← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Π. Γ., Αρ. Υπόθεσης: 2386/23, 17/5/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Π. Γ., Αρ. Υπόθεσης: 2386/23, 17/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2386/23 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. Π. Γ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17 Μαΐου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Π. Σιαηλή Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: O Κατηγορούμενος με το υπό εξέταση κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 23.03.2023 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Το αδίκημα της βίας στην οικογένεια, κοινή επίθεση κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1), 4
(1)
(2)(ιβ) και 23 του Νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των Θυμάτων 119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 02 Μαρτίου του 2023 στην Πάφο, επιτέθηκε εναντίον του πατέρα του Α. Γ. 2η Κατηγορία: Το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προκάλεσε τρόπο ή ανησυχία στον πατέρα του Α. Γ., απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη, δηλαδή του είπε <<θα σου τα σπάσω και τα δύο>>. 3η Κατηγορία: Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, εξύβρισε τον πατέρα του Α. Γ. με την λέξη <<μπάσταρτε>> σε μη δημόσιο χώρο, ήτοι μέσα στο σπίτι τους, κατά τον τρόπο που να ήταν δυνατόν να ακουστεί από οποιονδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και να τον προκαλέσει να διαπράξει επίθεση. 4η Κατηγορία: Το αδίκημα της βίας στην οικογένεια, πρόκληση ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των Θυμάτων 119(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία με τη συμπεριφορά του ή με τις πράξεις του προς τον πατέρα του Α. Γ. του προκάλεσε ψυχική βλάβη. 5η Κατηγορία: Το αδίκημα της παρενόχλησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προέβηκε σε συμπεριφορά η οποία προκάλεσε ενόχληση στον πατέρα του Α. Γ, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκάλεσε ενόχληση. 6η Κατηγορία: Το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 20.01.2023 και 10.03.2023 στην Πάφο, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά αξίας 60 Ευρώ σπάζοντας διάφορα ποτήρια και μια καρέκλα, περιουσία του πατέρα του Α.Γ από την Πάφο. . Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Aστ. 4207 Μ. Θεοχάρους (ΜΚ1), τον Β. Χαραλάμπους (ΜΚ2) και τον Α. Γ. (ΜΚ3). Σημειώνεται συμπληρωματικά ότι στις 12.05.2023 κατατέθηκαν εξ συμφώνου τα Τεκμήρια 7 & 8 (αφορούν την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του Κατηγορούμενου) ενώ έγιναν και δηλώσεις με αποδοχή της αλήθειας του περιεχομένου τόσο του Τεκμηρίου 4 ήτοι του Ιατρικού Πιστοποιητικού του Δρ. Α.Κ ημερ. 22.03.2023 όσο και της Ιατρικής Βεβαίωσης του Δρ. Κ.Σ ημερ. 12.03.2023 που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 5 και αφορούν τον Κατηγορούμενο. Με το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε σχέση με την 2η, 3η, 4η, 5η και 6η Κατηγορία και αγόρευσε προς τούτο σχετικά. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[1] Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια <<εκ πρώτης όψεως υπόθεση>> δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Για τον σκοπό εξέτασης της εισήγησης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. H μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας 4207 Μ. Θεοχάρους ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Στις 10.03.2023 και περί ώρα 1700 ενώ βρισκόταν καθήκον στο ΤΑΕ Πάφου τον επισκέφθηκε ο Α.Γ και του κατάγγειλε ότι στις 02.03.2023 ο γιός του Π.Γ του επιτέθηκε, τον εξύβρισε και τον απείλησε με διάφορες φράσεις, ενώ σε άγνωστες ημερομηνίες προκάλεσε κακόβουλη ζημιά. Από το συγκεκριμένο πρόσωπα έλαβε γραπτή κατάθεση ενώ στις 22.03.2023 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 22.03.2023 από άλλο Αστυφύλακα κατά την μέρα αποδέσμευσης του από το Ψυχιατρείο Αθαλάσσας όπου και νοσηλευόταν από τις 12.03.2023. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε λεπτομέρειες ούτε είχε στην κατοχή του τα έγγραφα που αφορούσαν την διαδικασία που έλαβε χώρα για την έκδοση διατάγματος υποχρεωτικής εξέτασης του κατηγορούμενου ούτε του διατάγματος για την παραπομπή του στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας δυνάμει διατάγματος προσωρινής νοσηλείας. Ούτε διερεύνησε ποια ήταν η κατάσταση της ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου κατά τους χρόνους διάπραξης των καταλογιζομένων αδικημάτων ή και μέχρι τον χρόνο εισαγωγής του στο Ψυχιατρείο ούτε και είχε υπόψη του ποια ήταν η γνωμάτευση του Ψυχιάτρου που τον είχε εξετάσει πριν αυτός εισαχθεί στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Το μόνο που έλαβε ήταν η ιατρική βεβαίωση ημερ. 22.03.2023 (Τεκμήριο 4) με το οποίο αναφερόταν πως ο Κατηγορούμενος μπορούσε να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία. Ερωτούμενος σε σχέση με την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης και κατά πόσον μπορούσε να ακουστεί εκτός της κατοικίας που ο Κατηγορούμενος και ο πατέρας του βρίσκονταν ο μάρτυρας ανέφερε πώς τις φράσεις ο Κατηγορούμενος τις φώναζε και ότι θα μπορούσαν να ακουστούν και εκτός κατοικίας. Φυσικά διευκρίνισε πώς ο ίδιος δεν μετέβηκε στην κατοικία για να γνωρίζει πως αυτή είναι ούτε και έχει οποιαδήποτε μαρτυρία για τις αποστάσεις που υπήρχαν έτσι ώστε να μπορούσε να ακουστεί από το σπίτι. Για την υπόθεση αυτή δεν υπάρχει ως επισήμανε άλλη μαρτυρία εκτός από αυτή του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου ενώ για την μη άμεση υποβολή της καταγγελίας από τον πατέρα ανέφερε πώς κάτι τέτοιο από την εμπειρία του είναι συχνό φαινόμενο ένεκα της στενής σχέσης που υπάρχει μεταξύ των εμπλεκομένων. Ο μάρτυρας δεν προβληματίστηκε ως ανέφερε για το λόγο που ο παραπονούμενος φιλοξενούσε τον κατηγορούμενο στην κατοικία του πρώτου ενώ είχε εξασφαλιστεί σχετικό διάταγμα στα πλαίσια άλλης υπόθεσης με παραπονούμενο και πάλι τον πατέρα του με το οποίο απαγορευόταν στον κατηγορούμενο να διαμένει στην κατοικία του πατέρα του ενώ καταληκτικά επιβεβαίωσε πώς η δική τους διερεύνηση αφορούσε χρονικά μετά την έξοδο του Κατηγορούμενου από το Νοσοκομείο Αθαλάσσας και ότι μπορούσε ο Κατηγορούμενος να παρακολουθήσει την οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ενώ δεν τους προβλημάτισε το γεγονός πώς ο παραπονούμενος τους είχε αναφέρει πως ο γιός του έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και έχει φθάσει στο σημείο να βλέπει πράγματα και να είναι παρανοϊκός που σε συνδυασμό με το διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας δεν τους προβλημάτισε και πάλι να διερευνήσουν το ζήτημα. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) κλήθηκε και κατάθεσε Λειτουργός του Ποινικού Πρωτοκολλητείου του Ε.Δ. Πάφου ο οποίος παρουσίασε το Τεκμήριο 5 στην διαδικασία. Πρόκειται ουσιαστικά για αντίγραφα του Πρώτου και Δεύτερου Μέρους της υπόθεσης (αίτησης) [ ] διαδικασία που αφορά τον Περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο αναφορικά με τον Κατηγορούμενο Π.Γ. Ως ο μάρτυρας ανέφερε στις 10.03.2023 κατατέθηκε αίτηση από Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας για την υποχρεωτική εξέταση του Κατηγορούμενου ενώ στις 12.03.23 κατατέθηκε αίτηση στη βάση Ψυχιατρικής Γνωμάτευσης που εξασφαλίστηκε από τον Δρ. Κ.Σ ημερ. 12.03.2023 με την οποία κρίθηκε δικαιολογημένη η παραπομπή του Κατηγορούμενου για προσωρινή νοσηλεία στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ3) κλήθηκε και κατάθεσε ο παραπονούμενος Α.Γ. Παρουσίασε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 6 την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στην οποία αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος είναι γιός του και χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Εξαιτίας αυτών των ουσιών είναι πολύ επιθετικός μαζί του και είχε προβεί και στο παρελθόν σε καταγγελία στην Αστυνομία και οδηγήθηκε στην φυλακή. Στις 20.01.2023 ο γιός του βγήκε από την φυλακή και έκτοτε τον φιλοξενεί στην κατοικία του ενώ συνεχίζει να κάνει χρήση ουσιών και έχει φθάσει στο σημείο να βλέπει πράγματα και να είναι παρανοϊκός. Στις 02.03.2023 και περί ώρα 2030 και ενώ βρίσκονταν στο σπίτι τους, ο γιός του ζήτησε χρήματα για να αγοράσει ναρκωτικά και του απάντησε πώς δεν είχε να του δώσει. Τότε άρχισε να του φωνάζει και να τον κλωτσάει και να τον πατά στα πόδια απειλώντας τον με την φράση <<θα σου τα σπάσω και τα δύο>> ενώ τον εξύβρισε και με την λέξη <<μπάσταρτε>>. Σημειώνει επιπρόσθετα πως σε διάφορες ημερομηνίες που δεν θυμάται ο γιός του έσπασε τα ποτήρια που είχε στο σπίτι αξίας 10 ευρώ και μια καρέκλα ξύλινη αξίας 50 ευρώ και τα οποία έχει πετάξει. Ανέφερε πως από την όλη συμπεριφορά του γιού του έχει υποστεί αναστάτωση, αγωνία, ανησυχία και φόβο ενώ σε σχέση με την καθυστέρηση να μεταβεί στην Αστυνομία είναι διότι έχει αναπηρία στα άκρα και δεν οδηγεί ενώ έχει επίσης διαγνωστεί στα αρχικά στάδια καρκίνου και κάνει θεραπείες. Δεν επιθυμούσε να επισκεφθεί γιατρό ούτε να μείνει σε ειδικό ασφαλές μέρος. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πως συνεχίζει να έχει σήμερα παράπονο αλλά επιθυμεί όπως ο γιός του βοηθηθεί δηλαδή να βρεθεί ένας τρόπος να κάμει μια θεραπεία αφού η περίοδος των 9 μηνών που έμεινε στην φυλακή δεν ωφέλησε αφού πάλι βγήκε και συνεχίζει τα ίδια. Παρά το γεγονός ότι ουδέποτε ο ίδιος είδε τον Κατηγορούμενο να κάνει χρήση ναρκωτικών το γεγονός πως του ζητά συνέχεια χρήματα κατά την διάρκεια που αυτός μένει μαζί του και παίρνει ασημόκολλα και καλαμάκι και πάει στο δωμάτιο του θεωρεί πώς είναι για χρήση ναρκωτικών. Ο γιός του σημείωσε πως δεν παραδέχεται και μάλιστα αρνείται ότι είναι χρήστης ναρκωτικών. Συμφώνησε πως τα συμπτώματα τα οποία εντόπισε ο Δρ. Σ κατά την εξέταση του Κατηγορούμενου τα είχε και στο σπίτι κατά την διάρκεια του συμβάν και γενικά όταν τον φιλοξενούσε στην κατοικία του μετά την αποφυλάκιση του τα οποία και ο ίδιος περιέγραψε αντεξεταζόμενος. Εξέφρασε επίσης την θέση πως συζητήσεις ή φωνές που λαμβάνουν χώρα στο δικό του σπίτι μπορούν να ακουστούν στο διπλανό όχι όμως έξω στο δρόμο. Τέλος ερωτούμενος για το σπάσιμο των ποτηριών και της καρέκλας ο μάρτυρας ανέφερε πως αυτό έγινε στα πλαίσια της ίδιας κατάστασης που βρισκόταν ο γιός του με κάποιες απότομες κινήσεις του χεριού του ενώ αυτά βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι και ενώ αυτός σηκωνόταν απότομά από την καρέκλα με αποτέλεσμα αυτή όταν έπεσε στο έδαφος να σπάσει. Νομική Πτυχή: (α) Η Πρώτη Κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 2, 3
(1), 4
(1)
(2)(ιβ) και 23 του Νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των Θυμάτων 119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Κοινή επίθεση
  2. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος <<επίθεση>> χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Ο Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (119(I)/2000) διαλαμβάνει επίσης τα ακόλουθα στις νομοθετικές του πρόνοιες σχετικά με την Κατηγορία που εξετάζεται: Έvvoια της βίας και πεδίo εφαρμoγής της 3.—
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου "βία" με βάση το εδάφιο
(1)στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4
(2)και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα.
(3)Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, με βάση τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου αυτού, ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174, 175 και 177 του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ' αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο
(4)του άρθρου αυτού.
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. (β) Η Δεύτερη Κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που προνοεί τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, και
  2. Η εν λόγω απειλή να προκαλέσει σε άλλο πρόσωπο τρόμο ή ανησυχία. Πρέπει, λοιπόν, για να αποδειχθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί όχι μόνο η απειλή με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, αλλά και ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο. (γ) Η Τρίτη Κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που προνοεί τα ακόλουθα:
  3. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  4. Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
  5. Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
  6. Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, το οποίο ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act, 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. (δ) Η Τέταρτη Κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 2 και 3
(1)
(4)του Νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των Θυμάτων 119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί. Έvvoια της βίας και πεδίo εφαρμoγής της 3.—
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου "βία" με βάση το εδάφιο
(1)στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4
(2)και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα.
(3)Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, με βάση τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου αυτού, ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174, 175 και 177 του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ' αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο
(4)του άρθρου αυτού.
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές (ε) Η Πέμπτη Κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 2 και 3 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/2021. Στο άρθρο 2 του Νόμου παρατίθεται ο ορισμός της παρενόχλησης και της συμπεριφοράς: «παρενόχληση» σημαίνει την πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο∙ «συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση προσώπου, σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον δύο
(2)φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση, και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση δύο
(2)ή περισσότερων προσώπων, στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς, τουλάχιστον μία
(1)φορά για κάθε πρόσωπο. Παρενόχληση 3.-
(1)Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο
(1)προκληθείσα παρενόχληση, συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση.
(4)Αποτελεί υπεράσπιση του κατηγορουμένου ότι- (α) προέβη στην επίδικη συμπεριφορά, με σκοπό την αποτροπή ή τη συνδρομή στη διερεύνηση ποινικού αδικήματος, ή/και (β) προέβη στην επίδικη συμπεριφορά με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε εν ισχύι Νόμου ή δικαστικού διατάγματος ή με σκοπό τη συμμόρφωση με όρο ή απαίτηση επιβαλλόμενη σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει νομοθεσίας ή δικαστικού διατάγματος, ή/και (γ) η επίδικη συμπεριφορά ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. (στ) Η Έκτη Κατηγορία στηρίζεται στο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που προνοεί τα ακόλουθα: Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 324
(1), δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξη του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς (βλ. Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, 176). Η κυριότητα των αντικειμένων στα οποία αναφέρεται η κατηγορία, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 189, 191). Η έννοια της ζημιάς δεν ορίζεται στο νόμο. Στην απόφαση του Εφετείου του Queensland, R v Zischke [1983] 1 Qd R 240 αναφέρθηκε ότι περιουσία θεωρείται ότι έχει υποστεί ζημιά εάν έχει καταστεί ατελής (imperfect) ή μη λειτουργική (inoperable). Αφού έγινε ανασκόπηση της νομολογίας και άλλων χωρών της Κοινοπολιτείας το εφετείο κατέληξε (σελ. 246): «What emerges from a review of the decisions is that "damage" may be D held to have been done even though the injury to the article of property is not permanent but is remediable, if only by the expenditure of money. Probably the formula that most nearly embraces all the attempts at definition is that a thing is damaged if it is rendered imperfect or inoperative» Η απόφαση στηρίχθηκε και στα λεχθέντα της Αγγλικής, R v Tacey
(1821)Russ & Ry 452; 168 ER 893, όπου ο κατηγορούμενος είχε αποσυναρμολογήσει μηχάνημα. Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία, δεν είναι απαραίτητο η ζημιά να είναι μόνιμη (βλ. Roe v Kingerlee [1986] Crim LR 735) ούτε να αποδειχθεί η ακριβής αξία της (βλ. R v Whiteley
(1991)155 JP 917, 93 Cr App R 25, όπου η απώλεια αφορούσε ηλεκτρονικά αρχεία). Εκτίμηση Δικαστηρίου: Στρεφόμενος προς την 1η, 2η και 3η Κατηγορία από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενη και χωρίς να επισέρχομαι στο στάδιο αυτό στην αξιολόγηση αυτής ή σε κατάληξη ευρημάτων θεωρώ πως είναι ικανοποιητική για να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Υπενθυμίζεται πώς σε σχέση με την 1η Κατηγορία δεν υπήρχε ούτε από πλευράς υπεράσπισης εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με την 2η και 3η Κατηγορία παρά την ύπαρξη της σχετικής εισήγησης που τις καλύπτει θεωρώ πως η μαρτυρία του ΜΚ3 είναι αρκετή τουλάχιστον για σκοπούς του παρόντος σταδίου να κληθεί και σε αυτές ο Κατηγορούμενος σε απολογία. Υπενθυμίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου και όχι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Τόσο σε σχέση με την 1η όσο και σε σχέση με την 2η και 3η Κατηγορία δεν φαίνεται να απουσιάζει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων αυτών τουλάχιστον για σκοπούς του παρόντος σταδίου ούτε η μαρτυρία να είναι τόσο αντινομική ή να στερείται πειστικότητας που κανένα Δικαστήριο δεν θα καλούσε σε απολογία τον Κατηγορούμενο στη βάση αυτής σε σχέση με τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω θεωρώ και καταλήγω πως ο Κατηγορούμενος χρίζει αθώωσης και απαλλαγής από το στάδιο αυτό σε σχέση με την 4η, 5η και 6η Κατηγορία και θα εξηγήσω τους λόγους: (α) Σε σχέση με την κατηγορία της πρόκλησης ψυχικής βλάβης (4η Κατηγορία) θα συμφωνήσω με την κα Σιαηλή πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για το κατά πόσον έχει προκληθεί οποιαδήποτε μορφής ψυχική βλάβη στον ΜΚ3 αφού δεν τέθηκε οποιαδήποτε τέτοια σχετική μαρτυρία από τον ίδιο η οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Οι αναφορές του ΜΚ3 σε κάποια από τα συναισθήματα του θεωρώ πως αφορούν άλλες κατηγορίες και θα εξεταστούν σε σχέση με αυτές (την 2η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απειλής). (β) Σε σχέση με την κατηγορία της παρενόχλησης (5η Κατηγορία) παραπέμπω στο ερμηνευτικό μέρος του Νόμου 114(Ι)/2021 και συγκεκριμένα στο άρθρο 2 όπου περιλαμβάνεται ο ορισμός τόσο του όρου «παρενόχληση» όσο και του όρου «συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση προσώπου.[2] Αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της παρενόχλησης θα πρέπει να επιδειχθεί τουλάχιστον δύο
(2)φορές συμπεριφορά που συνιστά ενόχληση. Στην υπό εξέταση κατηγορία γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες της σε περιστατικό που έλαβε χώρα στον χρόνο και τόπο που αφορά και την 1η κατηγορία με παραπονούμενο τον πατέρα του Κατηγορούμενου ήτοι τον ΜΚ3 που ως προέκυψε από την μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σε τουλάχιστον δύο φορές παρενοχλητικής κατά τον μάρτυρα συμπεριφοράς που να έλαβαν χώρα κατά την συγκεκριμένη ημέρα. Συνεπώς φαίνεται να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί από την τεθείσα μαρτυρία συστατικό στοιχείο του αδικήματος της παρενόχλησης. (γ) Σε σχέση με την κατηγορία της κακόβουλης βλάβης (6η Κατηγορία) από την μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος αναφέρθηκε στο σπάσιμο των ποτηριών και της καρέκλας προέκυψε από τα όσα δια ζώσης ανέφερε πως το σπάσιμο αυτών δεν έγινε με οποιαδήποτε εσκεμμένο και παράνομο τρόπο από τον Κατηγορούμενο. Μάλιστα ο ΜΚ3 παραδέχθηκε πως η καρέκλα έσπασε όταν αυτή έγειρε προς τα πίσω και έπεσε στο πάτωμα όταν ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε απότομα από αυτήν ως ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ένεκα της εξάρτησης από την χρήση ναρκωτικών ουσιών και την διαταραχή στην ψυχική του υγεία ως απόρροια της χρήσης των ναρκωτικών. Επιπρόσθετα και σε σχέση με το σπάσιμο των ποτηριών ο ΜΚ3 ανέφερε και πάλι πως τα ποτήρια αυτά βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι όπου καθόταν ο Κατηγορούμενος και σε κάποια στιγμή στιγμιαία ο Κατηγορούμενος και πάλι αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα για τα οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω έκαμε μια απότομη κίνηση με το χέρι του η οποία είχε ως αποτέλεσμα να κτυπήσει τα ποτήρια και αυτά πέφτοντας στο πάτωμα έσπασαν. Δεν προκύπτει δηλαδή ούτε και για την περίπτωση των ποτηριών η ύπαρξη εσκεμμένης και παράνομης πράξης για την πρόκληση της ζημιάς. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος θα καλείτο σε απολογία σε σχέση με τις Κατηγορίες 4, 5 και 6 θα είχε ως αποτέλεσμα να πράττει αυτό με σκοπό να καλύψει τα κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής πράγμα ανεπίτρεπτο. Συνεπώς δεν μένει άλλη επιλογή του Δικαστηρίου από τον αθωώσει σε αυτές τις Κατηγορίες. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω ο Κατηγορούμενος καλείται σε απολογία σε σχέση με την 1η, 2η και 3η Κατηγορία ενώ αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται της 4η, 5η και 6η Κατηγορίας. (Υπ.)....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [2] «παρενόχληση» σημαίνει την πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο∙ «συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση προσώπου, σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον δύο
(2)φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση, και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση δύο
(2)ή περισσότερων προσώπων, στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς, τουλάχιστον μία
(1)φορά για κάθε πρόσωπο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.