← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 2198/18, 24/4/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 2198/18, 24/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 2198/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ημερομηνία: 24.04.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο 1 και 2 : κα. Α. Σαββίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2 : παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχή, η συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 εισηγήθηκε μέσω της αγόρευσης της ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και συνεπακόλουθα κάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει και απαλλάξει από το στάδιο αυτό. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων και συναφώς εισηγήθηκε όπως αυτοί κληθούν σε απολογία. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962. Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της Υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείτε, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές (1η κατηγορία), την κατηγορία της καταφρόνησης Δικαστηρίου (2η κατηγορία), την κατηγορία της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια (3η κατηγορία) την κατηγορία της απαγόρευσης πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια λιανικής πώλησης (4η κατηγορία) την κατηγορία της κοινής οχληρίας (5η κατηγορία) και την κατηγορία της οχληρίας (6η κατηγορία). Σημειώνεται ότι όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν σε αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν από τον 1ο Κατηγορούμενο την 11/03/18 στην Πάφο. Τονίζεται δε ότι τα ίδια ακριβώς αδικήματα αποδίδονται στο κατηγορητήριο και στον 2ο Κατηγορούμενο, με τις αντίστοιχες κατηγορίες οι οποίες έχουν προσαφθεί εναντίον του από την αστυνομία, δηλαδή τις κατηγορίες υπ. αρ. 11, 12, 13,14,15 και
  1. Σε ότι αφορά τόσο την 7η όσο και την 17η κατηγορία, δηλαδή την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, αυτή αφορά και τους δύο Κατηγορούμενους, αφού τους αποδίδεται η διάπραξη των αδικημάτων 1 - 4 και 8 - 11 από κοινού. Ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επιπλέον και το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές (8η κατηγορία), το αδίκημα της καταφρόνησης Δικαστηρίου (9η κατηγορία), και τέλος το αδίκημα της απαγόρευσης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια λιανικής πώλησης (10η κατηγορία). Τα ίδια αδικήματα προσάπτονται αντίστοιχα και τον 2ο Κατηγορούμενο με τις κατηγορίες υπ. αρ. 18, 19 και 20 οι οποίες να σημειωθεί ότι έχουν ως ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, την 1η Απριλίου του
  2. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή σε καμία εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Από την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκαν 3 μάρτυρες κατηγορίες. Η υπόλοιπη μαρτυρία κατατέθηκε υπό την μορφή παραδεκτών γεγονότων. Πιο συγκεκριμένα κλήθηκαν και κατέθεσαν ο Αστ. 2092 Ν. Κουμπαρής (ΜΚ1) ο Αστ. 2736 Μ. Μοδέστου (ΜΚ2) καθώς και ο Βρυώνης Χαραλάμπους ο οποίος εργάζεται στο Ποινικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (ΜΚ3). Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 κατά την παρουσία τους στο Δικαστήριο κατέθεσαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους τις γραπτές τους καταθέσεις. Η κατάθεση του ΜΚ1 αποτελεί το Τεκμήριο 1 ενώ του ΜΚ2 το Τεκμήριο
  3. Ο ΜΚ1 πέραν από την γραπτή του κατάθεση ζήτησε και κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον 1ο Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2, καθώς και την γραπτή του κατηγορία, Τεκμήριο
  4. Συνοπτικά ο ΜΚ1 μέσα από την γραπτή του κατάθεση η οποία και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες και προέβηκε την 11/03/23 σχετικά με την παραλαβή των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης από τον ΜΚ
  5. Πέραν από την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από άλλο πρόσωπο, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι συνέλαβε τον 1ο Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης ενώ στην συνέχεια του έλαβε ανακριτική κατάθεση υπό την μορφή ερωτοαπαντήσεων. Στην συνέχεια και την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πέραν από τις ενέργειες οι οποίες καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 δεν γνώριζε οτιδήποτε άλλο για να αναφέρει αφού η πληροφόρηση που είχε ακόμη και για την υποβολή των ερωτήσεων από μέρους του κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του 1ου Κατηγορούμενου ήταν μετά από πληροφόρηση που είχε από τον ανακριτή της υπόθεσης Λοχ. 3142 Π. Ζωττή. Ο ΜΚ2 κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο και μέσα κυρίως από την γραπτή του κατάθεση, αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβηκε την 11/03/23, όταν ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου δέχθηκε παράπονο από πολίτη ότι στο οίκημα του ΣΥ.ΦΙ.ΑΠΟΕΛ νεαροί προκαλούν οχληρία φωνάζοντας και ρίχνοντας κροτίδες. Ο ΜΚ2 περί ώρα 1900 μετέβηκε στο συγκεκριμένο οίκημα με άλλα μέλη της αστυνομίας για να διεξάγουν συντονισμένη επιχείρηση. Αφού εισήλθαν εντός του υποστατικού εντοπίστηκε ο διαχειριστής του, δηλαδή ο 1ος Κατηγορούμενος καθώς και ο 2ος Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν ένα εκ των μελών του σωματείου. Επίσης σύμφωνα με τον ΜΚ2, εντός του υποστατικού υπήρχαν γύρω στους 10 θαμώνες εκ των οποίων οι 2 κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά, δηλαδή μπύρες. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 για το πιο πάνω υποστατικό είχε ήδη εκδοθεί Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο απαγόρευε την πώληση χρήση και κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Έτσι ακολούθησε έρευνα και εντοπίστηκαν διάφορα οινοπνευματώδη ποτά εντός του ψυγείου το οποίο βρισκόταν τοποθετημένο δίπλα από την είσοδο του υποστατικού. Σημειώνεται ότι δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε ταμειακή μηχανή. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 31 συσκευασίες μπύρας μάρκας LEON μισού λίτρου , 2 μπουκάλια ουίσκι εκ των οποίων το ένα ήταν σφραγισμένο ενώ το άλλο ανοιχτό, 2 μπουκάλια τζιν εκ των οποίων το ένα ήταν σφραγισμένο ενώ το άλλο ήταν κλειστό και 2 μπουκάλια με βότκα εκ των οποίων το ένα ήταν σφραγισμένο ενώ το άλλο ανοιχτό. Ο 1ος Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από τον ΜΚ2 για το αδίκημα που διέπραξε και του απάντησε «εγώ δεν έχω καμία σχέση». Στην συνέχεια ο ΜΚ2 παρέλαβε όλα τα πιο πάνω τεκμήρια και τα παρέδωσε την ίδια ημέρα στον ΜΚ
  6. Τέλος σύμφωνα με τον ΜΚ2 σε ένα ανήλικο ο οποίος ήταν και ένας εκ των θαμώνων του υποστατικού, εντοπίστηκε στην κατοχή του και μια κροτίδα. Ο ΜΚ3 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έχει στην κατοχή και υπό την φύλαξη του ως υπάλληλος του Πρωτοκολητείου Πάφου τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης υπ. αρ. 3517/17 στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο 1ος Κατηγορούμενος της παρούσας υπόθεσης. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης υπ. αρ. 3517/17 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, σε αυτήν την υπόθεση, ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε 5 κατηγορίες εκ των οποίων οι υπ. αρ. 1 - 4 διακόπηκαν την 12.10.20 ενώ στην 5η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της χρήσης μεγάφωνων χωρίς άδεια ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Ο ΜΚ3 κατέθεσε επίσης και τα πρακτικά της υπόθεσης υπ. αρ. 3517/17 ως Τεκμήριο
  8. Σημειώνεται ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το αδίκημα της 1ης, 8ης 11ης και 18ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα και προβλέπει τα εξής: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες του επίδικου στην παρούσα αδικήματος, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία αυτού είναι τα ακόλουθα:
  9. Η ύπαρξη διατάγματος που εκδόθηκε από Δικαστήριο,
  10. Η ανυπακοή του κατηγορούμενου στο εν λόγω διάταγμα. Περαιτέρω ως λέχθηκε στην Mouzouris and Another ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του κατηγορούμενου προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου (βλ. και Θεοφάνους ν. CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD κ.α.
(2009)2 Α.Α.Δ 634). Απαιτείται επίσης να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση του εν λόγω διατάγματος. Σε ποινικές υποθέσεις δεν απαιτείται η γνώση να λαμβάνεται με συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης όπως καθορίζεται στα πλαίσια της αστικής καταφρόνησης (βλ. και Αστυνομία v. Γ. Κυριακίδη
(1988)2 C.L.R. 172). Το δε διάταγμα θα πρέπει να είναι σαφές και να εξειδικεύει ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποια ιδιότητα (βλ. Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)1 All E.R. 176 και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Τέλος ως λέχθηκε στην Θεοφάνους ανωτέρω, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε απειθεί σε διάταγμα και η ποινική καταφρόνηση έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση περίπτωση διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τους Κατηγορούμενους 1 και 2 με την παραβίαση οποιουδήποτε διατάγματος το οποίο είχε εκδοθεί αναφορικά με το συγκεκριμένο υποστατικό αφού ένα τέτοιο διάταγμα ουδέποτε έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν από την μαρτυρία του ΜΚ2 ότι την 11/03/18 και περί ώρα 1900 μετέβηκε μαζί με άλλα μέλη της αστυνομίας στο συγκεκριμένο υποστατικό με σκοπό να διερευνηθεί παράπονο που λήφθηκε από πολίτη / ένοικο της περιοχής αναφορικά με οχληρία η οποία προερχόταν από το εν λόγω υποστατικό καθώς και για την ανεύρεση μετά από έρευνα που διεξήχθη αριθμού συσκευασιών οινοπνευματωδών ποτών τα οποία απαγορευόταν να πωλούνται μετά και την έκδοση σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου, τίποτα άλλο σχετικό δεν έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει είτε την ύπαρξη του εν λόγω Διατάγματος είτε και την πρόθεση από μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 για καταστρατήγηση του. Συνεπακόλουθα ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και 8 ενώ ο Κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 11 και 18. Το αδίκημα της 2ης, 9ης , 12ης, και 19ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 44
(1)(ια) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και προβλέπει τα εξής : «Οιονδήποτε πρόσωπο διαπράττει oιαvδήπoτε άλληv πράξιv σκoπίμoυ ασέβειας εις oιαvδήπoτε δικαστικήv διαδικασίαv, ή πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov εvώπιov τoυ oπoίoυ τoιαύτη διαδικασία διεξάγεται, είvαι έvoχov πλημμελήματoς, και υπόκειται εις φυλάκισιv διά περίoδov εξ μηvώv ή εις πρόστιμov μη υπερβαίvov τας £450 ή εις αμφoτέρας τα πoιvάς ταύτας» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το πρόσωπο που διαπράττει την ασέβεια σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία θα πρέπει να είχε πρόθεση αφού η πράξη του αυτή απαιτείται να είναι σκόπιμη. Στην υπό κρίση περίπτωση αυτό που αποδίδεται στον Κατηγορούμενους 1 και 2 με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων είναι ότι ενώ είχε εκδοθεί εναντίον τους Διάταγμα στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 3517/17, οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να το πράξουν διαπράττοντας έτσι σκόπιμη ασέβεια προς την Δικαστική διαδικασία. Χωρίς αμφιβολία οι κατηγορίες της καταφρόνησης του Δικαστηρίου που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν είναι άμεσα συνυφασμένες με τις κατηγορίες της ανυπακοής κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα αφού κοινό πυρήνα των πιο πάνω κατηγοριών αποτελεί το Διάταγμα που έχει εκδοθεί στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 3517/17 . Όπως ήδη έχω εξηγήσει ανωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για την ύπαρξη/έκδοση οπουδήποτε διατάγματος Δικαστηρίου. Συνακόλουθα προκύπτει ότι αφής στιγμής η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει το συστατικό στοιχείο της ύπαρξης ενός τέτοιου Διατάγματος, συνεπακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει και ότι σκόπιμα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επέδειξαν σκόπιμη ασέβεια προς την δικαστική διαδικασία. Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 2 και 9 εναντίον του 1ου Κατηγορούμενου καθώς και τις κατηγορίες 12 και 19 εναντίον του 2ου. Σημειώνεται ότι αναφορικά με τα αδικήματα που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους σε σχέση με την 1η Απριλίου του 2018 και περί ώρα 20:00, καμία μαρτυρία δεν έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορεί να στοιχειοθετήσει καταδίκη. Σε σχέση τώρα με τις κατηγορίες της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια καθώς και με τις κατηγορίες πώλησης λιανικώς οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια, που και οι δύο Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το άρθρο 2 του νόμου 29/85 ορίζει πότε ένα κατάστημα εμπίπτει εντός της έννοιας του κέντρου. Σύμφωνα με τον ορισμό του εν λόγω άρθρου, κέντρο σημαίνει κατάστημα στο οποίο παρέχονται επί πληρωμή εστίασής, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του αν το κατάστημα προσφέρει μουσική ή καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση πέραν από την ανεύρεση από την αστυνομία αριθμού συσκευασιών οινοπνευματωδών ποτών καμία μαρτυρία άλλη δεν έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 πωλούσαν κατά τον συγκεκριμένο χρόνο ποτά στους θαμώνες του υποστατικού. Τώρα σε ότι αφορά τις κατηγορίες της πώλησης λιανικώς οινοπνευματωδών ποτών σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2 στο εν λόγω υποστατικό δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε ταμειακή μηχανή ενώ τα συγκεκριμένα ποτά βρισκόντουσαν τοποθετημένα μέσα σε ψυγείο. Τίποτα περισσότερο όμως δεν έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 την 11/03/23 πώλησαν οποιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει και τις κατηγορίες 3,4 και 10 εναντίον του 1ου Κατηγορούμενου, όπως και τις κατηγορίες 13,14 και 20 εναντίον του 2ου Κατηγορούμενου. Αναφορικά δε με τις κατηγορίες της κοινής οχληρίας που και οι δύο Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, μέσα από την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν έχει προκύψει ότι οποιοδήποτε από αυτούς ή και δύο, καθ' οιονδήποτε χρόνο την 11/03/23 στο υποστατικό με την ονομασία ΣΥ.ΦΙ.ΑΠΟΕΛ διενήργησαν οποιαδήποτε πράξη που δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από τον νόμο ή παρέλειψαν να εκτελέσουν καθήκον που τους επιβαλλόταν από τον νόμο και συνεπεία αυτού να προκαλέσουν ενόχληση στο κοινό. Συνακόλουθα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες της κοινής οχληρίας που αντιμετωπίζουν. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες της οχληρίας που έχουν προσαχθεί εναντίον των Κατηγορουμένων και με βάση τον Ν. 111/85, επίσης η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να τις αποδείξει αφού ουδεμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει ότι το συγκεκριμένο υποστατικό με την ονομασία ΣΥ.ΦΙ.ΑΠΟΕΛ βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ούτως ώστε αυτή να συνιστά οχληρία. Τέλος, αφής στιγμής η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει ουδεμία εκ των κατηγοριών που και οι δύο Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, δηλαδή τα αυτούσια αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται, και τύχη των κατηγοριών της συνωμοσίας έχει προδιαγραφεί αφού δεν έχει προκύψει και οποιαδήποτε μεταξύ τους συμφωνία προς τον σκοπό διάπραξης τους. Συνακόλουθα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην 7η και 17η κατηγορία. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.