ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΟΘΩΝΑ ΟΘΩΝΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6506/2020, 15/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6506/2020 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Κατήγορος - Καθ' ης η αίτηση Εναντίον ΟΘΩΝΑ ΟΘΩΝΟΣ, από την Πάφο Κατηγορούμενος - Αιτητής Ημερομηνία: 15/03/2023 Αίτηση ημερομηνίας: 14.06.2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούμενο - Αιτητή: κα Χριστοδούλου Α. για κο Τσιαπαλή Ν. Για Κατήγορο - Καθ' ης η αίτηση: κα Χαραλάμπους Ε. για Ε&Μ Κωνσταντινίδου Δ.Ε.Π.Ε Κατηγορούμενος: απών Ενδιάμεση Απόφαση Στις 04.06.2021 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην απουσία του στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση σε επιβολή προστίμου ύψους €100 σε έκαστη των 35 κατηγοριών που αντιμετώπιζε, και οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, ως αυτό καθορίζεται από το άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Περαιτέρω εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων δόσεων για το συνολικό ποσό των €22.500 που αφορούν τις δόσεις από 01.01.2017 μέχρι και 01.09.2020 αμφότερων των ημερομηνιών περιλαμβανομένων. Ο Κατηγορούμενος - Αιτητής (εφεξής Αιτητής) με την υπό κρίση αίτηση του, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 118 - 121 του Κεφ.155, στα άρθρα 82 - 91(Ι) του Κεφ.6, στη Δ.40 κ.7 και Δ.48 κκ.1 - 9 αλλά και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου, ζητεί την ακύρωση του εντάλματος με αρ. 2282/2021 το οποίο εκδόθηκε συνεπεία της Απόφασης του παρόντος (υπό άλλη σύνθεση) Δικαστηρίου καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια το Δικαστήριο. Η Κατήγορος - Καθ' ης η αίτηση (εφεξής Καθ' ης η αίτηση) αντέδρασε στην υπό αναφορά αίτηση καταχωρώντας προς τούτο σχετική ένσταση. Ακολούθησε, εν συνεχεία, νέα αίτηση του Αιτητή, με την οποία ζητούσε την τροποποίηση του παρακλητικού της αίτησης του ημερομηνίας 14.06.2021 (αρχική αίτηση) με την προσθήκη της φράσης «και/ή αναστέλλεται» μετά την λέξη «ακυρώνεται». Στην εν λόγω αίτηση συγκατατέθηκε η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση και έτσι εκδόθηκε εκ συμφώνου σχετικό διάταγμα. Οι δυο πλευρές προχώρησαν στην καταχώρηση τροποποιημένης Αίτησης και ένστασης στην τροποποιημένη Αίτηση στα πλαίσια των οδηγιών που εξέδωσε την 07.12.20222 το Δικαστήριο. Είναι στη βάση των τροποποιημένων αυτών δικογράφων που θα εξεταστεί το πλαίσιο της επίδικης θεραπείας. Υποστηρίζοντας ενόρκως το υπό αμφισβήτηση αίτημα του ο Αιτητής αναφέρεται αρχικά στα όσα οδήγησαν στην εναντίον του έκδοση του εντάλματος είσπραξης που ακολούθησε το διάταγμα πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων. Αναφέρει περαιτέρω ότι η Καθ' ης η αίτηση πέτυχε μέσω των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 (Ν.9/1965) την εκποίηση της υποθήκης Υ 3407/2006 σε σχέση με ακίνητη περιουσία του ιδίου και άλλων μελών της οικογένειας του. Από την εν λόγω εκποίηση εξασφαλίστηκε το ποσό των €135.000 το οποίο πιστώθηκε στον λογαριασμό που διατηρούσε στην Καθ' ης η αίτηση, έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Επισυνάπτει σχετικά τα τεκμήρια αρ.3 και αρ.
- Αποτελεί θέση του ότι το υπό αναφορά ποσό θα έπρεπε να λογιστεί πρώτα έναντι του εκδοθέντος εντάλματος και το υπόλοιπο για κάλυψη των επόμενων μηνιαίων δόσεων μέχρι την εξάντληση του χρέους του, ακριβώς όπως θα το διέθετε αν καταβαλλόταν από τον ίδιο. Για το σκοπό αυτό ανταλλάχθηκε σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων (τεκμήριο 5) χωρίς όμως να καταλήξουν σε συμφωνία, εφόσον η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση έθεσε ως όρο αποδοχής της θέση του, να αυξηθεί η καταβολή της δόσης από €500 σε €1.000, τον οποίο δεν μπορούσε να αποδεχθεί. Επιπλέον αναφέρει ότι ο ίδιος λαμβάνει σύνταξη €567,87σ το μήνα πλέον εισοδήματα ύψους €200 μηνιαίως από την απασχόληση του σε ιδιωτική εταιρεία. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 6 και 7 που επισυνάπτει. Το συνολικό εισόδημα του ιδίου και της συζύγου του ανέρχεται σε €1.129,84, εφόσον η σύζυγος του λαμβάνει και αυτή σύνταξη ύψους €361,97σ μηνιαία. Για τους πιο πάνω λόγους ζητεί την ακύρωση του εκδοθέντος εντάλματος καθώς σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύει να φυλακιστεί. Στην τροποποιημένη ένταση που καταχωρήθηκε από πλευράς Καθ' ης η αίτηση προβάλλονται συνολικά 13 λόγοι ένστασης στο σώμα της. Συνοπτικά αυτοί έχουν ως εξής: α) Η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή είναι λανθασμένη η νομική της βάση και/ή δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να παράσχει την αιτούμενη θεραπεία και/ή είναι ουσία αβάσιμη (1ος έως 3ος λόγοι ένστασης). Ενόψει της ανυπαρξίας εξουσίας του Δικαστηρίου για παροχή τέτοιας θεραπείας δεν μπορεί να ενασκηθεί ούτε η σύμφυτη εξουσία του (12ος λόγος ένστασης) β) Τα όσα περιλαμβάνονται στην αίτηση αποτελούν λόγους υπεράσπισης οι οποίοι θα έπρεπε να εγερθούν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης, και δεν μπορούν να εξεταστούν ισχυρισμοί περί αλλαγών οικονομικών συνθηκών στην παρούσα διαδικασία (4ος και 5ος λόγοι ένστασης) γ)Από της έκδοσης του διατάγματος είσπραξης μέχρι σήμερα παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (6ος λόγος ένστασης) δ) Μέχρι σήμερα καταβλήθηκαν διάφορα ποσά έναντι του επίδικου εντάλματος (7ος λόγος ένστασης) ε) Η ανάκτηση του ενυπόθηκου ακινήτου αποτελεί ανεξάρτητο μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ενώ το ποσό που εισπράχθηκε αφορά ποσό από ξεχωριστή εγγύηση (8ος και 9ος λόγοι ένστασης) ζ) Δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να αναστείλει ή ακυρώσει μέτρο εκτέλεσης αφ' ης στιγμής δικαστική απόφαση είναι σε ισχύ, και εν πάσει περιπτώσει δεν καθορίζεται χρονικά διάταγμα ισχύος της αιτούμενης αναστολής του επίδικου εντάλματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίου Νόμου (10ος και 11ος λόγοι ένστασης) η) Η αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στη σπατάλη δικαστικού χρόνου Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αντιγόνης Χριστοδούλου, υπαλλήλου της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία ενεργεί δια λογαριασμό της Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια ανάληψης διαχείρισης αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων αυτής. Αρχικά υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης και στη συνέχεια αναφέρεται στα όσα οδήγησαν στην έκδοση διατάγματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου για το ποσό των €91.576 πλεόν τόκους και έξοδα, καθώς και στην έκδοση διατάγματος πληρωμής του χρέους του δια μηνιαίων δόσεων ύψους €500 έκαστη από 01.01.2017 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα και τόκους. Αναφέρεται επίσης στην καταχώρηση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης και την έκδοση του επίδικου εντάλματος είσπραξης Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής όφειλε να προβάλει την υπεράσπιση του περί αλλαγής των οικονομικών του συνθηκών και την υπεράσπιση μη οφειλής καθυστερημένων δόσεων κατά την εκδίκαση της κυρίως υπόθεσης στην οποία όμως δεν εμφανίστηκε. Δεν αμφισβητεί το οφειλόμενο ποσό και η παρούσα αίτηση αποτελεί όχημα για εισαγωγή ισχυρισμών περί αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις οφειλές του. Σε ότι αφορά το ποσό των €135.000, αυτό πιστώθηκε σε λογαριασμό που δεν αφορά καθυστερημένες δόσεις και προήλθε από ανάκτηση ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο εξασφαλίστηκε από την υποθήκη Υ 3407/2006, η οποία αποτελεί ξεχωριστή εγγύηση, και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί μέρος των καθυστερημένων δόσεων. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 (Ν.9/1965), η οποία να προνοεί ότι ένας εξ' αποφάσεως οφειλέτης απαλλάσσεται από την υποχρέωση του για καταβολή μηνιαίων δόσεων, ενώ μέχρι σήμερα υφίσταται χρεωστικό υπόλοιπο, ως προκύπτει από το τεκμήριο 4 που προσκόμισε ο Αιτητής. Οι δε καθυστερημένες δόσεις αφορούν την περίοδο 01.01.2017 μέχρι και την 01.09.2020 ενώ το ενυπόθηκο ακίνητο ανακτήθηκε περί το έτος
- Αναφέρει περαιτέρω ότι έναντι του επίδικου εντάλματος πληρώθηκε ποσό €
- Καταληκτικά ζητεί την απόρριψη της αίτησης. Αγορεύσεις Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Ως εκ τούτου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Αυτές έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται υπόψιν στο σύνολο τους και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω στην παρούσα απόφαση. Επιμέρους αναφορές σε αυτές θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο κατωτέρω Νομική Πτυχή Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες κάποιες σχετικές με την εν λόγω υπόθεση νομοθετικές πρόνοιες. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου 60
(1)2008 (Ν.60(Ι)/2008), «οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος». Το δε άρθρο 4
(3)του ίδιου νόμου αναφέρει ότι «το Δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο». Το Άρθρο 120
(1)του Κεφ.155 προνοεί πως «κάθε φορά που Δικαστήριο διατάσσει την πληρωμή χρηματικής ποινής, αυτό δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 128, να ορίσει την περίοδο φυλάκισης την οποία το πρόσωπο που επηρεάζεται θα εκτίσει λόγω παράλειψης πληρωμής της χρηματικής ποινής και η περίοδος αυτή δύναται να περιληφθεί σε οποιοδήποτε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(2)του παρόντος άρθρου». Στη δε παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προνοείται ότι η είσπραξη χρηματικής ποινής που διατάσσεται από Δικαστήριο, διενεργείται κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος επί της κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας του προσώπου αυτού όπως εκτίθεται στο άρθρο 121. Στο άρθρο 121 του Κεφ.155 προβλέπεται ότι «τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 120, οι διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση χρεών, δυνάμει αποφάσεων σε αστικές διαδικασίες δυνάμει οποιουδήποτε νόμου που ισχύει εκάστοτε, εφαρμόζονται στην εκτέλεση εντάλματος που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 120» Η Δ.40.κ.7 προνοεί τα ακόλουθα: Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (
- a)If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (
- b)The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit. Εκτίμηση Δικαστηρίου Από τα ενώπιον μου γεγονότα, όπως και από το περιεχόμενο του φακέλου, προκύπτει αδιαμφισβήτητα, πως εναντίον ο Αιτητής καταδικάστηκε ερήμην του σε €100 πρόστιμο σε κάθε κατηγορία ενώ παράλληλα εκδόθηκε και διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων δόσεων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ήτοι για τις δόσεις από 01.01.2017 μέχρι και 01.09.2020. Συνεπεία τούτου ήταν η έκδοση του εντάλματος με αριθμό 2282/2021. Δεν αμφισβητείται η νομιμότητα έκδοσης του υπο αναφορά εντάλματος και η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου δεν έχει εφεσιβληθεί. Το διάταγμα πληρωμής μηνιαίων δόσεων, όπως είναι και στην παρούσα περίπτωση, αναμφίβολα αποτελεί τρόπο εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Για τη στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, συμφώνως των προνοιών του Ν.60(Ι)/2008 θα πρέπει να υφίσταται δικαστική απόφαση η οποία να είναι εκτελεστή εφόσον η ποινική ευθύνη του προσώπου αυτού πηγάζει από την ύπαρξη του διατάγματος μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής, που εδώ είναι η Γενική Αίτηση υπ' αρ. 337/2011 (βλ. Petros Yerolemides v The Municipality of Nicosia and/or the Chairman of the municipal Committee of Nicosia
(1985)1 C.L.R. 104). Ως συνάγεται από το περιεχόμενο του άρθρου 121 του Κεφ.155, οι πρόνοιες του οποίου είναι ξεκάθαρες, οι πρόνοιες των θεσμών πολιτικής δικονομίας που σχετίζονται με την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων εφαρμόζονται κατ' αναλογία στα εντάλματα που εκδίδονται υπό τις πρόνοιες του άρθρου 120 του Κεφ.155. Όπως ήδη αναφέρθηκε η 2η παράγραφος του άρθρου 120 προνοεί πως για την είσπραξη χρηματικής ποινής θα πρέπει να προηγηθεί έκδοση εντάλματος εκτέλεσης επί της κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας του προσώπου που αφορά. Είναι φανερό ότι το άρθρο 121 παραπέμπει στα άρθρα 10 και επόμενα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(α) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει την πληρωμή χρημάτων μπορεί να εκτελεστεί με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας. Τέλος, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 17, 18 και 19 του ίδιου, πάντοτε, νόμου είναι φανερό, ότι, η κινητή ιδιοκτησία που κατάσχεται δυνάμει εκτέλεσης σχετικού εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης, πρέπει να πωλείται με δημόσιο πλειστηριασμό, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, σύμφωνα με τις οδηγίες του, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους. Ωστόσο παρέχεται δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει όπως η πώληση διεξαχθεί με άλλο - συγκεκριμένο - τρόπο, ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο. Στις υπό κρίση όμως διατάξεις δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για αναστολή ενταλμάτων είσπραξης που αφορούν φυσικά πρόσωπα για τα οποία δεν εκδίδεται οποιοδήποτε κατασχετήριο ένταλμα ως ισχύει για τα νομικά πρόσωπα και που είναι ο τύπος J.23 το οποίο, στις ποινικές διαδικασίες υπέχει ακριβώς την ίδια θέση με το ένταλμα κατάσχεσης κινητών που εκδίδεται στις πολιτικές υποθέσεις. Το έντυπο το οποίο έχει εκδοθεί στην υπό κρίση περίπτωση είναι o τύπος J.24 που τιτλοφορείται ως «Ένταλμα Φυλάκισης για την είσπραξη χρηματικής ποινής». Αυτό εξουσιοδοτεί την αστυνομία να προβεί σε σύλληψη του προσώπου και όπως αυτό φυλακιστεί για περίοδο ενός έτους εκτός αν συγκεκριμένο ποσό, εν προκειμένω το ποσό των €28.051,64σ, πληρωθεί το συντομότερο. Το έντυπο αυτό εκδίδεται δυνάμει των προνοιών των άρθρων 123 και 124 του Κεφ.155. Επομένως η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες όπου διενεργείται εκτέλεση του εντάλματος είσπραξης με την κατάσχεση και πώληση περιουσίας του προσώπου που αφορά αλλά διενεργείται σύλληψη. Με βάση τα πιο πάνω άρθρα δεν παρέχεται εξουσία στο παρόν Δικαστήριο να ακυρώσει το υπό κρίση ένταλμα Τα δε Άρθρα 82 - 91Ι του Κεφ. 6 αφορούν τη διαδικασία οικονομικής εξέτασης ενός εξ' αποφάσεως οφειλέτη και διατάγματα πληρωμής με μηνιαίες ή άλλως πως δόσεις. Ούτε όμως η Δ.48 θθ. 1 - 9 τυγχάνουν εφαρμογής εφόσον εφαρμόζονται σε ενδιάμεσες αιτήσεις πολιτικής δικαιοδοσίας και στις περιπτώσεις όπου ζητείται ο παραμερισμός ή διαφοροποίηση διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς και όχι εντάλματα φυλάκισης. Κρίνω όμως σκόπιμο να αναφερθώ και στην υπόθεση Fotiou Bros Shipping Ltd v. Exantas Marine Enterprises Ltd Ποιν. Εφ. 44/2014 ECLI:CY:AD:2015:B517, ημερ. 10.07.2015, τα δεδομένα της οποίας θεωρώ ότι εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στην υπό κρίση αίτηση. Σε εκείνη την υπόθεση υποβλήθηκε αίτηση δυνάμει του άρθρου 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) για αναστολή εκτέλεσης χρηματικής ποινής και διατάγματος αποζημίωσης που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Ποινική Υπόθεση 27459/2008, του Ε.Δ. Λευκωσίας. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι: Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης Δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία. Το λεκτικό του άρθρου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του σε απόφαση επιβολής χρηματικής ποινής ή Διατάγματος αποζημίωσης από Ποινικό Δικαστήριο Συνεπώς ούτε και με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, το οποίο βέβαια δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, μπορεί να επιτύχει η αίτηση. Στο βαθμό που η υπό κρίση αίτηση αφορά την αναστολή του εκδοθέντος, υπό αναφορά, εντάλματος, κρίνω ότι και σε αυτή την περίπτωση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Η αναστολή εκτέλεσης απόφασης που απορρέει από τη Δ.40 κ.7 δίδεται ως αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Οι αρχές, με βάση τις οποίες ασκείται, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, ως ακολούθως: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας" Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» Με βάση το λεκτικό της Δ.40 κ.7(β), που παρατέθηκε αυτούσιο πιο πάνω, συνάγεται ότι αρμόδιο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης ή μέτρου εκτέλεσης, είναι αυτό που εξέδωσε την απόφαση ή προέβη στη διαταγή για εκτέλεση της απόφασης. Εν προκειμένω δεν θεωρώ ότι η έκδοση εντάλματος φυλάκισης εναντίον του Αιτητη αποτελεί μέτρο εκτέλεσης εφόσον ως αναφέρθηκε αμέσως προηγουμένως το πρόσωπο το οποίο αφορά υπόκειται σε φυλάκιση εκτός αν πληρωθεί το ποσό που αναγράφεται σε αυτό, σε αντιδιαστολή με τα εντάλματα είσπραξης εναντίον νομικών προσώπων όπου εκεί ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από τα άρθρα 10 και επόμενα του Κεφ.6, και εκδίδεται ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του νομικού προσώπου. Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί τέτοιο μέτρο, η αναστολή εξετάζεται υπό το πρίσμα των προνοιών της Δ.35 κ.8 οι οποίες εφαρμόζονται σε αποφάσεις που τελούν υπό έφεση (βλ. Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ.3)
(2009)1 ΑΑΔ 529). Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει εφεσιβληθεί η έκδοση του εντάλματος φυλάκισης και συνεπώς δεν μπορεί να αιτείται γενικά και αόριστα ο Αιτητής την αναστολή του, ασχέτως και αν ακόμα γινόταν δεκτό πως το ποσό που εισπράχθηκε από την εκποίηση της αναφερόμενης υποθήκης θα έπρεπε να διατεθεί προς εξόφληση του εν λόγω εντάλματος. Ούτε και αναφέρει ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση ότι έχει οποιαδήποτε πρόθεση να εφεσιβάλει την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου τουλάχιστον στο μέτρο και την έκταση που αφορά την έκδοση του εντάλματος φυλάκισης. Σημειωτέον δε, όπως ορθά παρατηρούν οι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση, η προθεσμία για άσκηση τέτοιας έφεσης έχει παρέλθει προ πολλού. Σε τι λοιπόν θα αποσκοπεί η έκδοση διατάγματος αναστολής του εντάλματος φυλάκισης; Ελλείπει συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση νομιμοποιητικό έρεισμα της Αίτησης (βλ. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λιμιτεδ ν. Αυξεντίου κ.α ECLI:CY:AD:2016:A163, Πολ. Εφ. 125/2013, ημερ. 23.03.2016). Πέραν των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε αρκετά καθυστερημένα. Η απόφαση του Δικαστηρίου, που περιλαμβάνει το επίδικο ένταλμα φυλάκισης, εκδόθηκε την 25.06.2021 και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε ένα χρόνο αργότερα ήτοι την 14.06.2022. Στην υπόθεση Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284 λέχθηκαν τα ακόλουθα που θεωρώ ότι επίσης εφαρμόζονται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης: Στην προκείμενη περίπτωση η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης που επεκτείνεται σε ένα σχεδόν χρόνο, δεν εξηγείται. Εύλογα συνάγεται από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι πρωταρχικός σκοπός του εφεσείοντα δεν είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος έφεσης, αλλά η παράκαμψη της διαδικασίας για την τιμωρία του προς αποφυγή των συνεπειών της ανυπακοής του διατάγματος της 29/3/1989. Όσον αφορά τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου ενόψει έλλειψης νομιμοποιητικού υποβάθρου αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση (βλ. Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργ. Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)3 Α.Α.Δ 151). Απλή επίκληση της είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση ή εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του διαδίκου (Τουβλοπ. Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)Α.Α.Δ. 109 και Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Εμπεδοκλής xxx και Άλλοι (ανωτέρω): «η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών κανονισμών, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο». Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω οι λόγοι ένστασης Α έως και Γ επιτυγχάνουν. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία παροχής της αιτούμενης θεραπείας και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αλλά και ουσία αβάσιμη. Παρά τη διαφαινόμενη κατάληξη, και για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, θα αναφερθώ επιγραμματικά και στους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Αιτητή. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του περί διάθεσης του ποσού που εισπράχθηκε από την εκποίηση της υποθήκης Υ3407/2006 προς εξόφληση πρώτα του υπό αναφορά εκδοθέντος εντάλματος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε πρόνοια του νόμου, ούτε και έχω παραπεμφθεί από τους συνηγόρους του Αιτητή συγκεκριμένα, που να υποστηρίζει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Συν τοις άλλοις δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός της ομνύουσας για της Καθ' ης η αίτηση, είτε δια αντεξέτασης είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ότι μέχρι σήμερα, και μετά τη πίστωση του ποσού των €135.000 στο εξ' αποφάσεως χρέος του Αιτητή, εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο. Το ποσό δηλαδή που εισπράχθηκε διατέθηκε για εξόφληση μέρους του χρέους του Αιτητή, χωρίς όμως να λογισθεί έναντι του ποσού που εκδόθηκε ένταλμα φυλάκισης, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει εξ' αποφάσεως οφειλέτης. Είναι επίσης δεδομένο ότι η υποθήκη αφορούσε επιπρόσθετη εξασφάλιση του χρέους του Αιτητή, η εκποίηση της οποίας διενεργήθηκε με πρόνοιες άλλης νομοθεσίας η οποία δεν επηρεάζει την ισχύ του εντάλματος φυλάκισης που ήδη είχε εκδοθεί, ούτε και περιέχει οποιαδήποτε σχετική πρόνοια. Σε ό,τι συνεπώς αποσκοπεί η αίτηση είναι να απαλλάξει, έστω προσωρινά, τον Αιτητή από το κίνδυνο φυλάκισης του για χρέος που δεν αμφισβητεί. Όσον δε αφορά την αλλαγή που έχει επέλθει στην οικονομική κατάσταση του Αιτητή, ως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του, και πάλιν υιοθετώ τη θέση της Καθ' ης η αίτησης, ότι δηλαδή ο εν λόγω ισχυρισμός έπρεπε να είχε τεθεί στην ακροαματική διαδικασία της κυρίως ποινικής υπόθεσης εφόσον τέτοια υπεράσπιση προνοείται ρητά στις πρόνοιες του Ν.60(Ι)/2008 (βλ. Άρθρο 3
(4)). Συνεπώς οι θέσεις του αυτές δεν μπορεί παρά να παραγνωρισθούν. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η αίτηση απορρίπτεται. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας από του να παρέχει την αιτούμενη θεραπεία Με βάση τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας έξοδα της αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπερ της Καθ' ης η άιτηση και εναντίον του Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο