← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΒΡΑΑΜ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6310/17, 24/2/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΒΡΑΑΜ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6310/17, 24/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 6310/17 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.

  1. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΒΡΑΑΜ
  2. MILENA NESTOROVA Κατηγορούμενοι ----------------------- Ημερομηνία: 24.02.23 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Χρίστου με κ. Ανδρέου και κ. Ν. Ζένιου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι έχουν κριθεί ένοχοι στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία) καθώς και σε όλες τις κατηγορίες που έχουν προστεθεί από το Δικαστήριο με την καταδικαστική του απόφαση αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής από γραμματείς και υπηρέτες κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί. Περαιτέρω η 2η Κατηγορουμένη έχει κριθεί ένοχη μετά από ακροαματική διαδικασία και σε 3 επιπλέον κατηγορίες που αφορούν τα ίδια αδικήματα (κατηγορίες 861 - 863) αναφορικά με την κλοπή χρηματικών ποσών από την εταιρεία DAILY DEALS. Τα γεγονότα έχουν ανευρεθεί από το Δικαστήριο και αναφέρονται λεπτομερώς στην καταδικαστική του απόφαση ημερομηνίας 16.12.
  3. Υιοθετούνται πλήρως και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή τόσο ο 1ος Κατηγορούμενος όσο και η 2η Κατηγορουμένη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος των Κατηγορουμένων αγόρευσε για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Συνοπτικά τόσο μέσα από την γραπτή του αγόρευση όσο και προφορικά υπέδειξε στο Δικαστήριο όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που συνθέτουν τον κάθε Κατηγορούμενο. Ο κ. Χρίστου εστίασε ιδιαίτερα την προσοχή του Δικαστηρίου στις προσωπικές τους περιστάσεις υιοθετώντας προς τούτο και τις εκθέσεις του Γρ. Ευημερίας που έχουν ετοιμαστεί. Κάλεσε επίσης ο συνήγορος το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων, το λευκό τους ποινικό μητρώο τονίζοντας μάλιστα ότι πρόκειται για νομοταγείς πολίτες αφού ποτέ στο παρελθόν δεν έχουν επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Σε ότι αφορά τις προσωπικές τους συνθήκες, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, κάλεσε το Δικαστήριο όπως προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στον μετριαστικό αυτό παράγοντα επικαλούμενος το γεγονός ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι είναι προστάτες των οικογενειών τους, για τους λόγους που υπέδειξε τόσο μέσα από την γραπτή του αγόρευση όσο και προφορικά στο Δικαστήριο. Ο κ. Χρίστου τόνισε περαιτέρω τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα επέλθουν στην ζωή των Κατηγορουμένων στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατάλληλη ποινή για να επιβληθεί και στους δύο Κατηγορούμενους είναι η ποινή της άμεσης φυλάκισης. Μέσα από την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε επίσης το Δικαστήριο όπως ληφθεί σοβαρά υπόψη και ο μετριαστικός παράγοντας του χρόνου που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Τέλος, ο συνήγορος της Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εξασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια και στην περίπτωση που αποφασίσει ότι κατάλληλη για να επιβληθεί ποινή στους Κατηγορούμενους είναι αυτή της φυλάκισης, ενόψει όλων των μετριαστικών παραγόντων που έχουν ανωτέρω αναφερθεί, η ποινή αυτή να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. Αναμφίβολα το αδίκημα της κλοπής από γραμματείς και υπηρέτες είναι ιδιαίτερα σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από την προβλεπόμενη στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ποινή, αφού προνοείται ποινή φυλάκισης 14 ετών. Η ιδιαίτερη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται και στο γεγονός ότι ο παραβάτης εκμεταλλεύεται τη σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υπάρχει μεταξύ του και του εργοδότη του και είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα εκεί όπου ο εργοδότης βασίζεται στην αφοσίωση και ειλικρίνεια του εργοδοτουμένου του (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, p. 141 - 142). Στην Τhe Attorney General v. Neophytos Nicola Vassiliotis alias Kaizer a.o

(1967)2 C.L.R. 20 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Stealing by servant tends to undermine the basis, upon which hundreds of people carry on their business as employers, or earn their living as employees. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great importance; and is entitled to adequate protection from the law." Mεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επανέλαβαν τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού και κατέδειξαν ότι τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά με την επιβολή κατά κανόνα ποινής φυλάκισης (βλ. Πολυδώρου v. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 48, Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212, Κατσούρης v. Αστυνομίας
(1988)2 C.L.R. 180, Αργυρού v. Αστυνομίας
(1993)2 A.A.Δ. 434 και Αθανασιάδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701). Πέραν των πιο πάνω, στην Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, αφού αναφέρθηκαν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές που ακολουθούνται στην Αγγλία για τέτοιας φύσης αδίκημα, λέχθηκε ότι δεν θα ήταν ορθό να παραγνωρίζονται τα σωρευτικά αποτελέσματα του συνόλου της εγκληματικής δραστηριότητας για την οποία ο κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή, ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ηλικίας 31 ετών, οικογενειάρχη με τρία μικρά παιδιά ο οποίος έκλεψε συνολικά το ποσό των £36,000 ενώ ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Πολεμιδιών, μειώθηκε σε 18 μήνες κατ' έφεση. Στην Αθανασιάδης v. Αστυνομίας (ανωτέρω) η οποία αφορούσε ομοειδές αδίκημα, αυτό της κλοπής υπό αντιπροσώπου, ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε πρωτόδικα επικυρώθηκε κατ' έφεση. Να σημειωθεί ότι στην υπόθεση εκείνη λήφθηκε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα από την διάπραξη των αδικημάτων,η αποζημίωση του θύματος και η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν είναι δεδομένη και αντικατοπτρίζεται από τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν. Περαιτέρω θα πρέπει να τονίσω ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης παρατηρείται και ανησυχητική έξαρση κάτι για το οποίο και λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνομαι σχεδόν καθημερινά. Στρεφόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και για σκοπούς καθορισμού της σοβαρότητας τους, λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των ενεργειών και πράξεων των Κατηγορουμένων οι οποίες ουσιαστικά είχαν ως σκοπό την κλοπή χρηματικών ποσών από την παραπονούμενη εταιρεία δηλαδή τον εργοδότη τους. Οι Κατηγορούμενοι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλοι της παραπονούμενης εταιρείας και αποτελούσαν τα μοναδικά πρόσωπα που είχαν την ευθύνη για την έκδοση και είσπραξη των τιμολογίων τα οποία και θα έπρεπε να παραδίδουν καθημερινά μαζί με τα χρηματικά ποσά που τους αντιστοιχούσαν και εισέπρατταν στον διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας, δηλαδή τον Πέτρο Βαρνάβα. Επειδή οι Κατηγορούμενοι όμως γνώριζαν ότι ο διευθυντής της εταιρείας δεν ασκούσε τον ενδεδειγμένο έλεγχο στην εταιρεία του λόγω του ότι ο ίδιος διέμενε σε άλλη Επαρχία αλλά και επειδή τους είχε δείξει και εμπιστοσύνη καθότι και οι δύο Κατηγορούμενοι ήταν ιδιαίτερα εργατικοί, καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη που απέκτησαν και απέκρυπταν από τον ίδιο τον διευθυντή της εταιρείας μεγάλο αριθμό τιμολογίων τα οποία εισέπρατταν από τους πελάτες της παραπονούμενης εταιρείας με αποτέλεσμα να κλέβουν τα χρηματικά ποσά που τους αναλογούσαν αφού δεν του τα παρέδιδαν. Οι πράξεις και ενέργειες των Κατηγορουμένων έλαβαν χώρα αρκετές φορές αφού η κλοπή των χρηματικών ποσών γινόταν από τους ίδιους κατ' επανάληψη και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα της πιο πάνω περιγραφείσας παραβατικής συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων ήταν η κλοπή εκ μέρους τους, του συνολικού χρηματικού ποσού των 10,365 ευρώ ενώ σε ότι αφορά την κλοπή των χρηματικών ποσών που κατατέθηκαν στον λογαριασμό της 2ης Κατηγορουμένης από την εταιρεία DAILY DEALS αυτή ανέρχεται στο ποσό των 266,70 ευρώ. Συνακόλουθα, η έκταση της εγκληματικής συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων, ο οργανωμένος τρόπος δράσης τους καθώς και το μεγάλο χρονικό διάστημα που έδρασαν με τον τρόπο που ανωτέρω έχω υποδείξει, είναι στοιχεία επιβαρυντικά τα οποία και θα λάβω υπόψη μου για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Επίσης ως επιβαρυντικό κρίνω και ύψος του χρηματικού ποσού που έχει κλαπεί και το οποίο η παραπονούμενη εταιρεία έχει απωλέσει με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ζημιά η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει αποκατασταθεί. Η πιο πάνω συμπεριφορά που οι Κατηγορούμενοι επέδειξαν είναι άκρως απαράδεκτη, καταρρίπτει την βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου και την εμπιστοσύνη που πρέπει να διακατέχει μια τέτοια σχέση. Παρόλο λοιπόν που ο διευθυντής της εταιρείας στην οποία εργοδοτούνταν, τους είχε εμπιστευτεί στις θέσεις που αυτοί κατείχαν στην εταιρεία του, οι Κατηγορούμενοί επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία και έλλειψη σεβασμού προς τον εργοδότη τους, οικειοποιούντο τα χρηματικά ποσά που εισπράττονταν από την στάθμευση των οχημάτων των πελατών της εταιρείας στις εγκαταστάσεις της. Ουδείς έχει δικαίωμα να οικειοποιείται περιουσία η οποία δεν του ανήκει για οποιονδήποτε λόγο και αν γίνεται αυτό, πόσο μάλλον όταν η περιουσία αυτή ανήκει στον εργοδότη του ο οποίος για την άσκηση της επιχείρησης του επέδειξε εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του. Μια τέτοια συμπεριφορά είναι άκρως σοβαρή και καταδικαστέα και το Δικαστήριο έχει καθήκον σε τέτοιες περιπτώσεις να επιβάλλει αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος των Κατηγορουμένων και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τα κάτωθι: Το λευκό τους ποινικό μητρώο, στοιχείο που τους δίδει το δικαίωμα να αιτούνται την μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. To γεγονός ότι για την καταδίκη τους συνέβαλαν και δηλώσεις / παραδοχές τους πριν από την διερεύνηση της υπόθεσης με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να βασιστεί και σε αυτές για να εκδώσει την απόφαση του. Σε σχέση με τον 1ο Κατηγορούμενο λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες όπως αυτές διαφαίνονται μέσα από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τέθηκαν και ενώπιον μου. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου ότι ο 1ος Κατηγορούμενος σήμερα είναι ηλικίας 51 ετών, διαζευγμένος και προέρχεται από πολυμελή προσφυγική οικογένεια με 5 παιδιά. Έλαβα επίσης υπόψη ότι στο παρόν στάδιο οι γονείς του είναι συνταξιούχοι και αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Επίσης ότι τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του βίωσε ιδιαίτερες δυσκολίες στο παρελθόν ένεκα του θανάτου των τριών αδερφιών του. Πιο συγκεκριμένα πριν από 35 χρόνια απεβίωσε ο μεγαλύτερος του αδερφός σε ηλικία 22 ετών από δυστύχημα, πριν από 10 χρόνια έθεσε τέρμα στην ζωή του ο άλλος του αδερφός ενώ πριν από 4 χρόνια η αδερφή του έχασε την μάχη με την ζωή της από ανίατη ασθένεια. Το Δικαστήριο επίσης δεν παραγνωρίζει ότι ο 1ος Κατηγορούμενος φροντίζει τους ηλικιωμένους γονείς του με τους οποίους και διαμένει αφού τον έχουν ανάγκη λόγω της ηλικίας τους αλλά και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν αλλά και ότι είναι πατέρας ενός ενήλικου παιδιού το οποίο στηρίζει αφού μάλιστα και στο παρών στάδιο τον ενισχύει και οικονομικά λόγω των σπουδών του καθότι η μητέρα του απουσιάζει τον περισσότερο καιρό στο εξωτερικό. Σε σχέση με την 2η Κατηγορουμένη για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου επίσης όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της συνθήκες ως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γρ. Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη ότι είναι ηλικίας 43 ετών, κατάγεται από την Βουλγαρία ενώ και οι δυο γονείς της έχουν αποβιώσει λόγω προβλημάτων υγείας. Σύμφωνα με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας η 2η Κατηγορουμένη μετακόμισε στην Δημοκρατία κατά το έτος 2001 για βιοποριστικούς λόγους όπου και παραμένει μέχρι σήμερα μαζί με το ανήλικο παιδί της. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν παραμένει καθόλου αδιάφορο μπροστά στο γεγονός ότι η 2η Κατηγορουμένη είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 11 ετών το οποίο και απέκτησε από γάμο με άνδρα από την Ρουμανία ο οποίος μέχρι σήμερα δεν δείχνει κανένα απολύτως ενδιαφέρον για το παιδί τους, εφόσον δεν διατηρεί μαζί του σταθερή επικοινωνία αλλά και ούτε καταβάλλει οποιαδήποτε έξοδα αναφορικά με την διατροφή του. Υπό το φως των πιο πάνω λαμβάνω σοβαρά υπόψη ότι το ανήλικο παιδί της 2ης Κατηγορουμένης βρίσκεται υπό την αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα της και ότι ουσιαστικά ότι είναι η μόνη που το φροντίζει και το συντηρεί. Σημειώνεται ότι το ανήλικο παιδί της 2ης Κατηγορουμένης διαμένει μαζί της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Πάφο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση όπως και αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Αlarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11 και Ψύλλος v. Aστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430), Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315). Είμαι, λοιπόν, διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου τις συνέπειες από τυχόν επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον 1ο Κατηγορούμενο στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Από την άλλη σε ότι αφορά την 2η Κατηγορουμένη αναφορικά με τις προσωπικές τις περιστάσεις και λόγω του ότι πρόκειται για μητέρα, στην υπόθεση ΝΙΚΗ ΤΣΙΑΚΚΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποιν. Έφεση 42/10 ημερ. 14/07/11, το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε τις ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί στην Εφεσείουσα οι οποίες είχαν επιβληθεί πρωτόδικά και αναφερόμενο σε παλαιότερη νομολογία τόνισε ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει την ιδιαίτερη σχέση της μητέρας προς το παιδί το οποίο μένει απροστάτευτο κατά τον εγκλεισμό της στις φυλακές με τις συνέπειες της οικογένειας να είναι βαρύτερες. Τέλος έλαβα σοβαρά υπόψη μου τον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των μηνών Αυγούστου του 2015 με Μάρτιο του 2016 ενώ το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από παρέλευση 7 σχεδόν ετών. Όσον αφορά την πιο πάνω καθυστέρηση, παρατηρώ ότι η εγκληματική δραστηριότητα των Κατηγορουμένων αποκαλύφθηκε και αποκρυσταλλώθηκε περί τον Μάρτιο του 2016 ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο την 20/10/17, δηλαδή 1 ½ χρόνο μετά. Η καθυστέρηση που παρατηρείται ως προς την προώθηση της στο Δικαστήριο είναι μεγάλη και βαρύνει αποκλειστικά την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Από εκεί και πέρα, πέραν από την επιλογή των Κατηγορουμένων να αρνηθούν τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν ως ήταν βέβαια δικαίωμα τους, δεν διακρίνεται να φέρουν οποιοδήποτε σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είχε ζητηθεί αναβολή από την πλευρά της Υπεράσπισης. Στο μεσοδιάστημα βεβαίως δεν προκύπτει να υπήρξε οποιαδήποτε δραματική αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του 1ου Κατηγορουμένου πέραν του θανάτου της αδερφής του από την επάρατη νόσο αλλά ούτε και της 2ης Κατηγορουμένης πέραν από το γεγονός ότι το παιδί της πλέον είναι 11 ετών. Όλα τα πιο πάνω βεβαίως στοιχεία δεν μπορεί να λεχθεί ότι καταδεικνύουν δραματική αλλαγή στην ζωή των Κατηγορουμένων που είναι το ζητούμενο. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο χρόνος αυτός από μόνος του δεν θα ήταν ικανός να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων, των περιστάσεων διάπραξης τους της ανησυχητικής έξαρσης που παρατηρείται και την ανάγκη που υπάρχει για αποτροπή. Παρόλα αυτά, παραμένει ως γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 7 σχεδόν ετών από την αποκάλυψη τους και 8 περίπου ετών από την διάπραξη τους. Το γεγονός αυτό θα ληφθεί σοβαρά υπόψη προς όφελος των Κατηγορουμένων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Σωτήρης Αβράαμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και τη σοβαρότητα τους από την μια και όλα τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων από την άλλη, κρίνω ότι η ποινή φυλάκιση δεν μπορεί να αποφευχθεί. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου. Όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων και ειδικότερα οι προσωπικές τους συνθήκες δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής και ο χρόνος που παρήλθε, θα παίξει σημαντικό ρόλο στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, η οποία υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη και όχι στο είδος της, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας τους. Τίθεται επίσης το ερώτημα στο Δικαστήριο κατά πόσο δικαιολογείται διαφοροποίηση στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί στους Κατηγορούμενους. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ευαγόρου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 593: «η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών δεν έχει ως λόγο την αριθμητική εξίσωση της ποινής η οποία επιβάλλεται. Όπως και σε κάθε άλλο τομέα η αρχή της ισότητας συναρτάται με την ουσιαστική ομοιογένεια των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου και συνεπώς επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση όλων των ουσιαστικών στοιχείων που τείνουν να προσδιορίσουν την ομοιογένεια». Η αρχή της ισότητας βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Έχει νομολογηθεί ότι η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής και στις περιπτώσεις επιμέτρησης της ποινής (Βλ. Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 498). Ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά διασφαλίζει μόνο εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων (Βλ. Χρ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 354). Στην υπόθεση Χρ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος αποκλείει διακρίσεις οι οποίες δεν ανάγονται σε εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου. Εάν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης είναι ομοιογενή, δεν χωρεί διάκριση. Εάν είναι ανομοιογενή χωρεί και παρέχεται ευχέρεια για την θεσμοθέτηση διάφορου κανόνα ή την υιοθέτηση διάφορης ρύθμισης ................... Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση "πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων" (βλ. Republic v. Arakian and Others
(1972)3 CLR 294) .................................. Όταν δύο περιπτώσεις δεν τελούν "υπό τας αυτάς συνθήκας" ή όταν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης δεν είναι ομοιογενή επιτρέπεται η διαφοροποίηση στην αντιμετώπισή τους και δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ειδικά και σε σχέση με την μεταχείριση των παραβατών στο "Sentencing References 1998" του David Thomas, σελ. 45, το θέμα τίθεται ως εξής: .................................... Σε μετάφραση: "Δεν προκύπτει ανισότητα εάν η διαφορά στην ποινή αντανακλά τη διαφορά στις αντίστοιχες ευθύνες των παραβατών ή διαφορά στην ηλικία τους, προηγούμενες καταδίκες ή την ύπαρξη προσωπικών μετριαστικών παραγόντων οι οποίοι σχετίζονται με ένα από αυτούς. Όπου ένας παραβάτης διαθέτει το ευεργέτημα προσωπικών ελαφρυντικών περιστάσεων, το οποίο δεν διαθέτουν οι άλλοι παραβάτες, στους άλλους παραβάτες δεν πρέπει να δοθεί το ευεργέτημα εκείνου του ελαφρυντικού"». Στην υπόθεση Χρύσανθος Αντωνίου Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195 λέχθηκε ότι η πιο πάνω αρχή σκοπό έχει την μη πρόκληση αισθήματος αδικίας που αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Με βάση τα όσα λέχθηκαν στις αποφάσεις που πιο πάνω μνημονεύονται λέχθηκε ότι ένα Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και διαφορετικές ποινές σε κατηγορούμενους σε μια υπόθεση χωρίς να παραβιασθεί η αρχή. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχει ικανοποιητικός λόγος για διαφοροποίηση της ποινής ανάμεσα στους Κατηγορούμενους. Όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε η 2η Κατηγορουμένη είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 11 ετών το οποίο διαμένει με την ιδία και συντηρείται αποκλειστικά από την ίδια αφού ο πατέρας του είναι απών. Οι δε γονείς της 2ης Κατηγορουμένης έχουν αποβιώσει ενώ η τελευταία κατάγεται από την Βουλγαρία και βρίσκεται στην Κύπρο μόνη της μαζί με το παιδί της. Το γεγονός αυτό κρίνω πως είναι ουσιώδους σημασίας στην επιμέτρηση της ποινής και δικαιολογεί διαφοροποίηση στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί σε αυτήν σε σύγκριση με τον 1ο Κατηγορούμενο. Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή σε κανένα εκ των Κατηγορουμένων. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χασάν v Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 196/13 ημερ.10/10/14 δεν συνίσταται η επιβολή ποινής στο αδίκημα της συνωμοσίας εφόσον θα επιβληθεί ποινή και στα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία κάποιος κατηγορείται ότι συνωμότησε προς την διάπραξη τους. Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 456 - 860 επιβάλλεται στον 1ο Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 μηνών ενώ στην 2η Κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε έκαστην κατηγορία. Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 861 - 863 επιβάλλεται στην 2η Κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης επίσης 9 μηνών σε έκαστην κατηγορία. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν να συντρέχουν, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου διάπραξης των αδικημάτων, της περιόδου διάπραξης τους, ότι στρέφονταν εναντίον του ιδίου εργοδότη και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητα της ποινής. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στους Κατηγορούμενους αφού το ζήτημα αυτό τέθηκε και ευθέως από τον συνήγορο τους. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον 1ο Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του 1ου Κατηγορούμενου συμπεριλαμβανομένου και του ότι ο Κατηγορούμενος βοηθά στην συντήρηση των γονιών του καθώς και του ενήλικου παιδιού του ηλικίας 21 ετών που στο παρών στάδιο σπουδάζει όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Σε αντίθεση με την 2η Κατηγορουμένη αναφορικά με την οποία κρίνω ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διατάξω την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα σε αυτήν για τον εξής λόγο : Η 2η Κατηγορούμενη είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 11 ετών το οποίο φροντίζει και συντηρεί αποκλειστικά η ίδια αφού διαμένει μαζί της στην Δημοκρατία, ενώ από την άλλη ο πατέρας του παιδιού της είναι γενικά απών από την ζωή τους αφού δεν έχει τακτική επικοινωνία μαζί του και δεν καταβάλλει οποιαδήποτε έξοδα για την διατροφή και συντήρηση του. Οι δε γονείς της 2ης Κατηγορουμένης έχουν αποβιώσει. Κρίνω λοιπόν πως υπό το φως τούτου η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα ήταν ένα ιδιαίτερα επαχθές τιμωρητικό μέτρο για την 2η Κατηγορουμένη και συνακόλουθα οι συνέπειες της θα είναι ιδιαίτερα επαχθείς τόσο προς την ίδια αλλά κυρίως στο ανήλικο παιδί της το οποίο και θα παραμείνει απροστάτευτο μακριά από την μητέρα του η οποία αποτελεί και το μοναδικό πρόσωπο που εκ των πραγμάτων ασκεί και έχει την επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα του. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στην 2η Κατηγορουμένη μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από την ίδια βέβαια εξαρτάται να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα της δίδεται για να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην 2η Κατηγορουμένη αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στην 2η Κατηγορουμένη το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.