ORLANDEA MARIA - DIANA ν. ΝΙΚΟΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2106/2019, 18/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2106/2019 ORLANDEA MARIA - DIANA, από την Πάφο Κατηγορούσα Αρχή εναντίον ΝΙΚΟΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, [ ] Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ζανούπας Σ. Για Κατηγορούμενο: κ. Παπαγεωργίου Α. Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά οχτώ
(8)κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154, ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 01/03/2019 και/ή πρωτύτερα και/ή μεταγενέστερα άνευ εύλογου αιτίας προκάλεσε τη μη εξόφληση της εκδοθείσας υπ' αυτού επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό [ ] για το ποσό των €6.600 η οποία ήταν πληρωτέα την 01/03/2019 εις διαταγή της παραπονούμενης. Τα αδικήματα των υπόλοιπων επτά κατηγοριών έχουν πανομοιότυπες λεπτομέρειες με την πρώτη κατηγορία, με τις διαφορές να εντοπίζονται στην ημερομηνία έκδοσης και πληρωμής, στα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν και τους αριθμούς των επιταγών. Συγκεκριμένα το αδίκημα της 2ης κατηγορίας αφορά την επιταγή με αριθμό [ ] για το ποσό των €3000 πληρωτέας την 03.03.2019, το αδίκημα της 3ης κατηγορίας αφορά την επιταγή με αριθμό [ ] για το ποσό των €4.000 πληρωτέας την 04.03.2019, το αδίκημα της 4ης κατηγορίας αφορά την επιταγή με αριθμό [ ] για το ποσό των €6.000 πληρωτέας την 05.03.2019, το αδίκημα της 5ης κατηγορίας αφορά την επιταγή με αριθμό [ ] για το ποσό των €4.000 πληρωτέας την 06.03.2019, το αδίκημα της 6ης κατηγορίας αφορά την επιταγή με αριθμό [ ] για το ποσό των €1.200, το αδίκημα της 7ης κατηγορίας αφορά την επιταγή με αριθμό [ ] για το ποσό των €1.700 πληρωτέας την 14.03.2019 και το αδίκημα της 8ης κατηγορίας αφορά την επιταγή με αριθμό [ ] για το ποσό των €3.600 πληρωτέας την 15.03.
- Το συνολικό ποσό όλων των επιταγών ανέρχεται σε €30.
- Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις υπό κρίση κατηγορίες με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατέθεσε η ίδια η παραπονούμενη (ΜΚ.1) και ο κος Β. Χατζηχριστοφή, υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου (ΜΚ.2). Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματά του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ο ίδιος (ΜΥ.1) ενώ επιπρόσθετα κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία και ο κουμπάρος του, Σπύρος Σπύρου, (ΜΥ.2). Περαιτέρω, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο συνολικά 13 τεκμήρια πλέον η γραπτή δήλωση της παραπονούμενης. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά και η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης δεν κρίνεται σκόπιμη, λαμβάνοντας υπόψη και τα επίδικα θέματα που την περιβάλλουν. Εν πάση περιπτώσει, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνεται υπόψη και αναλόγως αξιολογείται από το Δικαστήριο. Μαρτυρία Παραπονούμενης Η ΜΚ.1 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση που ετοίμασε κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α. Σε αυτή αναφέρει ότι το συνολικό ποσό των 8 επιταγών ανέρχεται σε €30.100 και αυτές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην ίδια αφού πρώτα υπογράφηκαν στην παρουσία της από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Παρουσίασε τις επιταγές στην πληρωτέα τράπεζα για εξαργύρωση όμως δεν τιμήθηκαν λόγω ανάκλησης τους από τον κατηγορούμενο. Αυτό φαίνεται επί του σώματος των επιταγών αλλά το πληροφορήθηκε και η ίδια από την τράπεζα η οποία, μέσω του αρμοδίου υπαλλήλου της, ανέγραψε επί των επιταγών το λόγο μη τίμησης τους. Στη συνέχεια αναγνώρισε μια έκαστη των επιταγών τις οποίες και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 1 - 8 Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η γραπτή δήλωση ετοιμάστηκε κατόπιν συνεννόησης της με το δικηγόρο της. Την έγραψε η ίδια και την πήρε στο δικηγόρο της ο οποίος έκανε κάποιες διορθώσεις. Ο λόγος που της δόθηκαν οι επιταγές είναι διότι διατηρεί πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «Megabet» και ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης της και έπαιζε στοιχήματα. Κάποτε πλήρωνε μετρητά κάποτε με επιταγές. Στο παρελθόν δεν είχε πρόβλημα μαζί του για αυτό και αποδέχθηκε τις επιταγές. Τα ποσά που έπαιζε ήταν κάποτε €500 και κάποτε €10.
- Οι επιταγές που κατά καιρούς εξέδιδε ο κατηγορούμενος ήταν μεταχρονολογημένες, περίπου μιας εβδομάδας ή 10 ημερών, όμως δεν τον χρέωνε τόκους. Τα τυχερά παιχνίδια που αφορούσαν οι επίδικες επιταγές ήταν κυρίως για καλαθόσφαιρα. Δεν έχει τυχερές μηχανές τύπου «φρουτάκια» και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ήταν τέτοιου είδους παιχνίδια που «έπαιζε» ο κατηγορούμενος. Αρνήθηκε επίσης ότι ήταν για παράνομα στοιχήματα που εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Όλες οι επιταγές της δόθηκαν σε μια χρονική περίοδο δυο εβδομάδων. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της χρωστά και άλλα χρήματα εκτός από τις επίδικες επιταγές. Είχε ακόμα μια υπόθεση μαζί του στην οποία εμπλεκόταν κάποια δικηγόρος με το όνομα Ρούλα Ξιναρή στην οποία ο κατηγορούμενος της εξόφλησε άλλες επιταγές και υπόγραψαν κάποιο χαρτί. Η υπόθεση εκείνη δεν αφορούσε τις επίδικες επιταγές. Όταν της υποδείχθηκε σχετική έγγραφη δήλωση που υπέγραψε ανέφερε ότι ήταν πράγματι η υπογραφή της και ότι επρόκειτο για το έγγραφο που υπογράφηκε για την εξόφληση των άλλων επιταγών με την κυρία Ρούλα. Μετά που το σχετικό έγγραφο αναγνωρίστηκε από την παραπονούμενη, η κατάθεση του επιτράπηκε με σχετικό ruling του Δικαστηρίου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται ότι όλες οι επιταγές που εκδόθηκαν εντός του 2019 έχουν εξοφληθεί Ερωτώμενη πότε λέει την αλήθεια, σήμερα που κατέθεσε ότι δεν εξοφλήθηκαν οι επίδικες επιταγές ή όταν υπέγραφε τη σχετική δήλωση (τεκμήριο 9) απάντησε ότι υπάρχει ακόμα ένα χαρτί το οποίο αναγράφει για ποια υπόθεση εξοφλήθηκαν οι άλλες επιταγές. Σε υποβολή ότι δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο απάντησε ότι πρέπει να μιλήσει με την κα Ρούλα γιατί είναι σίγουρη ότι εκείνη το έχει. Το τεκμήριο 9 δεν περιλαμβάνει τις επιταγές που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και υπογράφτηκε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου και ήταν παρόντες η ίδια, ο σύζυγος της, η κα Ξιναρή και ο κατηγορούμενος. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι επιταγές έχουν εξοφληθεί και ότι το τεκμήριο 9 περιλάμβανε και τις επιταγές που αποτελούν μέρος του κατηγορητηρίου. Επίσης αρνήθηκε υποβολή ότι διατηρεί κατάστημα που έχει παράνομα παιχνίδια. Επέμενε στη θέση της ότι τα ποσά που περιλαμβάνονται στις επίδικες επιταγές οφείλονται μέχρι σήμερα και δεν περιλαμβάνουν ποσά που συνιστούν τοκογλυφία, αρνούμενη σχετικές υποβολές. Επίσης αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο λόγος που έγινε ανάκληση των επιταγών ήταν γιατί οι επιταγές περιλάμβαναν ποσά από τοκογλυφία και παράνομα στοιχήματα. Τέλος ανέφερε ότι η τράπεζα δεν της είχε αναφέρει το λόγο που ανακλήθηκαν οι επιταγές, γιατί δεν μπορούσε. ΜΚ.2 Επόμενος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο ΜΚ.
- Εργάζεται στην τράπεζα Κύπρου και συγκεκριμένα στο κατάστημα της οδού Ακαμαντίδος. Ο λογαριασμός με αρ. [ ] ανήκει στον Νικόλα Νικολάου, τον οποίο αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια αρ.1 με αρ.8) δεν εξαργυρώθηκαν λόγω ανάκλησης πληρωμής τους από τον κατηγορούμενο. Ο λόγος που έδωσε ο τελευταίος ήταν «αθέτηση συμφωνίας» ή στα αγγλικά «breach of contract». Ερωτώμενος σχετικά είπε ότι ο λογαριασμός που αφορούσαν οι επιταγές δεν είχε διαθέσιμα ποσά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είναι ο τραπεζίτης (banker) του κατηγορούμενου όμως είναι ο διευθυντής του υποκαταστήματος. Ο τότε τραπεζίτης του κατηγορούμενου δεν εργοδοτείται πλέον στην Τράπεζα Κύπρου και έτσι τον αντικατέστησε ο ίδιος ως οι κανονισμοί της τράπεζας. Για την ανάκληση μιας επιταγής υπάρχουν δυο τρόποι για να γίνει. Ο ένας είναι μέσω διαδικτύου (μέσω internet banking) από τον ίδιο τον πελάτη, και ο άλλος κατόπιν επίσκεψης του πελάτη στην τράπεζα. Δεν μπορεί να γίνει και με τους δυο τρόπους. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος ήρθε στην τράπεζα και ζήτησε να γίνει επιτόπου η ανάκληση και παρέπεμψε σε κάποιο κο Παναγόπουλο που ήταν ο τότε τραπεζίτης του. Όπως επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι το πρόσωπο που συναλλάχθηκε με τον κατηγορούμενο είχε ξεγελάσει τον τελευταίο χρεώνοντας τον υπέρογκα ποσά τόκων. Από τον κατηγορούμενο είχαν εκδοθεί και άλλες επιταγές, όμως δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει ποιες ήταν αυτές. Αυτή ήταν η υπόθεση για την παραπονούμενη. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της πιο πάνω μαρτυρίας διαπίστωσε που υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, παρά την περί αντιθέτου εισήγηση του συνηγόρου του, και κάλεσε αυτόν σε απολογία εξηγώντας του τα δικαιώματα του ως οι πρόνοιες του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ.
- Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα Μαρτυρία Κατηγορούμενου Κατά την κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι εργάζεται ως [ ] στις [ ] του Γ.Ν Πάφου. Αναφερόμενος στις επίδικες επιταγές, είπε ότι διαφωνούσε στα ποσά με την κατηγορούμενη και το σύζυγο της και μέσω του προσωπικού του τραπεζίτη δημιούργησε ηλεκτρονικό λογαριασμό ΙΒΑΝ δια του οποίου προέβηκε στην ανάκληση τους. Του είχε αναφέρει ότι ο λόγος της ανάκλησης ήταν διαφορές στο ύψος των ποσών καθότι αυτά περιλάμβαναν τοκογλυφίες. Η κατηγορούμενη και ο σύζυγος της διατηρούσαν πρακτορείο στοιχημάτων εντός του οποίου παίζονταν και νόμιμα και παράνομα παιχνίδια. Έτυχε να ήταν ο ίδιος παρών σε επιδρομή της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων (και όχι «Εξαρτήσεων» ως εκ παραδρομής ανέφερε). Επί των ποσών που δανειζόταν για να παίζει παιχνίδια χρεωνόταν τόκο 40%. Από το συνολικό ποσό των €30.100 που αφορούν οι επίδικες επιταγές οφείλονταν μόνο οι €18.000 και τα υπόλοιπα αφορούσαν παράνομους τόκους. Κατόπιν συμφωνίας που είχε κάνει με την κατηγορούμενη στις 03.02.2019 έδωσε €28.000 για πλήρη διευθέτηση. Ως του είχε αναφέρει η κατηγορούμενη κανονικά με τους τόκους, οι οποίοι ανέρχονταν σε 720%, θα έπρεπε να πλήρωνε €220.000 και ο λόγος ήταν γιατί και η ίδια με το σύζυγο της δανειζόταν από άλλους τοκογλύφους, οι οποίοι έβαζαν και αυτοί τόκους για κέρδος. Υπήρχε, ως ανέφερε στη συνέχεια, ακόμα μια επιταγή, εκτός των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 9 η οποία αφορούσε άλλη υπόθεση και την οποία εξόφλησε. Για αυτό υπογράφηκε ξεχωριστό έγγραφο, το οποίο στη συνέχεια κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι θα έπρεπε να έφερνε πρώτα τα ποσά για τις επίδικες επιταγές και μετά θα του τις επέστρεφε. Υπήρχαν όμως και άλλες επιταγές (πλην του τεκμηρίου 10 και των επίδικων) για τις οποίες έδινε τα λεφτά σταδιακά και τις εξόφλησε. Για την εξόφληση τους είχε δανειστεί χρήματα από την Ελληνική Τράπεζα στην οποία είχε μεταφέρει το οικιστικό του δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου, η οποία και του εγκρίνει υπέρβαση στο ποσό του μεταφερόμενου δανείου. Το ποσό αυτό ανήλθε στις €12.000 και το είχε λάβει 31.01.
- Κατέθεσε προς τούτο έγγραφο ως Τεκμήριο
- Επιπλέον είχε προηγουμένως, στις 28.01.2022, δανειστεί και από τη θυγατέρα του το ποσό των €1.850, η οποία αργότερα του έδωσε μετρητά ακόμα €1.150, καθώς και από τον κουμπάρο και πρώτο του εξάδελφο, ποσό €10.
- Κληθείς να εξηγήσει το λόγο που δεν του επιστρέψαν τις επιταγές εφόσον τις εξόφλησε, ανέφερε ότι του είπαν ότι έπρεπε να τις πάρουν (εννοώντας την παραπονούμενη και το σύζυγό της) «σε αυτόν που τις κρατούσε, στον άλλο τοκογλύφο». Ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι ο λόγος που τον έφερε η παραπονούμενη δικαστήριο ήταν γιατί απειλούνταν με το σύζυγο της να το πράξουν. Η αναφορά στο τεκμήριο 10 περί εξόφλησης των δικηγορικών εξόδων, δεν ήταν για τον κο Ζαννούπα αλλά για άλλο δικηγόρο που τότε είχε η παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η εξόφληση των επίδικων επιταγών έγινε στις 02.03.
- Στην υποβολή ότι δεν ανέφερε στον τραπεζίτη του ότι ο λόγος ανάκλησης ήταν η τοκογλυφία, απάντησε ότι αυτός του είπε «λόγω διαφωνίας του ποσού και τοκογλυφίας» και δεν μπορούσε να γνωρίζει τι έγραφε στον υπολογιστή του. Αναφέρθηκε σε ψεύτικες υποσχέσεις που του δόθηκαν από την κατηγορούμενη και το συζυγο της, όπως ότι θα έπαιρνε αυτοκίνητο αν έκανε τζίρο €7.000 στο πρακτορείο τους. Τον προέτρεπαν να στοιχηματίζει και αυτός τυφλωμένος από το πάθος του το έπραττε. Δεν γνώριζε τότε αν η μηχανή που «έπαιζε» ήταν νόμιμη ή παράνομη, αλλά εκ των υστέρων έμαθε ότι κάποια παιχνίδια δεν δηλώνονταν. Σταμάτησε μετά που είδε με τα μάτια του την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων και καταγγέλθηκαν οι ιδιοκτήτες, λόγω του ότι οι μηχανές δεν ήταν ενωμένες «με το σύστημα». Για το πάθος του με το τζόγο δεν ήξερε τίποτε η οικογένεια του η οποία το έμαθε όταν ήρθαν σε γνώση τους οι απειλές που δεχόταν από τους ιδιοκτήτες του πρακτορείου το Φεβρουάριο του 2019 όταν σταμάτησε πλέον να πηγαίνει εκεί. Ήταν η γυναίκα του και τα παιδιά του που τον προέτρεψαν να «έρθει στη δικαιοσύνη» ως ανέφερε. Δεν έκανε καταγγελία στην Αστυνομία για τις απειλές. Στην ερώτηση του κου Ζαννούπα ως προς το λόγο που εξόφλησε τις επιταγές, εφόσον ως ανέφερε ήρθε να βρει δικαιοσύνη, ανέφερε ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης δεχόταν απειλές από τρίτο πρόσωπο του υπόκοσμου, και έτσι πλήρωσε για να βρει την ησυχία του. Ως διευκρίνισε στη συνέχεια, παρά το ότι ο ίδιος δεν είχε απειληθεί, ο σύζυγος της παραπονούμενης του είχε αναφέρει ότι μετά θα έρχονταν να τον βρουν και εκείνο, χωρίς όμως να του πει ποιοι ήταν αυτοί. Για το θέμα της παράδοσης σε αυτόν των επιταγών ανέφερε ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης του υποσχόταν ότι θα της έφερνε και τελικά του είπε ότι δεν του τις παρέδιδε το τρίτο πρόσωπο. Αυτό ήταν και το πρόσωπο που παρέδωσε αρχικά τις επιταγές στον κο Ζαννούπα, όπως του είχαν αναφέρει η παραπονούμενη και ο σύζυγος της, και ότι αυτός είναι ο πραγματικός πελάτης του και όχι η παραπονούμενη. Στη συνέχεια ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό ονομάζεται Δημήτρης, αλλά δεν γνώριζε αν το επίθετο του ήταν Πογιατζέας. Την αίτηση για το δάνειο των €12.000 την έκανε τον Οκτώβρη του 2021, όμως δεν είχε κάποιο έγγραφο μαζί του. Το ποσό αυτό το έκανε ανάληψη και αυτό φαίνεται από το τεκμήριο 11 που αναγράφει ότι ο λογαριασμός έχει μηδενιστεί. Το ποσό των €1850 που του δάνεισε η κόρη του έγινε με μεταφορά στις 28.01.2022 κα το ποσό των €1.150 του τα έδωσε μετρητά. Αυτή εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Τα λεφτά του κουμπάρου του προήλθαν από γραμμάτιο που είχε στο όνομα του και το οποίο είχε λήξει την περίοδο που του τα δάνεισε. Για το ότι δεν επιτρέπεται κάποιος να χρεώνει τόκο 20% το έμαθε το Φεβρουάριο του 2019, όμως δεν πήγε τόσο καιρό στην Αστυνομία γιατί δεν είχε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο στην κατοχή του. Όταν υπογράφηκε το τεκμήριο 9 γνώριζε ότι η υπό κρίση υπόθεση εκκρεμούσε και σε ερώτηση κατά πόσο ζήτησε από τον κο Ζαννούπα να του παραδώσει τις επιταγές ανέφερε ότι η παραπονούμενη του είχε πει ότι δεν του τις είχε δώσει. Εξέφρασε δε την απορία γιατί να ζητά (η παραπονούμενη) να διπλοπληρωθεί τις επιταγές. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα υποστήριξε ότι η συμφωνία που είχε με την παραπονούμενη ήταν όπως η κάθε πλευρά πληρώσει το δικηγόρο της. Ήθελε παρά ταύτα, να οδηγηθεί η υπόθεση σε ακρόαση για να πει «αυτά που έπρεπε». Ανέφερε ότι οι ιδιοκτήτες του πρακτορείου του είπαν ότι εφόσον έχει έγγραφο που λέει ότι εξόφλησε η υπόθεση «θα ππέσει» και ότι δεν θα μαρτυρούσε κάποιος εναντίον του. Ερωτώμενος στη συνέχεια για το λόγο που δεν αναγράφηκε επί του τεκμηρίου 9 οι αριθμοί των επιταγών και το ότι η κάθε πλευρά θα πλήρωνε το δικηγόρο της, ως έγινε με το τεκμήριο 10, ανέφερε ότι υπήρχε ακόμα ένα έγγραφο το οποίο έγραφε αναλυτικά τις επιταγές, όμως δεν το υπέγραψαν εκείνο. Ως ανέφερε ο κατηγορούμενος για να του χάριζαν τις €2.100 έπρεπε να υπογραφεί μόνο το τεκμήριο
- Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι για το έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνονται αναλυτικά οι αριθμοί των επιταγών δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για έξοδα εφόσον επειδή είχε προφορικά λεχθεί ότι η κάθε πλευρά θα αναλάμβανε να πληρώσει το δικηγόρο της. Του αναφέρθηκε από την παραπονούμενη ότι δεν ήθελαν να το υπογράψουν καθότι με την υπογραφή του τεκμηρίου 9 στο οποίο γίνεται γενική αναφορά σε όλες τις επιταγές «θα ήταν καλυμμένος». ΜΥ.2 Για την υπεράσπιση κατέθεσε και ο Σπύρος Σπύρου ο οποίος είναι ξάδελφος και κουμπάρος με τον κατηγορούμενο. Γνώριζε ότι περί τα μέσα του 2019 είχε μπλέξει με στοιχήματα, και αρχές του 2021 του ζήτησε να τον βοηθήσει οικονομικά. Λόγω του ότι κάποιο γραμμάτιο του πατέρα του έληγε αρχές Μαϊου του 2021 εκείνο τον καιρό ο πατέρας του απέσυρε τα χρήματα και έδωσε ένα μέρος του ποσού στον ίδιο (ΜΥ.1). Κατάθεσε σχετικά κατάσταση λογαριασμού του πατέρα του ως Τεκμήριο
- Ως εξήγησε στη συνέχεια, στο εν λόγω τεκμήριο υπάρχουν 3 πράξεις. Οι δυο αφορούν μεταφορά χρημάτων στο λογαριασμό του αδελφού του και του ιδίου και η τρίτη είναι ανάληψη χρημάτων από τον πατέρα του. Από τα χρήματα που έκανε ανάληψη ο πατέρας του, ήτοι €13.000, τις €10.000 τις έδωσε στον ίδιο. Το ποσό των €10.000 το δάνεισε στον κατηγορούμενο Φεβρουάριο του 2022 και υπέγραψαν σχετική συμφωνία δανείου την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Η συμφωνία περιλάμβανε την αποπληρωμή του δανείου με δόσεις ύψους €200 μηνιαίως από 01.03.2022 και μέχρι τη μέρα που κατέθετε είχε εισπράξει €2.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι επί του τεκμηρίου 12 αναγράφεται ο αριθμός λογαριασμού του γραμματίου από το οποίο έγιναν οι μεταφορές και έκλεισε. Εξήγησε ότι έδωσε τα χρήματα αργότερα στον κατηγορούμενο επειδή τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο που του τα ζήτησε δεν τα είχε. Ούτε του τα ζήτησε ο κατηγορούμενος πιο πριν. Εξ' όσων γνώριζε τα χρήματα τα έδωσε σε μια κοπέλα της οποίας το όνομα δεν θυμόταν. Ήξερε όμως ότι είχε πρακτορείο στοιχημάτων και της χρωστούσε λεφτά από στοιχήματα. Τη συμφωνία δανείου (τεκμήριο 13) τη συνέταξε ο κατηγορούμενος. Κληθείς να υποδείξει την υπογραφή του ανέφερε ότι υπόγραφε στο πίσω μέρος του εγγράφου κάθε φορά που πληρωνόταν από τον κατηγορούμενο τη δόση των €
- Δεν υπέγραψαν μάρτυρες επειδή ήταν «μια συμφωνία που κάναμε μεταξύ μας» ως ανέφερε. Δεν του είχε αναφέρει ποτέ ο κατηγορούμενος ότι με αυτά τα λεφτά θα αποπλήρωνε τοκογλυφίες. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι το γραμμάτιο του πατέρα του ήταν χρονιαίο. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι ετοίμασαν και υπέβαλαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις αγορεύσεις τους περισώζοντας πολύτιμο χρόνο. Αυτές έχουν βεβαίως μελετηθεί με προσοχή και στην ολότητα τους και έχω υπόψιν οτιδήποτε αναφέρεται. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι αναφέρεται σε αυτές ενώ επιμέρους αναφορές θα γίνονται όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ την μαρτυρία τους με κριτήριο μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, σε συσχετισμό και με το περιεχόμενο των απαντήσεων τους[1]. Αντιπαραβλήθηκαν επίσης οι θέσεις τους με το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένου και του περιεχομένου των διάφορων τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Θα πρέπει να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι είναι αδιάφορο για σκοπούς εξαγωγής συμπεράσματος ενοχής ή μη του κατηγορούμενου, το κατά πόσο εξοφλήθηκαν οι επίδικες επιταγές σε χρόνο μεταγενέστερο της εντολής ανάκλησης τους, εφόσον το ζητούμενο στην υπό κρίση περίπτωση είναι αν αυτές ανακλήθηκαν για εύλογη αιτία η οποία υφίστατο κατά το χρόνο ανάκλησης ως θα εξηγηθεί αναλυτικότερα σε άλλο σημείο. Όπως όμως έχει νομολογηθεί η απόδειξη τόσο των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος όσο και των επιβαρυντικών παραγόντων μιας υπόθεσης βαραίνει την κατηγορούσαν αρχή και θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατία Ποιν. Εφ. 79/2019 ECLI:CY:AD:2021:B173, ημερ. 27.04.2021 και Haggag v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 52). Συνεπώς δεν συμμερίζομαι τη θέση του κου Ζανούπα ότι είναι ο κατηγορούμενος που πρέπει να αποδείξει την, εκ των υστέρων, εξόφληση των επίδικων επιταγών, παρά μόνο την εύλογη αιτία ανάκλησης τους. Στην προκειμένη περίπτωση το ζήτημα της εξόφλησης αποτελεί σημαντική πτυχή για την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου και αφ' ης στιγμής ήταν επίδικο, άσχετα αν επηρεάζει ή όχι την κρίση του δικαστηρίου ως προς το συμπέρασμα ενοχής ή αθώωσης, θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Κατ' αυτόν τον τρόπο δεν θα χρειαστεί ενδεχόμενη νέα ακροαματική διαδικασία τύπου Newton με αποτέλεσμα να πρέπει να επανακλητευθούν μάρτυρες, οι οποίοι άλλωστε ήδη κατέθεσαν σχετικά. Παραπέμπω σχετικά την Docker Restaurant Ltd v. Mariala Estates Ltd κ.α Ποιν. Εφέσεις 112/17 και 113/17 ECLI:CY:AD:2019:B239, ημερ. 26.06.2019, όπου ακριβώς αίτημα για διεξαγωγή διαδικασίας τύπου newton σε υπόθεση ακάλυπτης επιταγής, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε εξόφληση τους απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο λόγω του ότι τα γεγονότα που περιβάλαν αυτή την πτυχή είχαν ήδη εξεταστεί. Το Εφετείο επικύρωσε την προσέγγιση αυτή αναφέροντας ότι δεν υπήρχε πεδίο για διεξαγωγή τέτοιας ακροαματικής διαδικασίας. Η ΜΚ.1 άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Πολύς λόγος έγινε αν αναφορικά με την ετοιμασία της γραπτής της δήλωσης η οποία διαφάνηκε ότι ετοιμάστηκε με τη βοήθεια του δικηγόρου της. Δεν υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό να συνεργάζεται ένας μάρτυρας με το συνήγορο του ως προς το τρόπο σύνταξης μιας γραπτής κατάθεσης και σε κάθε περίπτωση είναι στη βάση του περιεχομένου αυτής σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, που θα κριθεί η αξιοπιστία του ή όχι. Ανέφερε με συνοχή, σαφήνεια και θετικότητα τα όσα οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων επιταγών, τις σχέσεις που είχε ως ιδιοκτήτρια πρακτορείου στοιχημάτων με τον κατηγορούμενο και τις συνθήκες που οδήγησαν στην έκδοση τους που δεν ήταν άλλη από το ότι ο κατηγορούμενος επιδίδετο σε τυχερά παιχνίδια. Οι απαντήσεις της, ως προς το ζήτημα αυτό ήταν ευθείς, χωρίς περιστροφές και πειστικές και δεν θεωρώ ότι κλονίστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση της. Επέμενε στις θέσεις της, αντικρούοντας τις εισηγήσεις της συνηγόρου του κατηγορούμενου και δίνοντας όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις για να υποστηρίξει τη θέση της. Επίσης, σημειώνω ότι δεν διέκρινα σε καμία περίπτωση προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια για τους λόγους έκδοσης και παράδοσης σε αυτή των επιταγών. Θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει το τί πραγματικά έλαβε χώρα. Οι υποβολές ότι τα τυχερά παιχνίδια που παίζονταν στο κατάστημα της ήταν παράνομα παρέμεινε γενική και αόριστη, ούτε και προσκομίστηκε σχετική μαρτυρία προς τούτο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά την κατάθεση του ήταν εξαιρετικά ασαφής προς τούτο, ως θα διαφανεί κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Αποδέχομαι τη θέση της ότι δεν είχε παιχνίδια τύπου «φρουτάκια» ή «κουλοχέρη» που η ίδια δέχθηκε ότι ήταν παράνομα. Από την άλλη όμως δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή τη θέση της ότι οι επίδικες επιταγές δεν έχουν εξοφληθεί. Το τεκμήριο 9 το οποίο αναγνώρισε ότι αποτελούσε έγγραφο που υπογράφηκε από την ίδια αναφέρει και μάλιστα με πιστοποίηση της υπογραφής της αναφέρει ξεκάθαρα ότι όλες οι επιταγές που είχαν εκδοθεί επ' ονόματι της από τον κατηγορούμενο κατά το έτος 2019 έχουν εξοφληθεί. Μάλιστα εντός αυτού γίνεται αναφορά σε επιταγές που εκδόθηκαν και στη συνέχεια ανακλήθηκαν, ως και οι επίδικες. Το περιεχόμενο του είναι σαφέστατο και δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας. Οι αναφορές της ότι αφορούν άλλες επιταγές σε άλλη υπόθεση παρέμεινε ανυποστήρικτη, και ουδέποτε προσκόμισε οποιοδήποτε «χαρτί» ούτε κλήθηκε η κα Ρούλα Ξιναρή την οποία ενέπλεξε στην ετοιμασία του. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι στο τεκμήριο 10 που κατατέθηκε στην κυρίως εξέταση του κατηγορούμενου, και που φέρει την ίδια ημερομηνία με το τεκμήριο 9, γίνεται αναφορά σε ακόμα μια επιταγή του 2019 για την οποία δίδεται πλήρης περιγραφή αυτής (αριθμός, τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε, ημερομηνία και ποσό) πλην όμως δεν κατέστει σαφές ποιο από τα δυο έγγραφα υπογράφηκε πρώτο. Δεν θεωρώ όμως ότι η αδυναμία αυτή στη μαρτυρία της παραπονούμενης επηρεάζει συνολικά την κατά τ' άλλα θετική εντύπωση που προκάλεσε στο Δικαστήριο, και συνεπώς δεν συμμερίζομαι τα όσα σχετικά αναφέρονται στην αγόρευση του κου Παπαγεωργίου. Τα όσα αναφέρει στην αγόρευση του ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι εξόφλησε ένα χρόνο πριν την εκδίκαση της υπόθεσης ουδέποτε υποβλήθηκε στην παραπονούμενη και συνεπώς δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτή. Επιπλέον δεν γίνεται αποδεκτή η εισήγηση ότι είπε ψέματα για την ύπαρξη και άλλου εγγράφου που το κατέχει η δικηγόρος κα Ξιναρή εφόσον το τεκμήριο 10 που παρουσιάστηκε από τον κατηγορούμενο αναφέρεται μεν σε άλλη επιταγή όμως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην εν λόγω δικηγόρο, ούτε και σε αριθμό υπόθεσης. Είναι δε πραγματικότητα ότι αρχικά όταν ερωτήθηκε η παραπονούμενη αν εξοφλήθηκαν απάντησε καταφατικά, όμως αμέσως μετά και όταν αντιλήφθηκε το γλωσσικό λάθος της διευκρίνισε ότι δεν αφορούσαν τις επίδικες επιταγές. Καταλήγω ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης υπήρξε απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστη και συνεπώς, τη δέχομαι με εξαίρεση την πτυχή της εξόφλησης των επίδικων επιταγών. Ομοίως ο Μ.Κ.2 μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με άνεση και φυσικότητα για αυτά που ερωτήθηκε σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης του στην Τράπεζα και από έγγραφα που είχε στην κατοχή του στα πλαίσια των καθηκόντων του, χωρίς καμία προσπάθεια παραποίησης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολο της καταλήγω ότι ήταν πλήρως αξιόπιστη και δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή αλλότριων κινήτρων για τα όσα κατέθεσε. Αποδέχομαι ως πειστική τη θέση του για το λόγο που προσήλθε ο ίδιος να καταθέσει αντί του τραπεζίτη του κατηγορούμενου, ενώ είναι επουσιώδους σημασία αν η ανάκληση των επιταγών έγινε στην τράπεζα με τη βοήθεια του τότε τραπεζίτη του είτε μέσω i-bankng. Ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας και οι ερωτήσεις που του τέθηκαν αποσκοπούσαν στη διευκρίνηση κάποιων θεμάτων. Ήταν δε ξεκάθαρη, και αναντίλεκτη, η θέση του ότι η καταχώρηση του λόγου ανάκλησης ήταν η «αθέτηση συμφωνίας». Δεν ήταν βέβαια θέση του συγκεκριμένου μάρτυρα να γνωρίζει κατά πόσο ήταν αληθής ο λόγος της ανάκλησης ούτε και όφειλε να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος εξαπατήθηκε από άλλο πρόσωπο χωρίς να του το είχε πει. Συνεπώς στερείται βασιμότητας η εισήγηση του κου Παπαγεωργίου ότι δεν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ανακάλεσε τις επιταγές χωρίς εύλογη αιτία. Αυτό είναι το ζητούμενο στο οποίο θα καταλήξει το Δικαστήριο. Τέλος είναι αδιάφορο αν ο λογαριασμός του κατηγορούμενου είχε ή όχι επαρκή υπόλοιπα για εξόφληση των επιταγών εφόσον αυτό αφορά διακριτό αδίκημα από το υπό εξέταση. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 στην ολότητά της. Μαρτυρία Κατηγορούμενου Κατ' αρχήν σημειώνω ότι σε κανένα μέρος της δια ζώσης μαρτυρίας του αμφισβήτησε είτε την υπογραφή των επίδικων επιταγών είτε ότι συμπληρώθηκαν από τον ίδιο είτε ότι τις παρέδωσε στην παραπονούμενη. Σημειώνω ακόμα ότι δεν ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στον τότε τραπεζίτη του ότι τις ανακαλούσε επί τω ότι αποτελούσαν προϊόν παράνομου στοιχήματος. Η υπεράσπιση που προωθήθηκε από το συνήγορο του κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ήταν ότι οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν λόγω του ότι αυτές είχαν εξοφληθεί και επιπρόσθετα για το λόγο ότι περιλάμβαναν ποσά που δεν δικαιούνταν η παραπονούμενη, ητοι υπερχρεώσεις, καθώς και για το ότι αφορούσαν παράνομα στοιχήματα. Ισχυρίστηκε ότι τις εξόφλησε όμως περί την 03.02.2022.. Πέραν όμως αυτής της μεταστροφής στην υπεράσπιση του δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή του ως προς την ύπαρξη υπερχρεώσεων και εξ' αυτών την ανάκληση της επιταγής. Αυτή δεν μπορεί να γίνει πιστευτή όχι μόνο γιατί διαπνέεται από ασάφειες και αντιφάσεις αλλά και κυρίως γιατί πλείστα των όσων ανέφερε ουδέποτε υποβλήθηκαν προηγουμένως στους μάρτυρες κατηγορίας για να τοποθετηθούν. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο ίδιος δεν έφταιγε σε οτιδήποτε και ότι όλοι συνωμότησαν για να τον ξεγελάσουν και να εισπράξουν δυο φορές από τον ίδιο τα ποσά των επιταγών. Στην προσπάθεια του αυτή δεν απέφυγε τις υπερβολές και τις αντιφάσεις ενώ και κάποιες θέσεις του αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο, το συγκεχυμένο και ασαφή τρόπο που πολλές φορές απαντούσε αλλά και η ανακολουθία που είχε σε πλείστες των θέσεων του, κάθε άλλο παρά αποδίδουν αξιοπιστία στα λεγόμενα του. Ξεδιπλώνω στη συνέχεια το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Για το ζήτημα της ανάκλησης των επίδικων επιταγών λόγω υπερχρεώσεων ανέφερε δια ζώσης ότι το είχε αναφέρει στον τότε τραπεζίτη του και όταν του τέθηκε ότι δεν επιβεβαιώθηκε κάτι τέτοιο από τον ΜΚ.2, προσπαθώντας να δικαιολογηθεί ανέφερε ότι δεν έβλεπε τι έγραφε στο κομπιούτερ. Σημειωτέον ότι ο ίδιος, ως είπε, καθόταν ακριβώς απέναντι του όταν πήγε στην τράπεζα να κάνει την ανάκληση. Στη συνέχεια ανασκεύασε και πάλι τη θέση του αναφέροντας ότι είχε πληροφορηθεί ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι κωδικοί και δεν μπορούν να μπουν πέντε λόγοι στο σύστημα και να γραφούν όλες οι λεπτομέρειες για ένα πράγμα. Για να αναφέρει στη συνέχεια ότι δεν γνώριζε αν υπάρχει ειδικός κωδικός για το λόγο «τοκογλυφία». Ανεξάρτητα από το παντελώς αναξιόπιστο των πιο πάνω θέσεων ο τραπεζίτης του δεν κλήθηκε για να καταθέσει σχετικά. Για τη θέση του ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν λόγω παρανομίας στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι υπήρχαν και παράνομα παιχνίδια στο πρακτορείο της παραπονούμενης χωρίς να αναφέρει αν αυτά περιλαμβάνονταν το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ που ανέφερε η ΜΚ.1 ότι έπαιζε. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του για το αν έπαιζε νόμιμα ή παράνομα παιχνίδια έδωσε την άκρως ασαφή απάντηση ότι τον προέτρεπαν να παίζει σε μηχανή ξεχωριστή από εκείνο (άγνωστο ποιο) η οποία δεν γνώριζε αν ήταν νόμιμη ή παράνομη. Για να αναφέρει στη συνέχεια ότι δεν ήξερε αν τα παιχνίδια που έπαιζε ήταν παράνομα ή νόμιμα και ότι του είπαν (άγνωστο ποιοι) ότι οι μηχανές δεν είναι ενωμένες με το σύστημα χωρίς να δίδει τις οποιεσδήποτε διευκρινήσεις. Παρά το ότι επικαλέστηκε εφόδους της Ανεξάρτητης Αρχής Στοιχημάτων, ουδείς λειτουργός προσήλθε για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του, ούτε και βέβαια υποβλήθηκε τέτοια θέση στη ΜΚ.1 για να τη σχολιάσει Για το ζήτημα των τοκογλυφιών ή υπερχρεώσεων οι θέσεις του όχι μόνο παρέμειναν αόριστες και ατεκμηρίωτες αλλά προβλήθηκαν εκ του ασφαλούς και χωρίς να έχει την ευκαιρία η ΜΚ.1 να τις σχολιάσει εφόσον την ενέπλεκαν άμεσα. Ως ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, στα ποσά που του έδιναν (αναφερόμενος στη ΜΚ.1 και το σύζυγο της) για να στοιχηματίζει χρέωναν τόκο 20% ανά 28 μέρες πλέον ακόμα 20% που ήταν τόκος που χρέωνε ο «προμηθευτής» των χρημάτων στους ιδιοκτήτες για να του τα δίδουν. Αν όμως όντως έτσι γινόταν για ποιο λόγο συνέχιζε να συχνάζει από προηγουμένως στο πρακτορείο της παραπονούμενης; Προφανώς αποδεχόταν τη διευθέτηση αυτή. Εντελώς ανεξήγητη και υπερβολική ήταν και θέση του ότι ενώ η παραπονούμενη θεωρούσε ότι του όφειλε συνολικό ποσό €220.000 καθότι έπρεπε να πληρώσει τόκους ύψους 720% εντούτοις συμβιβάστηκε με ένα ποσό της τάξης των €28.000 για διευθέτηση του χρέους. Θέση η οποία επίσης εντελώς όψιμα και εκ του ασφαλούς προβλήθηκε κατά την αντεξέταση του, ως επίσης και ο ισχυρισμός ότι οι κατηγορούμενοι του είχαν υποσχεθεί αυτοκίνητο αξίας €7.000 αν έκανε συγκεκριμένο τζίρο στο κατάστημα τους. Όσον αφορά τη θέση του ότι εξόφλησε τις επιταγές επαναλαμβάνω ότι δεν αποτελεί υπεράσπιση στην υπό κρίση υπόθεση εφόσον κατά τον ίδιο αυτό έγινε 03.02.
- Την ίδια ώρα οι ισχυρισμοί που επικαλέστηκε για να την υποστηρίξει, ήταν γενικοί και αόριστοι ενώ ούτε και σε αυτή την περίπτωση υποβλήθηκαν στην παραπονούμενη για να τοποθετηθεί. Αναφέρθηκε σε άτομα του υποκόσμου οι οποίοι απειλούσαν την παραπονούμενη και το σύζυγο της χωρίς να δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, οι οποίοι με τη σειρά τους τον προειδοποίησαν, ότι μπορεί να στραφούν και εναντίον του, χωρίς να αναφέρει πότε και που διαμείφθηκαν αυτά. Όταν κλήθηκε να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις διατύπωσε τη καθόλου πειστική θέση ότι ως του είχαν αναφέρει οι ιδιοκτήτες του πρακτορείου τα λεφτά που τους είχε πληρώσει για τις επιταγές τα πλήρωσαν στα πρόσωπα που τους εκβίαζαν γιατί είχαν άλλες υποχρεώσεις κοντά τους. Για να δικαιολογήσει τη θέση του για το λόγο που δεν ζήτησε να πάρει τις επιταγές πίσω, αφού κατ' ισχυρισμό τις εξόφλησε, εφηύρε τον ισχυρισμό ότι ήταν τα πρόσωπα που εκβίαζαν που τις είχαν στην κατοχή τους και στη συνέχεια τις έδωσαν στον συνήγορο της παραπονούμενης. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι τις ζήτησε και ότι η παραπονούμενη με το σύζυγο της τον κοροϊδεύαν τρεις με τέσσερις μήνες και ότι μάλιστα του ανέφεραν ότι δεν πρέπει να ανησυχεί γιατί η υπόθεση «θα ππέσει» εφόσον είχε χαρτί ότι εξόφλησε. Πρόβαλε ακόμα τον πρωτοφανή ισχυρισμό ότι ο κος Ζανούπας δεν είχε διοριστεί από την παραπονούμενη ως δικηγόρος της αλλά από συγκεκριμένο πρόσωπο που τους εκβίαζε. Ήταν δε έκδηλη η προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει την ερώτηση για το λόγο που δεν ζήτησε τις επιταγές από τον κο Ζανούπα είτε ο ίδιος είτε μέσω του δικηγόρου του. Για να μεταβάλει στη συνέχεια τη θέση του και να αναφέρει ότι ήθελε η υπόθεση να συνεχίσει για να πει αυτά που έπρεπε να πει. Θεωρώ πως σκόπιμα ο κατηγορούμενος πρόβαλε όλες τις πιο πάνω θέσεις ακριβώς για να μην έχει την ευκαιρία να απαντήσει επί τούτων η πλευρά της παραπονούμενης. Η παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει (Πολυκάρπου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 149/15, ημερ. 25.4.17). Συνακόλουθα το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του. Γεγονός βέβαια παραμένει ότι ασχέτως της μη αποδοχής των πιο πάνω θέσεων του κατηγορούμενου, το βάρος απόδειξης του κατά πόσο εξοφλήθηκαν οι επίδικες επιταγές, κάτι που αναμφίβολα αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα, φέρει η κατηγορούσα αρχή. Ο κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση δεν υποχρεούται να αποδείξει οτιδήποτε, πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων. ΜΥ.2 Ο ΜΥ.2 ως ανέφερε ήταν αδελφικός φίλος και συγγενής με τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να έχει την οποιαδήποτε σημασία για την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Εκείνο για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει ήταν για να βεβαιώσει ότι έδωσε οικονομική βοήθεια στον κατηγορούμενο για να αποπληρώσει τις επίδικες επιταγές. Αυτό σύμφωνα με τη μαρτυρία του έγινε Φεβρουάριο του 2022 ήτοι 3 περίπου χρόνια μετά που ανακλήθηκε η πληρωμή των επίδικων επιταγών. Από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι έλαβε κάποια χρήματα από τον πατέρα του τα οποία δάνεισε με τη σειρά του στον κατηγορούμενο, και προς εξασφάλιση του υπογράφηκε το τεκμήριο 13 με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε να του αποπληρώσει το ποσό των €10.000 με μηνιαίες δόσεις €
- Το τελευταίο βέβαια δεν αποτελεί συμφωνία δανείου, όπως φαίνεται να προκύπτει από τον τίτλο που αναγράφηκε, όμως δεν έχει οποιαδήποτε σημασία ο τίτλος που δίδεται σε ένα έγγραφο, αλλά η φύση του προκύπτει από το περιεχόμενο του. Και στην προκειμένη περίπτωση αυτό το οποίο αποτελεί το τεκμήριο 13 είναι μια έγγραφη αναγνώριση χρέους που περιέχει πρόνοια για τον τρόπο αποπληρωμής του. Ο ίδιος όμως δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει κατά πόσο τα χρήματα αυτά δόθηκαν έναντι των επίδικων επιταγών ή άλλων χρεών που και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι πλήρωνε κατά καιρούς. Συνεπώς δεν προσφέρει οτιδήποτε στην εκδοχή του κατηγορούμενου η οποία υπενθυμίζω έχει κριθεί ως αναξιόπιστη. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν έχει την οποιαδήποτε σημασία από που προήλθαν τα χρήματα με τα οποία πλήρωσε ο κατηγορούμενος τις επίδικες επιταγές. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η ίδια η κατηγορούμενη με το τεκμήριο 9 δηλώνει απερίφραστα ότι όλες οι επιταγές που εκδόθηκαν εντός του 2019 έχουν εξοφληθεί. Συνακόλουθα η μαρτυρία του ΜΥ.2 δεν προσφέρει οτιδήποτε ουσιώδες στην όλη υπόθεση. Ευρήματα Στη βάση των μη αμφισβητούμενων γεγονότων και της μαρτυρίας που έχω κάνει αποδεκτή προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα Η παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε και διατηρεί πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «Megabet». Ο κατηγορούμενος ήταν συχνός πελάτης στο πρακτορείο της και επιδίδετο σε τυχερά παιχνίδια. Για τα ποσά που στοιχημάτιζε εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές για διάφορα ποσά. Οι επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο στην παρουσία της ΜΚ.1 και της παραδόθηκαν προσωπικά. Συνολικά εξέδωσε τις ακόλουθες οχτώ επιταγές επί της τράπεζας Κύπρου όλες επ' ονόματι της παραπονούμενης: α) Την επιταγή υπ' αριθμό [ ] για το ποσό των €6.600, πληρωτέα την 01.03.2019 β) Την επιταγή υπ' αριθμό [ ] για το ποσό των €3.000, πληρωτέα την 03.03.2019 γ) Την επιταγή υπ' αριθμό [ ] για το ποσό των €4.000, πληρωτέα την 04.03.2019 δ) Την επιταγή υπ΄αριθμό [ ] για το ποσό των €6.000, πληρωτέα την 05.03.2019 ε) Την επιταγή υπ' αριθμό [ ] για το ποσό των €4.000, πληρωτέα την 06.03.2019 ζ) Την επιταγή υπ' αριθμό [ ] για το ποσό των €1.200, πληρωτέα την 08.03.2019 η) Την επιταγή υπ' αριθμό [ ] για το ποσό των €1.700, πληρωτέα την 14.03.2019 θ) Την επιταγή υπ' αριθμό [ ] για το ποσό των €3.600, πληρωτέα την 15.03.2019 Οι εν λόγω επίδικες επιταγές αποτελούσαν τα ποσά που ο ίδιος με την ελεύθερη του βούληση στοιχημάτιζε. Δεν έχει διαφανεί από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι επρόκειτο περί παράνομων στοιχημάτων. Όταν η τελευταία προσήλθε σε τραπεζικό ίδρυμα για να τις εξαργυρώσει αυτές δεν τιμήθηκαν και της επιστράφηκαν με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΌ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» αναφορικά με τις επιταγές τεκμήρια 1 και αρ.3, και με την αντίστοιχη αγγλική ένδειξη «Payment Countermanded by drawer» αναφορικά με τις επιταγές τεκμήρια 2, και 4 έως και
- Επίσης σφραγίστηκαν, υπογράφηκαν και σημειώθηκε η ημερομηνία 18.03.2019 Η ανάκληση έγινε από τον κατηγορούμενο δια μέσου του τραπεζίτη του στον οποίο ανέφερε ως λόγο ανάκλησης την παράβαση σύμβασης. Η πράξη ανάκλησης έγινε μετά την ημερομηνία που έκαστη επιταγή κατέστη πληρωτέα και πριν την παρουσίαση τους για εξόφληση. Κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στο λογαριασμό που ο κατηγορούμενος τηρούσε στο τραπεζικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές για να τιμηθούν. Περί την 03.02.2022 η παραπονούμενη υπέγραψε με πιστοποίηση της υπογραφής της από πιστοποιών υπάλληλο, ένα έγγραφο με το οποίο δηλώνει ότι έχει πλήρως αποζημιωθεί από τον κατηγορούμενο σε ό,τι αφορά όλα τα χρηματικά ποσά για τα οποία εξέδωσε επιταγές επ' ονόματι της κατά το έτος 2019 και τις οποίες ανακάλεσε την πληρωμή τους. Υπέγραψε επίσης ξεχωριστό έγγραφο ίδιας ημερομηνίας, με ανάλογο περιεχόμενο, συγκεκριμένα για την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό [ ] ημερομηνίας 22.02.2019 για το ποσό των €
- Σε αυτό το έγγραφο (τεκμήριο 10) δηλώνει επίσης ότι έχουν εξοφληθεί τα δικηγορικά έξοδα της (τότε) δικηγόρου της. Βάρος Απόδειξης Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι δεν επιτρέπονται[2]. Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής[3]. Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει[4]. Νομική Πτυχή Ο κατηγορούμενος, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ.154, ως έχει τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος») το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Έχοντας υπόψη το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η έκδοση επιταγής, (β) η πρόκληση μη εξόφλησής της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του και (γ) η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα[5]. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για το κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Σύμφωνα με το Κεφ.262 στο άρθρο 2 ο όρος «κάτοχος» ερμηνεύεται να σημαίνει «το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών», ενώ ως «κομιστής» καθορίζεται «το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Η δε «παράδοση», κάτω από την ίδια νομοθεσία, σημαίνει μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Η "έκδοση" σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.». Ως προς την έννοια «επιταγή» σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, «σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Επιπλέον ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262 θα πρέπει να περιλαμβάνει τα πιο κάτω ουσιώδη στοιχεία: (α) αύξων αριθμό της επιταγής, (β) κωδικό αριθμό του τραπεζίτη επί του οποίου σύρεται η επιταγή, (γ) αριθμό λογαριασμό του εκδότη της επιταγής, και (δ) ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από τον εκδότη της επιταγής. Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο 'εύλογη αιτία' έχει ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 στην οποία το Εφετείο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) είναι συναρτημένη με την έννοια της δίκαιης αιτίας, και η έννοια της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Εφετείο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο), ήταν ορθή. Το Εφετείο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2), και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις (πχ νομιμοποιημένου κομιστή και εκδότη), γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης, την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Υπαγωγή ευρημάτων στη Νομική πτυχή / Συμπεράσματα Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής. Εξετάζοντας την υπό κρίση υπόθεση, έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 1 - 8, εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο προς όφελος της παραπονούμενης προς πληρωμή των τυχερών παιχνιδιών ποδοσφαίρου και καλαθόσφαιρας στα οποία επιδίδετο ο κατηγορούμενος όταν επισκεπτόταν το πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «Megabet». Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος λάμβανε πίστωση από την παραπονούμενη και στη συνέχεια εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές για τα ποσά που έπαιζε. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι, οι επίδικες επιταγές περιήλθαν νομίμως στην κατοχή της παραπονούμενης. Περαιτέρω, σημειώνω πως τα έγγραφα αυτά συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 και του άρθρου 4 του Κεφ. 154. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που δημιουργείται με βάση το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154, και στις οχτώ κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ήτοι αυτό της πρόκλησης μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, η πληρωμή τους έχει ανακληθεί με γραπτές οδηγίες που δόθησαν την 18/03/2019 στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν. Αυτό αποδεικνύεται και από τις σχετικές τραπεζικές σφραγίδες οι οποίες παρουσιάζονται στο σώμα των επίδικων επιταγών οι οποίες φέρουν ταυτόχρονα και την υπογραφή του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου καθώς και τη σχετική (προαναφερόμενη) ημερομηνία. Η δε σφραγίδα αυτή σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι όλες ανεξαιρέτως οι επίδικες επιταγές όταν παρουσιάστηκαν για κατάθεση επιστράφηκαν φέροντας την χειρόγραφη ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» (τεκμήρια αρ.1 και αρ.3) και «Payment countermanded by drawer» (τεκμήρια αρ.2, αρ.4 - αρ. 8). Ως εκ των ανωτέρω, σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως επίσης και τις ενυπόγραφες σφραγίδες που υπάρχουν επί των επίδικων επιταγών, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί ότι η μη εξόφληση των επίδικων επιταγών οφειλόταν στην εντολή ανάκλησης που δόθηκε από τον εκδότη τους, ήτοι τον κατηγορούμενο (βλ. Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη,
(2004)2 Α.Α.Δ.271). Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που δημιουργείται με βάση το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 σε όλες τις κατηγορίες. Σε σχέση με το τρίτο συστατικό στοιχείο, ήτοι ότι η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα αναφέρω ότι επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέες την ημερομηνία που αυτές ανέγραφαν. Η εντολή ανάκλησης της πληρωμής όλων των επίδικων επιταγών δόθηκε, ως προελέχθηκε, την 18/03/2019, ήτοι μεταγενέστερα της ημερομηνίας που έκαστη των επιταγών κατέστη πληρωτέα και ενώ αυτές δεν είχαν τιμηθεί. Όπως όμως έχει λεχθεί στην Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, «ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα». Με άλλα λόγια όταν η σχετική εντολή ανάκλησης δίδεται μετά την ημερομηνία που μια επιταγή καθίσταται πληρωτέα, η οποία όμως δεν έχει ακόμα εξοφληθεί ή τιμηθεί, τότε και πάλι το αδίκημα του άρθρου 305Α
(2)διαπράττεται, εάν και εφόσον πληρούνται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις. Το ουσιώδες συνεπώς είναι η ανάκληση να έχει γίνει πριν την ημερομηνία κατά την οποία οι επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή, κάτι που συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση. Επομένως, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί ότι η εντολή ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών δόθηκε πριν αυτές εξοφληθούν, παρά τω ότι παρήλθε η ημερομηνία εξόφλησης τους. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που δημιουργείται με βάση το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ.154, σε όλες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ενόψει των πιο πάνω απομένει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε οποιαδήποτε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποιν. Έφ. 18/2012 ημερομηνίας 16.4.14 εξετάστηκε το τί συνιστά εύλογη αιτία και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για να πληρωθεί, παρέθεσε γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εξεδόθηκε, το λόγο της ανάκλησης (Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Εφ. 6/2018 ημερ. 30.10.2018). Το βάρος αυτό αποσείεται από τον κατηγορούμενο στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ.154, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους. Αυτό σημαίνει ότι ενώ η κατάδειξη εύλογης αιτίας θα μπορούσε να απαλλάξει από την ποινική ευθύνη τον κατηγορούμενο, δεν ισοδυναμεί όμως με απαλλαγή του από τυχόν αστική ευθύνη έναντι ενός καλόπιστου τρίτου κομιστή. (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/4/2016 και Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC ECLI:CY:AD:2019:B147, Ποιν. Εφ. 300/2018 ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B147 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου ανωτέρω). Προκειμένου να αποφασιστεί η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος με εντολή ανάκλησης προς την εκδότρια τράπεζα ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Η επίκληση της συγκεκριμένης υπεράσπισης είναι δυνατό να γίνει σύμφωνα πάντα με τη σχετική επιφύλαξη του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ.154 μόνο εάν ο κατηγορούμενος είχε παραθέσει γραπτώς στην τράπεζα, κατά ή πριν από τη παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή, το λόγο για τον οποίο έδωσε την εντολή μη πληρωμής της, (βλ. Έλενα Κονιζίδου ν. Θεόδουλου Αρέστη, (Αρ.1)
(2009)2 Α.Α.Δ.345). Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα εύρημα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι έδωσε τη σχετική εντολή ανάκλησης των επιταγών, παρά μόνο διευκρίνισε τον τρόπο με τον οποίο αυτό έχει γίνει. Δηλαδή με προσωπική του επίσκεψη στον τότε τραπεζίτη του, σε υποκατάστημα της τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκαν, και ο οποίος τον βοήθησε να το πράξει διαδικτυακά, λέγοντας του τι να γράψει. Η μέθοδος αυτή αποτελεί μια εκ των μεθόδων που γίνονται ανακλήσεις επιταγών σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ.2. Σύμφωνα βέβαια με τα ευρήματα του Δικαστηρίου τέθηκε ως λόγος για την ανάκληση της πληρωμής η παράβαση σύμβασης. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι ικανοποιείται το κριτήριο της επιφύλαξης του εδαφίου 2 του άρθρου 305Α, για γραπτή ανάκληση εντολής, για να μπορεί ο κατηγορούμενος να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το ότι δόθηκε η εντολή απευθείας σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και δεν συμπληρώθηκαν έντυπα σε υλική μορφή δεν διαφοροποιεί το συμπέρασμα μου αυτό. Είναι όμως εμφανές ότι, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας και των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη προβεί κατά το στάδιο της αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας, η υπεράσπιση που επιχείρησε ο κατηγορούμενος να προβάλει στην παρούσα είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Είναι έκδηλο πως με την απόρριψη των ουσιωδών θέσεων της υπεράσπισης και την αποδοχή των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας ελλείπει το όποιο υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου θα μπορούσε να γίνει εύρημα ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να προβεί σε ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών δια των γραπτών οδηγιών ανάκλησης οι οποίες δόθηκαν ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκαν από εύλογη αιτία. Η θέση του περί εξόφλησης ως ο ίδιος δέχθηκε έγινε κατά πολύ μεταγενέστερα και δεν δηλώθηκε κατά την ανάκληση των επιταγών, όπως επίσης δεν δηλώθηκε και η θέση του ότι επρόκειτο για παράνομα στοιχήματα, στηριζόμενος στην υπεράσπιση του εδαφίου
(6)του άρθρου 305Α, η οποία επιπρόσθετα παρέμεινε μετέωρη και στη σφαίρα της γενικότητας, ασάφειας και αοριστίας (βλ. σχετικά και A. Matheou Insurance Consultants Ltd v. Βαγγέλη Λαγού
(2011)2 ΑΑΔ 556) Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παραπονούμενη στηρίχθηκε στο τεκμήριο ύπαρξης νόμιμου ανταλλάγματος σύμφωνα με το άρθρο 30 του Περι Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262. Το τεκμήριο αυτό ενεργοποιείται μόνο αφ' ης στιγμής η παραπονούμενη η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης, αποδείξει ότι είναι κάτοχος ή νομιμοποιημένος κομιστής των επίδικων επιταγών εν τη έννοια του νόμου και κατά συνέπεια στην νομιμοποίηση της στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Το άρθρο 30
(2)του Κεφ.262 προβλέπει ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (και κατ' επέκταση επιταγής), θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η έκδοση ή διαπραγμάτευση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία, φόβο ή παρανομία, οπόταν τεκμαίρεται ότι δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής (βλ. Παναγιώτου v. Φουρνίδου, Ποιν. Έφ. 129/2011, ημερ. 18.12.2012). Με την απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, ο τελευταίος απέτυχε να ανατρέψει το εκ του νόμου εγερθέν μαχητό αυτό τεκμήριο και ειδικότερα απέτυχε να καταδείξει παρανομία. Η δε μαρτυρία του σε σχέση με τις υπερχρεώσεις για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί δεν έγινε αποδεκτή ενώ ως είναι εύρημα του Δικαστηρίου δεν δηλώθηκε με σαφήνεια τέτοιος συγκεκριμένος λόγος στην τράπεζα. Σε καμιά δε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «υπερχρεώσεις» ή «τοκογλυφία» η αναγραφή του λόγου «παράβαση σύμβασης». Εξάλλου ήταν θέση του κατηγορούμενου που υποβλήθηκε στην παραπονούμενη ότι μόνο το ποσό των €18.000 αποτελούσε υπερχρεώσεις, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το υπόλοιπο ποσό των €12.100 το όφειλε. Προς τι λοιπόν η ανάκληση όλων των επιταγών και όχι μόνο όσων συμποσούντο σε ή περί τις €18.000; Ευθέως λοιπόν αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος έδωσε τις εντολές ανάκλησης προς την τράπεζα ενώ δεν υπήρχε οποιαδήποτε παράβαση σύμβασης για να δικαιολογείτο η εντολή ανάκλησης κατά τον χρόνο που δόθηκε για κάθε μία από τις επίδικες επιταγές, πράγμα το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, το οποίο και αναιρεί και αποκλείει το όποιο στοιχείο εντιμότητας και ειλικρίνειας σε σχέση με την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η αντιφατικότητα των ισχυρισμών του ως προς του λόγους ανάκλησης καταδεικνύει έλλειψη καλής πίστης από πλευράς κατηγορούμενου. Δεν έχω πειστεί σε καμία περίπτωση ότι κατά το χρόνο ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών υπήρχε εύλογη αιτία συνοδευόμενη από καλή πίστη του κατηγορούμενου για την ανάκληση τους. Όλα τα γεγονότα συγκλίνουν στο ότι οι επίδικες επιταγές δεν ανακλήθηκαν λόγω του ότι ο ίδιος είχε διαφορές με την παραπονούμενη σε σχέση με το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου του, ή τη νομιμότητα της συναλλαγής (παράνομα στοιχήματα). Αντίθετα, δεικνύουν έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον ουσιώδη χρόνο από πλευράς του κατηγορούμενου, ως και η σχετική μαρτυρία του ΜΚ.2 Συνεπώς στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω αποτελεί κατάληξη μου ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι προέβηκε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών γιατί ειλικρινώς και καλόπιστα πίστευε πως εδικαιούτο να το πράξει. Ως λέχθηκε στην υπόθεση ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD ν. Λαρτίδη, ECLI:CY:AD:2021:B362, Ποιν. Εφ. 85/2019, ημερ. 30.06.2021, «Νοουμένου ότι ο Εφεσίβλητος είχε το βάρος να στοιχειοθετήσει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας και εφόσον το Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή της Υπεράσπισης τότε δεν παρέμεινε οτιδήποτε άλλο παρά η κρίση περί ενοχής του Κατηγορουμένου». Παραμένει το ζήτημα της μεταγενέστερης εξόφλησης. Έχω ήδη εξηγήσει τους λόγους που θα πρέπει το θέμα αυτό να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης μου εφόσον κατέστει επίδικο και προσκομίστηκε μαρτυρία. Με την απόρριψη της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου και κρινόμενη η μαρτυρία του ΜΥ.2 ως μη βοηθητική και άνευ βαρύτητας για το θέμα αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι επαρκής ώστε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το γεγονός αυτό. Έχει ήδη επισημανθεί ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης για το ότι οι επίδικες επιταγές παρέμειναν ανεξόφλητες δεν γίνεται αποδεκτή, εφόσον η θέση της αυτή συγκρούεται ευθέως με τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 9. Η ίδια ενώ επικαλέστηκε την ύπαρξη και άλλου εγγράφου στο οποίο προσδιορίζονταν επακριβώς ποιες επιταγές αφορούσε το εν λόγω τεκμήριο δεν το προσκόμισε. Επίσης, χωρίς να δοθεί προς τούτο οποιαδήποτε δικαιολογία, επέλεξε να μην καλέσει την κα Ρούλα Ξιναρή, η οποία ως ανέφερε ετοίμασε τόσο το τεκμήριο 9 όσο και αυτό το «άλλο έγγραφο» και να καταθέσει σχετικά. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί με βεβαιότητα να καταλήξει ότι η αναφορά σε «όλες» τις επιταγές δεν περικλείει και τις επίδικες. Δεν μου διαφεύγει ότι ως γενικός κανόνας για τους όρους που περιλαμβάνονται σε ένα έγγραφο δεν επιτρέπεται να προσκομιστεί εξωγενής μαρτυρία η οποία τείνει να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει οτιδήποτε σε σχέση με αυτούς εκτός για συγκεκριμένους λόγους[6]. Μια εκ των εξαιρέσεων είναι ότι όταν η εξωγενής μαρτυρία τείνει να συμπληρώσει τους όρους ενός εγγράφου όταν σχετίζεται με άλλη συνακόλουθη συμφωνία ή για διευκρινιστεί μια ασάφεια ή αμφιβολία (βλ. σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη στη σελ. 383 και Πόκουρου κ.α ν. Κώστα
(1998)1Γ ΑΑΔ 1618). Επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να βασιστεί στο σύνηθες νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνται εντός του εγγράφου για να το ερμηνεύσει. Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί, ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου σαφής και θετική μαρτυρία ως προς το ποιο από τα τεκμήρια 9 και 10, τα οποία φέρουν την ίδια ημερομηνία, συντάχθηκε πρώτο. Ενδεχόμενα λοιπόν με την κατάρτιση του τεκμηρίου 10 για την εκεί αναφερόμενη επιταγή να συντάχθηκε στη συνέχεια το τεκμήριο 9 στο οποίο γίνεται πλέον αναφορά σε όλες τις επιταγές για το έτος 2019. Εξ' ου και ο λόγος που δεν περιλαμβάνεται αναλυτική καταγραφή των επιταγών που αφορούσε ή και οποιαδήποτε πρόνοια για τα δικηγορικά έξοδα. Πέραν τούτου δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση η παραπονούμενη να παραδώσει τις επιταγές στον κατηγορούμενο εάν πράγματι επιθυμούσε την τιμωρία του, ως αναφέρει και στη γραπτή της δήλωση. Στην υπόθεση Γεώργιου Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολ. Εφ. 293/2012 ημερ. 07.02.2018, ECLI:CY:AD:2018:A67, λέχθηκε ότι ως γενική αρχή η υπογραφή κάποιου σε έγγραφο τον δεσμεύει και επαφίεται στον ίδιο να αποδείξει ότι θα πρέπει να αποδεσμευτεί από την πράξη της υπογραφής του. Εγχείρημα καθόλου ευχερές εφόσον ως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε «Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του» Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α ν. Κωνσταντίνου Ποιν. Εφ. 211/19 ημερ. 07.09.2020, ECLI:CY:AD:2020:B302: «Αποτελεί θεμελιακό αξίωμα, απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ότι η ευνοϊκή ή αθωωτική για τον κατηγορούμενο μαρτυρία ή διαζευκτική θεωρία μπορεί να προέρχεται από την κατηγορούσα αρχή η οποία διατηρεί το νομικό βάρος απόδειξης μέχρι τέλους, έτσι ώστε να αρκεί η πρόκληση εύλογης, έστω και υποβόσκουσας αμφιβολίας» Στη βάση των πιο πάνω, δημιουργούνται αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με το κατά πόσο στις 03.02.2022 οι επίδικες επιταγές έχουν εξοφληθεί. Σίγουρα οι αμφιβολίες αυτές θα πρέπει να επενεργήσουν υπέρ του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η κατηγορούμενη απέτυχε να αποδείξει ότι οι επίδικες επιταγές δεν έχουν εξοφληθεί. Αυτή βέβαια η πτυχή, όπως έχει ήδη εξηγηθεί, δεν επηρεάζει το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που επιχείρησα να εξηγήσω ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή στην παρούσα υπόθεση πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που προσάπτει εναντίον του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ήτοι στις κατηγορίες αρ.1 έως και αρ.8 αμφότερων περιλαμβανομένων. (Υπογρ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Ζεβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [2] Ενδεικτικά Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 [3] Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401 [4] Βλ. Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 [5] βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142 και L.C.D. DOMIKI LTD ν. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015 [6] βλ. μεταξύ άλλων, Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 CLR 182 και Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο