← Κύπρος

Έπαρχου Πάφου ν. Κ. Κ. Σ., Αρ. Υπόθεσης:7818/2019, 11/5/2023

Έπαρχου Πάφου ν. Κ. Κ. Σ., Αρ. Υπόθεσης:7818/2019, 11/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης:7818/2019 Έπαρχου Πάφου Κατηγορούσα Αρχή εναντίον Κ. Κ. Σ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 11.05. 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Πρωτοπαπά Για Κατηγορούμενο: κ Α. Παπαγεωργίου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης με Δικαστικό διάταγμα κατά παράβαση του άρθρου 20

(5)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 23/03/2003 μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της υπό κρίση υπόθεσης ήτοι την 13/12/2019, στη Γιαλιά της επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν κάτοχος οικοδομής εντός του τεμαχίου με αρ. [ ], Φ/Σχ. 26/29, παρέκουσε Δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 23.01.2003, που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 3164/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και το οποίο διέτασσε την κατεδάφιση της αναφερόμενης οικοδομής. Ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετώπιζε και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από την κο Μ. Πεγειώτη (ΜΚ1), τον κο Γ. Κωνσταντίνου (ΜΚ2) και τον πρωτοκολλητή του επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου κου Μ. Αταλιώτη (ΜΚ.3). Με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 21.02.2023 το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση του κατηγορούμενου τον οποίο και κάλεσε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, με τον κατηγορούμενο να επιλέγει όπως καταθέσει ενόρκως. Δεν κλήτευσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Παραθέτω στη συνέχεια συνοπτικά την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο Μαρτυρία ΜΚ.1 Πρώτος μάρτυρας ήταν ο ο κος Πεγειώτης Μωυσής ο οποίος εργάζεται ως βοηθός επαρχιακός επόπτης στα γραφεία του κατήγορου και από το Σεπτέμβριο του 2021 έχει υπό την εποπτεία του την κοινότητα Γιαλιάς. Ανέφερε ότι εντός του τεμαχίου 18 Φ/Σχ. 26/29 στη Γιαλιά της επαρχίας Πάφου (εφεξής το υπό αναφορά τεμάχιο) υπάρχει παράνομη οικοδομή η οποία ανεγέρθηκε από τον κατηγορούμενο και για την οποία εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης στις 23.01.
  1. Μέχρι σήμερα δεν έχει εξασφαλιστεί οποιαδήποτε άδεια. Επισκέφθηκε το χώρο, με τελευταία φορά επίσκεψης του την προηγούμενη της κατάθεσης του (19.12.2022), και διαπίστωσε ότι η οικοδομή συνεχίζει να υφίσταται. Παρά το ότι κατά καιρούς το γραφείο του κατήγορου απέστελνε επιστολές στον κατηγορούμενο για το θέμα αυτό εντούτοις δεν υπήρξε από μέρους του οποιαδήποτε ανταπόκριση. Κατέθεσε σχετικές επιστολές ως Τεκμήρια 1 έως και
  2. Ανέφερε ότι η οικοδομή είναι τύπου εστιατόριο / μπαρ και είναι κατασκευασμένη από ευτελή υλικά. Για την υπό κρίση υπόθεση ετοιμάστηκε έκθεση πταίσματος από τον ΜΚ.2 την οποία μετά από σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί ξανά το υπό αναφορά τεμάχιο πριν περίπου 1 με 2 εβδομάδες, εκτός της προηγούμενης της κατάθεσης του. Αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε επισκέφθηκε το χώρο. Η παράνομη οικοδομή είναι κτισμένη κοντά στο δρόμο ενώ αναφορικά με την επιστολή τεκμήριο 3 δεν γνώριζε το λόγο που γίνεται αναφορά σε πολεοδομική άδεια. Επέμενε ότι στο γραφείο του κατήγορου δεν είχε υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση για άδεια και η πολεοδομική άδεια εκδίδεται από άλλη αρχή. Ιδιοκτήτες του υπό αναφορά τεμαχίου είναι οι Στεφάνου Ιωσήφ Φωστήρα και Στεφάνου Κυριάκου Ανδρέας, όμως δεν γνώριζε ποιοι ήταν το
  4. Ανάφερε ότι σε σχέση με τους ιδιοκτήτες δεν λήφθηκαν κάποια μέτρα όμως έχει πρόθεση ο κατήγορος να λάβει. Δεν γνώριζε κατά πόσο το μέρος της οικοδομής που, κατ' ισχυρισμό εμπίπτει στη ζώνη προστασίας της παραλίας έχει κατεδαφιστεί, ούτε το πότε έχει ανεγερθεί. Επίσης δεν γνώριζε αν η οικοδομή ήταν πέραν των 80 ετών και κατά πόσο το κύριο μέρος της οικοδομής είναι κτισμένο με πέτρα. Επέμενε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν επιτρέπεται η ανέγερση οικοδομής εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας εκτός αν υπάρξει απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. ΜΚ.2 Επόμενος μάρτυρας ήταν ο κος Γιάννης Κωνσταντίνου. Ανέφερε ότι εργάζεται στην επαρχιακή διοίκηση από το 2017 και ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε την έκθεση πταίσματος για την παρούσα υπόθεση, το
  5. Η παράνομη οικοδομή συνίστατο αρχικά σε ένα δωμάτιο επί του οποίου κατασκευάστηκαν προσθήκες, οι οποίες έγιναν από τον κατηγορούμενο και ο οποίος το κατείχε. Ουδέποτε είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής για το όλο υποστατικό το οποίο, όσον αφορά το δωμάτιο είναι κτιστό από μπετόν, ενώ όσον αφορά τις προσθήκες είναι από ξύλο τσίγκους και γύρω - γύρω κλειστό με τζαμαρία. Το συνολικό του εμβαδόν είναι 280 τετραγωνικά μέτρα, και βρίσκεται στο ανατολικό μέρος προς τη θάλασσα και κατά μήκος του κύριου δρόμου που οδηγεί από την Πόλη Χρυσοχούς στον Πωμό. Μέρος του δε, ευρίσκεται εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας. Στο πίσω μέρος του τεμαχίου βρίσκεται μια κατοικία η οποία είναι νόμιμη και έχει άδεια οικοδομής από το γραφείο του κατήγορου. Αυτή κατέχεται από την αδερφή του κατηγορούμενου. Εξήγησε ότι η παράνομη οικοδομή, κτίστηκε σίγουρα μετά το 1950 επειδή δεν συμπεριλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας όπως ισχύει για τις οικοδομές που ανεγέρθηκαν πριν το έτος αυτό. Επισκέφθηκε το υπό αναφορά τεμάχιο πολλές φορές από το 2017 μέχρι και το 2020 που εκτελούσε καθήκοντα Βοηθού Επαρχιακού Επόπτη στην περιοχή. Τελευταία φορά το επισκέφθηκε στις 05.01.2023 και διαπίστωσε ότι το υποστατικό εξακολουθεί να είναι εκεί. Διευκρίνισε ότι η αναφορά επί του τεκμηρίου 3 σε πολεοδομική άδεια αφορά την ανέγερση ενός περιπτέρου, η οποία όμως δεν προχώρησε και σε έκδοση άδειας οικοδομής και που δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την παράνομη οικοδομή για την οποία λήφθηκαν δικαστικά μέτρα. Τέλος ανέφερε ότι από τις κατά καιρούς επισκέψεις τους διαφάνηκε ότι την οικοδομή την κατείχε ο κατηγορούμενος μαζί με τα παιδιά του, και ότι αυτή χρησιμοποιείται ως μπυραρία και ως αποθηκευτικός χώρος για άλλη οικοδομή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έγινε λάθος στην τότε δίωξη του κατηγορούμενου εφόσον λαμβάνονται δικαστικά μέτρα και εναντίον των κατόχων και χρηστών ενός παράνομου υποστατικού. Δέχθηκε ότι το 2002 που λήφθηκαν μέτρα εναντίον του κατηγορούμενο δεν ήταν ιδιοκτήτης του υπό αναφορά τεμαχίου, Από το μάρτυρα ζητήθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 πιστοποιητικό οριοθέτησης του υπό αναφορά τεμαχίου το οποίο είχε στην κατοχή του. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο μέρος του τεμαχίου ήταν εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας. Ήταν η θέση του ότι το εκδοθέν διάταγμα αφορούσε το παράνομο υποστατικό (δωμάτιο), και δεν τίθετο θέμα προσδιορισμού του μέρους που έπρεπε να κατεδαφιστεί εφόσον ήταν ολόκληρο παράνομο. Αποτελούσε ως ανέφερε ένα ενιαίο υποστατικό εφόσον επ' αυτού γίνονταν προσθήκες. Αν και δεν ήξερε ποιος είχε χτίσει αρχικά το μικρό δωμάτιο εντούτοις επέμενε στη θέση του ότι σίγουρα ανεγέρθηκε μετά το
  6. Στην υποβολή ότι το Διάταγμα δεν καθορίζει τι είδους οικοδομή πρέπει να κατεδαφιστεί ο μάρτυρας απάντησε ότι μια παράνομη οικοδομή υπάρχει εντός του τεμαχίου. Η άδεια οικοδομής για την κατοικία που επίσης υπάρχει εντός του ίδιου τεμαχίου εκδόθηκε το 2007 στο όνομα της μητέρας του κατηγορούμενου και δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε άλλη άδεια οικοδομής. Περί το 2017 που είχε επισκεφθεί την περιοχή σε εντεταλμένη υπηρεσία (κατεδάφιση άλλου παράνομου υποστατικού) διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος κατείχε και χρησιμοποιούσε το επίδικο υποστατικό, το οποίο κα διαχειρίζεται μαζί με τα παιδιά του. Στο μάρτυρα επίσης ζητήθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του υπό αναφορά τεμαχίου. Επ' αυτού ανέφερε ότι εφόσον αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας η εκδοθείσα άδεια οικοδομής σημαίνει ότι η κατοικία, την οποία και αφορούσε, ήταν συμφώνως των εγκριθέντων σχεδίων και των όρων ης άδειας οικοδομής. Διευκρίνισε δε ότι δεν αποτελεί κώλυμα η έκδοση άδειας οικοδομής για κάποιο υποστατικό εντός ενός τεμαχίου στο οποίο υπάρχει και παράνομη οικοδομή όπως η υπό κρίση περίπτωση. Τέλος επέμενε στη θέση του ότι ο κατηγορούμενος είχε σχέση με την παράνομη οικοδομή εξ' ου και παραδέχθηκε σχετική κατηγορία σε ποινική υπόθεση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα κατεδάφισης. ΜΚ.3 Τέλος προσήλθε για να καταθέσει ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ανέφερε ότι ο φάκελος της υπόθεσης έχει καταστραφεί σε συμμόρφωση με τα κριτήρια που έθεσε για το ζήτημα αυτό το Ανώτατο. Είχε στην κατοχή του και κατέθεσε σχετικά αντίγραφο σελίδας από το μητρώο ποινικών υποθέσεων του Ε.Δ Πάφου (Τεκμήριο 9) καθώς και πιστό αντίγραφο του Διατάγματος που εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση με αριθμό 3164/2002 (Τεκμήριο 10). Στο τεκμήριο 9 γίνεται αναφορά στην ως άνω ποινική υπόθεση, και συγκεκριμένα ότι στις 23.01.2003 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή προστίμου ύψους €100 και περαιτέρω ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κατεδάφισης με αναστολή 2 μηνών εκτός αν εκδοθεί άδεια από την αρμόδια αρχή. Ανάλογο περιεχόμενο έχει και το τεκμήριο 10 από το οποίο επίσης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το Διάταγμα έχει επιδοθεί, ενώ ερωτηθείς αν αναφέρει το διάταγμα τι ήταν αυτό που επακριβώς έπρεπε να κατεδαφίσει ο κατηγορούμενος παρέπεμψε στο περιεχόμενο του. Μαρτυρία Κατηγορούμενου Ως προελέχθη, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως μετά που κλήθηκε σε απολογία. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν είχε ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με το υπό αναφορά ακίνητο, υπό την έννοια ότι ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτης του. Ανέφερε ότι «έκοψε σε λάθος στιγμή» όταν καταγγέλθηκε από τον κατήγορο όταν λειτουργοί του τον είδαν να επισκευάζει τη στέγη του επίδικου υποστατικού το οποίο τότε ήταν ιδιοκτησίας της μητέρας του. Η τελευταία εξασφάλισε πολεοδομική άδεια για την ανέγερση ενός περιπτέρου εντός του επίδικου τεμαχίου. Κατάθεσε σχετικό έγγραφο ως Τεκμήριο
  7. Σήμερα οι ιδιοκτήτες του είναι ο αδελφός και η αδελφή του κατηγορούμενου. Ο λόγος που δεν κατεδάφισε το υποστατικό που δεν είναι αδειοδοτημένο εντός του υπό αναφορά τεμαχίου είναι γιατί δεν είχε εξουσιοδότηση να το πράξει, αρχικά από τη μητέρα του και εν συνεχεία από τα δυο αδέλφια του. Ως προς το λόγο που δέχθηκε να εκδοθεί διάταγμα εναντίον του εν σχέση με το υπο αναφορά ακίνητο, ανέφερε ότι δέχθηκε την έκδοση του επειδή την περίοδο εκείνη ο πατέρας του είχε αποβιώσει και δεν ήθελε να ταλαιπωρεί τη μητέρα του. Πείσθηκε από τον τότε δικηγόρο του αλλά και τον τότε δικηγόρο του κατήγορου να παραδεχθεί για να του επιβληθεί κάποιο πρόστιμο και να τελειώνει η υπόθεση. Σε σχέση με την άδεια οικοδομής που αναφέρεται στο τεκμήριο 8 (τίτλος ιδιοκτησίας) ανέφερε ότι αρχικά ήταν για το περίπτερο όμως λόγω παρανομιών εκδόθηκε για το σπίτι της μητέρας του. Αντεξεταζόμενος επέμενε στους λόγους για τους οποίους παραδέχθηκε την κατηγορία της παράνομης ανέγερσης οικοδομής στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 3164/
  8. Αρνήθηκε υποβολή περί σκέψεις του εκ των υστέρων. Δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε ενέργειας μετά το πέρας της αναφερόμενης υπόθεσης, πέραν του ότι το ανέφερε στη μητέρα του. Στην υποβολή ότι του είχαν αποσταλεί σχετικές επιστολές από λειτουργούς του κατήγορου απάντησε ότι είχε επισκεφθεί το γραφείο του Επάρχου περί το 2009 και έλαβε διαβεβαίωση από κάποιο κο Νικολάου, που έχει αποβιώσει, ότι το θέμα είχε λήξει. Όταν του επισημάνθηκε, δια υποβολής, από την κα Ξενοφώντος, ότι το γραφείο του κατήγορου συνέχιζε να του αποστέλλει επιστολές και μετά το 2009 ανέφερε ότι ήθελε να έρθει Δικαστήριο να βρει το δίκαιο του. Αυτός ουσιαστικά ήταν και ο λόγος που δεν απάντησε στις επιστολές ως ανέφερε στη συνέχεια. Να έρθει δηλαδή στο Δικαστήριο να δώσει εξηγήσεις. Εξ' όσων γνώριζε το υποστατικό για το οποίο είχε κατηγορηθεί στην ποινική υπόθεση 3164/02 συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα και δεν γνωρίζει αν υπάρχει άδεια οικοδομής για αυτό. Τέλος αρνήθηκε υποβολή της κας Ξενοφώντος ότι κατά το χρόνο που του ασκήθηκε ποινική δίωξη και μέχρι σήμερα συνεχίζει να είναι κάτοχος του επίδικου υποστατικού ή να έχει οποιαδήποτε σχέση με αυτό. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
  9. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας υφίσταται όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφ. 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, ECLI:CY:AD:2015:A
  10. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος: α) Εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 3164/2002, του Ε.Δ Πάφου στην οποία βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής. β) Στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης και στην παρουσία του κατηγορούμενου, την 23.01.2003 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κατεδάφισης παράνομης οικοδομής που βρισκόταν εντός του τεμαχίου με αρ. 18 του Φ/Σχ. 26/29 ευρισκόμενο στη Γιαλιά της Επαρχίας Πάφου, εκτός αν εντός δυο μηνών από της ημερομηνίας έκδοσης του εξασφάλιζε σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. γ) Ο κατηγορούμενος ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου που περιγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος. δ) Στάλθηκαν κατά καιρούς επιστολές στον κατηγορούμενο με τις οποίες ο κατήγορος τον καλούσε όπως συμμορφωθεί με το περιεχόμενο του αναφερόμενου Διατάγματος ε) Ο κατηγορούμενος ουδέποτε απάντησε γραπτώς στις εν λόγω επιστολές <) Εντός του υπό αναφορά τεμαχίου υπάρχει ακόμα μια αδειοδοτημένη οικοδομή η οποία χρησιμοποιείται ως οικία της μητέρας του. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγω σε σχετικά ευρήματα Αξιολόγηση μαρτυρίας Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους ενόσω αυτή κατέθεταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει το ΜΚ.1 στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, και πιο συγκεκριμένα τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273). Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στη Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Έχω επίσης αντιπαραβάλει τις θέσεις του με την πραγματική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). Στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). Αξιολόγηση ΜΚ.1 Θεωρώ ότι ο κος Πεγειώτης κατέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και θετικότητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε πρόθεση του παραπλάνησης ως προς την πραγματικότητα των γεγονότων ούτε και αντιλήφθηκα ότι προσπαθούσε να αποκρύψει γεγονότα τα οποία ενδεχόμενα να έβλαπταν την υπόθεση του κατήγορου. Η μαρτυρία του δε, συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπήρξαν και κάποιες μικροαντιφάσεις στα όσα ανέφερε και πιο συγκεκριμένα στο είδος των υλικών από τα οποία είναι κατασκευασμένο το επίδικο υποστατικό. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι κυρίως από ευτελή υλικά κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι υπάρχει τζάμι, ξύλο, αλουμίνιο και μπετόν. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι είναι από πέτρα κτισμένο απάντησε ότι δεν ξέρει. Δεν αποδέχομαι συνεπώς το μέρος της μαρτυρίας του ως προς το είδος των υλικών που είναι κατασκευασμένη η επίδικη οικοδομή. Ο μάρτυρας επίσης φάνηκε να ήταν σε σύγχυση ως προς το ποιο μέρος του επίδικου υποστατικού βρισκόταν εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας και κατά πόσο έχει αυτό κατεδαφιστεί. Τα ζητήματα αυτά όμως είναι επουσιώδη και δεν έχουν την οποιαδήποτε σημασία για το συμπέρασμα ενοχής ή μη του κατηγορούμενου. Άλλωστε ξεκαθαρίστηκαν με τη μαρτυρία του ΜΚ.2 και το τεκμήριο 7 που κατέθεσε. Κρίνω ότι οι πιο πάνω ανακολουθίες του μάρτυρα δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του σε σημείου που θα πρέπει εξ' ολοκλήρου να απορριφθεί. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του με εξαίρεση το υπό αναφορά σημείο. Αξιολόγηση ΜΚ.2 Πολύ θετική εντύπωση αποκόμισα και από τον ΜΚ.
  1. Εξήγησε με λεπτομέρειες και ενάργεια τα όσα αφορούσαν την υπο κρίση υπόθεση. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, θετική, ειλικρινής και χαρακτηριζόταν από αληθοφάνεια. Απαντούσε με ευθύτητα και χωρίς οποιεσδήποτε περιστροφές στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ενώ διαφάνηκε ότι γνώριζε από πρώτο χέρι τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του και οι εξηγήσεις του ήταν πέρα για πέρα πειστικές και λογικές. Και η δική του μαρτυρία στηρίζεται από τη πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα το τεκμήριο 7, η ορθότητα του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί, και που παρουσιάζει μέρος του επίδικου υποστατικού να επεμβαίνει στην ζώνη προστασίας της παραλίας. Δεν έχει αμφισβητηθεί επί της ουσίας οτιδήποτε λέχθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα. Οι όλες υποβολές από πλευράς υπεράσπισης περιστράφηκαν γύρω από την κατ' ισχυρισμό ασάφεια του εκδοθέντος διατάγματος, την αδυναμία συμμόρφωσης του κατηγορούμενου με αυτό, και την ανυπαρξία οποιασδήποτε σχέσης του με το υπό αναφορά ακίνητο. Συνακόλουθα αποδέχομαι και τη δική του μαρτυρία στην ολότητα της. Αξιολόγηση ΜΚ.3 Ο κος Αταλιώτης είναι Πρωτοκολλητής του Ε.Δ Πάφου. Η μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς του ήταν τυπική και ουσιαστικά στόχευε στην κατάθεση της συνοπιτκής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 3164/02 και αντιγράφου της σελίδας του βιβλίου μητρώου του Ε.Δ Πάφου που την αφορούσε. Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9 που κατέθεσε προκύπτει ότι η κατηγορία που αντιμετώπιζε και στην οποία βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής ο κατηγορούμενος, αφορούσε το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια. Πέραν κάποιων διευκρινιστικών ερωτήσεων κατά την αντεξέταση δεν έχουν αμφισβητηθεί τα λεγόμενα του ούτε και αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε. Συνεπώς και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή. Αξιολόγηση Κατηγορούμενου Ο Κατηγορούμενος άφησε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του να πείσει για τη διασύνδεση του με το επίδικο υποστατικό στο υπό αναφορά ακίνητο, και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θύμα ενός λάθους που έπραξε παραδεχόμενος την κατηγορία που αντιμετώπιζε στην ποινική υπόθεση 3164/
  2. Οι υποβολές δια του συνηγόρου του στους μάρτυρες κατηγορίας ήταν αντιφατικές μεταξύ τους εφόσον από την μια προωθούσαν τη θέση για αδυναμία συμμόρφωσης ενώ την ίδια ώρα προωθούσαν τη θέση για, μερική έστω, συμμόρφωση. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος στη δια ζώσης μαρτυρία του πρόβαλε ισχυρισμούς και θέσεις που όχι μόνο δεν πλαισίωναν τις πλείστες των υποβολών του συνηγόρου του αλλά αποτελούσαν και θέσεις που δεν είχαν καν υποβληθεί στους μάρτυρες κατηγορίας. Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος υπέπεσε και σε αντιφάσεις. Παραθέτω ορισμένα παραδείγματα για τα πιο πάνω. α) Ενώ αρχικά υπέβαλε τη θέση ότι μέρος της μη αδειούχας οικοδομής, που επέμβαινε στη ζώνη προστασίας της παραλίας, έχει κατεδαφιστεί, στη συνέχεια κατά εντελώς αντιφατικό τρόπο υπέβαλε τη θέση ότι του ήταν αδύνατο να προβεί σε οποιαδήποτε κατεδάφιση εφόσον ήταν άλλα πρόσωπα οι ιδιοκτήτες. β) Ενώ αποτέλεσε θέση του, κατά την αντεξέταση του ΜΚ.2, ότι δεν υφίσταται καμία παράνομη οικοδομή επί του υπό αναφορά τεμαχίου, κατά την αντεξέταση του ιδίου από την κα Πρωτοπαπά σε σχετική ερώτηση ανέφερε επί λέξει «Απ' όσο γνωρίζω υπάρχει». γ) Ενώ αποτέλεσε επίσης θέση του ότι το διάταγμα ήταν ασαφές και δεν γνώριζε τι ακριβώς έπρεπε να πράξει, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ουδέποτε υποστήριξε τέτοια θέση περιοριζόμενος στο να αναφερθεί ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το ακίνητο. Την ίδια ώρα πρόβαλε την αντιφατική θέση, ότι δεν είχε εξουσιοδότηση από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη για να μπορεί να συμμορφωθεί. δ) Ενώ κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν είχε προσωπικά ειδοποιηθεί από την Επαρχιακή Διοίκηση για το θέμα της κατεδάφισης κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι επιστολές που του στάλθηκαν δεν τον αφορούσαν και ότι μάλιστα επισκέφθηκε τα γραφεία του κατήγορου για να συζητήσουν το θέμα ε) Ουδέποτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ότι ο ίδιος επισκέφθηκε τα γραφεία της Επαρχιακής Διοίκησης και του αναφέρθηκε από τον, αποβιώσαντα πλέον, τότε λειτουργό ότι το θέμα (της κατεδάφισης του επίδικου υποστατικού) είχε λήξει. ζ) Επίσης και ο ισχυρισμός του ότι δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Ε.Δ Πάφου που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 3164/02, λόγω του ότι δεν του το επέτρεψαν οι εκάστοτε ιδιοκτήτες, πέραν του ότι αντιφάσκει με άλλες θέσεις που υπέβαλε, προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του χωρίς να έχει υποβληθεί με τον συγκεκριμένο τρόπο στους μάρτυρες κατηγορίας Τα πιο πάνω θεωρώ ότι συνιστούν ουσιώδης αντιφάσεις και ανακολουθίες από πλευράς κατηγορούμενου με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα όσα ισχυρίστηκε ενόρκως, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής των ευθυνών του και εκ των υστέρων σκέψεις του, ως και η εισήγηση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 149/2015 ημερ. 25.04.2017, ECLI:CY:AD:2017:D145: Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. Όπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα. Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί για την αληθοφάνεια της εκδοχής που ο Κατηγορούμενος εν τέλει προώθησε δια ζώσης ήτοι ως προς τους λόγους που δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με το υπό αναφορά Διάταγμα. Δεν έδωσε οποιεσδήποτε πειστικές εξηγήσεις και λεπτομέρειες ως προς τυχόν συζητήσεις που είχε με τους ιδιοκτήτες για το ζήτημα αυτό, που ειρήσθω εν παρόδω ήταν στενά συγγενικά του πρόσωπα (μητέρα και αδέλφια). Ούτε και κλήτευσε τα εν λόγω πρόσωπα να καταθέσουν στο Δικαστήριο ώστε να επιβεβαιώσουν την εκδοχή του ή έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση περί της παράλειψης του αυτής. Συνεπώς η γενική και αόριστη αναφορά του ότι δεν του επέτρεπαν να κατεδαφίσει το επίδικο υποστατικό δεν μπορεί να εξακριβωθεί και από το ίδιο το Δικαστήριο. Ο εκπληκτικότερος όμως ισχυρισμός του κατηγορούμενου, και που καταδεικνύει το υστερόβουλο των σκέψεων του, είναι άλλος. Αναφέρομαι φυσικά στην θέση του ότι τον παρέπεισαν τόσο ο δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε όσο και η δικηγόρος του τότε κατήγορου να παραδεχθεί ενοχή στο αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής ενώ σύμφωνα με τον ίδιο δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτή. Αν και δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία οι λόγοι που εκδόθηκε το Δικαστικό Διάταγμα, είναι στοιχείο σχετικό με την αξιοπιστία του. Δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής όχι μόνο να παραδέχεται κάποιος ένα αδίκημα που δεν έχει διαπράξει αλλά και να αποδέχεται και την έκδοση προστακτικής φύσεως διατάγματος. Όπως λέχθηκε στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225 (υπό του Γ. Πική ως ήταν τότε) «.. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι΄ αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται.». Το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει ο κατηγορούμενος, εφόσον διαφωνούσε με το δικηγόρο του, θα ήταν να αναζητήσει συμβουλή και από άλλο συνήγορο, τόσο ως προς τον πρέποντα χειρισμό της τότε υπόθεσης του, όσο και ως προς τις συνέπειες της παραδοχής του. Ούτε βέβαια έχει το οποιοδήποτε έρεισμα η θέση του ότι παραδεχόμενος το αδίκημα αυτό, θα απάλλασσε τη μητέρα του από οποιαδήποτε ταλαιπωρία εφόσον και αυτή η θέση παρέμεινε γενική και αόριστη, και που επίσης δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του κατηγορούμενο και την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Σύμφωνα με τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει αποδεκτή και τα ενώπιον μου τεκμήρια καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 3164/2002, του Ε.Δ Πάφου στην οποία βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, και η οποία αφορούσε το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής άνευ άδειας. Στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης και στην παρουσία του κατηγορούμενου, την 23.01.2003 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κατεδάφισης παράνομης οικοδομής που βρισκόταν εντός του τεμαχίου με αρ. [ ] του Φ/Σχ. 26/29 ευρισκόμενο στη Γιαλιά της Επαρχίας Πάφου, εκτός αν εντός δυο μηνών από της ημερομηνίας έκδοσης του εξασφάλιζε σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Περαιτέρω του επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 100Λ.Κ. (αντίστοιχο σε €170) Ο κατηγορούμενος ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου που περιγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Εντός του υπό αναφορά τεμαχίου περί το 2002 διαπιστώθηκε ότι είχε ανεγερθεί ένα υποστατικό (δωμάτιο) χωρίς άδεια οικοδομής. Επ' αυτού του δωματίου κατασκευάστηκαν επεκτάσεις / προσθήκες (άγνωστο πότε και από ποιον) κατά τρόπο που να αποτελούν ένα ενιαίο οικοδόμημα με το αρχικό δωμάτιο. Το οικοδόμημα αυτό βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του τεμαχίου προς τη θάλασσα και είναι κατά μήκος του κύριου δρόμου που οδηγεί από την Πόλη Χρυσοχούς προς το Πωμό. Μέρος του βρίσκεται εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας. Μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής για αυτό και συνεχίζει να υφίσταται μέχρι σήμερα. Αυτό είναι και το μόνο μη αδειούχο υποστατικό που υφίσταται εντός του τεμαχίου Στο πίσω μέρος του τεμαχίου υπάρχει άλλη οικοδομή η οποία χρησιμοποιείται ως κατοικία στην οποία σήμερα διαμένει η αδελφή του κατηγορούμενου. Για την οικοδομή αυτή έχει εξασφαλιστεί άδεια. Το επίδικο υποστατικό κτίστηκε μετά το 1950 και συνέχιζε να υφίσταται μέχρι και της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Αυτό τόσο κατά το 2003 όσο και μεταγενέστερα κατείχετο και χρησιμοποιείτο και από τον κατηγορούμενο, ως μπυραρία αλλά και ως αποθηκευτικός χώρος για άλλη οικοδομή, εκτός του υπό αναφορά τεμαχίου. Σημερινοί ιδιοκτήτες του τεμαχίου είναι τα αδέλφια του κατηγορούμενου Ο κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί μέχρι σήμερα με το Διάταγμα του Ε.Δ Πάφου που εκδόθηκε εναντίον του στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 3164/2002 Νομική Πτυχή Η νομική βάση που διέπει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι αυτή του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96. «Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η ό αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από το λεκτικό του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96 είναι τα ακόλουθα: 1. Η ύπαρξη διατάγματος, που εκδόθηκε, δυνάμει των εδαφίων
(3)ή (3Α) του άρθρου 20 του Κεφ. 96[1] και
  1. Η ανυπακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Για να επιτύχει η κατηγορούσα αρχή την στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος θα πρέπει να αποδείξει:
  2. Ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος και
  3. Ότι με πρόθεση το καταστρατήγησε, να αποδείξει δηλαδή την ένοχη διάνοια του (mens rea) (βλ. Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 (E) AAΔ 750) Στην Ποινική Έφεση Police v. Kyriakides
(1988)2 C.L.R. 172, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε σε νομικό ερώτημα ότι η επίδοση διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου που ήταν παρών κατά την έκδοση του δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απείθειας κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Όπως αναφέρθηκε, τίποτα τέτοιο δεν υπαγορεύεται στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, είτε στους δυνάμει του πιο πάνω Νόμου Κανονισμούς σε αντίθεση με ανυπακοή διαταγμάτων που εκδίδονται σε αστικές υποθέσεις όπου και σύμφωνα με την Διαταγή 42(Α), θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας όπου τέτοια διατάγματα πρέπει να έχουν την δέουσα οπισθογράφηση και να επιδίδονται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Σύμφωνα με το Εφετείο, αυτό εξηγεί και το ότι, κατά κανόνα, τα Δικαστήρια απαιτούν την παρουσία των κατηγορουμένων που κατηγορούνται για τη διάπραξη αδικημάτων κατά παράβαση νομοθετημάτων που εξουσιοδοτούν την έκδοση διαταγμάτων επιπρόσθετα όποιας άλλης ποινής. Επιπρόσθετα και όπως προκύπτει από το άρθρο 20
(5)του Κεφ. 96 η επίδοση του διατάγματος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συνεπώς η παρουσία του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο κατά το χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος θεωρείται ικανοποιητική γνώση του ιδίου για την ύπαρξη του. Δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί απλά η παρακοή ή παράλειψη συμμόρφωσης, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί και το ηθελημένο αυτής. Επί τούτου σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης v. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 η οποία αξίζει να σημειωθεί αφορούσε αδίκημα ίδια με αυτό που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε εναντίον της αθωωτικής απόφασης που εξέδωσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής: «Στο σύγγραμμα The Law of Contempt - Borrie & Lowe, (σελ. 322), διαπιστώνεται η ύπαρξη βαθμού αβεβαιότητας ως προς την αναγκαιότητα απόδειξης του ηθελημένου της πράξης. Υιοθετείται η άποψη ότι κάποιος βαθμός υπαιτιότητας (fault) είναι απαραίτητος για τη στοιχειοθέτηση παρακοής διατάγματος δικαστηρίου. Στην περίπτωση, όμως, προστακτικών διαταγμάτων, με τα οποία επιβάλλεται θετική ενέργεια από το άτομο προς το οποίο απευθύνονται, η αδυναμία εκτέλεσης τους, όπως επισημαίνεται, συνιστούσε ανέκαθεν υπεράσπιση, με την επιφύλαξη ότι το βάρος απόδειξης της αδυναμίας φέρει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η διαταγή - (βλ. A.G. v. Walthamstow Urban District Council, 1895, VOL. XI 189495, TLR, 533. Lewis v. Pontypridd, Caerphilly, and Newport Railway Company, 1895, VOL. XI 1894-95, TLR, 203). Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι η απόδειξη της ηθελημένης ανυπακοής, είναι προαπαιτούμενο για στοιχειοθέτηση της καταφρόνησης σε διάταγμα Δικαστηρίου (βλ. Sazen Fast Food Ltd v. Χ. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 472). Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής από μόνο του δεν είναι αρκετό αλλά θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Η δε ένοχη διάνοια μπορεί να συνάγεται από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και με περιστατική μαρτυρία (βλ. Έπαρχος Πάφου ν. Κωνσταντίνου Ποιν. Εφ. 115/08
(2009)2 ΑΑΔ 594) Ως προς τη θέση ότι ο κατηγορούμενος είχε αδυναμία συμμόρφωσης εναπόκειται στον ίδιο να αποδείξει τέτοιο ισχυρισμό (βλ. Yugos Finance BV v. Halebay Holdings Limited
(2009)1 A.A.Δ. 569 και Γ.Κ ν. Ε.Ζ Έφεση 8/21 ECLI:CY:DOD:2021:10 ημερ. 13.05.2021). Στις περιπτώσεις όπου ένα διάταγμα επιβάλλει μια θετική υποχρέωση - όπως εν προκειμένω - στο Σύγγραμμα Borrie & Lowe's, The Law of Contempt 4η έκδοση, παρα. 6.10 σελ. 140 αναφέρεται ότι: "So far as disobedience to a positive order is concerned it has been held that it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants" Υπαγωγή ευρημάτων στη Νομική Πτυχή / Συμπεράσματα Σε σχέση με το ζήτημα της γνώσης του κατηγορούμενου για την ύπαρξη του υπό αναφορά Διατάγματος, αυτό έχει εξεταστεί στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης μου για το εκ πρώτης όψεως ημερομηνίας 21.02.2023. Με δεδομένο το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του τεκμηρίου 10, ως προκύπτει αβίαστα από αυτό, ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την επιβολή της ποινής του και την έκδοση εναντίον του του σχετικού Διατάγματος. Ο ίδιος άλλωστε δέχθηκε ότι ήταν παρών και παραδέχθηκε την κατηγορία που αντιμετώπιζε. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος έλαβε γνώση αυτού. Αποτέλεσε επίσης κεντρικό άξονα των θέσεων του κατηγορούμενου ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης είτε κατά το χρόνο που εκδόθηκε εναντίον του το διάταγμα κατεδάφισης είτε μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης. Αυτό άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί. Το ερώτημα κατά πόσο η ανυπαρξία σχέση ιδιοκτήτη συνιστά υπεράσπιση στην υπό κρίση κατηγορία έχει εξεταστεί στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης μου και έχει απορριφθεί. Παραθέτω το σκεπτικό: «Το άρθρο 20
(5)του Κεφ.96 δεν κάνει καμία αναφορά ως προς τη νομική σχέση του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται τέτοιο διάταγμα, με το ακίνητο ή το υποστατικό το οποίο διατάζεται να κατεδαφίσει ή μετακινήσει. Όπως επίσης προκύπτει από το λεκτικό της πρώτης παραγράφου εδάφιο (γ) σε συνδυασμό με την παράγραφο 3 του ίδιου Άρθρου, τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί και κατά προσώπου το οποίο, μεταξύ άλλων, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια οικοδομή ή τμήμα της[2]. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ.2 τόσο κατά την αντεξέταση όσο και στην κυρίως εξέταση του, μαρτυρία που ασφαλώς δεν αξιολογείται, ο κατηγορούμενος κατείχε και χρησιμοποιούσε την επίδικη οικοδομή. Συνεπώς δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται η οικοδομή. Το αν λανθασμένα, ως ήταν και εισήγηση της υπεράσπισης, εκδόθηκε το υπό αναφορά διάταγμα, αφενός αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αξιολογηθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και δη από ομόβαθμο Δικαστήριο, αφετέρου δεν προκύπτει τέτοια δυνατότητα από τον ίδιο το Νόμο (Κεφ.96).» Υπενθυμίζω ότι η μαρτυρία του ΜΚ.2 έχει γίνει πλήρως αποδεκτή ως αξιόπιστη στα τελικό αυτό στάδιο της διαδικασίας. Ως προς τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων κατεδάφισης και εναντίον προσώπων που δεν είναι ιδιοκτήτες μιας παράνομης οικοδομής, όμως έχουν κατοχή αυτής παραπέμπω στην υπόθεση Elfi Entertainment Ltd κ.ά. ν. Δήμου Αγίας Νάπας
(2006)2 Α.Α.Δ. 361, στην οποία είχε εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης εναντίον ενοικιαστών. Ως λέχθηκε χαρακτηριστικά «οποιοσδήποτε επιθυμεί την κατοχή και χρήση οικοδομών θα πρέπει πρώτα να βεβαιώνεται ότι αυτές είναι νόμιμες και ότι έχουν και άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή.» Η θέση του κατηγορούμενου ότι έτυχε να καταληφθεί από τους λειτουργούς της Επαρχιακής Διοίκησης να επιδιορθώνει την οροφή του επίδικου υποστατικού όχι μόνο είναι εξωπραγματική αλλά αποτελεί, με κάθε σεβασμό, εμπαιγμό του Δικαστηρίου. Ακόμα και αν έτσι είχαν γίνει τα πράγματα θα αναμενόταν ο κατηγορούμενος να προέβαινε σε κάποιες παραστάσεις κατά το χρόνο εκείνο ώστε να απαλλαγεί των όποιων ευθυνών του. Σε περίπτωση δε που δεν εισακουόταν, η λογική του πράγματος θα ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο Δικαστήριο. Όχι μόνο δεν ανέφερε αν έπραξε το οτιδήποτε, αλλά προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να πείσει το Δικαστήριο ότι παραδέχθηκε την κατηγορία ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια γιατί ακολούθησε τη συμβουλή του δικηγόρου του και για να μην ταλαιπωρήσει τη μητέρα του. Για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί δεν έγιναν αποδεκτοί ούτε αυτοί του οι ισχυρισμοί. Τέλος ως προς το ζήτημα της ασάφειας του Διατάγματος, επίσης αυτό έχει εξεταστεί στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως. Με παραπομπή στις αυθεντίες Yugos Finance BV κ.α. v. Ηalebay Holdings Ltd, ανωτέρω, Mιχαηλίδης Δρόσος v. Μargarita Μιχαηλίδου Poliakova (Aρ. 1)
(2011)1 ΑΑΔ 356 και Γιάλλουρου ν. Οδοντεχνικό Εργαστήριο Γ. Α. Βαριάνος Λτδ κ.α., Ποιν. Εφέσεις 133/06 και 123/06
(2007)2 ΑΑΔ 151, και εξετάζοντας το λεκτικό του εκδοθέντος Διατάγματος δεν διαπίστωσα να προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία ως προς το τι έπρεπε να πράξει ο κατηγορούμενος. Παραθέτω το σχετικό λεκτικό από το τεκμήριο 10: ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα το οποίο ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον κατηγορούμενο να κατεδαφίσει την παράνομη οικοδομή στο τεμάχιο με αρ. 18 Φ/Σχ.26/29, στη Γιαλια της επαρχίας Πάφου εκτός εάν εντός 2 μηνών από σήμερα εξασφαλιστεί η σχετική άδεια από την Αρμόδια Αρχή Ως προκύπτει, γίνεται αναφορά σε μια παράνομη (μη αδειούχα) οικοδομή που είχε ανεγερθεί εντός του υπό αναφορά τεμαχίου την οποία και έπρεπε να κατεδαφίσει. Το γεγονός ότι, ως διαφάνηκε από τη μαρτυρία, υπήρχε και άλλη οικοδομή εντός του ίδιου ακινήτου, η οποία χρησιμοποιείται ως κατοικία, δεν επηρεάζει την σαφήνεια και καθαρότητα του λεκτικού του διατάγματος, εφόσον πρόκειται για μια εντελώς ξεχωριστή οικοδομή από την επίδικη και για την οποία έχει εξασφαλιστεί η προβλεπόμενη από το νόμο άδεια από πρόσωπο άλλο από τον κατηγορούμενο. Δεν μου διαφεύγει ότι επί της επίδικης οικοδομής έχουν προστεθεί περαιτέρω κατασκευές όμως αυτές, ως κατέθεσε ο ΜΚ.2, όμως αυτές συνδέονται κατά τέτοιο τρόπο με το αρχικό κατασκεύασμα (δωμάτιο) έτσι ώστε να αποτελούν ενιαίο κτήριο. Δεδομένου ότι το αρχικό αυτό δωμάτιο ήταν παράνομο έπεται ότι και οι μετέπειτα προσθήκες επ' αυτού μολύνονταν από την παρανομία αυτή και συνακόλουθα υποχρεονόταν ο κατηγορούμενος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη έκδοσης ξεχωριστού προς τούτο διατάγματος, να κατεδαφίσει και αυτές. Δεν ήταν επάναγκες να προσδιοριστεί στο εκδοθέν διάταγμα ποια ήταν ακριβώς η οικοδομή που έπρεπε να κατεδαφιστεί ή να δοθεί αναλυτική περιγραφή των διαστάσεων της, εφόσον μια οικοδομή φαίνεται να υπήρχε και αυτή ήταν εξ' ολοκλήρου παράνομη, ασχέτως του ότι έλαβε στην πορεία νέα μορφή, δια προσθηκών επ' αυτής. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος ο κατηγορούμενος ουδέποτε ανέφερε στην δια ζώσης μαρτυρία του ότι του είχε προκληθεί οποιαδήποτε σύγχυση ή αβεβαιότητα ως προς το ποια οικοδομή έπρεπε να κατεδαφίσει. Αυτό που στην ουσία παραμένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία, το συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αφορά την ηθελημένη παρακοή του Δικαστικού Διατάγματος από μέρος του Κατηγορούμενου. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης τότε θα πρέπει να αποφασιστεί αν ο κατηγορούμενος απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων κατά πόσο ήταν αντικειμενικά αδύνατο εκ μέρους του να συμμορφωθεί. Ανατρέχοντας στην ενώπιον μου μαρτυρία κρίνω ότι υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία προς τούτο. Εν πρώτοις, ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του Διατάγματος όντας παρών στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του. Προκύπτει περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει μέχρι σήμερα συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του αλλά ούτε και έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια οικοδομής αναφορικά με το επίδικο υποστατικό με τις όποιες προσθήκες κατασκευές έγιναν επ' αυτού. Αγνόησε δε πλήρως τις κατ' επανάληψη επιστολές που του απέστειλε ο κατήγορος για να συμμορφωθεί με αυτό, τις οποίες ο ίδιος αγνόησε θεωρώντας ότι το θέμα δεν είχε καμία σχέση μαζί του, καίτοι ήταν σε γνώση του ότι το Διάταγμα ρητά και απερίφραστα απευθυνόταν προς τον ίδιο. Πέραν των πιο πάνω όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε η παράνομη οικοδομή συνεχίζει να υφίσταται μέχρι σήμερα, ενώ σύμφωνα και με την μαρτυρία των ΜΚ.1 και ΜΚ.2 αλλά και του τεκμηρίου 9 αυτή δεν μπορεί να αδειοδοτηθεί εφόσον μέρος της εμπίπτει εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας. Συνεπώς η οποιαδήποτε παρούσα ή μελλοντική προσπάθεια νομιμοποίησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων καθίσταται αδύνατη. Ο Κατηγορούμενος για την κατ' ισχυρισμό αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης του με το Διάταγμα, πρόβαλε ως δικαιολογία αρχικά την μη εξουσιοδότηση του από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες (μητέρα και αδέλφια του) και αφετέρου την διαβεβαίωση που έλαβε από πρώην λειτουργό της Επαρχιακής Διοίκηση ότι το θέμα είχε λήξει. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί η μαρτυρία του δεν έγινε αποδεκτή και απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Πέραν του ότι ουδείς εκ των εκάστοτε ιδιοκτητών προσήλθε στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του, δεν δόθηκαν συγκεκριμένες και πειστικές εξηγήσεις ως προς τις ενέργειες που έλαβε για να συμμορφωθεί και που εν τέλει δεν καρποφόρησαν ακριβώς εξαιτίας των εμποδίων που προέβαλαν τα υπό αναφορά πρόσωπα. Θα αναμενόταν από τον κατηγορούμενο να αναφερθεί σε συγκεκριμένες πράξεις και μέτρα που έλαβε για να προσπαθήσει έμπρακτα και ουσιαστικά να συμμορφωθεί με το Δικαστικό διάταγμα και να παραθέσει με θετική και σαφή μαρτυρία τα προβλήματα και εμπόδια τα οποία επενέργησαν καταλυτικά στην προσπάθεια του αυτή. Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς ελλείπουν τα αναγκαία στοιχεία ώστε να αξιολογηθεί το βάσιμο του ισχυρισμού του. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι ουδέποτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ότι έλαβε μέτρα για συμμόρφωση με το Δικαστικό Διάταγμα, αλλά λόγω των όποιων εμποδίων που προτάχθηκαν από τους ιδιοκτήτες αυτή κατέστη ανέφικτη. Από την άλλη η θέση του ότι του δόθηκαν ρητές διαβεβαιώσεις για το ότι έληξε το ζήτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον και αυτή παρέμεινε αόριστη και ανυποστήρικτη, ενώ δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής εφόσον, αν ίσχυε, όχι μόνο δεν θα συνέχιζαν να του αποστέλλονταν επιστολές αλλά δεν θα λαμβάνονταν καν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Επιπρόσθετα για να δικαιολογήσει, ανεπιτυχώς βέβαια, το γεγονός ότι συνέχιζε να λαμβάνει επιστολές και μετά την δήθεν επίσκεψη του στα γραφεία της επαρχιακής διοίκησης και τις κατ' ισχυρισμό διαβεβαιώσεις που έλαβε, πρόβαλε τον εντελώς αντιφατικό ισχυρισμό ότι ήθελε να έρθει στο Δικαστήριο να αναφέρει την εκδοχή του. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του περί αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης του με το εκδοθέν διάταγμα. Απεναντίας ο ίδιος συνειδητά επέλεξε να μην συμμορφωθεί με το Δικαστικό Διάταγμα και να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της υπό εξέταση υπόθεσης προσπαθώντας να αποποιηθεί των δικών του ευθυνών και να ρίξει την ευθύνη για την κατάσταση την οποία ευρίσκεται οπουδήποτε αλλού. Από τα πιο πάνω, εξάγεται βεβαίως ένα και μόνο συμπέρασμα, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε ούτε και έχει καμιά πρόθεση να συμμορφωθεί με το Δικαστικό Διάταγμα παρά και την πίστωση χρόνου που δόθηκε σε αυτόν από την Αρμόδια Αρχή, δια των επιστολών που του απέστειλε. Καθυστέρηση στη δίωξη / Εύλογος Χρόνος Παρά το ότι δεν έχει εγερθεί ευθέως ζήτημα απαλλαγής του κατηγορούμενου λόγω καθυστέρησης στη δίωξη του, κρίνω ότι θα πρέπει να τύχει αυτό εξέτασης από το ίδιο το Δικαστήριο. Το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει ότι έκαστος κατά την διάγνωση οιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός εύλογου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου. Η διασφάλιση του συνταγματικού αυτού δικαιώματος του Κατηγορούμενου είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου[3]. Στην απόφαση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 C.L.R. 294, λέχθηκε ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30
(2)του Σ., ήτοι της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης εντός εύλογου χρόνου, καθιστά την δίκη άκυρη στην ολότητα της. Σκοπός της συγκεκριμένης συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του Κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις[4]. Το τι συνιστά όμως εύλογο χρόνο εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, και προς τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπ' όψιν η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Λέχθηκε επίσης ότι είναι εύλογο να γίνεται διαχωρισμός της καθυστέρησης σε δύο μέρη, ήτοι την καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, και την καθυστέρηση από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και την εκδίκαση της (βλ. Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 147). Το Δικαστήριο είναι με πολύ φειδώ που θα εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του κατηγορούμενου και εφ' όσον πειστεί με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι τα εγειρόμενα ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που επηρεάζουν αποκλειστικά το δίκαιο της διεξαγωγής της δίκης για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος[5] όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Σημειώνω επίσης το ότι στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 κρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Το αδίκημα της παρακοής δικαστικού διατάγματος είναι αναμφίβολα πολύ σοβαρό. Ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στην Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750, η οποία μνημονεύτηκε στη Mιχαηλίδης Δρόσος ν. Margita Mιχαηλίδου Poliakova (Αρ. 2)
(2011)1 ΑΑΔ 1007, και στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου αποτελεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου. Όταν δε η ανυπακοή αποβλέπει στην προσκόμιση οικονομικών ωφελημάτων η τιμωρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε όχι μόνο να στιγματίζει την πράξη, αλλά ταυτόχρονα να καταδεικνύει με τρόπο πρακτικό ότι δεν συμφέρει.» Ως προελέχθη, το υπό αναφορά Διάταγμα είναι προστακτικής φύσεως, εφόσον επιβάλλει στον κατηγορούμενο να προβεί σε θετική ενέργεια για την επέλευση ενός γεγονότος, με αποτέλεσμα η από πλευράς του διατασσόμενου παράλειψη συμμόρφωσης με τα όσα επιβάλλονται να συνιστά συνεχή παρακοή μέχρι να υπάρξει τέτοια συμμόρφωση. Η παράλειψη του αυτή συνιστά ένα συνεχιζόμενο αδίκημα. Το λεκτικό του διατάγματος είναι ξεκάθαρο. Ο κατηγορούμενος διατάχθηκε από το Δικαστήριο να προβεί στην κατεδάφιση συγκεκριμένου υποστατικού. Του δόθηκε μάλιστα, ως προκύπτει από το λεκτικό του, περίοδος 2 μηνών για να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωσή του, περίοδος η οποία διαρκούσε μέχρι και την 23/03/2003. Επομένως, με την ισχυριζόμενη παράλειψή του να συμμορφωθεί με τις ρητές πρόνοιες του διατάγματος, Τεκμήριο 10, με τη λήξη των δύο αυτών μηνών που του δόθηκαν από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να βρίσκεται σε παρακοή διατάγματος η οποία και συνεχίζει να υφίσταται μέχρι να υπάρξει συμμόρφωσή του με αυτό. Προς επίρρωση της πιο πάνω κατάληξής μου κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στην υπόθεση The District Officer as Chairman for the Appropriate Authority for Morphou v. Eleni Michael Pittordi
(1967)2 CLR 131 στην οποία η εκεί κατηγορούμενη αν και είχε καταδικαστεί για το αδίκημα της παρακοής διατάγματος με το οποίο διατάττετο να κατεδαφίσει κάποιο υποστατικό εν τούτοις δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα να καταχωριστεί εκ νέου υπόθεση εναντίον της για το ίδιο αδίκημα στο οποίο καταδικάστηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνοντας την επιβολή χρηματικής ποινής από το πρωτόδικο δικαστήριο ως έκδηλα ανεπαρκή της επέβαλε ποινή στερητική της ελευθερίας. Επομένως, η καταδίκη, για δεύτερη μάλιστα φορά, της εκεί κατηγορούμενης για παρακοή του ίδιου διατάγματος τείνει να καταδείξει ότι η μη κατεδάφιση οικοδομής κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος συνιστά συνεχιζόμενο αδίκημα χωρίς μάλιστα να τυγχάνει εφαρμογής η ειδική απολογία Autrefois convict και Autrefois acquit. Ενόψει της φύσεως του αδικήματος ως συνεχιζόμενου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτό υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς για λόγους παραγραφής του. Και τούτο διότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αυτός κατηγορείται ότι «από την 23/03/2003 και μέχρι σήμερα» παρέλειψε να υπακούσει στο διάταγμα, τεκμήριο 10. Όσον αφορά το χρόνο που παρήλθε για τη δίωξη του κατηγορούμενου παρατηρώ τα εξής. Με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, προκύπτει ότι ο κατήγορος αποφάσισε να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του κατηγορούμενου δεκαέξι
(16)περίπου χρόνια μετά την έκδοση του σχετικού διατάγματος και την πάροδο των εκεί προβλεπόμενων δυο μηνών. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι η σύνταξη του τεκμηρίου 10 ζητήθηκε πέραν των 8 ετών μετά την καταδίκη του. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα εντελώς αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε, τουλάχιστον στην όψη του και μόνο. Σημειώνω δε, ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση από πλευράς κατηγορούσας αρχής. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(1997)2 Α.Α.Δ 297, αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, εκτός εάν συντρέχει βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου. Την ίδια ώρα, θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση, ούτε διαπίστωσα από την εκδίκαση της υπόθεσης ότι υπήρξε, για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου από την καθυστέρηση αυτή. Τουναντίον αυτό που αποκόμισε το Δικαστήριο από τη δια ζώσης μαρτυρία του αλλά και τον όλο χειρισμό της υπόθεσης από πλευράς συνηγόρου του ήταν ότι πρόβαλε την υπεράσπιση και τις θέσεις του, άσχετα αν αυτές έχουν απορριφθεί, χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία (βλ ενδεικτικά Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1 και Κ&Μ (TRANSPORT) FUEL TANKERS LTD κ.α ν. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Ποιν. Εφ. 109/2021 ECLI:CY:AD:2023:B78, ημερ. 06.03.2023) Προχωρώντας στην εξέταση του χρόνου που διέρρευσε από την καταχώρηση μέχρι την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας παρατηρώ τα εξής. Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά στις 23/01/
  1. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν υπήρχε επίδοση και η υπόθεση αναβλήθηκε για το σκοπό αυτό στις 13/02/
  2. Κατ' εκείνη την ημερομηνία ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε και ζήτησε χρόνο για Απάντηση στην κατηγορία, ότε και η υπόθεση ορίστηκε στις 12.03.
  3. Ακολούθησε πανομοιότυπο αίτημα και η υπόθεση επαναορίστηκε για τον ίδιο σκοπό στις 02.04.
  4. Λόγω των μέτρων κατά της πανδημίας (covid -19) η υπόθεση επαναορίστηκε από το Δικαστήριο για τον ίδιο σκοπό στις 19.06.
  5. Ακόμα μια φορά υποβλήθηκε νέο αίτημα για επαναορισμό της υπόθεσης για Απάντηση λόγω διορισμού συνηγόρου του με καθεστώς νομικής αρωγής, κατόπιν έγκρισης σχετικού αιτήματος. Στις 06.07.2020 ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 30.11.
  6. Λόγω των μέτρων κατά της πανδημίας το Δικαστήριο επαναπρογραμμάτισε την υπόθεση για ακρόαση στις 03.03.2021 και κατόπιν στις 12.10.
  7. Ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί στις 08.03.2021 και να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης, το οποίο διατάχθηκε όπως παραμείνει ανεκτέλεστο. Η υπόθεση κατά την πιο πάνω ημερομηνία αναβλήθηκε για την 18.05.2022 λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου ενώ ακυρώθηκε το εκδοθέν ένταλμα σύλληψης. Για τον ίδιο λόγο η υπόθεση αναβλήθηκε και την 18.05.2022 για την 22.09.
  8. Το Δικαστήριο (υπό την παρούσα σύνθεση) ανάβαλε την ακρόαση της 22.09.2022 λόγω έλλειψης χρόνου και ορίστηκε την 19.12.2022 ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Αυτή περατώθηκε στις 05.04.2023 οπόταν επιφυλάχθηκε η απόφαση. Προκύπτει συνεπώς ότι η παρέλευση του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος οφείλεται, κατά κύριο λόγο, αφενός λόγω των έκτακτων μέτρων που λήφθηκαν από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας, σε συμμόρφωση και με την έκδοση σχετικών διαταγμάτων από το Υπουργείο Υγείας, και αφετέρου για λόγους που οφείλονται αποκλειστικά στον κατηγορούμενο με τα συνεχή αιτήματα αναβολής για Απάντηση. Δόθηκαν τρεις αναβολές από το ίδιο Δικαστήριο για συνολικό χρονικό διάστημα μόλις εννέα μηνών. Την ίδια ώρα η αδικαιολόγητη ανοχή που επέδειξε η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να προσάγει τον κατηγορούμενο έγκαιρα ενώπιον της δικαιοσύνης, στην απουσία οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, δεν μπορεί να ισοδυναμεί με ανοχή μιας παράνομης κατάστασης και υπόσκαψης του κράτους δικαίου, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις συνεχιζόμενης παρακοής δικαστικού διατάγματος. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου για το λόγο αυτό θεωρώ πως θα ματαίωνε τον σκοπό του νόμου και θα ισοδυναμούσε με έγκριση υπό του Δικαστηρίου της συνέχισης της παρανομίας, κάτι που δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. Φλουρής Φλούρκας Επιχειρήσεις Λτδ ν. Ανδριανής Παναγιώτου κ.α
(2005)2 Α.Α.Δ 580). Παραπέμπω και στην απόφαση του πρώην προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κου Αρτεμίδη, στη υπόθεση Ηλίας Χρίστου Ηλιάδη ν. Δήμου Λάρνακας
(1998)2 Α.Α.Δ 75 στην οποία στην σελίδα 77 αναφέρονται τα εξής: «Γεγονός είναι πως η αρμόδια δημοτική αρχή ανέχθηκε για κάποιο χρόνο την παρανομία. Τούτο όμως δεν δίδει δικαιώματα στον παρανομούντα. Αντίθετα, αναμένεται λόγω της επίδειξης ανοχής ή επιείκειας εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, ο παραβάτης να άρει την παρανομία». Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Α/φοί Λαμπριανίδη ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390, τα οποία και υιοθετήθηκαν στη μεταγενέστερη αυθεντία Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. 1.Μιχαλάκη Βασιλειάδη κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ 65: «Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεών του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας.» Στην προκειμένη περίπτωση η ανοχή που επιδείχθηκε από πλευράς Κατηγόρου για την προ της διάπραξης του αδικήματος της παρακοής, όχι μόνο δεν επηρέασε δυσμενώς τον Κατηγορούμενο αλλά αντιθέτως αυτός την εκμεταλλεύτηκε για να ενασκεί εντός του επιδίκου τεμαχίου και του εντός αυτού παράνομου υποστατικού επιχείρηση (μπυραρία και αποθηκευτικός χώρος) και συνακόλουθα για να αποκομίζει οικονομικό όφελος. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, λέχθηκε ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος παρέχει την ίδια ώρα χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης από πλευράς του παρανομούντα ώστε να αποφευχθεί εν τέλει η ποινική του δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, ηθελημένα και συνειδητά, ουδέν έπραξε. Όπως λέχθηκε και στη Γενικός Εισαγγελέας ν Γαβριήλ
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, σελ. 15, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης. Στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια ώστε να δικαιολογείται το Δικαστήριο να ενασκήσει την εξουσία του προς διακοπή της δίκης και απόρριψης του κατηγορητηρίου. Παρά την υπέρμετρη καθυστέρηση στο συνολικό χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, έχοντας κατά νου τη φύση του αδικήματος, το μη επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου αλλά και τις συνέπειες της απαλλαγής του, κρίνω ότι δεν παραβιάστηκαν τα συνταγματικά δικαιώματα του. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης για την οποία σίγουρα δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος, είναι παράγοντας ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψη στο κατάλληλο στάδιο (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως αυτά καταγράφηκαν πιο πάνω. Αντίθετα ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει αδυναμία συμμόρφωσης με το εκδοθέν δικαστικό Διάταγμα ημερ. 23.01.2003 Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε, κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί... [2] 20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10 20.
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή [3] βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ 405 [4] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 [5] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 και Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.