομο χωρίς εισοδήματα. Κατάγεται από τη Ρουμανία αλλά σε ηλικία 4 χρονών ήρθε στην Κύπρο με τους γονείς του. Έχει ένα αδελφό ο οποίος διαμένει με τους εκ πατρός παππούδες στην Κύπρο. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 5 ετών. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2018 ενώ δεν γνωρίζει προσωπικές πληροφορίες για τη μητέρα του με την οποία δεν έχει οποιαδήποτε επαφή από το
- Φοίτησε μέχρι την Γ' Γυμνασίου χωρίς να ολοκληρώσει τη φοίτητη του λόγω χρήσης ουσιών. Εργάστηκε μόνο 2 μήνες στις οικοδομές με τη γιαγιά του. Σύμφωνα με την έκθεση δεν έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης και δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο.
(2)Την παραδοχή του στην αστυνομία και την απολογία του.
(3)Το ότι το μεγαλύτερο μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας, δεν το οικοποιήθηκε ο ίδιος αλλά το άλλο πρόσωπο με το οποίο συνωμότησαν για τη διάπραξη των αδικημάτων.
(4)Το ότι είναι χρήστης ναρκωτικών
(5)Το νεαρό της ηλικίας του
(6)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης.
(7)Να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία λόγω του νεαρού της ηλικίας του, παρά το γεγονός ότι διέπραξε παρόμοιας φύσης αδικήματα και έχει εκτίσει ποινή φυλάκισης 15 μηνών, έτσι ώστε να υπάρχει η προσδοκία αναμόρφωσης.
(8)Την δεδηλωμένη πρόθεση του να αποζημιώσει για τη ζημιά που προκάλεσε.
(9)Το ότι στα πλαίσια της 6020/19 είναι πλέον λευκού ποινικού μητρώου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε και συνθέτουν την αξιόποινη συμπεριφορά του στο σύνολο της είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος του άρθρου 371, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά ετών, της διάρρηξης καταστήματος, με βάση τα άρθρα 294(α) επίσης ποινή φυλάκισης επτά ετών. Το δε αδίκημα της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 272
(1)του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης πέντε ετών ενώ τέλος το αδίκημα της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα μετά από προηγούμενη καταδίκη με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος, τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 296
(3)του Κεφ. 154, με 5 χρόνια φυλάκιση. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η διάπραξη τους παρουσιάζει αυξητική τάση στην Κύπρο σε ανησυχητικό επίπεδο, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες συχνά καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, μάλιστα πολλές από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων αναγκάζοντας το Δικαστήριο να διακόπτει το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του προκειμένου να τις επιληφθεί. Η διάρρηξη, η κλοπή, καθώς και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Οι πολίτες είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων κατοικιών και επιχειρήσεων τους και κλοπών από αυτές αντικειμένων τους που παρατηρούνται στην επαρχία τους (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά που διέπουν τα αδικήματα των διαρρήξεων, των κλοπών που ο κατηγορούμενος μεταξύ άλλων παραδέχτηκε ότι διέπραξε καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της διάρρηξης, της κλοπής και της κλεπταποδοχής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης, κλοπής και κλεπταποδοχής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013 ημερ. 26.03.13, ποινή φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 23 ετών που διέπραξε 3 διαρρήξεις κατοικίας και 3 κλοπές από κατοικία σε διάστημα περίπου 6 μηνών μέσα από την οποία εγκληματική συμπεριφορά ερασιτέχνη αποκόμισε περιουσία σε τιμαλφή και μετρητά αξίας περίπου €64.000 χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο να επιστραφεί στους δικαιούχους, κατόπιν παραδοχής, απολογίας και συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές και που στο μεταξύ δημιούργησε δεσμό και απέκτησε παιδί ηλικίας 2 ετών κατά την επιβολή της ποινής, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω στην υπόθεση Ilie κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 180-182/2011 ημερ. 16.05.12, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών που επιβλήθηκαν σε 3 εφεσείοντες ηλικίας 54 ετών, πατέρα 2 παιδιών εκ των οποίων το ένα ανήλικο και με τη σύζυγο του να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, 21 ετών, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών και με τη σύντροφο του να εγκυμονεί και 33 ετών που εκ γενετής αντιμετωπίζει πρόβλημα με το δεξί του αυτί και πατέρα 3 ανηλίκων παιδιών, που διέπραξαν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας, διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτής το χρηματικό ποσό των €680 καθώς ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, στην κατοχή των οποίων εντοπίστηκαν μερικά από τα κλοπιμαία αντικείμενα, κατόπιν παραδοχής, δεν κρίθηκαν υπερβολικές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 32 ετών που διέπραξε 2 διαρρήξεις κατοικιών και κλοπές από αυτές όταν οι ιδιοκτήτες τους απουσίαζαν προσωπικών αντικειμένων και χρημάτων με μικρό μέρος των κλαπέντων αντικειμένων να ανευρίσκεται, λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής, μεταμέλειας, συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, άθλια οικονομική κατάσταση, χρήστη σκληρών ναρκωτικών που διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει χρήματα για τη δόση του ενεργώντας κάτω από τη φόρτιση συναισθημάτων, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Επιπλέον στην υπόθεση Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104 ποινές φυλάκισης 2 ετών και 2,5 ετών αντίστοιχα που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες ηλικίας 18 ετών και 38 ετών που μαζί με άλλους ομοεθνείς τους διέρρηξαν κατοικία εν καιρώ νυκτός από την οποία έκλεψαν Λ.Κ.£2.070 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κύπρου), $6.700 δολάρια Η.Π.Α. και άλλα χρηματικά ποσά σε νόμισμα Κίνας, Ινδονησίας και Βιετνάμ, από τα οποία κλαπέντα ποσά ανευρέθηκε μόνο το ποσό των Λ.Κ.£2.070, με λευκό ποινικό μητρώο, κατόπιν παραδοχής και χωρίς να είχε διωχθεί ο εγκέφαλος της διάπραξης των αδικημάτων, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Hussein v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 47 ετών και πατέρα πέντε ανήλικων παιδιών, λευκού ποινικού μητρώου-, των τεσσάρων χρόνων (σε κάθε μία από τις δέκα κατηγορίες που αντιμετώπισε, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για δεκαέξι συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα τριών χρόνων περίπου, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος €30.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, εφόσον τα κλαπέντα δεν ανευρέθηκαν. Στη δε υπόθεση Σωτήρη Ζαχαρία Γεωργίου, Άλλως Καμμούγιαρος. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2,5 ετών σε πρόσωπο 22 ετών, νυμφευμένο με παιδί ηλικίας 19 μηνών, με δυο προηγούμενες καταδίκες και αφού λήφθηκαν υπόψη 6 υποθέσεις για διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων, με μέρος των κλαπέντων να έχει ανευρεθεί και με παραδοχή στις κατηγορίες της διάρρηξης καταστήματος και κλοπής και διάρρηξη εκκλησίας και κλοπής. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ( HUSEYIN VEDAT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Π.Ε. 142/12 ημερ. 22.11.12 2ΑΑΔ 787) επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ύψους 18 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κλοπής χρηματικού ποσού ύψους €370 ευρώ. Η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή ήταν αυτή των 3 ετών. Στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προηγούμενη διαγωγή του Εφεσείοντα και ότι αυτός ουσιαστικά δεν είχε ανταποκριθεί στην επιείκια που του είχε δοθεί αφού βαρύνετο με τρείς προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα εκ των οποίων στη μία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ύψους 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε επίσης στην απόφαση του, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα ο οποίος είχε οικογενειακές υποχρεώσεις αφού είχε αποκτήσει 5 παιδιά δεν μπορούσαν από μόνες να καθορίσουν υπερβολικότητα στην ποινή. Όσον αφορά το γεγονός ότι τα κλαπέντα είχαν επιστραφεί, αυτό σύμφωνα με το Εφετείο δεν αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αφού στη μία περίπτωση ο Εφεσείων είχε συλληφθεί από την αστυνομία επ' αυτοφώρο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δε συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Η εξουσία του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του αδικήματα άλλων ποινικών υποθέσεων κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής σε μια άλλη ποινική υπόθεση πηγάζει μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155) αλλά και από σχετική νομολογία (Ηρακλέους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 150). Το σκεπτικό αυτό κατ' αρχήν εφαρμόζεται σε ιδίας ή παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Έχοντας όμως παράλληλα υπόψη την υπόθεση Παραρέ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2013, ημερ. 20.03.12, η εφαρμογή του πιο πάνω σκεπτικού επεκτείνεται και σε υποθέσεις διαφορετικών αδικημάτων. Είναι επίσης νομολογημένο ότι στην περίπτωση που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και άλλες υποθέσεις, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή από αυτή που θα επέβαλλε αν είχε μόνο ενώπιον του μια υπόθεση ((βλ. Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Περαιτέρω, από όλα τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου καταδεικνύεται μια συστηματική και κατ' επανάληψη επίδειξη εγκληματικής συμπεριφοράς από τον κατηγορούμενο. Με γνώμονα τη νομική αρχή ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται και ζητεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, θεωρώ ότι η προαναφερόμενη υπόθεση 4539/22 και η 6020/19 δύναται να ληφθούν υπόψη στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 6657/22. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά συνέχισε να εκδηλώνεται μέσα από άλλα περιστατικά, γεγονός που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Η συνολική εικόνα της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου διαμορφώνεται με την προσθήκη και άλλων περιστατικών που διαδραματίστηκαν μέσω της άλλης υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής στα αδικήματα της κύριας υπόθεσης και μάλιστα σε διαφορετικούς χρόνους για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου είναι πλούσια. Τέτοια συμπεριφορά μόνο καταδικαστέα είναι. Σε χρονικό διάστημα 3 μηνών περίπου ο κατηγορούμενος διέπραξε μεταξύ άλλων διάρρηξη και κλοπές, όπου κλάπηκε περιουσία αξίας περίπου €4650 ευρώ. Το στοιχείο που εδώ κυριαρχεί και σαφώς επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου είναι η διάπραξη σοβαρής φύσεως αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής πάνω σε επαναλαμβανόμενη βάση, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η προηγούμενη του καταδίκη αφορά επίσης, μεταξύ άλλων, διαρρήξεις και κλοπές. Η όλη του συμπεριφορά δείχνει το βαθμό της παράνομης δράσης του κατηγορουμένου και συνάμα το μέγεθος της αποφασιστικότητας και εγκληματικής του δραστηριότητας που ανέπτυξε μέσα από την παράνομη επιχείρηση που δημιούργησε εις βάρος της περιουσίας πολιτών. Δεν αγνοείται επίσης η ποσότητα, και η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας η οποία ανέρχεται στα €4650 περίπου, παρά τα όσα αναφέρθηκαν ότι δεν οικειοποιήθηκε ο ίδιος το μεγαλύτερο μέρος αυτής. Σε όλες τις περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη η ταλαιπωρία και ανησυχία που προκλήθηκαν στους παραπονούμενους ως αποτέλεσμα της δράσης του κατηγορουμένου. Ακόμη σε όλες τις περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη η ζημιά που όλοι οι παραπονούμενοι επωμίστηκαν από την στέρηση της κατοχής και χρήσης της περιουσίας που κλάπηκε συνεπεία της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Η μη επιστροφή του μεγαλύτερου μέρους της κλαπείσας περιουσίας δείχνει ότι η ζημιά στους παραπονούμενους θα είναι μόνιμης φύσεως . Περαιτέρω ο κατηγορούμενος καταπάτησε κατάφωρα το συνταγματικό δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας των ιδιοκτητών των υποστατικών που διέρρηξε και της περιουσίας που έκλεψε επιδεικνύοντας ασέβεια και θράσος. Τέτοια συμπεριφορά μόνο καταδικαστέα μπορεί να είναι. Σε ότι αφορά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στη ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 94/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος απλά στερείται του ευεργετήματος που θα τύγχανε αν διέθετε λευκό ποινικό μητρώο, χωρίς ωστόσο σε καμία περίπτωση το εν λόγω γεγονός να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας εις βάρος του στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής. Η σημασία τους έγκειται στο ότι η προηγούμενη διαγωγή είναι ενδεικτική της στάσης του κατηγορουμένου έναντι της νομιμότητας (Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 17, Miyaylov v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 210/2013 ημερ. 26.11.14. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α,Α.Δ. 1). Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο κατηγορούμενος επανέλαβε αξιόποινη συμπεριφορά ιδίας φύσεως σε σύντομο χρονικό διάστημα από την αποφυλάκιση του χωρίς να επιδείξει οποιαδήποτε μορφή μεταμέλειας, κάτι που καταδεικνύει ότι οι προηγούμενες ποινές που του επιβλήθηκαν δεν έδρασαν τελικά αποτρεπτικά. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του στην αστυνομία μέσα από την οποίαν διευκολύνθηκε το έργο της αστυνομίας και υπήρξε πλήρη εξιχνίαση όλων των υποθέσεων. (γ) Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (δ) Το νεαρό της ηλικίας του αφού είναι 21 ετών. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και αναφέρθηκαν από τη συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές από τις 23/09/22. · Ένεκα της κράτησης του στη φυλακή δεν έχει εισοδήματα. · Το ότι γενικότερα είναι άνεργος. · Τα δύσκολα παιδικά χρόνια που προφανώς έχει βιώσει ένεκα του χωρισμού των γονέων του αλλά και την απουσία της μητρικής αγάπης και της απουσίας κάθε επικοινωνίας με τη μητέρα του. H ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το δικαστήριο να λάβει υπόψη και το ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης ναρκωτικών. Δέχομαι ότι ο εθισμός προφανώς του κατηγορουμένου από την χρήση ναρκωτικών πιθανόν να τον έστρεψαν προς την κατεύθυνση των διαρρήξεων και των κλοπών (χωρίς φυσικά να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά), παράμετρο την οποία δεν παραγνωρίζω. Ταυτόχρονα σημειώνω ότι σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας, ο κατηγορούμενος δεν έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης ούτε φαίνεται να έχει τέτοια πρόθεση. Κατανοητό το πρόβλημα με την χρήση ναρκωτικών αλλά καλό θα ήταν ο κατηγορούμενος να βρει τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος και όχι να το χρησιμοποιεί ως δικαιολογία για τις πράξεις του, αναζητώντας επιείκεια. Βέβαια δεν μου διαφεύγει και το σκεπτικό που διατυπώθηκε στις υποθέσεις Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13, Mixaylov και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94-96/2011 ημερ. 30.03.12 και Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42, μέσα από τις οποίες τονίστηκε ότι τα οικονομικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και/ή αντιμετωπίζει δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων, όπως στην παρούσα, εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Περαιτέρω παρόλο ότι δεν υπήρξε μεγάλο όφελος όπως η υπεράσπισής εισηγήθηκε, αφού το μεγαλύτερο μέρος των κλοπιμαίων δεν το οικειοποιήθηκε, εντούτοις υπήρξε προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως προφανώς ανατράπηκε με τη σύλληψη του. Εκείνο το οποίο επίσης λαμβάνω υπόψη μου, είναι την πρόθεση του κατηγορούμενου να αποζημιώσει με βάση τα όσα αναφέρθηκαν για τα αδικήματα της 6020/19. Φυσικά, περισσότερη βαρύτητα θα είχε η πλήρης και άμεση αποζημίωση του θύματος από τον κατηγορούμενο, στο βαθμό που αυτό το στοιχείο μπορεί να παίξει ρόλο στην επιβαλλόμενη ποινή. Στην Καραμανλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248 λέχθηκε ότι η αποζημίωση του θύματος δεν είναι βαρυσήμαντο στοιχείο. Παρόλα αυτά, το στοιχείο αυτό προσμετρά για να καταδείξει την μεταμέλεια του κατηγορουμένου, την οποία εν πάσει περιπτώσει λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω, είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Την ίδια στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Καθοδηγούμενος από την σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 24 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 24 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 4539/22 και 6020/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της ποικιλόμορφης παράνομης δράσης του κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Νοείται ότι στην έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 23/09/22. Τα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο