← Κύπρος

ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. Ιερά Μονή Κύκκου Δια του Ηγούμενου της Πανιεροτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Κ.Κ Νικηφόρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 622/2018, 22/3

ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. Ιερά Μονή Κύκκου Δια του Ηγούμενου της Πανιεροτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Κ.Κ Νικηφόρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 622/2018, 22/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 622/2018 ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα Αρχή εναντίον

  1. Ιερά Μονή Κύκκου Δια του Ηγούμενου της Πανιεροτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Κ.Κ Νικηφόρου, Ροϊκου 5, Δαιμ. 1, Αγ. Αντώνιος, 1045 Λευκωσία
  2. Γεώργιος Καππετζιής, [ ] Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Τσιέλεπος Γ. Για τον Κατηγορούμενη αρ.1: κα Παλληκαρίδου Για τον Κατηγορούμενο αρ.2: κος Αλεξάνδρου Α. Κατηγορούμενος 2: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τέσσερις

(4)κατηγορίες οι οποίες σχετίζονται με παραβάσεις του Κεφ.96 καθώς και των Νόμων 153
(1)/2003 και 152(Ι)/2003, και των Ευρωπαϊκών Οδηγιών 92/43/ΕΟΚ και 79/409/ΕΟΚ. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της ανέγερσης υποστατικών και περίφραξης άνευ άδειας οικοδομής σε τεμάχιο στο χωριό Αγ. Ιωάννης, που βρίσκεται εντός της επαρχίας Πάφου, κατά ή περί το Σεπτέμβριο του
  1. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα του ότι παρανόμως επέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν την ανέγερση υποστατικών και περίφραξης εντός του ίδιου τεμαχίου, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί άδεια. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής και χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. Σημειώνω στο στάδιο αυτό ότι η κατηγορούμενη αρ.1 άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίζεται σε ακολουθία της ακροαματικής διαδικασίας που ήδη άρχισε και διεξάγεται για τον κατηγορούμενο αρ.2, για γεγονότα και επιβολή ποινής. Μετά την κατάθεση του τρίτου μάρτυρα κατηγορίας και προτού η κατηγορούσα αρχή κλείσει την υπόθεση της, ο συνήγορος του κατηγορούμενου αρ.2 υπέβαλε προφορικά δυο αιτήματα προς το Δικαστήριο. Το ένα αφορούσε την επανακλήτευση της ΜΚ.1, για να υποβληθεί σε αντεξέταση, και το δεύτερο αποσκοπούσε στην παραχώρηση άδειας από το Δικαστήριο για κλήτευση προς αντεξέταση του συντάκτη του τεκμηρίου 15, το οποίο είχε κατατεθεί από τον ΜΚ.
  2. Τα εν λόγω αιτήματα αποτελούν και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν σχετικά για τα υπό εξέταση αιτήματα με τον κο Αλεξάνδρου να καλεί το Δικαστήριο να εγκρίνει αμφότερα τα αιτήματα ενώ ο κος Τσιέλεπος εισηγήθηκε ότι ως προς το ζήτημα της κλήτευσης του συντάκτη του τεκμηρίου 15, το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το αίτημα ενώ ως προς το αίτημα για επανακλήτευση της ΜΚ.1 το άφησε στο Δικαστήριο. Ότι έχει λεχθεί στις αγορεύσεις είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Αυτές έχουν μελετηθεί δεόντως και λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν. Συγκεκριμένες αναφορές θα γίνουν κατωτέρω όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Εκτίμηση Δικαστηρίου Αναφορικά με το αίτημα κλήτευσης του συντάκτη του τεκμηρίου 15 Αφορμή για την υποβολή του σχετικού αιτήματος αποτέλεσε η κατάθεση του τεκμηρίου 15 από το ΜΚ.2, χωρίς ένσταση από πλευράς υπεράσπισης και με επιφύλαξη του δικαιώματος αντεξέτασης. Το άρθρο 26
(1)και
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, προνοεί τα ακόλουθα: «26.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που έχει προσάξει την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεσή του, να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
(2)Όταν μάρτυρας κλητεύεται, δυνάμει του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως εάν είχε κλητευθεί από διάδικο, ο οποίος έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση με εξ ακοής μαρτυρία» Παρέχεται, συνακόλουθα, στη βάση του ως άνω άρθρου, διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει ή όχι την κλήτευση ως μάρτυρα προσώπου το οποίο φέρεται να έχει προβεί σε αρχική δήλωση για να εξεταστεί. Ανεξάρτητα δε από το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό κλητεύεται με την άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο, από άλλον, λογίζεται ότι έχει κλητευθεί από την πλευρά που έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση με εξ ακοής μαρτυρία. Ζήτημα που εγείρεται και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της ως άνω διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι κατά πόσο η κλήτευση του μάρτυρα που έχει προβεί στην αρχική δήλωση είναι, υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, εύλογη και εφικτή ή αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 622 - 625, ως ζήτημα αρχής η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να καλεί όλους τους μάρτυρες που έχει στη διάθεση της, ακόμα και για υποθέσεις που εκδικάζονται συνοπτικά. Αυτή η αρχή υπόκειται στο αναγνωρισμένο από τη νομολογία δικαίωμα της όπως η ίδια επιλέξει τον τρόπο απόδειξης της υπόθεσης της. Δεν τίθεται όμως ζήτημα υποχρέωσης της να καλέσει κάποιο μάρτυρα. Σε κάποιες περιπτώσεις η μη κλήτευση ουσιώδους μάρτυρα είναι πιθανό να οδηγήσει σε απαλλαγή και αθώωση ενός κατηγορούμενου, ειδικότερα όπου η μαρτυρία του θα μπορούσε να διαφωτίσει την όλη κατάσταση (Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143). Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις θα πρέπει να έχει ήδη ληφθεί κατάθεση και συνεπώς είναι γνωστή η μαρτυρία τους στην κατηγορούσα αρχή. Όπου όμως η μαρτυρία είναι επουσιώδης τότε δεν τίθεται θέμα παραβίασης των σχετικών υποχρεώσεων της (Βιολάρη ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 31/12, ημερ. 20.09.12). Σε υποθέσεις που εκδικάζονται συνοπτικά δεν υπάρχει υποχρέωση κλήτευσης των μαρτύρων τα ονόματα των οποίων αναγράφηκαν επί του κατηγορητηρίου (Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 27/10 ημερ. 26.01.2012), όπως επίσης δεν υπάρχει υποχρέωση κλήτευσης μαρτύρων που αρνήθηκαν να δώσουν κατάθεση (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 6937, ημερ. 19.04.2002). Είναι ξεκάθαρο ότι η υπό κρίση υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά, και δεν προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου ότι έχει ληφθεί οποιαδήποτε κατάθεση από το εν λόγω πρόσωπο. Συνεπώς και σύμφωνα με τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης οποιασδήποτε υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής με την μη κλήτευση του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το τεκμήριο 15 που κατατέθηκε, άνευ ένστασης, από τον ΜΚ.2, αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, εφόσον αυτό φέρεται να έχει συνταχθεί από λειτουργό της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, και συγκεκριμένα από κάποιον κο Άκη Κίκα. Το ίδιο άλλωστε και το περιεχόμενο του καταμαρτυρεί κάτι τέτοιο. Την ίδια ώρα το αίτημα για κλήτευση του περί ου ο λόγος προσώπου για σκοπούς αντεξέτασης, έχει γίνει κατά το στάδιο που προβλέπεται στο άρθρο 26
(1)δηλαδή πριν η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κλείσει την υπόθεσή της. Εν προκειμένω όμως για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της έγκρισης του αιτήματος. Αναφέρω κατ' αρχήν ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ευχέρειας παρουσίασης του εν λόγω προσώπου, εφόσον ουδέν σχετικό επί τούτου ανέφερε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Συνεπώς είναι εφικτή η κλήτευση του. Διερχόμενος όμως του τεκμηρίου 15, διαπιστώνω ότι στην ουσία πρόκειται για επιστολή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας προς τον Υπουργό Εσωτερικών καθώς και άλλες αρμόδιες αρχές. Σε αυτή, αρχικά, γίνεται μια συνοπτική παράθεση των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης, για τα οποία φαίνεται ο συντάκτης της να έτυχε πληροφόρησης. Γίνεται αναφορά σε αιτήσεις για ανέγερση μάντρας και κατοικίας σε περιοχή που εμπίπτει εντός της Ζώνης Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) και γειτνιάζει με Τόπο Κοινοτικής Σημασίας του Δικτύου «Natura 2000», κατά παράβαση εθνικών νομοθεσιών όσο και ευρωπαϊκών οδηγιών. Επιπλέον γίνεται αναφορά σε απόρριψη των υπό αναφορά αιτήσεων από την αρμόδια πολεοδομική αρχή. Γίνεται ακόμα λόγος σε εκκρεμή αίτηση η οποία εξετάζεται ακόμα (ημερομηνία σύνταξης της επιστολής είναι η 21.06.2018) από το Συμβούλιο Μελέτης Παρεκκλίσεων, καθώς και σε επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε από το Τμήμα Περιβάλλοντος και την επιβολή σχετικού προστίμου €1.
  1. Σημειώνω δε ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε ειδική αναφορά στο ακίνητο εντός του οποίου αφορά η ανέγερση της μάντρας για την οποία γίνεται λόγος στο περιεχόμενο του. Στη συνέχεια γίνεται μια παράθεση των θέσεων των διαφόρων τμημάτων και υπηρεσιών που φέρεται να εμπλέκονται στην υπόθεση καθώς και των εισηγήσεων τους ως προς τη μεταχείριση των επίδικων υποστατικών. Συγκεκριμένα παρατίθενται οι θέσεις του Τμήματος Περιβάλλοντος, του τμήματος δασών, των κτηνιατρικών υπηρεσιών, της υπηρεσίας Θήρας και Πανίδας και του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλοντος. Τέλος στην τρίτη ενότητα της επιστολής, η ελεγκτική υπηρεσία ζητεί να πληροφορηθεί μεταξύ άλλων, τους λόγους για τους οποίους το Τμήμα Δασών αρχικά εξέφρασε αρνητικές απόψεις αλλά στη συνέχεια άλλαξε αυτές σε σχέση με την προτεινόμενη ανάπτυξη, κατά πόσο έχει εκπονηθεί μελέτη βοσκοϊκανότητας για την περιοχή, τους λόγους που δεν έχουν ληφθεί μέτρα για τη μη σήμανση των ζώων κατά του κτηνοτρόφου, και κατά πόσο έχει γίνει αξιολόγηση των κινδύνων που προκύπτουν για τη δημόσια υγεία και για τα αγρινά στην περιοχή. Επίσης η Ελεγκτική Υπηρεσία ζητεί να πληροφορηθεί τους λόγους μη ετοιμασίας Μελέτης Εκτίμησης Επιπτώσεων στο περιβάλλον με δεδομένη την αλλαγή της στάσης του τμήματος Δασών, που είχε ως αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί στο συμβούλιο παρεκκλίσεων. Σημειώνω επίσης στο σημείο αυτό ότι ο ΜΚ.2, απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του για το λόγο που καταχώρησε το εν λόγω έγγραφο, ανέφερε ότι ήθελαν σαν υπηρεσία να καταδείξουν τη σοβαρότητα του όλου θέματος. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω ότι το περιεχόμενο του υπό αναφορά τεκμηρίου δεν περιέχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει τη διάπραξη των αδικημάτων ως αυτά περιγράφονται στις υπό κρίση κατηγορίες. Τα όσα καταγράφονται στο σχετικό τεκμήριο είναι πληροφορίες που λήφθηκαν από την ελεγκτική υπηρεσία και που στη βάση αυτών ζητεί περαιτέρω πληροφόρηση για δικούς της σκοπούς. Δεν εισάγεται μέσω του εν λόγω εγγράφου οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο αρ.2 (ή ακόμα και την 1η κατηγορούμενη) με τη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται, τα ονόματα των οποίων δεν αναφέρονται καν, ενώ διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η ετοιμασία του δεν αποσκοπούσε να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία για την κατάδειξη της ενοχής του. Δεν συμμερίζομαι συνεπώς τη θέση της Υπεράσπισης ότι από το περιεχόμενο του «κρίνεται η ενοχή» του κατηγορούμενου αρ.
  2. Το γεγονός ότι εντός του τεκμηρίου γίνεται αναφορά σε «παράνομα υποστατικά», ως επεσήμανε ο κος Αλεξάνδρου, αναφέρω ότι δεν μπορεί από μόνη της η εν λόγω αναφορά να έχει την οποιαδήποτε επίδραση στη διαμόρφωση της απόφασης του Δικαστηρίου. Η θέση αυτή αποτελεί συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει το Δικαστήριο αφού αξιολογήσει, εάν και εφόσον κληθεί ο κατηγορούμενος αρ.2 να προβάλει την υπεράσπιση του, το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας. Για το ζήτημα άλλωστε της νομιμότητας ή μη των υποστατικών έχουν καταθέσει σχετικά τρεις μάρτυρες δυο εκ των οποίων αντεξετάστηκαν και μάλιστα επισταμένα από την Υπεράσπιση, και είχε, συνεπώς, τη δυνατότητα και ευκαιρία να διατυπώσει τις θέσεις της και να προβάλει τους ισχυρισμούς της σε σχέση με αυτό. Επομένως, τυχόν έγκριση του αιτήματος του συνηγόρου υπεράσπισης για αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα θεωρώ πως θα εκτροχιάσει την όλη διαδικασία σε ζητήματα που, αν όχι άσχετα, είναι εντελώς επουσιώδη με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Είναι αδιάφορο για το Δικαστήριο αν η υπόθεση πήρε διαστάσεις με αποτέλεσμα να εμπλακεί και η ελεγκτική υπηρεσία, οι λειτουργοί της οποίας, περιλαμβανομένου και του προσώπου που επιδιώκεται η κλήτευση, είναι προφανές ότι δεν έχουν οποιαδήποτε άμεση γνώση των γεγονότων. Είναι επίσης αδιάφορο κατά πόσο διάφορες υπηρεσίες ή αρχές εξέφρασαν επί του θέματος τη μια ή την άλλη θέση ή το λόγο του ενδιαφέροντος που επέδειξε στην υπόθεση η ελεγκτική υπηρεσία. Τα όσα λοιπόν θα είναι σε θέση να αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας έχουν μηδαμινή αξία στη εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων στην υπό κρίση υπόθεση. Αναφέρω ακόμα ότι με δεδομένο ότι το σχετικό τεκμήριο αποτελεί στην ολότητα του εξ' ακοής μαρτυρία, και δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για το λόγο μη προσέλευσης του συντάκτη, σε αυτό θα δοθεί ανάλογη βαρύτητα κατά την όλη αξιολόγηση της μαρτυρίας, εάν και εφόσον ο κατηγορούμενος αρ.2 κληθεί σε απολογία. Στρέφομαι τώρα στο δεύτερο αίτημα του συνηγόρου Υπεράσπισης, ήτοι της επανακλήτευσης της ΜΚ.1 για σκοπούς αντεξέτασης Η εξουσία του Δικαστηρίου να κλητεύσει ή να επανακλητεύσει μάρτυρα, εμπεριέχεται στο άρθρο 54, του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δύναται να καλέσει οποιοδήποτε πρόσωπο ως μάρτυρα ή να επανακαλέσει και εξετάσει περαιτέρω οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ήδη εξεταστεί και το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει ή επανακαλέσει και εξετάσει περαιτέρω οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο αν η μαρτυρία του φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι ουσιώδης για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης.» Στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», του Γ.Μ. Πική (2η αναθεωρημένη έκδοση), σελ. 211 - 212, αναφέρεται ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να καλεί και να επανακαλεί μάρτυρες πρέπει να ασκείται δικαστικά, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο μπορεί με μεγαλύτερη ευχέρεια να ανταποκριθεί σε αίτημα για την επανάκληση μάρτυρα ή ακόμα, να πάρει την πρωτοβουλία προς τούτο, αν θεωρείται ουσιώδες για την απονομή της δικαιοσύνης. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, δικαστής μπορεί δικαιολογημένα να καλέσει μάρτυρα όπου κρίνεται αναγκαίο μέτρο προς θεώρηση θέματος εγερθέντος εξ απροόπτου. Επισημαίνεται, στο ίδιο σύγγραμμα ότι, ακόμη και μετά το πέρας της υπόθεσης της υπεράσπισης, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δικαστής μπορεί να επανακαλέσει μάρτυρα - ακόμα και όπου το θέμα δεν εγείρεται εξ απροόπτου - νοουμένου ότι η μαρτυρία δεν αποβλέπει στην πλήρωση κενών στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής (βλ. R. v. Tregeas
(1967)1 All E.R. 989)[1]. Σε τέτοια περίπτωση, η εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο όπου τούτο το επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. Roberts
(1984)80 Cri.App.R. 89). Επισημαίνεται ακόμα, με αναφορά στην υπόθεση Phelan v. Back, 56 Cr.App.R. 257(DC), ότι «δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους διαδικαστικούς κανονισμούς να καταστούν οι κύριοι μας - πρέπει να παραμείνουν οι υπηρέτες μας». Αίτημα επανάκλησης μάρτυρα μπορεί αν εγερθεί και σε περιπτώσεις όπου διενεργείται μεταβολή του κατηγορητηρίου όπως επίσης και σε περιπτώσεις διορισμού νέου δικηγόρου ή ακόμα σε περιπτώσεις εισαγωγής μαρτυρίας απόντος του δικηγόρου υπεράσπισης. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ.738 Ως αβίαστα προκύπτει από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο έχει ευρεία ευχέρεια να εγκρίνει τέτοιο αίτημα ακόμα και αυτεπαγγέλτως, όμως με φειδώ. Τέτοια κρίση βέβαια θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (judicially) αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης, και όπου κρίνεται ότι είναι αναγκαίο για τη δίκαιη διεκπεραίωση της υπόθεσης (βλ. ΚΚ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 294). Δεν μπορεί, φερ' ειπείν, να εγκρίνεται τέτοιο αίτημα για να καλυφθούν τυχόν κενά στη μαρτυρία λόγω παράλειψης υποβολής θέσεων ή ερωτήσεων σε κάποιο μάρτυρα Στην υπό κρίση περίπτωση οι λόγοι που οδήγησαν στην υποβολή του αιτήματος έχουν ως εξής: Η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης στις 30.01.2023 και ώρα 11:
  1. Είχε ήδη ολοκληρωθεί από την προηγούμενη δικάσιμο η κυρίως εξέταση της ΜΚ.1 και είχε ζητηθεί αναβολή από τον κο Αλεξάνδρου, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε. Κατά την αναφερόμενη ημερομηνία η μάρτυρας παρουσιάστηκε για να αντεξεταστεί. Το Δικαστήριο έτυχε ενημέρωσης από πλευράς Υπεράσπισης, και συγκεκριμένα από τον κο Λεοντίου, ότι ο κος Αλεξάνδρου θα καθυστερούσε κάποιο διάστημα καθότι έπρεπε να παρευρεθεί σε ακρόαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου. Παρά το ότι το Δικαστήριο ανέμενε μέχρι τις 12:20 εντούτοις ούτε ο κος Αλεξάνδρου ούτε οποιοσδήποτε άλλος δικηγόρος εκ μέρους του εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστήριο προκειμένου να ενημερώσει για την πορεία της υπόθεσης. Σημειωτέον ότι είχαν γίνει αριθμός ανακοινώσεων για την προσέλευση του. Τόσο η κατηγορούσα αρχή όσο και η συνήγορος της κατηγορούμενης αρ.1, η οποία είχε έρθει από Λευκωσία, ήταν παρόντες όπως επίσης ο κατηγορούμενος αρ.2 και η ΜΚ.1, από την ώρα που η δίκη ήταν προγραμματισμένη. Το Δικαστήριο προχώρησε στη συνέχιση της διαδικασίας και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να υποβάλει αν ήθελε οποιεσδήποτε ερωτήσεις στη μάρτυρα, με τον ίδιο να προβαίνει σε κάποια σχόλια και εν τέλει να αναφέρει ότι δεν έχει να ρωτήσει οτιδήποτε. Σημειώνω ότι δεν υποβλήθηκε, από τον κατηγορούμενο οποιοδήποτε αίτημα αναβολής της υπόθεσης. Δεν ήταν παρά μετά που ξεκίνησε η κυρίως εξέταση του ΜΚ.2 (περίπου μετά τις 12:40) που προσήλθε στην αίθουσα η κα Αλεξάνδρου (θυγατέρα του κου Αλεξάνδρου) προκειμένου να παραστεί εκ μέρους του κατηγορούμενου αρ.
  2. Σχετικό αίτημα που υπέβαλε, μεσούσης της κυρίως εξέτασης του ΜΚ.2 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του της ανέφερε περιληπτικά όσα αναφέρθηκαν κατά το χρόνο που δεν ήταν παρούσα. Θα πρέπει βέβαια στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι κατά την προώθηση του σχετικού αιτήματος του, ο κος Αλεξάνδρου ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη για την μη προσέλευση του, καθότι ήταν απασχολημένος στο Κακουργιοδικείο που συνεδρίαζε στην Πάφο, αναγνωρίζοντας την ίδια ώρα ότι το (παρόν) Δικαστήριο ανέμενε για αρκετό χρονικό διάστημα. Αναγνώρισε επίσης ότι θα προκληθεί, έστω μικρή, καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Θέτοντας το αίτημα του τόνισε ότι θα προκληθεί μεγάλη αδικία στον κατηγορούμενο εφόσον η μαρτυρία της ΜΚ.1, που όντως ήταν ουσιώδης, θα παραμείνει αναντίλεκτη. Σε τέτοια περίπτωση δεν θα εξυπηρετηθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και θα παραβιαστεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Ως ήδη λέχθηκε ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ουσιαστικά δεν πρόβαλε ένσταση στο αίτημα αφήνοντας το ζήτημα στην κρίση του Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση ενός δικηγόρου στην εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την καθορισμένη ώρα, πόσω μάλλον η μη εμφάνιση, συνιστά παράβαση των περί δεοντολογίας των δικηγόρων Κανονισμών του 2002 (ΚΔΠ 237/2002), και πιο συγκεκριμένα του Κ.33
(13)που επιτάσσει την ακρίβεια στις εμφανίσεις των δικηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος που εκπροσωπεί ένα διάδικο έχει να εκτελέσει ένα σημαντικό καθήκον και η απουσία του από τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας δίδει την εντύπωση ασυνέπειας προς τον πελάτη του. Δεν θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι θα πρέπει να υπεισέλθω σε εξέταση του κατά πόσο η στάση αυτή συνιστούσε καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Έχω ικανοποιηθεί από τις εξηγήσεις που έδωσε ο κος Αλεξάνδρου ως προς τους λόγους της απουσίας του, ότι δεν επρόκειτο για ηθελημένη ή σκόπιμη απουσία. Στην υπόθεση Theodoulos Charalambides v. The Police
(1987)2 CLR 177, και που αφορούσε παρόμοια περίπτωση, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το λόγο έφεσης που αφορούσε την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου ως αυτά περικλείονται στα άρθρα 12
(5)(β) και (γ) και 30
(3)(β) and (δ) του Συντάγματος, αναφέροντας ότι η καθυστέρηση στην εμφάνιση του δικηγόρου, η οποία και σε εκείνη την περίπτωση οφειλόταν στο ότι ήταν απασχολημένος σε άλλο Δικαστήριο, λέγοντας ότι ήταν κάτι για το οποίο ασφαλώς δεν ευθυνόταν το Δικαστήριο. Επεσήμανε ακόμα ότι ο δικηγόρος του εφεσείοντα μπορούσε να ζητήσει την επανάκληση του μάρτυρα που κατέθεσε στην απουσία του (και που αντεξετάστηκε από τον πελάτη του), για περαιτέρω αντεξέταση, αίτημα όμως το οποίο ουδέποτε υπέβαλε. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη υποχρέωση του Δικαστηρίου για την τήρηση των εχεγγύων για δίκαιη δίκη ως αυτή απορρέει από τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)της ΕΣΔΑ, αλλά και ειδικότερα της παραγράφου 3(δ) του εν λόγω άρθρου, κρίνω ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα πρέπει να εγκρίνω το αίτημα. Η μαρτυρία της ΜΚ.1 ήταν αναμφισβήτητα ουσιώδης εφόσον σύμφωνα με τα λεγόμενα της επισκέφθηκε το υπό αναφορά τεμάχιο και διαπίστωσε ιδίοις όμμασι τα όσα υπήρχαν επί τόπου, έλαβε φωτογραφικό υλικό, και συνάντησε και τον κατηγορούμενο αρ.
  1. Συμφωνώ με το ότι η μαρτυρία της παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, εφόσον δεν υποβλήθηκαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις από τον κατηγορούμενο αρ.
  2. Επιπλέον το αίτημα υποβάλλεται στο σωστό χρόνο και η όποια καθυστέρηση προκύψει μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατά προτεραιότητα ορισμό της υπόθεσης το συντομότερο δυνατό. Δεν θεωρώ ότι η ασυνέπεια που επέδειξε ο συνήγορος του, θα πρέπει να του αποστερήσει το ουσιώδες δικαίωμα της αντεξέτασης και να θέσει έτσι τη δική του εκδοχή ή ακόμα και να επιχειρήσει να πλήξει την αξιοπιστία της εν λόγω μάρτυρος. Στοιχεία τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννοιας της δίκαιας δίκης. Τέτοια προσέγγιση θα συνιστούσε, πάντοτε υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δυσανάλογη βαρύτητα στην σοβαρότητα της ασυνέπειας του συνηγόρου του να εμφανιστεί, και θα ήταν ενάντια του συμφέροντος της δικαιοσύνης έχοντας υπόψιν τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης μάρτυρα και μάλιστα ουσιώδους. Συνακόλουθα το αίτημα για επανάκληση της ΜΚ.1 εγκρίνεται. Η υπόθεση θα οριστεί το συντομότερο για συνέχιση της ακρόασης. Δίδονται οδηγίες στην κατηγορούσα αρχή όπως κλητεύσει εκ νέου την ΜΚ.1, Χριστιάνα Χριστοδούλου στην ημερομηνία που θα οριστεί αμέσως μετά η υπόθεση, προκειμένου να αντεξεταστεί από το συνήγορο του κατηγορούμενου αρ.
  3. Τα έξοδα που προκλήθηκαν από το αίτημα αυτό θα βαρύνουν τον κατηγορούμενο αρ.2 και θα είναι υπερ της κατηγορούσας αρχής. Καμία διαταγή αναφορικά με τον κατηγορούμενο αρ.1 (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στην εν λόγω υπόθεση το ίδιο το Δικαστήριο κλήτευσε μάρτυρα που έδωσε κατάθεση στην αστυνομία και δόθηκε η ευκαιρία να εξεταστεί και αντεξεταστεί και από τις δυο πλευρές. Δεν είχε εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση από τους συνηγόρους και θεωρήθηκε ότι η κλήτευση του μάρτυρα έγινε για διαπίστωση της αλήθειας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.