← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Aρ. Υπόθεσης 6571/22, 10/1/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Aρ. Υπόθεσης 6571/22, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B43 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 6571/22 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10.01.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χρυσοστόμου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Δ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος : παρόν Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε 3 κατηγορίες που αφορούν διάρρηξη κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η , 4η και 6η Κατηγορία), καθώς και σε 4 κατηγορίες που αφορούν κλοπή από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η, 3η, 5η και 7η κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής ότι μεταξύ αγνώστου ημερομηνίας και 22/08/22 διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Θεοδώρας Ιωάννου που βρίσκεται στην οδό [ ] 62 στην Πάφο και έκλεψε από αυτήν κοσμήματα συνολικής αξίας 550 ευρώ. Επίσης ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή επί το ότι μεταξύ των ημερομηνιών 28 - 29 Αυγούστου του 2022 έκλεψε από την κατοικία της Eilen Margaret Pratt η οποία βρίσκεται στην οδό [ ] 14 στην Αγία Μαρινούδα στην Πάφο διάφορα χρυσαφικά συνολικής αξίας 1830 ευρώ. Πέραν των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί το ότι στις 9 Σεπτεμβρίου του 2022 διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Χρηστάκη Παπανικολάου που βρίσκεται στην οδό [ ] αρ. 23 στην Λεμεσό και έκλεψε από αυτήν το χρηματικό ποσό των 530 ευρώ περιουσία του πιο πάνω προσώπου. Ο Κατηγορούμενος επίσης έχει κριθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή του επί το ότι περί τα τέλη Αυγούστου του 2022 διέρρηξε την πιο πάνω αναφερόμενη κατοικία και έκλεψε από αυτήν κοσμήματα συνολικής αξίας 3000 ευρώ. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν δοθεί στο Δικαστήριο υπό την μορφή εγγράφων (Έγγραφα Α - Γ) και με αυτά η Υπεράσπιση έχει συμφωνήσει. Τα λαμβάνω λοιπόν υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Αναφορά θα γίνει από το Δικαστήριο σε αυτά, εφόσον κριθεί αυτό απαραίτητο. Με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και η ποινική υπόθεση 15013/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Σε αυτήν την υπόθεση, ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι την 26/07/22 στην Λεμεσό έκλεψε από την κατοικία του Ανδρέα Νικολάου το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ και μια πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Κύπρου την οποία αφού χρησιμοποίησε την 27/07/22, έκλεψε το χρηματικό ποσό των 10.30 ευρώ περιουσία της JCC PAYMENTS LTD. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι την 27/07/22 αποπειράθηκε να κλέψει από την αυτόματη ταμειακή μηχανή της Ελληνικής Τράπεζας στην οδό Πάφου στην Λεμεσό το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ με την χρήση της πιο πάνω κλοπιμαίας πιστωτικής κάρτας της Τράπεζας Κύπρου περιουσία της JCC PAYMENTS LTD. Τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης έχουν επίσης δοθεί στο Δικαστήριο υπό την μορφή εγγράφου (Έγγραφο Ε). Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος βαρύνετε με μια προηγούμενη καταδίκη. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην ποινική υπόθεση υπ. αρ.4459/22 για της ίδιας φύσεως αδικήματα με την παρούσα υπόθεση καθώς και για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες ήτοι παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β και παράνομη κατοχή τέτοιου φαρμάκου. Σύμφωνα με το Έγγραφο Δ που έχει κατατεθεί, στην πιο πάνω αναφερόμενη ποινική υπόθεση, επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτήν των 6 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό την κλοπή. Σύμφωνα με την διαταγή του Δικαστηρίου οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν διατάχθηκε όπως ανασταλούν για περίοδο 3 ετών από την 06.05.22. Η συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, αγόρευσε για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Κατά την αγόρευση της εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου, στην άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου, στην συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές αλλά και στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις υιοθετώντας προς υποστήριξη τους, την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο όπως ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής του και τα προβλήματα υγείας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Προς υποστήριξη των προβλημάτων υγείας του Κατηγορουμένου κατατέθηκε από την Υπεράσπιση η «Βεβαίωση Θεραπευτικής Παρακολούθησης» ημερ. 29.12.22 του κλινικού ψυχολόγου Δρ. Βασίλη Σταυρόπουλου (Έγγραφο ΣΤ). Σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα, η συνήγορος του Κατηγορουμένου εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος έδρασε χωρίς προσχεδιασμό και επαγγελματισμό. Υποστήριξε δε, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και οι λόγοι που τον οδήγησαν στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ήταν για να βρει χρήματα με σκοπό να αγοράζει την δόση του. Σύμφωνα με την κα. Χριστοδούλου ο Κατηγορούμενος σήμερα έχει συνειδητοποιήσει τα λάθη του και βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου φανερά μεταμελημένος. Μάλιστα δήλωσε κατά την αγόρευση της, την πρόθεση του Κατηγορούμενου όπως αποζημιώσει πλήρως όλους τους παραποπονούμενους που έχουν ζημιωθεί από τις πράξεις του με τα ποσά της περιουσίας που έκλεψε και δεν έχει αυτή εντοπιστεί με την έκδοση σχετικού Διατάγματος αποζημίωσης. Όπως μάλιστα υπέδειξε στο Δικαστήριο η συνήγορος Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στο Δικαστήριο εξέφρασε την επιθυμία όπως αυτός ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης κάτι όμως που τελικά δεν κατέστη εφικτό καθότι σύμφωνα με την γνωμάτευση της Συμβουλευτικής επιτροπής ημερ. 21/11/22, ο Κατηγορούμενος δεν έγινε αποδεκτός σε ανοικτό πρόγραμμα απεξάρτησης λόγω του ότι η συμμετοχή του δεν θα ήταν δυνατή για πρακτικούς λόγους, καθότι διαμένει στο χωρίο Αρακαπάς ενώ το πρόγραμμα διεξάγεται στην Λεμεσό. Σύμφωνα επίσης με την κα. Χριστοδούλου, ο Κατηγορούμενος τους τελευταίους 3 ½ μήνες κατά τους οποίους βρίσκεται σε συνθήκες κράτησης στις Κεντρικές Φυλακές είναι καθαρός από ναρκωτικές ουσίες καθότι δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε χρήση τέτοιων ουσιών. Τέλος, η συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει στον Κατηγορούμενο την μέγιστη δυνατή επιείκεια, μεταφέροντας την υπόσχεση του ότι στο μέλλον δεν πρόκειται να επιδείξει οποιαδήποτε άλλη παραβατική συμπεριφορά αφού ήδη έχει αναγνωρίσει τα λάθη του και έχει μεταμεληθεί. Κάλεσε μάλιστα το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που τυχόν θα επιβληθεί. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε, είναι ιδιαίτερα σοβαρά αφού για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας προνοείται ποινή φυλάκισης 10 ετών, ενώ για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία ποινή φυλάκισης 5 ετών. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016, ECLI:CY:AD:2016:B300 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής: «Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας .» Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178. Εν προκειμένω, ο ρυθμός με τον οποίο τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν επιτείνει την σοβαρότητα τους και αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο. Ο Κατηγορούμενος μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, διέπραξε 3 συνολικά διαρρήξεις κατοικιών συνοδευόμενες από τις κλοπές τους και μια ακόμη διαφορετική κλοπή από κατοικία. Εντύπωση δε προκαλεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αδίστακτα και χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό, ενώ περί τα τέλη Αυγούστου του 2022 διέρρηξε την κατοικία του Χρηστάκη Παπανικολάου που βρίσκεται στο χωρίο Αρακαπάς της Επαρχίας Λεμεσού και έκλεψε από αυτήν κοσμήματα συνολικής αξίας 3000 ευρώ, λίγες μόνο ημέρες μετά, δηλαδή την 9 Σεπτεμβρίου του 2022, επανέλαβε επακριβώς την ίδια παραβατική συμπεριφορά αφού διέρρηξε ξανά την ίδια κατοικία και έκλεψε από αυτήν το χρηματικό ποσό των 530 ευρώ. Επιβαρυντικό επίσης σημείο στην παρούσα υπόθεση αποτελεί και ο μη εντοπισμός μέρους της κλαπείσας περιουσίας που ο Κατηγορούμενος έκλεψε, γεγονός που προφανώς καταδεικνύει ότι κάποια από τα θύματα του Κατηγορούμενου μέσα από την παραβατική συμπεριφορά που επέδειξε έχουν στερηθεί δια παντός της περιουσία τους, έχουν υποστεί ταλαιπωρία, άγχος και αγωνία. Όσον αφορά τον εντοπισμό της κλαπείσας περιουσίας σε σχέση με την 1η και την 2η κατηγορία τονίζεται ότι αυτός επιτεύχθηκε όχι ένεκα της συνδρομής του Κατηγορούμενου αλλά από τις ενέργειες άλλου προσώπου, δηλαδή της συμβίας του η οποία αφού εξαναγκάστηκε από τον Κατηγορούμενο υπό το κράτος φόβου και απειλών μετέβηκε για να πωλήσει τα συγκεκριμένα χρυσαφικά σε ενεχυροδανειστήριο στην Πάφο και στην συνέχεια αποφάσισε να καταδώσει τον Κατηγορούμενο στην αστυνομία. Σε ότι αφορά επίσης την χρυσή βέρα η οποία δεν έχει εντοπιστεί, δεν παραγνωρίζω ότι αυτή καταστράφηκε από το ενεχυροδανειστήριο στο οποίο είχε πωληθεί αφού την έλιωσαν και έτσι η παραπονούμενη την έχει αποστερηθεί. Σε ότι αφορά τα αντικείμενα που κλάπηκαν από την κατοικία που αναφέρονται στην 3η κατηγορία αυτά επίσης εντοπίστηκαν και πάλι ένεκα της συνδρομής άλλου προσώπου, δηλαδή της μητέρας του Κατηγορούμενου και όχι εξαιτίας του ίδιου. Σε ότι αφορά την περιουσία που κλάπηκε από τον Χρηστάκη Παπανικολάου αυτή δεν έχει μέχρι σήμερα εντοπιστεί. Οι πιο πάνω ενέργειες και πράξεις του Κατηγορούμενου αναμφίβολα καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Προκαλούν τον αποτροπιασμό και δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Την ίδια στιγμή καθιστούν αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και καταστημάτων, και, γενικότερα, οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι ακίνητης περιουσίας πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Τέλος κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε παρουσιάζουν συνεχώς όλο και περισσότερο ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση λόγω του μεγάλου αριθμού υποθέσεων αυτής της φύσης που επιλαμβάνομαι σχεδόν καθημερινά. Το βεβαρυμμένο, επίσης, ποινικό μητρώο ενός Κατηγορούμενου είναι ένας καταφανώς αποτρεπτικός της επιείκειας παράγοντας υπό την έννοια, ότι ένα Δικαστήριο θα θεωρήσει, ότι αφού ο κατηγορούμενος έχει αποτύχει να ανταποκριθεί θετικά στις ευκαιρίες που του έδωσε θα επιβάλει αυστηρότερη ποινή παρά αν δεν υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες. Παράλληλα, δεν μου διαφεύγει, ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138). Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε, ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1). Με την προηγούμενη καταδίκη του ο Κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, μεταξύ άλλων, για αδικήματα ίδιας φύσης με τα υπό τιμωρία. Ωστόσο η προηγούμενη καταδίκη του λίγες μόνο μήνες προηγουμένως δεν στάθηκαν αποτρεπτικές ώστε ο Κατηγορούμενος να μην διαπράξει άλλα αδικήματα παρόμοιας φύσης και μάλιστα κατ' επανάληψη. Με την αναστολή δε της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην υπόθεση με αριθμό 4459/22 το Δικαστήριο επέδειξε μεγάλη επιείκεια στον Κατηγορούμενο και του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία να διάγει μια νόμιμη ζωή εκτός φυλακών. Ο Κατηγορούμενος αντί να αρπάξει την ευκαιρία εκείνη, σε διάστημα 2 μηνών μετά από την καταδίκη του, διέπραξε τα αδικήματα της υπόθεσης 15013/22 τα οποία αφορούν αδικήματα που στρέφονται κατά της περιουσίας ενώ και πάλι μετά από διάστημα 1 μηνός τα αδικήματα του κατηγορητηρίου της κυρίως υπόθεσης, δηλαδή αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά για τα οποία καταδικάσθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να προσβλέπει στην ίδια επιείκεια του Δικαστηρίου όπως θα αναμενόταν να επιδειχθεί σε ένα Κατηγορούμενο με λευκό ποινικό μητρώο. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και την συνεργασία του με την Αστυνομία η οποία προκύπτει από την ομολογία του και τις υποδείξεις σκηνών στις οποίες έχει προβεί. Η συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία, η ομολογία του ενώπιον των Διωκτικών Αρχών και η παραδοχή του στο Δικαστήριο αναδεικνύουν μεταμέλεια από μέρους του, παράγοντας ελαφρυντικός για την επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως δείγμα έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορουμένου λαμβάνω περαιτέρω υπόψη και την πρόθεση του Κατηγορούμενου να αποζημιώσει τους παραπονούμενους που έχουν υποστεί ζημιά από τις ενέργειες του και των οποίων η περιουσία τους μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί με την έκδοση σχετικού Διατάγματος από το Δικαστήριο. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ως δείγμα έμπρακτης μεταμέλειας εκ μέρους του και την πρόθεση του Κατηγορούμενου, από την πρώτη κιόλας εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης καθώς και ότι κατά το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει παραμένει καθαρός από ναρκωτικές ουσίες. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει επίσης, ούτε τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου ως αυτές έχουν εκτεθεί από την συνήγορο Υπεράσπισης και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας την οποία και λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη στο σύνολο της, συμπεριλαμβανομένου και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και περιγράφονται μέσα από την ιατρική βεβαίωση που έχει κατατεθεί (Έγγραφο ΣΤ). Έλαβα κυρίως υπόψη τα δύσκολα παιδικά χρόνια που βίωσε ο Κατηγορούμενος καθώς και τα προβλήματα υγείας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με την ιατρική βεβαίωση του Δρ. Σταυρόπουλου τα ψυχολογικά προβλήματα με τα οποία ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος όλα αυτά τα χρόνια, έχουν προκληθεί κυρίως ένεκα του βίαιου θανάτου του πατέρα του, της περιθωριοποίησης που έχει υποστεί στο χωρίο που μεγάλωσε αλλά και της ψυχολογικής κατάστασης που βίωνε η μητέρα του εξαιτίας του θανάτου του πατέρα του κατά την εφηβική του ηλικία. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι ο Κατηγορούμενος υπέπεσε στην χρήση ναρκωτικών ουσιών εξαιτίας κυρίως των πιο πάνω δεινών περιστάσεων που έχει βιώσει. Στο σημείο αυτό κρίνω βεβαίως σκόπιμο να επισημάνω ότι σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ΧΧΧ HUSSEIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 252/18 ημερ. 31.05.19) επαναλήφθηκε ότι ακριβώς είχε λεχθεί και στην Balampanidis v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 210/18 ημερ. 10/05/19, ότι δηλαδή σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στον βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. Στην Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2001)2ΑΑΔ , 77, λέχθηκε ότι «η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία». Στρεφόμενος τώρα στην εισήγηση της κας. Χριστοδούλου ότι ο Κατηγορούμενος κατά την διάπραξη των αδικημάτων δρούσε ερασιτεχνικά και χωρίς κανένα προσχεδιασμό με όλο τον σεβασμό προς την Υπεράσπιση θα πρέπει να αναφέρω ότι η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Και αυτό γιατί τόσο μέσα από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ενώπιον μου όσο και μέσα από την ίδια την αγόρευση της συνηγόρου δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που να συνηγορεί με την πιο πάνω θέση που έχει προβληθεί. Τουναντίον από τα όσα έχουν προβληθεί στο Δικαστήριο προκύπτει, ότι ο Κατηγορούμενος δρούσε στοχευμένα και οργανωμένα αφού άλλωστε όπως υποδείχθηκε και από την πλευρά της Υπεράσπισης, ο σκοπός που διέπραττε τα υπό τιμωρία αδικήματα ήταν για να εξασφαλίζει χρήματα και να αγοράζει την δόση του αφού ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Μάλιστα μέσα από τα γεγονότα που έχουν κατατεθεί προκύπτει ότι σε μια από τις διαρρήξεις που διέπραξε, ήτοι αναφορικά με την διάρρηξη της κατοικίας της Θεοδώρας Ιωάννου, εξανάγκασε με απειλές και με βία την συμβία του Μ. Λ. να μεταβεί μαζί του σε ενεχυροδανειστήριο στην Πάφο και να μεταφέρει όλα τα κλοπιμαία για να τα πουλήσει και να εξασφαλίσει από την πώληση τους τα ανάλογα χρηματικά ποσά για να του τα παραδώσει. Σε ότι αφορά την διάρρηξη που διέπραξε στο χωρίο Αρακαπάς εναντίον της κατοικίας του Χρηστάκη Παπανικολάου ο Κατηγορούμενος όπως έχει υποδειχθεί και ανωτέρω παρόλο του ότι είχε ήδη προβεί σε μία ήδη διάρρηξη της κατοικίας του εν λόγω προσώπου, εντούτοις μετέβηκε ξανά στην ίδια κατοικία και αφού την διέρρηξε και εισήλθε σε αυτήν έκλεψε ξανά το χρηματικό ποσό των 530 ευρώ. Τέλος, έλαβα υπόψη την υπόσχεση που ο Κατηγορούμενος έχει δώσει δια μέσου της συνηγόρου του, ότι δηλαδή έχει αντιληφθεί πλήρως τα λάθη του, έχει μετανοήσει και επιθυμεί από τώρα και στο εξής να διάγει μια νόμιμη ζωή. Στην υπόθεση STEFAN ILIE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ και άλλοι v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Εφέσεις 180/11,181/11 και 182/11 ημερ. 16/05/12, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές φυλάκισης των 2 ετών που είχαν επιβληθεί για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και τις ποινές των 18 μηνών για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία στους Εφεσείοντες - Κατηγορούμενους μετά από την παραδοχή τους στις πιο πάνω κατηγορίες. Όλοι οι Εφεσείοντες - Κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υπερβολικές υπό τις περιστάσεις τονίζοντας ιδιαίτερα την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων. Στην συγκεκριμένη υπόθεση οι Εφεσείοντες είχαν δράσει υπό την επήρρεια οινοπνεύματος και επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με τις προσωπικές τους περιστάσεις, ο 1ος Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 54 ετών πατέρας δύο παιδιών και η σύζυγος του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ο 2ος Εφεσείοντας ήταν 21 ετών και διατηρούσε δεσμό με συμπατριώτισσα του, η οποία βρισκόταν σε ενδιαφέρουσα, ενώ ο 3ος Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 33 ετών και είχε αποκτήσει 3 ανήλικα τέκνα. Επίσης αντιμετώπιζε και πρόβλημα υγείας. Τονίζεται ότι οι Εφεσείοντες στην υπόθεση αυτή δεν αντιμετώπιζαν το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός όπως εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος της παρούσας υπόθεσης για το οποίο προνοείται κατά πολύ αυστηρότερη ποινή. Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται ακόμη 1 υπόθεση υπόψη στην οποία ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος επέδειξε παρόμοια παραβατική συμπεριφορά. Στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος κατόπιν δικής της παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην 7η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και η έκτιση τους θα μειωθεί από τις 19.09.22, ημερομηνία από την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Στη συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης των 6 μηνών που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην ποινική υπόθεση με αριθμό 4459/22 αφής στιγμής τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν εντός της περιόδου αναστολής της προηγούμενης αυτής καταδίκης. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε, όταν ο Κατηγορούμενος διαπράξει αδίκημα ενώ βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα αναστολής προηγούμενης ποινής φυλάκισης, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος για αναστολή ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Ιερόθεος Μιχαήλ Χριστοδούλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 443, λέχθηκε ότι η ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης με αναστολή με βάση το άρθρο 4
(1)του Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε, είναι ποινή για το προηγούμενο αδίκημα, δηλαδή, για το αδίκημα στο οποίο επιβλήθηκε. Δεν είναι ποινή για το νέο αδίκημα που διαπράχθηκε μέσα στην καθορισμένη περίοδο της αναστολής της εκτέλεσης της πρώτης ποινής. Στην υπόθεση Λουκά ν. Αστυνομίας
(1986)2 ΑΑΔ 141 λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιπτώσεων. Τονίστηκε δε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Επίσης, η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα του πρώτου και του δεύτερου αδικήματος. Εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών, διατάσσεται κατά κανόνα η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής (Βλ. επίσης Ευαγγέλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 52). Στην υπόθεση Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546 λέχθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τους λόγους αναστολής της ποινής. Αυτό που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του είναι όπως η συνολική τιμωρία, ήτοι η ποινή επί του κυρίως αδικήματος και η ενεργοποιημένη ποινή, να μην είναι υπερβολική. Στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148, κρίθηκε από το Εφετείο ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης η ενεργοποίηση κάποιου μέρους της ποινής καθίστατο επιβεβλημένη για να μην απωλέσει η φυλάκιση με αναστολή το νόημά της και για να μην εξασθενήσει η εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητα της. Ως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 409 η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής αλλά δεν αλλοιώνει την φύση της. Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για μη ενεργοποίηση της φυλάκισης εξαφανίζεται. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει δοθεί καμία ικανοποιητική δικαιολογία από τον Κατηγορούμενο για την παράβαση των όρων αναστολής. Ούτε έχω εντοπίσει από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου οποιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη. Το γεγονός ότι η αναστολή δόθηκε από το Δικαστήριο στις 06.05.22 και λίγους μήνες μετά, ήτοι κατά τον μήνα Ιούλιο του ίδιου έτους σε ότι αφορά την ποινική υπόθεση υπ. αρ. 15013/22 και κατά τον μήνα Αύγουστο και Σεπτέμβριο του ίδιου έτους σε ότι αφορά την κυρίως υπόθεση ο Κατηγορούμενος διέπραξε αδικήματα της ίδιας φύσης καταδεικνύει ότι δεν αντιλήφθηκε ή δεν εκτίμησε καθόλου την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το υπόβαθρο για την αναστολή και οι λόγοι μη ενεργοποίησης της αρχικής ποινής δεν υφίστανται πλέον. Έχω δε την ισχυρή πεποίθηση ότι μη ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης θα έχει ως αποτέλεσμα η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημα της και να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητα της (Βλ. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148). Περαιτέρω και έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης κρίνω ότι η συνολική τιμωρία του Κατηγορούμενου δεν θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση φυλάκισης 6 μηνών από την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης στην υπόθεση με αριθμό 4459/
  1. Διατάσσω ως εκ τούτου την ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης των 6 μηνών που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο στις 06.05.22 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση με αριθμό 4459/
  2. Η ενεργοποιηθείσα ποινή να εκτελεσθεί μετά την εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Λήφθηκε υπόψη η υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 15013/
  3. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα Αποζημίωσης για το συνολικό ποσό των 3.350 σε ότι αφορά τις κλοπές που έχουν διαπραχτεί εναντίον της περιουσίας του Χρηστάκη Παπανικολάου, των 100 ευρώ αναφορικά με την κλοπή που διαπράχθηκε εναντίον του Ανδρέα Νικολάου σε σχέση με την ποινική υπόθεση 15013/22 και για το ποσό των 10.30 ευρώ για την κλοπή που διαπράχθηκε μέσω της πιστωτικής κάρτας της Τράπεζας Κύπρου που αναφέρεται στην 2η κατηγορία της ίδιας υπόθεσης προς την εταιρεία JCC PAYMENTS LTD. Το Διάταγμα θα εκτελεσθεί μετά την αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου και μέσα σε χρονικό διάστημα 2 ετών. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.