Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΗΛΙΑ, Αρ. Υπόθεσης: 887/18, 16/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 887/18 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΗΛΙΑ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16, Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Ε. Ευθυμίου & κ. Ε. Ζαχαράκης Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: O Κατηγορούμενος με το υπό εξέταση κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 02.03.2018 αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία: Το αδίκημα της κλοπής από διευθυντή εταιρείας κατά παράβαση του άρθρου 269 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι αυτός μεταξύ των ημερομηνιών 16/12/2013 και 15/03/2016 στην Πάφο, ενώ ήταν διευθυντής της εταιρείας με την ονομασία <<ΤΗ. & Ε. ELIA LIMITED>>, έκλεψε το συνολικό χρηματικό ποσό των €69.804=, δηλαδή αφού προχώρησε από μόνος του στην πώληση των μηχανοκινήτων οχημάτων με αριθμούς εγγραφής [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ] συνολικής αξίας €139.608= που ήταν περιουσία της πιο πάνω εταιρείας, δεν κατέβαλε στην πρώην σύζυγο του Έλενα Αντωνιάδου από την Πάφο το χρηματικό ποσό των €69.804= που της αναλογούσε ως εξ ημισίας μέτοχος της πιο πάνω εταιρείας. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Aστ. 3894 Α. Γερμανό (ΜΚ1), την κ. Ε. Αντωνιάδου (ΜΚ2) και τον Χ. Διογένους (ΜΚ3). Στις 15.05.2023 με το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η πλευρά της υπεράσπισης προέβηκε σε εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκ πρώτης όψεως υπόθεσης για τους λόγους που με επιμέλεια εξήγησε τόσο στο γραπτό κείμενο αγόρευσης που ετοιμάστηκε και παραδόθηκε όσο και προφορικά. Αντίθετη βεβαίως ήταν η άποψη της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής για το ζήτημα αυτό και κάλεσε το Δικαστήριο να καλέσει σε απολογία τον Κατηγορούμενο. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[1] Σημειώνω επίσης πως οι τοποθετήσεις αμφότερων των πλευρών έχουν συμπεριλάβει και το ζήτημα που το Δικαστήριο έγειρε και τους κάλεσε να τοποθετηθούν πριν την έναρξη των αγορεύσεων. Ουσιαστικά αυτό το οποίο τους ζητήθηκε ήταν να τοποθετηθούν στο κατά πόσον προκύπτει οποιαδήποτε ελαττωματικότητα στις λεπτομέρειες Κατηγορίας ιδίως μετά την ολοκλήρωση παρουσίασης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής με ενδεχόμενο οι υφιστάμενες λεπτομέρειες να μην ανταποκρίνονται με ακρίβεια στα περιστατικά της υπόθεσης. Και αυτό γιατί μπορεί να γίνεται αναφορά σε αυτές στην ύπαρξη των πέντε επίδικων οχημάτων και την μεταβίβαση αυτών προς τρίτους όμως δεν έχει προκύψει από την τεθείσα μαρτυρία ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε δια πώλησης και είσπραξης οποιονδήποτε χρημάτων τα οποία ο Κατηγορούμενος δεν απέδωσε στην ΜΚ2. Αυτό που στην ουσία ανέφερε το Δικαστήριο είναι πώς από την τεθείσα μέχρι στιγμής μαρτυρία αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής από διευθυντή εταιρείας και χωρίς να επισέρχομαι σε αυτό το στάδιο στην δυνατότητα στοιχειοθέτησης του η όχι δεν μπορεί να αφορά οτιδήποτε άλλο εκτός από την μεταβίβαση των πέντε επίδικων οχημάτων και όχι την αξία αυτών. Έδωσε μάλιστα το Δικαστήριο ως παράδειγμα τον καταλογισμό της κλοπής ενός κινητού τηλεφώνου και πως σε τέτοια περίπτωση το αδίκημα θα αφορά την κλοπή του κινητού αυτού καθ αυτού και όχι καταλογισμό της κλοπής της αξίας αυτών αποτιμώμενης σε χρήμα. Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών για τα ζητήματα αυτά έχουν εκφραστεί και λαμβάνονται υπόψη επίσης. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια <<εκ πρώτης όψεως υπόθεση>> δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Για τον σκοπό εξέτασης της εισήγησης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. H μαρτυρία: Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας Α. Γερμανός ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Ο ίδιος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος είχε στην κατοχή του και κατέθεσε τα Τεκμήρια 2 μέχρι και
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι στις 21.11.2016 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Πάφου από την Έλενα Αντωνιάδου ότι μεταξύ των ημερομηνιών 16.12.13 - 15.03.16 ο πρώην σύζυγος της Θέμης Ηλία με τον οποίο ήταν εξ ημισείας μέτοχοι στην εταιρεία με την επωνυμία TH & E. ELIA LIMITED εν αγνοία της και χωρίς αυτή να λάβει οποιαδήποτε χρήματα αρχικά μεταβίβασε πέντε οχήματα - μηχανήματα και συγκεκριμένα τα οχήματα με αρ. εγγραφής [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ] στο όνομα του αδελφού του και στη συνέχεια τα μεταβίβασε σε νέα εταιρεία, δηλαδή την εταιρεία με την επωνυμία ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ στην οποία αποκλειστικός μέτοχος είναι αυτός. Σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε η παραπονούμενη στη βάση κατάστασης που παρέλαβε από τον λογιστή της εταιρείας η συνολική αξία των πιο πάνω πέντε μηχανημάτων είναι €139.608 για τα οποία έπρεπε να λάβει τα €69.
- Από εξετάσεις στις οποίες προέβηκε ο μάρτυρας στο ηλεκτρονικό σύστημα της αστυνομίας διαπίστωσε ότι πράγματι το πρώτο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] είχε μεταβιβαστεί στην εταιρεία με την επωνυμία HERODOTOS G. HERODOTOU - CONSTRUCTION LTD ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα είχαν μεταβιβαστεί αρχικά στο όνομα του αδελφού του κατηγορούμενου Ηρόδοτου Ηλία στις 30.12.2015 ενώ στις 15.03.2016 μεταβιβάστηκαν στην νέα εταιρεία του κατηγορούμενου με την επωνυμία ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ. Για την υπόθεση στις 03.03.2017 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε πως ως ο εξεταστής της υπόθεσης προχώρησε στην διερεύνηση της λαμβάνοντας καταθέσεις από την παραπονούμενη, τον κατηγορούμενο και τον αδελφό του Ηρόδοτο Ηλία και συλλέγοντας επιπρόσθετα και διάφορα έγγραφα τα οποία του αποστάλθηκαν από Υπηρεσίες του Κράτους μετά από δικό του αίτημα. Με την ολοκλήρωση της διερεύνησης που έκανε ο φάκελος στάλθηκε στην Νομική Υπηρεσία όπου και έδωσαν οδηγίες για καταχώρηση της υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου για το αδίκημα της κλοπής από διευθυντή. Ο ίδιος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε εισήγηση όπως διευκρίνισε προς την Νομική Υπηρεσία για την υπόθεση και ανέφερε πώς δεν είναι γνώστης εταιρικού δικαίου ούτε και γνώριζε για το περιεχόμενο του ιδρυτικού και καταστατικού της εταιρείας TH. & E. ELIA LTD και για το πότε μπορούν να δοθούν μερίσματα στους μετόχους, συμφώνησε όμως πώς ο κατηγορούμενος ως μοναδικός διευθυντής της εταιρείας είχε την δυνατότητα να λάβει απόφαση και να προχωρήσει σε μεταβιβάσεις χωρίς την λήψη άδειας από μέτοχο της εταιρείας και ότι ο κατηγορούμενος έδρασε εντός του καταστατικού της εταιρείας. Επιπρόσθετα σημείωσε πως από την διερεύνηση που έγινε αναφορικά με τα 5 οχήματα διαπιστώθηκε η μεταβίβαση αυτών χωρίς όμως να γνωρίζουν αν λήφθηκαν οποιαδήποτε χρήματα. O Μάρτυρας επιβεβαίωσε πως δεν έλαβε οποιαδήποτε κατάθεση από τον Λογιστή της Εταιρείας Κυριάκο Δρουσιώτη ούτε και από οποιοδήποτε άλλο λογιστή / ελεγκτή. Σε σχέση μάλιστα με τις υποβολές και θέσεις της υπεράσπισης ότι η αξία των πέντε οχημάτων δεν είναι αυτή που τους ανέφερε η παραπονούμενη αλλά ούτε και αυτή που περιγράφεται επί του Τεκμηρίου 6 κάτω από την στήλη ''Υπόλοιπο 01/01/2014'' ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ούτε και κατά πόσον η αξία των οχημάτων είναι αυτή που περιγράφεται κάτω από την στήλη ''Καθαρή αξία 31/12/2014'' δηλαδή μηδενική για τα 4 από τα 5 οχήματα ενώ το μόνο όχημα που είχε αξία ύψους 11.100 ευρώ ήταν το όχημα [ ]. Δεύτερη Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε η Ε. Αντωνιάδου η οποία έδωσε καταθέσεις στην Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης στις 21.11.2016 και 22.11.2016 το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 3 & 8). Σε αυτές αναφέρει πως με τον κατηγορούμενο συζούσε για 19 χρόνια, παντρεύτηκαν με τον γάμο να διαρκεί περί τον ένα χρόνο και στην συνέχεια έλαβαν διαζύγιο. Τόσο η ίδια όσο και ο κατηγορούμενος ήταν εξ ημισείας μέτοχοι στην εταιρεία χωματουργικών εργασιών με την ονομασία TH. & E. ELIA LIMITED στην οποία Διευθυντής ήταν ο Κατηγορούμενος και η ίδια Γραμματέας. Η ίδια δεν ασχολείτο με την συγκεκριμένη εταιρεία παρά μόνο πλήρωνε διάφορα ποσά όποτε της το ζητούσε ο Κατηγορούμενος ο οποίος συνήθως δεν είχε χρήματα. Για σκοπούς διενέργειας οποιονδήποτε αγορών ή πωλήσεων από την συγκεκριμένη εταιρεία δεν χρειαζόταν να υπογράφουν και οι δύο. Τον Σεπτέμβριο του 2015 όταν είχαν χωρίσει με τον Κατηγορούμενο η ίδια επισκέφθηκε τον Λογιστή της εταιρείας Κ. Δρουσιώτη για να μάθει ποια είναι η περιουσία, η αξία και τα χρέη της εταιρείας αφού ήταν μέτοχος σε ποσοστό 50% και της δόθηκαν οι σχετικές πληροφορίες. Στην συνέχεια άρχισε να ρωτά διάφορους για τα οχήματα και μηχανήματα της εταιρείας και έμαθε ότι ο κατηγορούμενος είχε προχωρήσει σε μεταβίβαση 4 οχημάτων στην εταιρεία με την επωνυμία Herodotos G. Herodotou Construction Ltd η οποία ανήκει στον αδελφό του κατηγορούμενου Ηρόδοτο Ηλία. Αφού ανέθεσε σε δικηγόρο τον χειρισμό του ζητήματος και αποστάλθηκε σχετική επιστολή έλαβε απάντηση ότι το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της εταιρείας της από τις 30.08.13 μέχρι 16.12.13 ημερομηνία που μεταβιβάστηκε στην εταιρεία Herodotos G. Herodotou Construction Ltd. Επίσης ότι το όχημα με αρ. εγγραφής KQN726 ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της εταιρείας της από τις 21.07.11 μέχρι 31.12.15 ημερομηνία που μεταβιβάστηκε στον Ηρόδοτο Ηλία. Στην συνέχεια το όχημα αυτό μεταβιβάστηκε στις 15.03.2016 στην εταιρεία Θέμης Ηλία & Υιοί Λτδ που πρόκειται για νέα εταιρεία που ίδρυσε ο κατηγορούμενος. Τέλος τα οχήματα με αρ. εγγραφής [ ] και [ ] ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της εταιρείας της από τις 16.04.07 μέχρι την 30.12.15 ημερομηνία που μεταβιβάστηκαν στον Ηρόδοτο Ηλία ενώ στην συνέχεια τα οχήματα αυτά την 15.03.16 μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία Θέμης Ηλία & Υιοί Λτδ. Η ίδια κανένα ποσό δεν έλαβε για τα οχήματα αυτά ως την αναλογία της ως μετόχου του 50% της εταιρείας TH. & E. ELIA LIMITED και πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος κατάφερε με δόλιο τρόπο να την κλέψει. Με την συμπληρωματική της κατάθεση ημερ. 22.11.2016 ανέφερε την αξία των οχημάτων ως αυτή παρουσιάζεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 και έχει ως ακολούθως: Το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] είναι αξίας 18500 ευρώ, το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] είναι αξίας 32000 ευρώ, το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] είναι αξίας 21633 ευρώ και το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] αξίας
- Επίσης σε σχέση με το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] για το οποίο έγινε έρευνα από την Αστυνομία διαπιστώθηκε ότι και αυτό έχει μεταβιβασθεί στην νέα εταιρεία του κατηγορούμενου με την αξία του να ανέρχεται στο ποσό των 54675 ευρώ. Σύμφωνα με την μάρτυρα η συνολική αξία τους ανέρχεται στο ποσό των 139608 ευρώ από το οποίο της αναλογεί το 50% δηλαδή 69804 ευρώ. Σημείωσε περαιτέρω δια ζώσης ότι μετά από έρευνα στην οποία προέβηκε διαπίστωσε ότι η εταιρεία G. Herodotou Construction Ltd την οποία αναφέρει στην κατάθεση της δεν ήταν τελικά του αδελφού του κατηγορούμενου ως αρχικά νόμιζε αλλά κάποιου θείου του ο οποίος είχε αποβιώσει. Σε σχέση μάλιστα με το μηχάνημα [ ] διαπίστωσε ότι είχε μεταβιβαστεί πάνω στον αδελφότεκνο του Κατηγορούμενου με την ονομασία Μάριος Παναγιώτου και στην συνέχεια μεταβιβάστηκε πάνω στην νέα εταιρεία του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με την αξία των οχημάτων παρέπεμψε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 και συγκεκριμένα επί της πρώτης στήλης που αναγράφεται ''υπόλοιπο 01.01.2014'' και αναφέρθηκε στην αξία ενός έκαστου των 5 οχημάτων που αποτελούν αντικείμενο της ποινικής υπόθεσης ενώ για τα υπόλοιπα οχήματα τα οποία ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος επίσης μεταβίβασε παρέπεμψε στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του το
- Προχώρησε σε αναγνώριση του ιδρυτικού και καταστατικού της εταιρείας (Τεκμήριο 4), των πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 13) καθώς και του Τεκμηρίου 7 ήτοι την επιστολή που έλαβε ο δικηγόρος της από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών με την οποία ενημερώνονταν για την μεταβίβαση των οχημάτων. Σε σχέση με το όχημα [ ] ανέφερε ότι εντοπίστηκε η μεταβίβαση του προς τον Μάριο Παναγιώτου δηλαδή τον αδελφότεκνο του κατηγορούμενου μέσω του συστήματος της αστυνομίας. Αναγνώρισε επίσης μέσω των φωτογραφιών που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 2 τα 5 οχήματα στα οποία και έκαμε αναφορά ενώ για το Τεκμήριο 17 ανέφερε πώς πρόκειται για έγγραφο που ετοιμάστηκε από τον Δικηγόρο Νίκο Παπαθεοχάρους και το οποίο τόσο η ίδια όσο και ο κατηγορούμενος υπέγραψαν. Καταληκτικά ανέφερε πως η ίδια ουδέποτε ερωτήθηκε ή γνώριζε για την μεταβίβαση των οχημάτων και με παραπομπή επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 15 ήτοι της κατάστασης λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου στην οποία διατηρούσε λογαριασμό η TH & E. ELIA LIMITED τόνισε πώς κανένα ποσό δεν κατατέθηκε στον λογαριασμό της εταιρείας που να αφορά την μεταβίβαση των οχημάτων. Εξου και ως επέμενε οι ενέργειες του κατηγορούμενου για την μεταβίβαση των μηχανημάτων αρχικά σε συγγενείς του και στην συνέχεια σε εταιρεία την οποία σύστησε που είναι και αποκλειστικός μέτοχος έγινε δόλια. H αντεξέταση της μάρτυρος από τους ευπαίδευτους συνηγόρους του κατηγορούμενου ήταν εκτενής και κινήθηκε σε συγκεκριμένες θεματολογίες που είχαν να κάνουν (α) με τους σκοπούς ίδρυσης της εταιρείας TH & E. ELIA LIMITED και της μεταξύ των εμπλεκομένων συμφωνία για την λειτουργία της (β) το πώς αποκτήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και συγκεκριμένα τα μηχανήματα / οχήματα που αυτή χρησιμοποιούσε (γ) την οικονομική συνεισφορά και εμπλοκή τόσο του κατηγορούμενου όσο και της παραπονούμενης στην ίδρυση και λειτουργία της εταιρείας (δ) τις αξίες των πέντε οχημάτων που αποτελούν αντικείμενο της υπόθεσης και τις διαφορές μεταξύ της λογιστικής και καθαρής αξίας αυτών (ε) το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 04.09.2015 που υπογράφτηκε μεταξύ των μερών (στ) τις δύο εκκρεμούσες αγωγές που αφορούν παραπονούμενη και κατηγορούμενο (ζ) το πότε διατίθενται και κατανέμονται μερίσματα και (η) τους λόγους για τους οποίους ο κατηγορούμενος προέβηκε στην μεταβίβαση των οχημάτων. To σύνολο της αντεξέτασης της μάρτυρος έχει αποτυπωθεί στα τηρηθέντα πρακτικά και δεν πρόκειται να γίνει επανάληψη των όσων έχουν λεχθεί παρά μόνο συνοπτική αναφορά για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νοείται βεβαίως πώς το σύνολο αυτής έχει μελετηθεί από πλευράς Δικαστηρίου. H μάρτυρας συμφώνησε στην θέση πως ο κατηγορούμενος πριν το έτος 2005 και την ίδρυση της TH & E. ELIA LIMITED διεξήγαγε εργασίες μέσω άλλης εταιρείας. Αρνήθηκε όμως ότι αυτή του είχε δηλώσει ότι ήθελε να ιδρύσει εταιρεία που θα ασχολείτο με την πώληση ρούχων. Παρά το ότι στην συνέχεια παραδέχθηκε ότι ασχολείτο σε μικρή έκταση με την πώληση ρούχων παρά το ότι το βασικό της επάγγελμα είναι αυτό της αισθητικού επέμενε πώς ούτε για την εργασία της ως αισθητικός προχώρησε στην εγγραφή εταιρείας αλλά ούτε και για τις πωλήσεις ρούχων που ήταν περιορισμένες και στρέφονταν προς τις πελάτιδες του ινστιτούτου αισθητικής και τίποτα παραπάνω. Παρά τις υποβολές και την υπόδειξη σε αυτήν του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση ότι ήτο εισήγηση του τότε λογιστή τους να ιδρύσουν εταιρεία που να καλύπτει τόσο τις χωματουργικές εργασίες όσο και την πώληση ρούχων η μάρτυρας επέμενε στην θέση ότι καμία σύνδεση δεν υπήρχε μεταξύ της πώλησης ρούχων και των χωματουργικών εργασιών αφού πρόκειτο για διαφορετικά πράγματα όπως τόνισε. Αρνήθηκε επίσης την θέση της υπεράσπισης ότι ένεκα της συμφωνίας σύστασης της συγκεκριμένης εταιρείας με σκοπούς τόσο την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών όσο και την πώληση ρούχων ο κατηγορούμενος προέβηκε σε μεταφορά στην νεασυσταθύσα εταιρεία των εξαρτημάτων και μηχανημάτων που αυτός είχε στην προηγούμενη του εταιρεία. Παρά το γεγονός ότι στην συνέχεια συμφώνησε ότι έγινε μεταφορά εξαρτημάτων, μηχανημάτων και γενικά περιουσιακών στοιχείων αλλά και υφιστάμενου πελατολογίου από την παλιά εταιρεία του κατηγορούμενου στην καινούργια αυτό σύμφωνα με την μάρτυρα έγινε γιατί και η ίδια συνέφερε λεφτά έτσι ώστε να αποδεχθεί ο κατηγορούμενος να την βάλει μέτοχο στην νέα εταιρεία είτε αυτά αφορούσαν τα λεφτά από τον γάμο τους και χρήματα από την εργασία της αφού ο κατηγορούμενος σύμφωνα πάντα με την ΜΚ2 χρωστούσε σε όλες τις τράπεζες. Αρνήθηκε επίσης την θέση ότι ήταν ο κατηγορούμενος που έβαλε το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας TH & E ELIA LIMITED και ότι η ίδια δεν είχε την οποιαδήποτε συνεισφορά σε αυτό επιμένοντας ότι όχι μόνο έβαλε αλλά και πλήρωνε όπως για παράδειγμα τα χρήματα του γάμου τους περί τις Λ.Κ. 27.000, περί τις Λ.Κ. 18.000 που έβαλε για την αγορά μηχανημάτων για την εκτέλεση εργασιών αποχετευτικού, 5 με 6 χιλιάδες για άλλα πράγματα καθώς και 4000 ευρώ για κάλυψη εξόδων κοινωνικών ασφαλίσεων που έδινε στον Κατηγορούμενο στο χέρι αλλά και έξοδα για πληρωμή των μηχανικών για επιδιόρθωση των μηχανημάτων που της ζητούσε ο κατηγορούμενος. Η ίδια ανέφερε πώς προέβαινε σε σταδιακές πληρωμές και δεν καθόταν να τα γράψει κάτω για να μπορεί να πει σήμερα ποιο είναι το συνολικό ποσό. Η ίδια παραδέχθηκε πώς την εταιρεία TH & E ELIA LIMTED έτρεχε προσωπικά ο κατηγορούμενος αφού ήταν ο άντρας και δούλευε τα μηχανήματα και τα εργοτάξια και παρά το γεγονός ότι στην γραπτή της κατάθεση ημερ. 21.11.2016 αναφέρθηκε ότι η ίδια δεν ασχολείτο με την εταιρεία TH & E ELIA LIMITED διευκρίνισε ότι η αναφορά της αυτή αφορούσε την ενασχόληση της με τον χειρισμό των μηχανημάτων και την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών, η ίδια όπως ανέφερε είχε προσωπική ανάμιξη με την είσπραξη οφειλομένων από πελάτες ποσών, την παροχή βοήθειας προς τον Κατηγορούμενο για την ετοιμασία και έκδοση προσφορών καθώς και την μεταφορά του Κατηγορούμενου στους χώρους εργασίας της εταιρείας. Μάλιστα ως σημείωσε στην αρχή ο κατηγορούμενος της έβαζε και κοινωνικές ασφαλίσεις αλλά στην συνέχεια αυτός σταμάτησε αφού η ίδια απασχολείτο και ως αυτοεργοδοτούμενη αισθητικός. Σε υποβολή ότι ο κόσμος στο παζάρι και στις οικοδομές γνώριζε μόνο τον κατηγορούμενο και μόνο με αυτόν συναναστρεφόταν απάντησε πώς όταν αποφάσισαν να ιδρύσουν την εταιρεία ο κατηγορούμενος γνώριζε πώς τόσο η ίδια όσο και αυτός θα λάμβαναν από 1000 μετοχές και ότι οι πελάτες του θα πήγαιναν στην νέα εταιρεία. Επιπρόσθετα τόνισε πώς όταν προχώρησε ο Κατηγορούμενος την νέα του εταιρεία Θέμης Ηλία & Υιοί Λτδ έπιασε όλους τους υφιστάμενους πελάτες και τους πήρε στην νέα του εταιρεία. Συμφώνησε επίσης πώς ο κατηγορούμενος είχε την έγκριση της να προέβαινε σε οποιεσδήποτε ενέργειες αφορούσαν την εταιρεία αφού ήταν ο μοναδικός διευθυντής αυτής αλλά τόνισε πως τέτοιες ενέργειες θα έπρεπε να γίνονταν προς όφελος της εταιρείας και όχι να ξεγυμνώσει αυτήν πιάνοντας τα μηχανήματα τα οποία επωφελήθηκε για δικό του όφελος. Αρνήθηκε ότι μέχρι το 2010 λάμβανε οποιοδήποτε μισθό από την εταιρεία ενώ δεν εργαζόταν σε αυτή και επιπρόσθετα αρνήθηκε και την υποβολή ότι μέχρι και το έτος 2015 λάμβανε μερίσματα. Σε υποβολή ότι από την στιγμή που η ίδια δεν υλοποίησε την συμφωνία να δραστηριοποιηθεί μέσω της TH & E ELIA LIMITED με την πώληση ρούχων υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο να του μεταβίβαση το 50% των μετοχών του και να ακυρώσει το δικαίωμα υπογραφής της με το οποίο δέσμευε την εταιρεία προς την τράπεζα η μάρτυρας το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αρνήθηκε επίσης τις θέσεις ότι το σύνολο των μηχανημάτων της κοινής τους εταιρείας είτε μεταφέρθηκαν από την προηγούμενη εταιρεία του κατηγορούμενου είτε αυτά αγοράστηκαν από τις εργασίες του κατηγορούμενου στην TH & E ELIA LIMITED επαναλαμβάνοντας την θέση πώς και η ίδια έβαλε χρήματα στην εταιρεία τα οποία έδινε στον Κατηγορούμενου, τα μηχανήματα είχαν αγοραστεί από χρήματα των εργασιών της εταιρείας. Η ίδια επανέλαβε την θέση πως ο κατηγορούμενος έκλεψε τα μηχανήματα της εταιρείας τα οποία ως μέτοχος 1000 μετοχών της ανήκουν εξ ημισίας και τα οποία τα έβαλε αρχικά πάνω σε συγγενείς του πρώτου βαθμού και στην συνέχεια στην νέα του εταιρεία με σκοπό να την κλέψει. Mεγάλο μέρος της αντεξέτασης αναλώθηκε στην αξία των πέντε επίδικων οχημάτων και οι ερωτήσεις αφορούσαν τόσο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 όσο και του πίνακα (Τεκμήριο 6). Η πλευρά της υπεράσπισης ουσιαστικά μέσω της αντεξέτασης αμφισβήτησε την ισχυριζόμενη από πλευράς της ΜΚ2 αξία των οχημάτων δηλαδή ότι είναι αυτή που παρουσιάζεται επί του Τεκμηρίου 6 κάτω από την στήλη ''Υπόλοιπο 01/01/2014'' θέτοντας στην μάρτυρα την θέση πως η αξία αυτών είναι αυτή που τυγχάνει αναγραφής ως καθαρή αξία κατά την 31/12/
- Επί των ερωτήσεων αυτών η μάρτυρας ήταν κατηγορηματική ότι η αξία των οχημάτων ως ενημερώθηκε από τον τότε λογιστή της εταιρείας που της παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα αλλά και από άλλο λογιστή είναι αυτή που η ίδια υποστηρίζει δηλαδή το υπόλοιπο κατά την 01/01/2014 που αφορά το αρχικό κόστος αγοράς τονίζοντας μάλιστα ότι τα μηχανήματα αυτά αφού ρώτησε και ανθρώπους που ασχολούνται με την πώληση τους έχουν μεγαλύτερη αξία σήμερα. Διερωτήθηκε μάλιστα πως είναι δυνατό η αξία των οχημάτων να είναι αυτή που αναγράφεται ως καθαρή αξία κατά την 31/12/2014 που παρουσιάζει χαμηλά ποσά αξίας συνολικής αξίας 26.
- Όταν η ίδια μετέβηκε στην Αστυνομία έδωσε τα συγκεκριμένα έγγραφα σε σχέση με την αξία των οχημάτων και αρνήθηκε την θέση της υπεράσπισης ότι η πραγματική οικονομική αξία είναι αυτή που φαίνεται κάτω από τον τίτλο καθαρή αξία (επί του Τεκμηρίου 6) λαμβάνοντας υπόψη και την υποτίμηση αφού πρόκειται για οχήματα εργασίας η συνολική αξία των οποίων ήταν μόλις 11.
- Σε σχέση με την ύπαρξη των μεταξύ τους αγωγών τους 2016 και του 2018 αναφέρθηκε η μάρτυρας πώς αφορούν τόσο τα μηχανήματα όσο και χρέη που ο κατηγορούμενος της άφησε και πλήρωσε το ποσό των 72.
- Συμφώνησε πως η αγωγή του 2016 αφορά τα ίδια γεγονότα με την υπό εξέταση υπόθεση διευκρίνισε όμως πως εκεί ζητά τα χρήματα της ενώ στην Αστυνομία ανέτρεξε γιατί ο κατηγορούμενος έκλεψε τα μηχανήματα της εταιρείας τους και τα έβαλε σε νέα εταιρεία επιμένοντας πώς άλλο πράγμα η αγωγή και άλλο πράγμα η ποινική υπόθεση. Επιπρόσθετα αρνήθηκε την θέση πως ο λόγος που πήγε στην Αστυνομία είναι για άσκηση πίεσης προς τον Κατηγορούμενο αναφορικά με την αγωγή για την λήψη των χρημάτων και απόρριψε επίσης την υποβολή περί ύπαρξης εκ μέρους της αλλότριων κινήτρων που αφορούν τα ισχυριζόμενα από πλευράς υπεράσπισης ψεύδη της για επενδύσεις χρημάτων στην ΤΗ & Ε ELIA LIMITED. H μάρτυρας συνέχισε να επιμένει ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε μισθό η μερίσματα από την εταιρεία συνολικού ποσού 66.127 όπως της υποβλήθηκε αναγνώρισε όμως την επιταγή με εκδότη την TH & E ELIA LIMITED, Τεκμήριο 18 που της υποδείχθηκε και την οποία εξαργύρωσε προσωπικά στις 29.12.2015 αφού ως υποστήριξε πρόκειτο για δανεικά χρήματα που είχε δώσει στον Κατηγορούμενου κατά τον Σεπτέμβριο του 2015 όπου και είχαν χωρίσει και τα οποία δεν της επέστρεψε παρά τις υποσχέσεις του με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να προχωρήσει στην εξαργύρωση της επιταγής την οποία προηγουμένως η ίδια συμπλήρωσε επιμένοντας ότι έγινε με την εντολή και συγκατάθεση του κατηγορούμενου ο οποίος της είχε αναφέρει για την ύπαρξη χρημάτων στον λογαριασμό της εταιρείας και αρνήθηκε ότι δημιούργησε με αυτή της την ενέργεια οποιοδήποτε πρόβλημα ρευστότητας της εταιρείας επαναλαμβάνοντας ότι αυτό που δικάζετε εδώ είναι η δόλια απόσπαση των μηχανημάτων από μέρος του κατηγορούμενου. Αρνήθηκε επίσης υποβολές ότι η ίδια είχε πρόθεση να πωλήσει τα μηχανήματα εξου και ρωτούσε διάφορους για τις αξίες του επισημαίνοντας ότι αν έπραττε κάτι τέτοιο τότε η ίδια θα κατηγορείτο για κλοπή διασαφηνίζοντας ότι η έρευνα στην οποία προέβαινε για τις αξίες των οχημάτων ήταν για να διαπιστώσει πόσα ήταν το δικό της αναλογούν μερίδιο. Η ίδια ουδέποτε ως υποστήριξε υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο ότι θα του μεταβίβαζε τις δικές της μετοχές ούτε και πώς στις 29.12.2015 σε οικογενειακό τραπέζι είχε κάνει πρόταση σε συνεργάτη του κατηγορούμενου να του πουλούσε τα μηχανήματα της εταιρείας. Σε υποβολή μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στην μεταβίβαση των οχημάτων στις 30 και 31.12.2015 με σκοπό να τα διαφυλάξει από την ίδια η μάρτυρας διερωτήθηκε αν η κλοπή των μηχανημάτων έγινε για το καλό της εταιρείας ως οι δικηγόροι του κατηγορούμενου ισχυρίζονται. Σε σχέση με το όχημα KUK420 και ότι αυτό μεταβιβάστηκε άμεσα αμέσως μετά την αγορά του το 2013 στην εταιρεία ERODOTOS G ERODOTOU καθότι απαιτείτο άδεια τύπου Α από τον ιδιοκτήτη του αλλά χρησιμοποιείτο εξ αρχής προς εξυπηρέτηση της TH & E ELIA LIMITED η μάρτυρας ανέφερε πώς δεν ενημερώθηκε ποτέ για αυτή την ενέργεια και μόνο όταν το έψαξε διαπίστωσε ότι στις 16.12.2013 είχε γίνει μεταβίβαση. Αναφορικά με την ύπαρξη της συμφωνίας ημερομηνίας 04.09.2015 (Τεκμήριο 17) η πλευρά της υπεράσπισης έθεσε στη μάρτυρα σειρά ερωτήσεων που είχαν να κάνουν με την αμφισβήτηση της εγκυρότητας και δεσμευτικότητας αυτής αναφορικά με το πρόσωπο του κατηγορούμενου καθώς και την αμφισβήτηση που τυγχάνει μέσω ανταπαιτήσεων που καταχωρήθηκαν στις πολιτικές αγωγές που βρίσκονται μεταξύ τους σε εξέλιξη. Η μάρτυρας ανέφερε πώς το συγκεκριμένο έγγραφο ετοιμάστηκε, αναγνώστηκε και επεξηγήθηκε σε αμφότερους από τον δικηγόρο Νίκο Παπαθεοχάρους και έτυχε υπογραφής. Μάλιστα υποστήριξε την θέση ότι αυτό δεν διέπει τα θέματα της εταιρείας και των μετοχών τους και αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο κατηγορούμενος έτυχε οποιουδήποτε ξεγελάσματος. Τέλος η μάρτυρας αρνήθηκε υποβολές που της τέθηκαν μεταξύ άλλων ότι η αποξένωση των οχημάτων έγινε από τον κατηγορούμενο με σκοπό να προστατέψει αυτά και την επιχείρηση του από την μάρτυρα η οποία είχε πρόθεση να τα πωλήσει, γιατί ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι μπορούσε να λάβει με τον τρόπο αυτό το αντίτιμο των χρημάτων που ο ίδιος έβαλε στην εταιρεία, γιατί ο κατηγορούμενος πίστευε δεδομένων των παραστάσεων που η μάρτυρας του είχε κάνει για υπογραφή του Τεκμηρίου 17 ότι θα του μεταβίβαζε τις μετοχές της και είχε την συγκατάθεση της για την μεταβίβαση των μετοχών συνεπώς νομιμοποιείτο να μεταβιβάσει και περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι η μάρτυρας δεν μπορούσε να προχωρήσει σε μεταβιβάσεις των οχημάτων. Τρίτος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ3) παρουσιάστηκε ο Χ. Διογένους Ανώτερος Τεχνικός, Προϊστάμενος του Τμήματος Οδικών Μεταφορών της Επαρχίας Πάφου ο οποίος κατέθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο 19 (Α,Β,Γ,Δ, και Ε) το ιστορικό μεταβιβάσεων των οχημάτων [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ] ο οποίος και δεν αντεξετάστηκε. Ανέφερε πώς σε όλες τις περιπτώσεις των εγγράφων όπου σε αυτά γίνεται αναφορά σε εταιρεία ο διευθυντής έκαστης εταιρείας υπογράφει τα έντυπα αυτά. Σε σχέση με το όχημα [ ] ανέφερε ότι αυτό μεταβιβάστηκε στις 30.08.2013 από την Χ' ΠΑΥΛΗΣ & ΚΑΓΙΑΣ ΕΞΟΡΥΞΕΙΣ & ΦΟΡΤΩΣΕΙΣ ΛΤΔ προς την εταιρεία ΤΗ & E. ELIA LTD ενώ στις 16.12.2013 αυτό μεταβιβάστηκε από την TH & E. ELIA LTD προς την HERODOTOS G HERODOTOU CONSTRUCTION LTD (Τεκμήριο 19Α). Σε σχέση με το όχημα [ ] ανέφερε ότι αυτό μεταβιβάστηκε στις 21.07.2011 από τον Ιάκωβο Δημητρίου προς την TH & E. ELIA LTD. Στις 31.12.2015 η TH & E. ELIA LTD προχώρησε στην μεταβίβαση αυτού στον Ηρόδοτο Ηλία ενώ ο Ηρόδοτος Ηλίας στις 15.03.2016 μεταβίβασε αυτό στην ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ. (Τεκμήριο 19Β). Σε σχέση με το όχημα [ ] ανέφερε ότι αυτό μεταβιβάστηκε στις 30.12.2015 από την TH & E. ELIA LTD στον Ηρόδοτο Ηλία και στις 15.03.2016 αυτό μεταβιβάστηκε από τον Ηρόδοτο Ηλία στην ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ (Τεκμήριο 19Γ). Σε σχέση με το όχημα [ ] ανέφερε ότι αυτό μεταβιβάστηκε στις 30.12.2015 από την TH & E. ELIA LTD στον Ηρόδοτο Ηλία και στις 15.03.2016 αυτό μεταβιβάστηκε από τον Ηρόδοτο Ηλία στην ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ (Τεκμήριο 19Δ). Σε σχέση με το όχημα [ ] ανέφερε ότι αυτό μεταβιβάστηκε στις 30.12.2015 από την TH & E. ELIA LTD στο Μάριο Παναγιώτου και στις 15.03.2016 αυτό μεταβιβάστηκε από τον Μάριο Παναγιώτου στην ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ (Τεκμήριο 19Ε). Noμική Πτυχή Κατηγορίας: Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία στην ΚΟΥΛΕΡΜΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 179/2015, 20/7/2018 να πραγματευθεί το αδίκημα του άρθρου 269 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που τιτλοφορείται Κλοπή από διευθυντές ή αξιωματούχους εταιρειών[2] στην οποία σημειώνονται τα ακόλουθα σχετικά: ″Κλοπή από διευθυντή με βάση τις διατάξεις του άρθρου 269, συντελείται όποτε πρόσωπο εκμεταλλευόμενο την ιδιότητα του ως διευθυντής κλέβει περιουσία της εταιρείας που αντιπροσωπεύει. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής προδιαγράφονται στο άρθρο 255, του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Κλοπή διευθυντή συντελείται σύμφωνα με το άρθρο 269, όταν περιουσία της εταιρείας έρχεται στην κυριότητα του υπαίτιου για λογαριασμό αυτής της εταιρείας ή οργανισμού και αυτός προβεί σε ιδιοποίηση αυτής της περιουσίας με σκοπό να στερήσει τον ιδιοκτήτη από την περιουσία του. Το συγκεκριμένο αδίκημα επιφέρει μεγαλύτερη ποινή από την κοινή κλοπή, διότι στην περίπτωση του υπηρέτη υπάρχει το στοιχείο του δόλου και της κατάχρησης της σχέσης εμπιστοσύνης που πρέπει να αποδειχθεί. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Lawrence, καταγράφονται αναλυτικά τα συστατικά στοιχεία της κλοπής. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε 1) δόλια 2) ιδιοποίηση 3) περιουσίας άλλου προσώπου 4) με σκοπό ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας να στερηθεί για πάντα αυτή την περιουσία. Ιδιοποίηση της περιουσίας συντελείται όποτε πρόσωπο αναλάβει την περιουσία ή διαθέτει την περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Επομένως, οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν την περιουσία της εταιρείας νόμιμα, αλλά μετά διέθεσαν την περιουσία με τρόπο που δεν είχαν τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.″ To άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ορίζει γενικά <<την κλοπή>>.[3] Το άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνεται στην νομική βάση της κατηγορίας ούτε και επιβάλλεται η συμπερίληψη του αφού το αδίκημα με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ο Κατηγορούμενος είναι αυτό της κλοπής από διευθυντή που διέπεται ειδικά από το άρθρο 269 του Κεφ.
- Το αδίκημα αυτό εντάσσεται στην μεγάλη ομάδα της κλοπής αλλά αφορά σε εξειδικευμένη μορφή. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω είναι κλοπή που συντελείται από διευθυντή ή αξιωματούχο γενικότερα ενός οργανισμού ή μιας εταιρείας. Εξ' ου υπάρχει ειδικό άρθρο στον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα που διέπει το αδίκημα αυτό. Το άρθρο 269 είναι εκείνο που δημιουργεί το αδίκημα της κλοπής από διευθυντή. Σαφώς το άρθρο αυτό είναι εκείνο που πρέπει να αναφέρεται στη νομική πτυχή της κατηγορίας επειδή είναι στη βάση αυτού που ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει απλά κλοπή αλλά κλοπή ως διευθυντής της εταιρείας TH. & E. ELIA LIMITED, αδίκημα που πραγματεύεται το άρθρο 269 του Κεφ.154, το οποίο και καταγράφεται στην έκθεση του αδικήματος της υπό εξέταση κατηγορίας. Συνεπώς η μη καταγραφή του άρθρου 255 του Κεφ.154 στη νομική βάση της κατηγορίας που είναι το γενικό άρθρο της κλοπής δεν δημιουργεί ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου και σε καμία περίπτωση δικαιολογεί απόρριψη του. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής είναι ο δόλος και η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης περιουσίας που ανήκει σε άλλο. Τούτο εξάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας, καθώς επίσης και από τη συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, που συνήθως έχουν το χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Σύμφωνα με τον Blackstone΄s Criminal Practice, 2016, σελ. 404, παρ. Β 4.10: ″Theft consists of five elements: (i) dishonest (ii) appropriation (iii) property (iv) belonging to another (v) with the intention of permanently depriving the other of it.″ Το συστατικό στοιχείο του δόλου έχει αναλυθεί στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, στη σελίδα 514, ως ακολούθως: ″Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely
(1973)1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.″ Στον Blackstone (πιο πάνω), στη σελίδα 408 αναφέρεται ότι: "The person to whom the property belongs need not be an individual. Α corporation may own property which can be stolen from it, even by persons who are in total control of it by reason of shareholding and directorships." Εκτίμηση Δικαστηρίου: Το Δικαστήριο καταρχάς σημειώνει πως δεν θα προχωρήσει στο παρόν στάδιο να εξετάσει το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως καθότι θεωρεί πως από το Κατηγορητήριο και συγκεκριμένα στις λεπτομέρειες αυτού ως έχουν φαίνεται να προκύπτει μια μορφή ελαττωματικότητας. Στην υπό εξέταση υπόθεση το Δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει αυτεπάγγελτα στη βάση των όσων το άρθρο 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 διαλαμβάνει για να τροποποιήσει / μεταβάλει το υπό εξέταση Κατηγορητήριο καθότι αυτό είναι ελαττωματικό[4] ιδίως λαμβάνοντας υπόψη και την μαρτυρία που έχει τεθεί μέχρι σήμερα στην υπόθεση και εξηγώ τους λόγους: (α) Οι λεπτομέρειες κατηγορίας καταλογίζουν στον Κατηγορούμενο ως διευθυντή της εταιρείας TH. & E. ELIA LIMITED την κλοπή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού το οποίο προέκυψε από την πώληση πέντε μηχανοκινήτων οχημάτων ιδιοκτησίας της εταιρείας και το οποίο ποσό κατ αναλογία ½ θα έπρεπε να αποδοθεί στην ΜΚ2 ως εξ ημισίας μετόχου της συγκεκριμένης εταιρείας. (β) Από την τεθείσα μαρτυρία ως αυτή έχει παρουσιαστεί δεν φαίνεται να έχει προκύψει οποιαδήποτε πώληση των συγκεκριμένων πέντε οχημάτων η μεταβίβαση των οποίων έγινε από την εταιρεία TH. & E. ELIA LIMITED με ενέργειες του Κατηγορούμενου προς τρίτα πρόσωπα (φυσικά & νομικά) πράγματι έλαβε χώρα αλλά χωρίς την είσπραξη οποιοδήποτε χρημάτων που αφορούσαν την αξία τους. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα κλοπής χρημάτων μετά από πώληση η οποία ουδέποτε διενεργήθηκε ούτε και για υπολογισμό της οποιασδήποτε αξίας αυτών στη βάση λογιστικών βιβλίων της εταιρείας και της συμπερίληψης του συνόλου της αξίας αυτών στις λεπτομέρειες κατηγορίας. Για σκοπούς πληρότητας να σημειωθεί επίσης το γεγονός πως το ότι τα πέντε επίδικα οχήματα έχουν κάποια αξία προκύπτει και από τις θέσεις των δύο πλευρών διαφωνούν φυσικά στον τρόπο υπολογισμού της και το ύψος αυτής για έκαστη περίπτωση. Για σκοπούς όμως του αδικήματος της κλοπής αποτελεί κοινό έδαφος ότι πρόκειται για οχήματα με αξία. (γ) Αυτό το οποίο προκύπτει από την τεθείσα μέχρι σήμερα μαρτυρία χωρίς αυτή μέχρις στιγμής να αξιολογείται είναι η μεταβίβαση πέντε οχημάτων με ενέργειες του Κατηγορούμενου από την εταιρεία TH. & E. ELIA LIMITED στην οποία μέτοχος ήταν και η ΜΚ2 προς τρίτα πρόσωπα. Σημειώνεται λοιπόν πώς για σκοπούς και μόνο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αναφέρεται πώς η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία η οποία χωρίς αυτή βεβαίως να τυγχάνει αξιολόγησης ή να εξάγονται από αυτήν οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα πως αυτό που καταλογίζει στον Κατηγορούμενο στηριζόμενο στο αδίκημα της Κλοπής από Διευθυντή Εταιρείας το οποίο διέπεται από το άρθρο 269 του Κεφ. 154 είναι η απόφαση του να προχωρήσει στην αποξένωση πέντε οχημάτων ιδιοκτησίας της TH. & E. ELIA LIMITED σε τρίτα πρόσωπα και κατά πόσον το γεγονός αυτό μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας συνιστά και τεκμηριώνει το καταλογιζόμενο αδίκημα κάτι για το οποίο δεν αποτυπώνεται στις λεπτομέρειες της υφιστάμενης κατηγορίας με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης ως αυτά έχουν ήδη τεθεί μέσω της μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Συνεπώς κρίνοντας ότι το υπό εξέταση κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό υπό την έννοια ότι οι λεπτομέρειες της μοναδικής κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει χρήζουν μεταβολής έχοντας πάντα κατά νου την μέχρι σήμερα προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, προχωρώ πιο κάτω να εξηγήσω ποια είναι η νομική βάση στην οποία μπορεί να επιτευχθεί η προτεινόμενη μεταβολή του κατηγορητηρίου. Κατά την κρίση μου, η μόνη διαθέσιμη νομική βάση, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, είναι αυτή του άρθρου 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ακολουθώντας εν συνεχεία αναπόδραστα τη διαδικασία του άρθρου 84 του Κεφ. 155. Σε καμία περίπτωση δεν δύναμαι να εφαρμόσω τα κριτήρια του άρθρου 85, αφού εκείνα εφαρμόζονται μόνο όταν ολόκληρη η δίκη περατωθεί, ήτοι αφότου παρουσιάσει και η Υπεράσπιση την υπόθεσή της. «Μεταβολή ελαττωματικού κατηγορητηρίου 83.-
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Διαδικασία κατά τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο 84.-
(1)Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται όπως προβλέπεται στο άρθρο 83, το Δικαστήριο καλεί αμέσως τον κατηγορούμενο να απολογηθεί σε αυτό και να δηλώσει κατά πόσο είναι έτοιμος να δικαστεί βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο ως έχει μεταβληθεί.
(2)Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει ότι δεν είναι έτοιμος, το Δικαστήριο εξετάζει τους προβαλλόμενους λόγους και, αν η άμεση συνέχιση της διαδικασίας δεν ενδέχεται κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του ή τον κατήγορο στο χειρισμό της υπόθεσης από αυτόν, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει τη δίκη ωσάν, το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο που έχει μεταβληθεί, να ήταν το αρχικό.
(3)Αν το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο κακουργιοδικείο που έχει μεταβληθεί είναι τέτοιο ώστε η άμεση συνέχιση της δίκης να ενδέχεται, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου να επηρεάσει, δυσμενώς τον κατηγορούμενο ή τον κατήγορο, το Δικαστήριο δύναται είτε να διατάξει νέα δίκη είτε να αναβάλει τη δίκη για τέτοια χρονική περίοδο ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει αναγκαία.
(4)Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται από το Δικαστήριο μετά την έναρξη της δίκης η μαρτυρία που έχει ήδη δοθεί κατά τη διάρκεια της δίκης, δύναται να χρησιμοποιηθεί χωρίς επανακρόαση αλλά επιτρέπεται στους διαδίκους να επανακαλέσουν ή επανακλητεύσουν οποιοδήποτε μάρτυρα ο οποίος είναι δυνατό να εξετάστηκε και να εξετάσουν ή αντεξετάσουν αυτόν αναφορικά με την εν λόγω μεταβολή.». Δεν εμποδίζομαι να ενεργήσω στη βάση του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 και στηρίζω την κρίση μου αυτή στις πιο κάτω αυθεντίες꞉ Στην υπόθεση Nedi Charalambous v. Municipality of Nicosia
(1965)2 Α.Α.Δ. 63, το κατηγορητήριο όπως αρχικά καταχωρίστηκε περιείχε τρεις κατηγορίες στη βάση του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, σε σχέση με τις οποίες διεξήχθη μέχρι τέλους η δίκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στο τέλος της δίκης αθώωσε τον Κατηγορούμενο / Εφεσείοντα και στις τρεις κατηγορίες, αλλά εν συνεχεία πρόσθεσε μία νέα κατηγορία βάσει του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, για το αδίκημα της ανοχής ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από αρμόδια αρχή κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(β) και 20 του Κεφ. 96, καταδικάζοντας τον Κατηγορούμενο στην κατηγορία αυτή και επιβάλλοντάς του πρόστιμο και έξοδα, καθώς επίσης εκδίδοντας εναντίον του διάταγμα κατεδάφισης της παράνομης οικοδομής. Κατ' έφεση, αποφασίστηκε ότι υπήρχαν ουσιώδεις διαφορές στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η νεοεισαχθείσα κατηγορία συγκριτικά προς τις κατηγορίες στις οποίες κατηγορήτο αρχικά και πως, συνεπακόλουθα, υπήρχε ουσιώδης επηρεασμός του δικαιώματός του σε αποτελεσματική υπεράσπιση αφού δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να προβάλει στους μάρτυρες κατηγορίας την εκδοχή και υπεράσπισή του εν σχέση προς τις λεπτομέρειες της νέας κατηγορίας. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «
(1)in the present case, mere comparison of the particulars of the offence of the added count 3A, with those of the counts on which the appellant was tried and acquitted, shows substantial differences where the appellant has had no opportunity of presenting her aspect of the case, and making her defence. We, therefore, think that the view taken by the learned trial Judge that "the accused has not been prejudiced with her defence", cannot be justified. In view of the possibility of future proceedings on a similar count, we do not think that we should go further into the matter or deal with the other grounds of appeal.
(2)On the ground that the procedure provided in section 85
(4)could not be adopted in the circumstances of this case, without prejudice to the accused in her defence, we are unanimously of the opinion that the appeal must succeed and the conviction and sentence imposed on the added count, including the demolition order, and the order for costs, must be set aside.
(3)It should be added, however, that as the appellant has not been tried on the added count, neither her conviction thereon in the District Court, nor her discharge in this appeal, can prejudice or in any way affect future proceedings for the offence described in the added count 3A. Such conviction and sentence (including the demolition order and the order for costs) are set aside as a nullity.». · Στην υπόθεση Georgios Chr. Leonidou v The Police
(1987)2 Α.Α.Δ. 96, διευκρινίστηκε ότι το άρθρο 85 του Κεφ. 155 εφαρμόζεται μόνο κατά το πέρας της δίκης και συνεπώς στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως το μόνο άρθρο που χωρεί εφαρμογής είναι το άρθρο 83 του Κεφ. 155, με αποτέλεσμα η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για μεταβολή του κατηγορητηρίου να πρέπει να εδράζεται στα κριτήρια του άρθρου 83 και να τηρείται η διαδικασία του άρθρου
- Κρίθηκε κατ' έφεση ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο τροποποίησε στη βάση του άρθρου 85 το κατηγορητήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως αφότου απέρριψε την κατηγορία του βιασμού για να προσθέσει νέας κατηγορίας για επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, αρνούμενο μάλιστα να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου
- Επεξηγήθηκε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απόφασης του Εφετείου πότε ένα κατηγορητήριο θεωρείται «ελαττωματικό» κατά την έννοια του άρθρου 83 του Κεφ.
- Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «The appellant was originally charged with rape contrary to sections 144 and 145 of the Criminal Code, Cap.
- After the close of the case for the prosecution, counsel for the accused submitted that no prima facie case was made out against the accused. The trial Court accepted the submission, but as in its opinion the evidence disclosed a prima facie case for assault occasioning actual bodily harm contrary to section 243 of Cap. 154, it directed, without first obtaining the views of defending counsel, the amendment of the charge by the addition of a second count charging the said offence of assault. In doing so the trial Court relied on section 85
(1)and
(4)of the Civil Procedure Law, Cap. 155 and not section 83 and for this reason the Court refused to apply the procedure contemplated by section 84 and turned down an application by counsel for the accused for recalling of prosecution witnesses for further cross-examination. The grounds given by the trial Court for not applying section 83 and applying section 85
(1)and
(4)are that section 83 is not applicable because the original charge was not defective, but the evidence was simply insufficient to establish the commission of the crime by the accused, and that once the ruling on the submission of no prima facie case was in favour of the accused, the case must be considered as concluded and, therefore, the provisions of s. 85 had to be followed. The accused was eventually found guilty on the new count. Hence the present appeal. Held, allowing the appeal:
(1)An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528; R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed. p. 52 para. 53 adopted).
(2)It was advisable for the trial Court to seek the views of counsel for the parties before adding the new count, but the failure to seek such views does not amount to a material irregularity (Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148 at p. 161, per Triantafyllides, P.)
(3)The requisites which have to be established before section 85
(4)can be applied are: (
- a)It must be established by evidence that the accused has committed an offence not contained in the charge or information. (b)The accused cannot be convicted without amending the charge or information. (
- c)The accused must not upon his conviction on the new offence be liable to a greater punishment than if he were convicted on the charge or information as it stood; in other words that the punishment provided by law for the added offence must not exceed that of the original offence. (
- d)That the accused would not be prejudiced by the amendment in his defence.
(4)It is abundantly clear from the above authorities that the provisions of section 83 come into operation at any stage of the proceedings and in any case before the conclusion of the trial (vide Pouris case (supra)). When the trial is concluded and the Court has evaluated the evidence before it, coming both from the prosecution and the defence, it may, at the stage of making its findings on the facts, if it comes to the conclusion that part only of the charge or information has been proved, and the part so proved constitutes an offence, convict the accused, without altering the charge or information, of the offence which he is proved to have committed, under sub-section
(1)of section 85; or if the Court is of the opinion that it has been established by evidence that the accused has committed an offence or offences not contained in the charge or information, it may direct that a new count be added to the charge or information charging the accused with such offence or offences and the Court may give its judgment thereupon, as if the said count or counts had formed part of the original charge or information, in accordance with subsection
(4)of section 85 and subject to the requisites set out therein.
(5)In the present case the trial had not been concluded and the only section which could be invoked at that stage of the proceedings was section 83
(1)and not section 85
(4)which is applicable in cases where the trial has been concluded. The adoption of the procedure under section 85
(1)and
(4)deprived the appellant of the advantages of section 84 and in particular subsection
(4)of section 84. The wrong application of the law has led to substantial miscarriage of justice.». Με παραπομπή στην Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, το Εφετείο ανέφερε πιο πάνω ότι η φράση που υπάρχει στο άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155 για εξουσία του Δικαστηρίου να το εφαρμόσει «σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης» εξυπακούει ότι δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται τόσο περιοριστικά ώστε να αποκλείει την εφαρμογή του αν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως απορρίπτονται όλες οι υπάρχουσες κατηγορίες. Απεναντίας, θα πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, έτσι που να διατηρεί το Δικαστήριο την εξουσία σε αυτό το στάδιο να προσθέσει εντελώς νέα κατηγορία που αποκαλύπτεται από την προσφερθείσα μαρτυρία, τηρουμένης ασφαλώς της διαδικασίας του άρθρου 84 και του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155꞉ «The provisions of all three sections 83, 84 and 85 came up recently for consideration by the Supreme Court in the case of Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R.
- The appellants in that case were charged and tried on the basis of an information containing four separate counts in relation to the premeditated murders of four persons. After having heard the evidence for the prosecution the trial Court held that a prima facie case had not been made out against the accused sufficiently to require them to be called upon to make their defence on any of the four counts but proceeded to amend the charge by directing that two new counts be added charging the accused with offences related to carrying on war - or a warlike undertaking, purporting to act under the provisions of section 83 of Cap.
- Therefore the Court applied the provisions of section 84 by allowing the accused to have a number of witnesses, who had given evidence, recalled and cross-examined in respect of the new counts. Triantafyllides, P. in delivering the judgment of the Court of Appeal after expounding on the principles in relation to the notion of what amounts to a defective charge or information and after making extensive reference to the English case law on the matter of the corresponding section 5
(1)of the Indictments Act, 1915, in England, and after pointing certain differences between section 83 and 84 and the English Act, concluded as follows at p. 167:- «In the light of all the foregoing we are of the opinion that it was open to the trial Court, in the particular circumstances of the present case, to proceed to amend the information by adding the new counts, 5 and 6, under section 83
(1)of Cap. 155, after it had acquitted the appellants as regards the four counts in the information on the basis of which their trial had commenced.» And went on as follows at pp. 167-168:- «It has been submitted that after the appellants had been acquitted on the initial counts, 1 to 4, it was no longer legally possible for the trial Court to resort to its powers under section 83
(1)of Cap. 155. But we are not prepared to place such a restrictive interpretation on the said section as to exclude the course adopted by the trial Court in the present case. We are of the opinion that the inclusion therein of the expression 'at any stage of the trial' shows that the section can be resorted to, in the manner in which this was done in the present case, namely at the stage at which the trial Court rules that no prima facie case has been made against an accused sufficiently, to require him to be called upon to make his defence on the information as it has been initially framed but before the trial has been finally concluded: and in this respect we are of the view that the provisions of section 74(l)(b) of Cap. 155 have to be read in conjunction with, and subject to the provisions of section 83
(1)of the same Law.» Κατάληξη: Υπό το φως των ανωτέρω επισημάνσεών και έχοντας υπόψη μου τις διατάξεις των άρθρων 83 και 84 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προχωρώ σε τροποποίηση του Κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα την αντικατάσταση των λεπτομερειών της μοναδικής κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έτσι ώστε αυτές να συνάδουν με την τεθείσα μαρτυρία ως εξής: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Κλοπή από διευθυντή εταιρείας, κατά παράβαση του άρθρου 269 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 16/12/2013 και 15/3/2016 στην Πάφο, ενώ ήταν διευθυντής της εταιρείας με την ονομασία <<TH. & E. ELIA LIMITED>> έκλεψε τα μηχανοκίνητα οχήματα με αριθμούς εγγραφής [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ] περιουσίας της πιο πάνω εταιρείας μεταβιβάζοντας αυτά ως ακολούθως: Το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] μεταβιβάστηκε στις 16.12.2013 στο όνομα της εταιρείας HERODOTOS G. HERODOTOU - CONSTRUCTION LTD ενώ τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής [ ], [ ], [ ], [ ] μεταβιβάστηκαν στις 15.03.2016 στην εταιρεία ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ. Σε σχέση δε με την ακολουθητέα διαδικασία ενόψει και της τροποποίησης αυτής σημειώνεται πώς το Δικαστήριο θα προχωρήσει να απαγγείλει στον Κατηγορούμενο την τροποποιημένη / μεταβλημένη κατηγορία και σε περίπτωση μη παραδοχής θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με το τροποποιημένο κατηγορητήριο αφού δώσω την ευκαιρία σε αμφότερες τις πλευρές να αγορεύσουν αν το επιθυμούν εκ νέου για το θέμα επιπρόσθετα των γραπτών και προφορικών τους αγορεύσεων στις 15.05.
- Νοείται βεβαίως ότι σε περίπτωση καταχώρησης απάντησης μη παραδοχής και πριν την εξέταση του κατά πόσον έχει η όχι αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου στη βάση του τροποποιημένου κατηγορητηρίου το Δικαστήριο θα επιβεβαιώσει κατά πόσον η πλευρά της Υπεράσπισης επιθυμεί να επανακλητευθεί οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας για περαιτέρω αντεξέταση. Δεν θεωρώ πως επηρεάζεται με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο η υπεράσπιση με την προωθούμενη τροποποίηση ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι αν και εφόσον το επιθυμεί δύναται το δικαστήριο να διατάξει την επανακλήτευση για σκοπούς αντεξέτασης οποιουδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας έδωσαν ήδη μαρτυρία στην υπόθεση. Επίσης το Δικαστήριο θεωρεί πως στην προκειμένη περίπτωση ήταν από την αρχή της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και μέχρι την ολοκλήρωση αυτής πρόδηλο τι ήταν εκείνο που στην πραγματικότητα καταλογιζόταν στον Κατηγορούμενο. Δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί πώλησης των πέντε οχημάτων ούτε και είσπραξης χρημάτων από πλευράς Κατηγορούμενου τα οποία να όφειλε να διαθέσει και στην ΜΚ
- Αυτό που προέκυψε από την μαρτυρία ως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς αυτή στο παρόν στάδιο να αξιολογείται είναι η μεταβίβαση των τεσσάρων οχημάτων από την εταιρεία TH. & E. ELIA LIMITED στην οποία μοναδικός διευθυντής της ήταν ο Κατηγορούμενος και μέτοχος εξ ημισίας με την ΜΚ2 σε νέα εταιρεία που συστάθηκε ήτοι την ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ με αποκλειστικό αξιωματούχο και μέτοχο τον Κατηγορούμενο καθώς επίσης και την μεταβίβαση ενός οχήματος από την TH. & E. ELIA LIMITED προς την εταιρεία HERODOTOS G. HERODOTOU - CONSTRUCTION LTD συμφερόντων συγγενικού προσώπου του Κατηγορούμενου. Φυσικά το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος θα κληθεί η όχι σε απολογία στο αδίκημα του άρθρου 269 του Κεφ. 154 αυτό θα αποφασιστεί στον κατάλληλο χρόνο αφού τηρηθούν τα όσα για τα οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω σε σχέση με την διαδικασία. Επαναλαμβάνω πως δεν θεωρώ ότι έχει με οποιοδήποτε τρόπο επηρεαστεί η πλευρά της υπεράσπισης από την προωθούμενη τροποποίηση. Το αδίκημα δεν έχει μεταβληθεί αφού αφορούσε και συνεχίζει να αφορά το αδίκημα της κλοπής από διευθυντή εταιρείας και διέπεται από το άρθρο 269 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Αυτό το οποίο τυγχάνει μεταβολής είναι οι λεπτομέρειες κατηγορίας έτσι ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στα περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης. Παρατηρώ πως κατά την διάρκεια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας κυρίως του ΜΚ1 και της ΜΚ2 η πλευρά της υπεράσπισης με εκτενή αντεξέταση κινήθηκε σε διπλούς άξονες που αφορούσαν τόσο το κατά πόσον έγινε η δεν έγινε οποιαδήποτε πώληση των επίδικων οχημάτων και αν εισπράχθηκαν οποιαδήποτε χρήματα τα οποία ο Κατηγορούμενος όφειλε να αποδώσει στην ΜΚ2 αλλά και επιπρόσθετα στους λόγους για τους οποίους ο Κατηγορούμενος προχώρησε στις συγκεκριμένες μεταβιβάσεις των οχημάτων από την εταιρεία TH. & E. ELIA LIMITED είτε προς την ΘΕΜΗΣ ΗΛΙΑ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ είτε προς την εταιρεία HERODOTOS G. HERODOTOU - CONSTRUCTION LTD με επιχειρηματολογία μάλιστα σε συμφωνίες είτε προφορικές είτε γραπτές μεταξύ του Κατηγορούμενου και της ΜΚ2 που κατά την υπεράσπιση τον νομιμοποιούσαν να το πράξει. Ως εκ τούτου τόσο η εκδοχή όσο και η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου έχουν τεθεί και προβληθεί στους μάρτυρες κατηγορίας. Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί ότι υπήρξε παράλειψη ή λάθος στη σύνταξη της έκθεσης και/ή λεπτομέρειες της κατηγορίας, η μορφή αυτή της ελαττωματικότητας σε καμία περίπτωση θα οδηγούσε σε απόρριψη του κατηγορητηρίου επειδή έκδηλα δεν διαπιστώνεται παραπλάνηση του κατηγορουμένου που να επηρεάζει δυσμενώς την υπεράσπιση του ένεκα τέτοιας παράλειψης ή λάθους. Ούτε εξαιτίας τέτοιας παράλειψης ή λάθους υπήρξε δυσμενής επηρεασμός δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων του κατηγορουμένου. Ούτε γενικότερα προκλήθηκε οποιαδήποτε αδικία εις βάρος του κατηγορουμένου. Συνεπώς για τους λόγους που έχω προσπαθήσει να εξηγήσω η μεταβολή των λεπτομερειών της Κατηγορίας είναι επιτακτική και αναγκαία έτσι ώστε πλέον οι λεπτομέρειες της να ανταποκρίνονται στα περιστατικά της υπόθεσης. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [2]
- Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι διευθυντής ή αξιωματούχος οργανισμού ή εταιρείας, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του οργανισμού ή της εταιρείας, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. [3] 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα (
- ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. [4] Σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Έχει νομολογηθεί ότι ένα κατηγορητήριο μπορεί να θεωρηθεί ως ελαττωματικό όταν δεν περιέχεται σε αυτό κατηγορία για αδίκημα που αποκαλύπτεται στη μαρτυρία ή που το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου δεν συνάδει με τη μαρτυρία που δόθηκε στη δίκη. (Βλ. Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, Αttorney-General v. Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, 464). Ενδελεχής ανάλυση του όρου «ελαττωματικό κατηγορητήριο» δόθηκε επίσης στην υπόθεση Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R 148. Έγινε από το Εφετείο εκτενής αναφορά στη Αγγλική Νομολογία και υιοθετήθηκε η ερμηνεία που έδωσαν στον όρο οι Αγγλικές αποφάσεις R v. Smith and others 34 Cr. App. R 168 και R v. Martin
(1962)1 Q.B 22. Βασικό κριτήριο στη μετατροπή ενός κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και γενικού δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπιση του. Συνήθως η τροποποίηση γίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης και δυσκολότερη όσο αυτή προχωρεί γιατί τότε η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου αυξάνεται. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus (ανωτέρω), σελίδες 71 και 72 αναφέρεται ότι πιθανός επηρεασμός του κατηγορουμένου μπορεί να προκύψει αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται που λογικά δεν αναμενόταν αλλά στην πράξη η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα πρωταρχικά στάδια της δίκης, με την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο