Έπαρχου Πάφου ν. Κ. Κ. Σ., Αρ. Υπόθεσης:7818/2019, 11/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης:7818/2019 Έπαρχου Πάφου Κατηγορούσα Αρχή εναντίον Κ. Κ. Σ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 11.05. 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Πρωτοπαπά Για Κατηγορούμενο: κ Α. Παπαγεωργίου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα αυθημερόν μετά από διάλειμμα) Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία στο αδίκημα της παρακοής δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση του άρθρου 20
(5)του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η ό αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η καταδίκη του Κατηγορούμενου περιλαμβάνονται με λεπτομέρεια στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.05.2023 και δεν κρίνεται σκόπιμο αυτά να τύχουν επανάληψης. Αναφέρεται μόνο για σκοπούς της παρούσας απόφασης πως ο Κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος για την μη συμμόρφωση του με διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του στις 23.01.2003 στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης Ε.Δ. Πάφου 7818/2019 και το οποίο διαλάμβανε τα ακόλουθα: ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα το οποίο ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον κατηγορούμενο να κατεδαφίσει την παράνομη οικοδομή στο τεμάχιο με αρ. [ ] Φ/Σχ.26/29, στη Γιαλια της επαρχίας Πάφου εκτός εάν εντός 2 μηνών από σήμερα εξασφαλιστεί η σχετική άδεια από την Αρμόδια Αρχή Η κα Πρωτοπαπά εκπροσωπώντας την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε προς το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη και ζήτησε από το Δικαστήριο πέραν της όποιας ποινής επιβληθεί σε αυτόν να καταδικαστεί και στα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρξε συμμόρφωση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του πελάτη του ζήτησε την επιείκια του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων που περιβάλλουν το πρόσωπο του. Ανάφερε συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας 3 παιδιών εκ των οποίων τα δυο είναι παιδιά με ειδικές ανάγκες. Το ένα εκ των δυο αυτών παιδιών του είναι και [ ] ενώ και η σύζυγος του πάσχει από [ ]. Λόγω της κατάστασης αυτής ο κατηγορούμενος μεταφέρει σε τακτά χρονικά διαστήματα τα δυο του παιδιά και τη σύζυγο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για θεραπείες. Ασχολείται με τη γεωργία, όμως δεν έχει εισοδήματα. Λαμβάνει οικονομική βοήθεια από φίλους του. Τόνισε το λευκό του ποινικό μητρώο και αναφέρθηκε ειδικά στο χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος τόσο μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης όσο και μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς Κατηγορούμενου μέσω της ευπαίδευτης δικηγόρου του. Πιο κάτω θα αναφερθώ εις τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα για την διάπραξη του οποίου ο κατηγορούμενους κρίθηκε ένοχος είναι σοβαρό. Υπάρχει πολύ πλούσια νομολογία για τη σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος η οποία καθορίζει με επαρκή σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να τιμωρούνται οι παραβάτες του. Όπως εξηγήθηκε στη Δημοκρατία ν. Θαλασσινού
(1991)3 ΑΑΔ 203 η επιβολή ποινής δεν αποτελεί αυτοσκοπό σε αιτήσεις παρακοής, αλλά σκοπός είναι ο εξαναγκασμός σε υπακοή στα διατάγματα των δικαστηρίων. Περαιτέρω στην Π.Ε. 6121 ημερ. 18.07.1996 μεταξύ Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227 ο Δικαστής Πικής αναφέρει τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο σημειώνει στην απόφασή του, καθοδηγούμενο από τη νομολογία, ότι η πρέπουσα ποινή για άτομα τα οποία συνεχίζουν να παρακούουν διαταγή του δικαστηρίου είναι η φυλάκιση. (Βλ. Kay v. M/ty L/ca
(1982)2 C.L.R. 236. Christodoulides v. Police
(1985)2 C.L.R. .260.) Στην τελευταία υπόθεση γίνεται αναφορά και στην υπονόμευση του δημοσιονομικού συστήματος από παραλείψεις των πολιτών να συμμορφωθούν με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. ................ Παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε, εν όψει κυρίως της συμμόρφωσης του εφεσείοντα με τη διαταγή του δικαστηρίου, ότι μπορούσε να επιβληθεί χρηματική ποινή αντί της ποινής της φυλάκισης. Επέβαλε στον εφεσείοντα πρόστιμο £500.'' Περαιτέρω στην Έφεση Αρ. 22/2009 ημερ. 09.07.2011 μεταξύ ΔΡΟΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. MARGITA ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ POLIAKOVA, Ποιν. Εφ. 22/2009 ημερ. 09.07.2011 αναφέρθηκαν από τον Δικαστή Ναθαναήλ τα ακόλουθα: 'Η νομολογία έχει προδιαγράψει με σαφήνεια, διαχρονικότητα και εξαντλητικά, ότι η παρακοή διαταγμάτων δικαστηρίου καταστρατηγεί την ίδια τη βάση του συστήματος και την καλή και απρόσκοπτη λειτουργία και απονομή της ίδιας της δικαιοσύνης. Υποσκάπτει την εξουσία του Δικαστηρίου γι΄ αυτό και η πρέπουσα, κατά κανόνα, τιμωρία είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Μπορεί να γίνει αναφορά σε υποθέσεις όπως τις Safarino Shoe Industry v. Sunshoes Ltd
(1984)1 CLR 738, Helen Anastassiou Kay v. The Municipality of Larnaca
(1982)2 CLR 236 και Krashias Shoe Factory v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler K.G.
(1989)1 ΑΑΔ 750, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου αποτελεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου. Όταν δε η ανυπακοή αποβλέπει στην προσκόμιση οικονομικών ωφελημάτων η τιμωρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε όχι μόνο να στιγματίζει την πράξη, αλλά ταυτόχρονα να καταδεικνύει με τρόπο πρακτικό ότι δεν συμφέρει.» Επιπλέον στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, ημερομηνίας 11/06/2010 επανατονίστηκε η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Τέλος το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο πολύ πρόσφατα και συγκεκριμένα στις 13.05.2021 είχε την ευκαιρία στην Έφεση Αρ. 8/21 μεταξύ Γ.Κ. v. Ε.Ζ να αναφερθεί μέσω του Δικαστή Οικονόμου στις αρχές που αφορούν την τιμωρία παρακοών διαταγμάτων και να σημειώσει τα ακόλουθα: ''Με αυτό το σκεπτικό και επί της αρχής ότι η τιμωρία για συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος είναι κατά κανόνα η φυλάκιση και δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη παρέχεται εάν υπάρχει συμμόρφωση και τούτο χωρίς να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος (Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227), έκρινε ως αναπόφευκτη την επιβολή ποινής φυλάκισης. Υπέδειξε παράλληλα ότι η συμμόρφωση προς τα διατάγματα των δικαστηρίων αποτελεί ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας και μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (Serafino v. Sunshoes
(1964)1 CLR 738, Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ν.
(2002)1 ΑΑΔ 133, Μ. ν. P. (Αρ.2)
(2011)1 (Β) ΑΑΔ 1007).'' Για τον επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135) Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα του αδικήματος καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει σε αυτόν ποινή δεν έχει συμμορφωθεί. Προς όφελος του Κατηγορούμενου για σκοπούς εξατομίκευσης και μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνάρτηση με την ηλικία του καθώς και το σύνολο των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών του περιστάσεων όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψιν μου ότι είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να μεταφέρει τα δυο παιδιά του και τη σύζυγο του στο Γ.Ν Λευκωσίας για περίθαλψη ένεκα των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν και που δεν αμφισβητήθηκαν. Ιδιαίτερα σοβαρός μετριαστικός παράγοντας είναι και η παρέλευση του χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος (23.03.2003) τόσο μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης όσο και συνολικά μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Αξίζει να σημειωθεί, ως αναφέρθηκε και στα πλαίσια έκδοσης της τελικής μου απόφασης, ότι στην υπό παρούσα υπόθεση παρά το ότι το αδίκημα διαπράχθηκε Μάρτιο του 2003, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 13.12.2019, ήτοι πέραν των 16 ετών μεταγενέστερα, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή είχε την ευχέρεια να προσάγει ενώπιον της δικαιοσύνης τον κατηγορούμενο ενωρίτερα εφόσον γνώριζε ότι δεν είχε συμμορφωθεί με το Διάταγμα πολύ προηγουμένως, ως φαίνεται και από την αλληλογραφία που του απέστελλε. Είναι δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία ευθύνη φέρει για το διαρρεύσαν αυτό διάστημα. Επιπλέον το Δικαστήριο καλείται σήμερα να επιβάλει ποινή σε αδίκημα το οποίο τελέστηκε πριν από 20 χρόνια. Για το διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος, ήτοι των 4 τελευταίων ετών, ο κατηγορούμενος φέρει μέρος της ευθύνης ως εξηγείται στην απόφαση που εκφώνησα ενωρίτερα σήμερα. Κρίνω ότι ο συνολικός χρόνος που διέρρευσε είναι τέτοιος που μπορεί, παρά τη φύση του αδικήματος (συνεχιζόμενο) αλλά και τη σοβαρότητα του ως έχει διαγραφεί από τη νομολογία, να επηρεάσει και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Αποτιμώντας λοιπόν από την μια, τη φύση και σοβαρότητα του αδικήματος στην οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, καθώς και το ότι ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει συμμορφωθεί, και από την άλλη όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της επιβολής χρηματικού προστίμου. Κατά συνέπεια επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο στην κατηγορία που αυτός βρέθηκε ένοχος χρηματικό πρόστιμο ύψους €850. Επιπρόσθετα ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται και στα έξοδα της υπόθεσης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο