ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) ν. Α. Η., Αρ. Υπόθεσης: 7182/2018, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7182/2018 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd), από τη Λευκωσία Εναντίον Α. Η. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28/04/2023 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κος Μιλτιάδους Μ. για κα Κωνσταντινίδου Ι. Για Κατηγορούμενο: κα Σωκράτους Σ. Κατηγορούμενος: Απών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 24 κατηγορίες που όλες αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση των άρθρων 84
(1), 87
(1), 90
(1), 91Α
(3), 91Β
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.96 και αρ.4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Ως νομική βάση περιλαμβάνεται επίσης τα άρθρα 20 και 301 του Κεφ.154, καθώς και το άρθρο 3 του Περί Δικαστηρίου Νόμου (Προσωρινές Διατάξεις) του Ν.43/74, Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτών, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αγωγή με αριθμό 1577/2010 και ενώ την 29/03/2013 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής διατάχθηκε από το αναφερόμενο Δικαστήριο να καταβάλλει στην παραπονούμενη / εκ δικαστικής απόφασης πιστώτρια του, το ποσό των €150 μηνιαίως αρχής γενομένης από την 01/05/2013 και ακολούθως την πρώτη ημέρα εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως του εκ δικαστικής απόφασης χρέους, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το ποσό της δόσης των €150 για τους μήνες από 01/03/2014 μέχρι 01/02/2016 Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον κ. Άντη Κωνσταντίνου (ΜΚ.1) λειτουργό της Β2KAPITAL CYPRUS LTD. Μετά που το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, εξηγώντας του τα δικαιώματα του ως απορρέουν από το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ.155, αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Συνακόλουθα η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις Οι Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι των δυο πλευρών κατέθεσαν γραπτά κείμενα αγορεύσεων αφού υιοθέτησαν το περιεχόμενο τους και δεν πρόσθεσαν οτιδήποτε άλλο. Αυτά σημειώθηκαν ως τεκμήρια Α1 και Β
- Ο κος Μιλτιάδους εισηγείται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε αξιόπιστη και θετική μαρτυρία ως προς τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε εύρημα ενοχής του. Αντίθετα η θέση της κας Σωκράτους ήταν ότι απέτυχε η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της, για του λόγους που αναφέρει, και συνεπώς ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί και αθωωθεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω συνοπτικά την μαρτυρία του ΜΚ.1, ως αυτή αποτυπώθηκε και στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 20.02.
- Μαρτυρία ΜΚ.1 «Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης ο ΜΚ.1 ετοίμασε γραπτή δήλωση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και κατέθεσε ως τεκμήριο Α στο Δικαστήριο. Σε αυτή αναφέρει ότι μέχρι το 2016 εργαζόταν στην Alpha Bank ενώ από το 2018 βρίσκεται στην υπηρεσία της B2KAPITAL CYPRUS LTD (εφεξής B2KAPITAL) ως υπεύθυνος του τμήματος Closing and Support και ένας εκ των υπευθύνων λειτουργών αναφορικά με υποθέσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων που οδηγούνται στα δικαστήρια. Λόγω της θέσης του και των εγγράφων που έχει υπό τη φύλαξη και κατοχή του, αλλά και το ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί η B2KAPITAL, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρθηκε στην υποκατάσταση Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από την κατήγορο αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις δυνάμει των προνοιών Διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Η B2KAPITAL συστάθηκε ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (Τεκμήριο 2) και είναι δεόντως αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (Τεκμήριο 3). Παρουσίασε επίσης δέσμη εγγράφων που αφορούν το πιστοποιητικό σύστασης της κατηγόρου, την αλλαγή του ονόματος της, και επιστολή αδειοδότησης της από την Κεντρική Τράπεζα. Κατατέθηκαν ως τεκμήρια 4 και 5 το πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της τράπεζας και επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας με την οποία γνωστοποιείται ότι η τράπεζα Κύπρου είναι αδειοδοτημένη να ασκεί τραπεζικές εργασίες. Αμφότερα τα έγγραφα είναι συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα. Η B2KAPITAL δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 02.01.2020 της πωλήθηκε ή εκχωρήθηκε ή μεταβιβάστηκε χαρτοφυλάκιο μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα ποσά της αγωγής 1577/10 του Ε.Δ Πάφου. Η διαδικασία πώλησης ολοκληρώθηκε την 08.05.
- Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, και δυνάμει των προνοιών του Ν.169(Ι)/2015 η B2KAPITAL έχει αυτόματα υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την κατήγορο και απέκτησε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αναφερόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος συνέχισης της υπό κρίση υπόθεσης. Αναφέρει επίσης ότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 18
(4)του Ν.169(Ι)/2015 καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση στο φάκελο της αγωγής 1577/2010 του Ε.Δ Πάφου. Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την αναφερόμενη εξαγορά και μεταφορά της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης με σχετικές επιστολές τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήριο 4, και δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των εν λόγω ενεργειών. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6Α επιστολή ημερομηνίας 13.05.2020 της B2KAPITAL με επισυνημμένο έγγραφο πληροφόρησης ως προς τη διαχείριση των προσωπικών του δεδομένων συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα. Επίσης κατατέθηκαν δυο επιστολές της τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 14.05.2020 και 24.01.2020 προς τον κατηγορούμενο ως τεκμήρια 6Β και 6Γ αντίστοιχα. Στη συνέχεια έκανε αναφορά στην έκδοση της δικαστικής απόφασης και του διατάγματος μηνιαίων δόσεων τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα, και που εκδόθηκαν στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής. Στα πλαίσια άλλης ποινικής υπόθεσης, ίδιας φύσεως με την παρούσα, του επιβλήθηκε πρόστιμο €5 σε κάθε κατηγορία και διατάχθηκε όπως καταβάλει ποσό €650 με αναστολή εκτέλεσης 4 μηνών πλέον €300 δικηγορικά έξοδα. Το ποσό αυτό αφορούσε τις δόσεις από 01.10.2013 μέχρι 01.02.
- Μέχρι σήμερα παραλείπει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για τις υπό κρίση κατηγορίες, που αφορούν τις δόσεις από 01.03.2014 μέχρι και 01.02.
- Από έρευνα στην οποία ο ίδιος προέβηκε διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται ως δασικό υπάλληλος στο Δασονομείο και έχει τα μέσα να πληρώνει τις δόσεις του συμφώνως του Διατάγματος ημερομηνίας 29.03.
- Δια ζώσης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε, δια συμβούλου αφερεγγυότητας, αίτηση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής (ΠΣΑ), και από την οποία προκύπτει ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει το ποσό που χρωστά, εφόσον μπορεί να πληρώνει για ΠΣΑ. Στην προσπάθεια του να καταθέσει το έγγραφο αυτό, προβλήθηκε ένσταση από πλευράς υπεράσπισης βασιζόμενη στο ότι δεν αποτελεί την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που να μπορεί να επιτραπεί η κατάθεση του καθώς και στο ότι ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε γνώση για ΠΣΑ. Το Δικαστήριο με σχετικό ruling που αναγράφεται στα πρακτικά επέτρεψε την κατάθεση του εγγράφου εφόσον αυτό βρίσκετο στην κατοχή του και σχετιζόταν με την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου. Σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ερωτώμενος για την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου για τις επίδικες περιόδους (01.03.2014 έως και 01.02.2016) ανέφερε ότι αυτή παρέμεινε η ίδια, ενδεχόμενα με μια μικρή μείωση, λόγω του ότι είναι κυβερνητικός υπάλληλος Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου, από την οποία και παρέλαβαν αυτούσιο το φάκελο που αφορά την υπο κρίση υπόθεση περί την 08.05.2020 και έκτοτε τον χειρίζεται η B2KAPITAL. Ως προς τα εισοδήματα του κατηγορούμενου διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει τα όποια έξοδα του παρά μόνο ότι, ως απόρροια της κοινής λογικής, συνέχισε (κατά τον ουσιώδη χρόνο) και συνεχίζει να παίρνει το μισθό του κανονικά ως δημόσιος υπάλληλος και κατ' επέκταση είχε εισοδήματα. Συνεπώς δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί κατά πόσο αυξήθηκαν τα έξοδα του συνεπεία της ασθενείας από την οποία, ως του υπέβαλε η συνήγορος του, πάσχει. Στο φάκελο που είχε στην κατοχή του δεν υπήρχαν οποιαδήποτε στοιχεία ως προς την κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου, ούτε και οποιοδήποτε αναφορά ή σημείωμα που να δείχνει ότι ανέφερε στην πρώην Λαϊκή τράπεζα την αδυναμία του να ανταποκριθεί στην καταβολή των δόσεων. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το λόγο που δεν προωθήθηκε ενωρίτερα η υπό κρίση υπόθεση ή κατά πόσο καταχωρήθηκε άλλη παρόμοιας φύσης υπόθεση για την ίδια ή μικρότερη της ίδιας επίδικης περιόδου, με χρόνο έναρξης την 01.03.
- Το τεκμήριο 9 το έλαβαν με ηλεκτρονική αλληλογραφία από το σύμβουλο αφερεγγυότητας του κατηγορούμενου. Οι επιστολές τεκμήρια 6Α έως και 6Γ στάλθηκαν στον κατηγορούμενο με συνηθισμένο ταχυδρομείο τόσο από την B2KAPITAL όσο και την Τράπεζα Κύπρου. Είναι συνταγμένες στα αγγλικά καθότι αυτή είναι η γλώσσα επικοινωνίας που ο κατηγορούμενος επέλεξε να έχει με την τράπεζα. Τέλος αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν οφείλει τις δόσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο». Παραδεκτά γεγονότα Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του ΜΚ.1 δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα εξής: α) Ότι οι ερωτήσεις που απευθύνθηκαν στο μάρτυρα αναφορικά με άλλη ποινική υπόθεση που αφορά πράξη καταδολίευσης εκ μέρους του κατηγορούμενου αναφέρονταν στον ίδιο επίδικο χρόνο ως αυτός καθορίζεται στις λεπτομέρειες αδικημάτων της υπό κρίση υπόθεσης και β) ότι η υπογραφή που ενυπάρχει στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 9, κάτω από την αναγραφή «Α. Η.» είναι του κατηγορούμενου Αξιολόγηση μαρτυρίας Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους ενόσω αυτή κατέθεταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει το ΜΚ.1 στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, και πιο συγκεκριμένα τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273). Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στη Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Έχω επίσης αντιπαραβάλει τις θέσεις του με την πραγματική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). Στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). Στη βάση των πιο πάνω αρχών από τις οποίες αντλώ καθοδήγηση, αναφέρω ότι ο ΜΚ.1 ήταν αναμφίβολα μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία που έδωσε ήταν σαφής και θετική και προερχόταν από το φάκελος που αφορούσε το εξ' αποφάσεως χρέος του κατηγορούμενου ο οποίος περιήλθε στην κατοχή του υπό τις συνθήκες που εξήγησε και αποδέχομαι. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και χωρίς αμφιταλαντεύσεις και η αξιοπιστία του παρέμεινε ακλόνητη. Δεν έχω διαπιστώσει σε οποιοδήποτε στάδιο να προσπαθεί είτε να παραπλανήσει το Δικαστήριο είτε να αποκρύψει γεγονότα. Αντίθετα αυτός κατέθετε με σαφήνεια για όσα δεδομένα προέκυπταν από το φάκελο που χειριζόταν και είχε στην κατοχή του και σε όσα ήταν σε γνώση του. Οι αναφορές του ως προς τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα για την εξαγορά του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας Κύπρου από την Β2KAPITAL δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί ενώ ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι δεν υπήρξε μεταξύ των δυο γραπτή συμφωνία για την εξαγορά του αναφερόμενου χαρτοφυλακίου περιλαμβανομένου και του εξ' αποφάσεων χρέους του κατηγορούμενου. Ούτε και αμφισβητήθηκε ότι στις 12.10.2021 έχει καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής 1577/2010 του Ε.Δ Πάφου, η προβλεπόμενη από τον Ν.169(Ι)/2015 ειδοποίηση. Οι υποβολές προς το μάρτυρα ως προς την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου μεταγενέστερα της έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων παρέμειναν ατεκμηρίωτες εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τις υποστηρίζει. Επιπλέον δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία για την κατάσταση της υγείας του ώστε να διαφανεί κατά πόσο η παραπονούμενη ή η B2KAPITAL γνώριζε οτιδήποτε. Συνακόλουθα αποδέχομαι ως ειλικρινή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων Ευρήματα Αναφέρω πρώτιστα ότι με την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως, για τους λόγους που εξηγούνται και στην οποία παραπέμπω, έχω καταλήξει ότι η προώθηση της παρούσας υπόθεσης από την νυν κατήγορο γίνεται νόμιμα εφόσον υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd υπερ της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Επιπλέον απέρριψα σχετικό επιχείρημα για ύπαρξη κατάχρησης διαδικασίας από πλευράς κατήγορου στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιον μου, θέση την οποία επαναλαμβάνω και στο παρόν τελικό στάδιο της διαδικασίας εφόσον δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κατάληξη. Παραπέμπω σχετικά στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 1, και Χατζηγεωργίου κ.α ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 72/2014, ημερ. 27.11.2016), ECLI:CY:AD:2016:B527 Έχοντας κατά νου και τα πιο πάνω προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων μου. Στα πλαίσια της πολιτικής αγωγής 1577/2010, κατά την 02.07.2010 εκδόθηκε απόφαση υπερ της Marfin Popular Bank Public Co. Ltd και, μεταξύ άλλων, εναντίον του εναγόμενου αρ.1 (εδώ κατηγορούμενου) για το ποσό των €6.868,20σ πλέον τόκο προς 14% το χρόνο επί του ίδιου ποσού από 26.05.2010 μέχρι εξόφλησης και με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30.06 και την 31.12 έκαστου έτους, πλέον €814 δικηγορικά έξοδα πλέον τόκους και €35 έξοδα επίδοσης. Κατά την 29.03.2013 εκδόθηκε στα πλαίσια της ίδιας αγωγής, υπερ της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Company Ltd) εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο διατάσσετο ο εναγόμενος αρ.1 (εδώ κατηγορούμενος) όπως καταβάλει στην ενάγουσα (εδώ παραπονούμενη) μηνιαίως το ποσό των €150 από 01.05.2013 και ούτω καθ' εξής μέχρι εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους του. Δυνάμει του άρθρου 5 του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, της Κ.Δ.Π 104/2013 η Λαϊκή Τράπεζα, η οποία σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 της υπό αναφορά Κ.Δ.Π σημαίνει την Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, μεταβίβασε όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα στην κατήγορο, στα οποία περιλαμβάνονται και δάνεια για τα οποία ενεργεί ως πιστωτής (βλ Παράρτημα Ι της Κ.Δ.Π. 104/13). Μεταξύ της κατηγόρου και της Β2KAPITAL CYPRUS LTD (εφεξής Β2KAPITAL), η οποία είναι ιδιωτική εταιρεία και κατέχει σχετική άδεια λειτουργίας ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, συνάφθηκε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 02.01.2020 με σκοπό την πώληση και/ή εκχώρηση και/ή μεταβίβαση προς την τελευταία, χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και τα ποσά της απόφασης 1577/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η διαδικασία μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου, περιλαμβανομένου και των αξιούμενων ποσών της ρηθείσας απόφασης ολοκληρώθηκε την 08.05.
- Έκτοτε η B2KAPITAL έχει παραλάβει αυτούσιο το φάκελο που αφορά το εξ' αποφάσεως χρέος του κατηγορούμενου και τον χειρίζεται. Για τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί γραπτώς αρχικά από την κατήγορο για την πρόθεση πώλησης των πιστωτικών του διευκολύνσεων οι λογαριασμοί των οποίων περιλαμβάνονταν στην επιστολή ημερομηνίας 24.01.
- Στη συνέχεια ενημερώθηκε εκ νέου με επιστολή ημερομηνίας 14.05.2020 και πάλι από την κατήγορο ότι κατά την 08.05.2020 μεταβιβάστηκαν οι πιστωτικές του διευκολύνσεις προς την B2KAPITAL, και συνεπώς όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών θα συνέχιζαν να ισχύουν μεταξύ της και του ιδίου. Επιπρόσθετα ενημερώθηκε ότι τα προσωπικά δεδομένα του που σχετίζονταν με τις μεταβιβασθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις είχαν κοινοποιηθεί στην αναφερόμενη εταιρεία. Τέλος ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε από την Β2KAPITAL με επιστολή ημερομηνίας 13.05.2020 ότι απέκτησε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν τις πιστωτικές του διευκολύνσεις ως αυτές ίσχυαν μεταξύ του και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Επιπρόσθετα με την ως άνω επιστολή στάλθηκε στον κατηγορούμενο και έγγραφο αναφορικά με το χειρισμό και επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η ορθότητα της διεύθυνσης που αναγράφεται στις υπό αναφορά επιστολές ούτε και ότι αυτές δεν παραλήφθηκαν από τον κατηγορούμενο. Επιπλέον δεν έχει αμφισβητηθεί η ετοιμασία αυτών καθ' εαυτών των επιστολών κατά την ημερομηνία που φέρουν, και δεν μπορεί, ούτε και προβλήθηκε, να υπάρξει άλλη λογική εξήγηση εκτός του ότι έχουν ταχυδρομηθεί. Ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια μετά την παραλαβή των επιστολών τεκμήρια 6Α έως και 6Γ, ούτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβήτησε τη διαδικασίας μεταβίβασης και/ή εκχώρησης των πιστωτικών του διευκολύνσεων από την κατήγορο προς την Β2KAPITAL. Η B2KAPITAL δια των δικηγόρων τους καταχώρησε στις 12.10.2021 στα πλαίσια της αγωγής 1577/2010 του Ε.Δ Πάφου, σχετική ειδοποίηση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 18
(4)του Ν. 169(Ι)/2015. Ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 01.03.2014 και 01.02.2016 εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος και είχε απολαβές. Δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου για μείωση των αποδοχών του ή μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Παρέλειψε να καταβάλει τις επίδικες δόσεις που ήταν πληρωτέες για την περίοδο από 01.03.2014 μέχρι 01.02.2016, αμφότερων των ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, οι οποίες εξακολουθούν να οφείλονται μέχρι και σήμερα, ύψους €150 έκαστη, και συνολικού ποσού €3.600 Νομική Πτυχή Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες για το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής δόσεων προς καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή, το οποίο εδράζεται τόσο στον περί πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ.6) όσο και στο άρθρο 4 του Περί Καταδολιεύσεως των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο (Ν.60(Ι)/2008). Τα άρθρα 20 και 301 του Κεφ.154 που έχουν συμπεριληφθεί θεωρώ πως δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αφού αφενός το άρθρο 20 αφορά τη συνέργεια ενώ το αρ.301 το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, στοιχεία άσχετα με τη υπό κρίση περίπτωση. Εν πάση περίπτωση δεν θεωρώ ότι συμπερίληψη άσχετης νομικής βάσης έχει επηρεάσει κατά οποιοδήποτε τρόπο την Υπεράσπιση και συνεπώς δεν επηρεάζει την παραπέρα διαδικασία. Όπως επίσης δεν θεωρώ ότι επηρεάζει η παράλειψη συμπερίληψης στη νομική βάση του άρθρου 3
(1)(γ) του Ν.60(Ι)/2008, εφόσον από τον τρόπο διεξαγωγής της μέχρι τούδε διαδικασίας δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη μου οτιδήποτε που να συνηγορεί στο ότι η πλευρά του κατηγορούμενου δεν έχει αντιληφθεί τη φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Το Άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο του 2008, Ν. 60(Ι)/2008 (εφεξής ο Νόμος) προβλέπει τα εξής: «3
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: (α) . (β) . (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.» Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(4)του ίδιου νόμου αποτελεί Υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι: «α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν» Το Άρθρο 4
(3)του εν λόγω Νόμου προβλέπει ότι σε περίπτωση καταδίκης, δυνάμει του Άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου, το δικαστήριο δύναται, υπό τις καθοριζόμενες προϋποθέσεις, να εκδώσει διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Συγκεκριμένα προβλέπει τα ακόλουθα: «4
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς των υπό κρίση κατηγοριών, που υπενθυμίζω είναι πανομοιότυπα διατυπωμένες, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν. 60(Ι)/2008 χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. Έφεση 160/2014 ημ. 20/12/2016, ECLI:CY:AD:2016:B558, ECLI:CY:AD:2016:B558 και Ντάγκλας ν. Κυλίλη, Ποιν. Έφεση 76/19 ημ. 22/04/2020):
- Ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους με πιστωτή τον παραπονούμενο,
- Το εκ δικαστικής απόφασης χρέος να μην έχει εξοφληθεί
- Να έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους με μηνιαίες δόσεις και
- Ο κατηγορούμενος να έχει παραλείψει να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες Όπως λέχθηκε στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd (ανωτέρω), εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος της μη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων αφορούσε οικονομική ή φυσική αδυναμία από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και όχι ο πιστωτής να αποδείξει το αντίστροφο (ότι δηλαδή ο λόγος δεν ήταν η ύπαρξη τέτοιας αδυναμίας). Αυτή είναι και η ερμηνεία που προκύπτει από το άρθρο άρθρο 3
(4)(γ) του αναφερόμενου νόμου οι πρόνοιες του οποίου τέθηκαν πιο πάνω, δεδομένου ότι εμπίπτει ρητά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. και ΧΧΧ Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα και Υιοί Λίμιτεδ Ποιν. Εφ. 39/2021 ECLI:CY:AD:2021:B586, ημερ. 22.12.2021). Η μη καταβολή των δόσεων για οποιοδήποτε άλλο λόγο συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποιν. Έφεση 25/2012 ημ. 20/02/2014, ECLI:CY:AD:2014:B126, ECLI:CY:AD:2014:B126, λέχθηκε ότι το ζητούμενο σε τέτοιες υποθέσεις, όπως η παρούσα, δεν είναι το οποιοδήποτε συνολικό ποσό του χρέους κατά την ημέρα της ακρόασης αλλά το κατά πόσο οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Εκείνο, δηλαδή, που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των επίδικων στην υπόθεση δόσεων αλλά και το γεγονός ότι δεν είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο πληρωθεί, και όχι η διακρίβωση του ύψους της οφειλής, η οποία, άλλωστε, συνιστά αποδεδειγμένο χρέος που προκύπτει από την δικαστική απόφαση. Στο άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/2015, ως ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίσης υπόθεσης, προνοούνται τα εξής (υπογράμμιση δική μου): «
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος» Βάρος Απόδειξης Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι δεν επιτρέπονται[1]. Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής[2]. Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει[3]. Υπαγωγή ευρημάτων στη νομική πτυχή / Συμπεράσματα Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ.1, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση της κας Σωκράτους ότι όφειλε η κατήγορος να προσκομίσει πραγματική μαρτυρία, πχ κατάσταση λογαριασμού, για να καταδείξει ότι δεν πληρώθηκαν οι οφειλόμενες δόσεις. Ο μάρτυρας ήταν σαφής και ξεκάθαρος στη θέση του αυτή, ενώ ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα συγκεκριμένη θέση περί εξόφλησης ή πληρωμής οποιασδήποτε επίδικης δόσης, είτε από τον ίδιο είτε από τους άλλους δυο συνεναγόμενους και εξ' αποφάσεως οφειλέτες στην αγωγή 1577/2010. Το μόνο που υποβλήθηκε ήταν μια γενική υποβολή ότι «για κανένα λόγο δεν οφείλει τις δόσεις οι οποίες αναφέρονται στο κατηγορητήριο», που δεν θεωρώ ότι έθεσε έτσι εν αμφιβόλω τη θέση του ΜΚ.1 περί συνέχισης οφειλής των δόσεων. Υπενθυμίζω ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς κατηγορούμενου που να υποστηρίζει αντίθετη θέση (βλ. Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα & Υιοι Λτδ, Ποιν. Εφ. 39/2021, ημερ. 22.12.2021). Ούτε και διαφάνηκε από την όλη αντεξέταση του ΜΚ.1 ότι τίθετο θέμα πληρωμής ή οφειλής των δόσεων αλλά ουσιαστικά ζήτημα οικονομικής αδυναμίας καταβολής τους, λόγω των επικαλούμενων, αλλά μη τεκμηριωμένων, λόγων υγείας και σχετικών διαβεβαιώσεων τραπεζικών λειτουργών που έλαβε περί το 2013 με 2014 για μη λήψη μέτρων εναντίον του. Συνακόλουθα το ζήτημα της οφειλής των επίδικων δόσεων δεν ήταν επίδικο θέμα (βλ. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Δέσπως Παρδαλή Ποιν. Εφ. 153/2015 ημερ. 28.11.2017), ECLI:CY:AD:2017:B427 Όσον αφορά την όλη διαδικασία μεταφοράς των πιστωτικών διευκολύνσεων και του επίδικου χρέους του κατηγορούμενου στην B2KAPITAL αυτός ήταν πλήρως ενημερωμένος όπως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο των επιστολών, ήτοι τα τεκμήρια 6Α έως και 6Γ. Με δεδομένο ότι έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ.1 για αποστολή των εν λόγω επιστολών σε διεύθυνση που δεν αμφισβητήθηκε ως προς την ορθότητα της, και οι οποίες δεν έχουν επιστραφεί, τεκμαίρεται ότι έχουν παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί. Το τεκμήριο 9 που κατέθεσε ο ΜΚ.1 αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου αναμφίβολα αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Αυτό στάλθηκε από το σύμβουλο αφερεγγυότητας του κατηγορούμενου με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ενώ ο εν λόγω σύμβουλος δεν προσήλθε να καταθέσει. Τέτοιου είδους μαρτυρία δεν αποκλείεται μόνο και μόνο επειδή είναι εξ' ακοής και η βαρύτητα και αποδεικτική αξία της η οποία της αποδίδεται, αξιολογείται συμφώνως των όσων διαλαμβάνονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ.
- Θεωρώ πως πρέπει να αποδοθεί κανονική βαρύτητα στο εν λόγω τεκμήριο. Κατ' αρχήν ως δήλωσε σχετικά η συνήγορος του κατηγορούμενου η υπογραφή που φέρει η τελευταία σελίδα του τεκμηρίου είναι του κατηγορούμενου, και στάλθηκε στον ΜΚ.1 από εκπρόσωπο του. Περιλαμβάνει προσωπικά στοιχεία του κατηγορούμενου (όνομα, διεύθυνση, επάγγελμα) καθώς και λεπτομέρειες των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου του. Περιλαμβάνονται επίσης μηνιαία λογικά έξοδα διαβίωσης καθώς και αποκοπές από το μισθό του. Πρόκειται για 1ου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία και δεν θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχτώ το αληθές του περιεχομένου του δεδομένου του παραδεκτού γεγονότος ότι φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου αλλά και της μη αμφισβήτησης ότι αυτό ετοιμάστηκε από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας του. Ούτε και θεωρώ ότι ο σύμβουλος αφερεγγυότητας του κατηγορούμενου είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα όσα περιλαμβάνονται σε αυτό. Σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να ζητήσει, προτού κλείσει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή, να ζητήσει την κλήτευση του συντάχτη του, για να αντεξεταστεί ως προς το περιεχόμενο του, ως προνοείται σχετικά από το άρθρο 26 του Κεφ.
- Είναι βέβαια γεγονός ότι ως ημερομηνία σύνταξης του είναι η 08.04.2021 και συνεπώς αποτυπώνει την οικονομική του κατάσταση ως ήταν τότε. Δεν έχει τεθεί όμως οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου, και δη ότι αυτή ήταν σε χειρότερη κατάσταση πριν από την πιο πάνω ημερομηνία. Αντίθετα στη βάση της μαρτυρίας του ΜΚ.1 αλλά και ως ζήτημα κοινής λογικής εφόσον ο κατηγορούμενος εργαζόταν και συνέχισε να εργάζεται στο δημόσιο, και που δεν έχει αμφισβητηθεί, είχε και προηγουμένως περίπου την ίδια οικονομική κατάσταση. Συνακόλουθα κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος είχε διαθέσιμο εισόδημα περί των €996 μηνιαίως και ήταν σε θέση να καταβάλει το ποσό των €150 κάθε μηνιαίας δόσης. Όσον αφορά την εισήγηση ότι η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου στην πολιτική αγωγή 1577/2010, έχει λήξει την 02.07.2022, λόγω παρέλευσης 12 ετών από την έκδοση της, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί. Εξηγείται το σκεπτικό. Το διάταγμα πληρωμής μηνιαίων δόσεων, όπως είναι και στην παρούσα περίπτωση, αναμφίβολα αποτελεί τρόπο εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Για τη στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, συμφώνως των προνοιών του Ν.60(Ι)/2008 θα πρέπει να υφίσταται δικαστική απόφαση η οποία να είναι εκτελεστή εφόσον η ποινική ευθύνη του προσώπου αυτού πηγάζει από την ύπαρξη του διατάγματος μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής, που εδώ είναι η αγωγή υπ' αρ. 1577/2010 (βλ. Petros Yerolemides v The Municipality of Nicosia and/or the Chairman of the municipal Committee of Nicosia
(1985)1 C.L.R. 104). Η υπό κρίση υπόθεση καταχωρήθηκε την 09.11.2018 ότε και εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ η δικαστική απόφαση εφόσον είχε παραταθεί (αναδρομικά) η ισχύς τους από τα έξι
(6)στα δέκα
(10)χρόνια με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2011 ο οποίος τροποποίησε σχετικά τη Δ.40 κ.8. Στη συνέχεια τροποποιήθηκε εκ νέου με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικό κανονισμό του 2020 δυνάμει του οποίου επεκτάθηκε η ισχύς των δικαστικών αποφάσεων στα δώδεκα
(12)χρόνια. Με την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης κατά τον αναφερθέντα χρόνο, και δεδομένου ότι η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου ήταν σε ισχύ, δεν θεωρώ ότι τίθεται θέμα εκπνοής της ισχύος της και μη ανανέωσης της εφόσον δεν υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο υποχρέωση εξασφάλισης άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Άλλωστε οι κατηγορίες αφορούν οφειλόμενες δόσεις οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά το χρόνο που αναφέρεται σε αυτές στον οποίο χρόνο η δικαστική απόφαση της αγωγής 1577/2010 ήταν σε ισχύ. Η σημασία της παρόδου των 12 ετών έχει έρεισμα στο ζήτημα της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης από 02.07.2022 και μετέπειτα. Συνεπώς και η εισήγηση αυτή απορρίπτεται. Κατάληξη Στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας του μάρτυρα κατηγορίας και των τεκμηρίων που έχουν προσαχθεί καθώς και των σχετικών ευρημάτων που επ' αυτών προέβηκε το Δικαστήριο καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3
(1)(γ) του Ν.60(Ι)/2008 σε όλες τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την παραπονούμενη, ότι εναντίον του εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αποπληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις, και ότι παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ.24 ήτοι για την περίοδο από 01.03.2014 μέχρι 01.02.2016, αμφότερων των ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, οι οποίες εξακολουθούν να οφείλονται μέχρι και σήμερα, ύψους €150 έκαστη, και συνολικού ποσού €3.600, όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την Υπεράσπιση της μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης μετά την έκδοση του διατάγματος πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις. Τουναντίον, διαφάνηκε ότι είχε τέτοια οικονομική δυνατότητα. Δεν έχει επίσης τεκμηριωθεί οποιαδήποτε κατάχρηση από πλευράς κατήγορου, ούτε και οποιοσδήποτε επηρεασμός των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. Παρά το ότι στη γραπτή μαρτυρία / δήλωση του μάρτυρα κατηγορίας ζητείται η έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων, στη βάση των όσων έχουν λεχθεί στην υπόθεση Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα & Υιοι Λτδ, ανωτέρω, θα ακούσω πρώτα το συνήγορο της παραπονούμενης αν επιθυμεί την προώθηση του συγκεκριμένου αιτήματος, και αναλόγως, θα δώσω την ευκαιρία στη συνήγορο του κατηγορούμενου να τοποθετηθεί. (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 [2] Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401 [3] Βλ. Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο