← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. TOMMY PAUL RIGHELATO κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 6496/18, 26/5/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. TOMMY PAUL RIGHELATO κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 6496/18, 26/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 6496/18 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. TOMMY PAUL RIGHELATO
  2. ΚΟΥΡΤΝΕΥ ΑΝΤΟΝΥ ΜΑΛΚΟΜ Ημερομηνία: 26.05.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για τον Κατηγορούμενο 1 και 2 : κ. Δ. Λοχίας Κατηγορούμενοι 1 και 2 : παρόντες Π Ο Ι Ν Η O 1ος Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης συνολικού βάρους 567,53 γραμμαρίων χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (10η κατηγορία), στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β, δηλαδή του συνολικού βάρους κάνναβης 486,64 γραμμαρίων με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (11η κατηγορία), στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β, δηλαδή ιχνών κάνναβης τα οποία ανιχνεύθηκαν σε ένα μεταλλικό σπαστήρα, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (12η κατηγορία) στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β δηλαδή 0,10 γραμμαρίων κάνναβης τα οποία ανιχνεύθηκαν σε ένα μεταλλικό σπαστήρα, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (13η κατηγορία), στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β δηλαδή ιχνών κάνναβης τα οποία ανιχνεύθηκαν σε ένα μισοκαπνισμένο χειροποίητο τσιγάρο χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (14η κατηγορία) και τέλος στην κατηγορία της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης (16η κατηγορία). Από την άλλη, ο 2ος Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης βάρους 0,76 γραμμαρίων χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (15η κατηγορία) καθώς και στην κατηγορία της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης (17η κατηγορία). Τα γεγονότα έχουν δοθεί στο Δικαστήριο υπό την μορφή εγγράφου, τα έχω μελετήσει και τα λαμβάνω υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Δεν κρίνω δε σκόπιμο να τα παραθέσω αυτολεξεί αλλά αναφορά θα γίνει σε αυτά όποτε και όταν αυτό κριθεί απαραίτητο. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, τόσο ο 1ος όσο και ο 2ος Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 αγόρευσε για σκοπούς μετριασμού της ποινή υιοθετώντας τις εκθέσεις του Γρ. Ευημερίας που έχουν ετοιμαστεί τόσο για τον 1ο όσο και για τον 2ο Κατηγορούμενο αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις. Ο συνήγορος της Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη και προς όφελος και των δύο Κατηγορουμένων η άμεση παραδοχή τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, το λευκό τους ποινικό μητρώο, η συνεργασία τους με τις Αρχές και το νεαρό της ηλικίας τους, αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο μεν 1ος Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 19 ετών ενώ ο 2ος Κατηγορούμενος ηλικίας 20 ετών. Επίσης κάλεσε το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Είναι σημαντικό δε να λεχθεί, ότι κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Υπεράσπισης εστίασε ιδιαίτερα την προσοχή του Δικαστηρίου στους μετριαστικούς παράγοντες που συνθέτουν το πρόσωπο του 1ου Κατηγορούμενου ένεκα και της σοβαρότητας των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει σε αντιδιαστολή πάντοτε με τις κατηγορίες που βρίσκεται αντιμέτωπος ο 2ος Κατηγορούμενος και οι οποίες είναι ελαφρύτερες σε σοβαρότητα. Ο κ. Λοχίας δεν παρέλειψε βεβαίως να τονίσει ότι τα ναρκωτικά που ο 1ος Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι είχε στην κατοχή του ήταν Τάξεως Β και όχι σκληρά ναρκωτικά Τάξεως Α. Ο συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του 1ου Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο 1ος Κατηγορούμενος είχε συλληφθεί από την αστυνομία. Πιο συγκεκριμένα υποστήριξε μέσα από την αγόρευση του, ότι μέσα από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι στις 25/09/18 είχε ληφθεί συγκεκριμένη πληροφορία στην αστυνομία ότι σε συγκεκριμένο ανοιχτό χώρο - χωράφι στην Πέγεια ο 1ος Κατηγορούμενος αποκρύπτει ναρκωτικές ουσίες, γεγονός που επιβεβαιώθηκε αφού στο σημείο είχαν ήδη μεταβεί μέλη της ΥΚΑΝ Πάφου και εντόπισαν κάτω από μια μεγάλη πέτρα και θαμμένα στο έδαφος τα ναρκωτικά. Σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης, το μόνο πρόσωπο που γνώριζε την ακριβή τοποθεσία όπου ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά ήταν ο ιδιοκτήτης τους, τον οποίο ο 1ος Κατηγορούμενος γνώριζε αφού ως χρήστης ναρκωτικών ουσιών που ήταν προμηθευόταν από αυτόν ναρκωτικά για να προβαίνει σε δική του χρήση. Υποστηρίχθηκε μάλιστα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης, ότι ο ρόλος του 1ου Κατηγορούμενου ήταν περιορισμένος, αφού το μόνο που έπραξε ήταν να μεταβεί στο συγκεκριμένο σημείο καθ' υπόδειξη του ιδιοκτήτη των ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό να τα παραλάβει και στην συνέχεια να του τα παραδώσει. Προσδοκία δε του Κατηγορούμενου όπως υποδείχθηκε, ήταν ο ίδιος να επωφεληθεί από την παράδοση των ναρκωτικών ουσιών στον ιδιοκτήτη τους, κάποιες δωρεάν δόσεις ναρκωτικών για να τα χρησιμοποιήσει αφού ήταν εθισμένος στα ναρκωτικά. Σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης τα πιο πάνω γεγονότα καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι επρόκειτο για μια χειραγωγημένη υπόθεση αφού είχε ως σκοπό η πληροφορία που δόθηκε από τον πληροφοριοδότη της αστυνομίας, να συλληφθεί ο 1ος Κατηγορούμενος επ' αυτοφώρω κατά την στιγμή που θα μετέβαινε στο συγκεκριμένο σημείο για να παραλάβει τα επίδικα ναρκωτικά. Όπως ο κ. Λοχίας υποστήριξε με σθεναρότητα στο Δικαστήριο, η πληροφορία αυτή ήταν τόσο συγκεκριμένη που είχε ως αποτέλεσμα το αδίκημα να διαπραχθεί μπροστά στα μάτια της αστυνομίας αφού το συγκεκριμένο σημείο που βρισκόντουσαν κρυμμένα ναρκωτικά είχε ήδη τεθεί υπό διακριτική παρακολούθηση και συνακόλουθα η τύχη του 1ου Κατηγορούμενου είχε ήδη προδιαγραφεί. Ο συνήγορος της Υπεράσπισης κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, την διαφοροποίηση που επήλθε μέσα στο διάστημα αυτό στις προσωπικές συνθήκες του 1ου Κατηγορουμένου συμπεριλαμβανομένου και της απεξάρτησης του από τα ναρκωτικά. Τέλος, εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο αφού επιβάλει στον 1ο Κατηγορούμενο ποινές φυλάκισης, να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπερ της αναστολής τους, δίνοντας έτσι στον 1ο Κατηγορούμενο μια πρώτη και τελευταία ευκαιρία να συνεχίσει την ζωή του μακριά από οποιαδήποτε άλλη παραβατική συμπεριφορά. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία ιδιαίτερα ο 1ος Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Σοβαρά επίσης είναι και τα αδικήματα που κρίθηκε ένοχος και ο 2ος Κατηγορούμενος με την διαφορά όμως ότι ο τελευταίος αντιμετωπίζει μόνο κατοχή ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Β 0,76 γραμμαρίων και χρήση, σε αντίθεση με τον 1ο Κατηγορούμενο ο οποίος αντιμετωπίζει κατά πολύ περισσότερο σοβαρότερες κατηγορίες. Η σοβαρότητα που προσδίδεται στα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι διαφαίνεται κατ' αρχήν από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής. Τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Β είναι αρκούντως σοβαρά αφού για την κατοχή ναρκωτικών Τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και 8 έτη ή χρηματική ποινή ή και οι δύο αυτές ποινές ενώ για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ποινή φυλάκισης δια βίου. Η ίδια ποινή προβλέπεται από τον σχετικό νόμο και αναφορικά και με το αδίκημα της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων προκύπτει και μέσα από την Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου το οποίο σε σειρά αποφάσεων του με κατευθυντήρια την υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 σημείωσε την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών κυρίως λόγω της συχνότητας και έξαρσης με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο αλλά και των ζημιογόνων και καταστρεπτικών συνεπειών που προκύπτουν από τη διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 437 τονίσθηκε η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Τονίστηκε, επίσης, ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας των ναρκωτικών. Τονίστηκε, επίσης, ότι στον καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών όπως και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται καταλήγοντας ότι η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνδέεται με την πρόθεση εμπορίας. Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, όπου σε κατηγορία κατοχής 1 κιλού και 500 σχεδόν γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο, ο οποίος κατά το χρόνο της έφεσης ήταν ηλικίας 25 ετών. Στην Soleimani ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε σε νεαρό ηλικίας 26 ετών, ο οποίος είχε παραδεχθεί αδικήματα που αφορούσαν σε κατοχή με σκοπό την προμήθεια σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης. Στην Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορίες που αφορούσαν στη διάπραξη των αδικημάτων της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή 2.985,10 γρ. κάνναβης και κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 και 10 χρόνων αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες. Η έφεση κατά της ποινής επικεντρώθηκε στην ποινή φυλάκισης των 6 ετών που το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον Κατηγορούμενο για την κατηγορία της απλής κατοχής των ναρκωτικών. Το Εφετείο θεώρησε πως η ποινή φυλάκισης των 6 ετών δεν ξέφευγε του μέτρου που καθορίζει η νομολογία και επικύρωσε την ποινή. Στην Πόλεος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2016, ημερ. 2.6.2017, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών για κατηγορία κατοχής με σκοπό την προμήθεια 1908,425 γραμμαρίων κάνναβης και 2 ετών για κατηγορία απλής κατοχής 1922,1601, με την υπόδειξη ότι ήταν μια συνολικά ορθή και δίκαιη ποινή. Στην Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017, επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη την ποινή των 4 ετών που είχε επιβληθεί για την κατοχή με σκοπό την προμήθεια κάνναβης συνολικού βάρους 2 κιλών και 7,5 γραμμαρίων φυτού κάνναβης. Στην Κλεομένης ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350 επικυρώθηκε, κατά πλειοψηφία, η ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον 27χρονο κατηγορούμενο για το αδίκημα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β, ήτοι ρητίνης κάνναβης, βάρους 2 κιλών και 307 γραμμαρίων. Τέλος, πρόσφατα στην Κυριακού v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 68/2020, ημερ. 11.5.2022 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο που παραδέχθηκε ενοχή και είχε 2 προηγούμενες καταδίκες για αδικήματα κατοχής με σκοπό την προμήθεια 810,44 γρ. κάνναβης και 100 και 35 γρ. κοκαΐνης. Στρεφόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτά από μόνα τους είναι επιβαρυντικά και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής αναφορικά με τον 1ο Κατηγορούμενο. Όπως επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί και η ποσότητα της κάνναβης που εντοπίστηκε στην κατοχή του. Η ποσότητα της ανευρεθείσας κάνναβης είναι μεγάλη και συνακόλουθα τέτοια που να δίδει λαβή για έντονη ανησυχία. Πρόκειται για ποσότητα που φτάνει σχεδόν το μισό κιλό η οποία αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν διαχωρισμένη συνολικά σε 18 νάιλον πλαστικά σακούλια δεμένα με κόμπο τα οποία και ήταν τοποθετημένα εντός ενός πλαστικού δοχείου το οποίο ήταν κρυμμένο μέσα στο έδαφος και από πάνω του υπήρχε τοποθετημένη μια πέτρα. Ο δε 1ος Κατηγορούμενος όταν έφτασε στο συγκεκριμένο ανοιχτό σημείο στην Πέγεια φορούσε στα χέρια του γάντια εργασίας ενώ όταν ανασήκωσε την πέτρα από το έδαφος και άνοιξε το δοχείο εντός του οποίου υπήρχαν τα ναρκωτικά άρχισε να πετά στο έδαφος 4 νάιλον πλαστικά σακούλια τα οποία περιείχαν κάνναβη. Τότε ήταν που ο 1ος Κατηγορούμενος ανακόπηκε από την αστυνομία ενώ από την άλλη ο 2ος Κατηγορούμενος που ήταν επίσης παρών τράπηκε αμέσως σε φυγή πεζός με αποτέλεσμα να καταδιωχθεί από την αστυνομία που παρακολουθούσε από προηγουμένως το συγκεκριμένο σημείο. Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί ότι μέλος της αστυνομίας αναγκάστηκε να ρίξει στον αέρα ένα προειδοποιητικό πυροβολισμό με το υπηρεσιακό του πιστόλι με σκοπό να αναγκάσει τον 2ο Κατηγορούμενο να ακινητοποιηθεί καθότι δεν συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις της αστυνομίας για να σταματήσει. Τότε ήταν που ο 2ος Κατηγορούμενος αναγκάστηκε σταματήσει και τελικά να ερευνηθεί. Στο μεταξύ και ενώ η αστυνομία είχε προσεγγίσει το σημείο που βρισκόντουσαν και οι δύο Κατηγορούμενοι προηγουμένως, διαπίστωσαν ότι 3 από τα σακούλια που ο 1ος Κατηγορούμενος είχε πετάξει στο έδαφος βρισκόντουσαν εντός μιας νάιλον τσάντας. Αμέσως μετά, και στην παρουσία και των δύο Κατηγορουμένων μέλος της ΥΚΑΝ Πάφου αφού ξέθαψε από το έδαφος ένα κίτρινο πλαστικό δοχείο διαπιστώθηκε ότι στο εσωτερικό του υπήρχαν τοποθετημένα 14 νάιλον πλαστικά σακούλια δεμένα με κόμπο τα οποία περιείχαν κάνναβη. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι ο 1ος Κατηγορούμενος είχε οργανωμένο τρόπο δράσης. Τέλος, σημειώνεται ότι αδικήματα αυτής της φύσης παρουσιάζουν όλο ένα και περισσότερο ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο και λαμβάνω δικαστική από τις πολλές υποθέσεις που σχετίζονται με ναρκωτικά οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και τις οποίες επιλαμβάνομαι καθημερινά. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής του 2ου Κατηγορουμένου έλαβα σοβαρά υπόψη την άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν ηλικίας μόλις 20 ετών, τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις όπως αυτές περιγράφονται μέσα από την έκθεση του Γρ. Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί καθώς και την μικρή ποσότητα κάνναβης την οποία κατείχε αφού αυτή ανέρχεται στα 0,76 γραμμάρια. Επίσης έλαβα υπόψη μου το είδος των ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του. Έλαβα επίσης υπόψη προς όφελος του 2ου Κατηγορούμενου και τον χρόνο που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να του επιβάλει ποινή. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής του 1ου Κατηγορουμένου έλαβα σοβαρά υπόψη, το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και την παραδοχή του η οποία αξίζει να σημειωθεί ότι έγινε ευθύς αμέσως μετά από την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Συνακόλουθα η παραδοχή του 1ου Κατηγορουμένου εκλαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως άμεση παραδοχή. Έλαβα επίσης υπόψη και την συνεργασία του με την αστυνομία αφού ευθύς αμέσως παραδέχτηκε ότι γνώριζε για την ύπαρξη των συγκεκριμένων ναρκωτικών στο σημείο που είχαν εντοπιστεί. Έλαβα περαιτέρω ιδιαίτερα υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής το νεαρό της ηλικίας του 1ου Κατηγορουμένου, αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν μόλις 19 ετών. Αδιαμφισβήτητα ένα νεαρό άτομο, βρίσκεται στα αρχικά στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητάς του. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Δεν είναι επιθυμητό νεαρά άτομα να στερούνται της ευκαιρίας να ωριμάσουν για να κάνουν τις επιλογές τους στην ζωή. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης σοβαρά υπόψη την προσπάθεια που ο Κατηγορούμενος έχει καταβάλλει και με επιτυχία έχει αυτοβούλως απεξαρτηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, ημερ. 21.11.14, λέχθηκε ότι η νομολογία έχει σταθερά αναδείξει την προσπάθεια απεξάρτησης από τις ναρκωτικές ουσίες, αλλά ιδιαίτερα την επιτυχία της προσπάθειας αυτής, ως ένα ιδιαίτερο μετριαστικό παράγοντα που βοηθά στην ομαλή επανένταξη του αδικοπραγούντος στην κοινωνία, αλλά και την απελευθέρωση του ιδίου του ατόμου από την ενασχόληση του με ουσίες θανάτου. Έλαβα επίσης υπόψη και το είδος των ναρκωτικών ουσιών που ο 1ος Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του αφού δεν επρόκειτο για σκληρά ναρκωτικά της Τάξεως Α αλλά για κάνναβη που είναι Τάξεως Β. Περαιτέρω έλαβα υπόψη ότι μέσα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν προκύπτει εμπλοκή του Κατηγορουμένου σε αδικήματα εμπορίας ναρκωτικών ουσιών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι παρά το γεγονός ότι τα επίδικα ναρκωτικά δεν ήταν δικής του ιδιοκτησίας εντούτοις ο 1ος Κατηγορούμενος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο ούτως ώστε αυτά να παραδοθούν στον ιδιοκτήτη τους και στην πορεία να διοχετευτούν στην αγορά. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ALGERT XHAFERI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Π.Ε 207/21 ημερ. 16/11/22 επισημάνθηκε για ακόμη μια φορά ότι η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ό,τι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Αυτό είχε τονιστεί και στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 466 με παράλληλη, όμως, επισήμανση ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Αυτό διότι, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Ουσιαστικά αυτό ήταν το νόημα και στην υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 541 όπου λέχθηκε τα εξής: «Κατ΄ουσίαν, η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δε διαφέρει. Κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο. Σκοπός είναι η μόλυνση της κοινωνίας και αντικείμενο το κέρδος». Δεν παραγνωρίζω επίσης ούτε τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του 1ου Κατηγορουμένου όπως αυτές διαφαίνονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί καθώς και τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο συνήγορος της Υπεράσπισης προφορικά κατά την εμπεριστατωμένη του αγόρευση. Λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος μέσα στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα έχει αποκτήσει την δική του επιχείρηση και εργάζεται, είναι αρραβωνιασμένος και επίκειται εντός του τρέχοντος έτους να τελέσει γάμο. Αναφορικά βεβαίως με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός Κατηγορουμένου, είναι σωστό να λεχθεί ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις λαμβάνονται μεν υπόψη, δεν εξουδετερώνουν όμως την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από την διάδοση του αργού θανάτου και την καταστροφή προσώπων, νέων στην πλειονότητα τους (βλ. Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220). Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι στην παρούσα, απουσιάζουν οι επιβαρυντικοί παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 4(α) (i) - (viii) του Ν. 29/77. Τέλος, σε ότι αφορά την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και προς όφελος του 1ου Κατηγορουμένου ότι η πληροφορία που δόθηκε στην αστυνομία ήταν τόσο συγκεκριμένη με αποτέλεσμα η τύχη του 1ου Κατηγορουμένου να έχει ήδη προδιαγραφεί και άρα ότι επρόκειτο για μια χειραγωγημένη υπόθεση εναντίον του με απώτερο σκοπό να συλληφθεί, με όλο τον σεβασμό προς την πλευρά της Υπεράσπισης δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Και αυτό γιατί δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι καθ' οιονδήποτε χρόνο ή με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είχε συνεννοηθεί μαζί με τις Αστυνομικές Αρχές για να καταστεί δυνατή η σύλληψη του 1ου Κατηγορουμένου. Στην υπόθεση MOUSA ABDEL HADY HAGGAG v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποιν. Έφεση 6061 ημερ. 12/03/1997 το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην απόφαση του διευκρίνισε ότι η παγίδευση συνιστά λόγο για μετριασμό της ποινής λόγω του ότι η διάπραξη του εγκλήματος δεν εγκυμονεί τους συγκεκριμένους κινδύνους για το δημόσιο, αφού η σύλληψη του δράστη είναι εξασφαλισμένη. Άλλος λόγος είναι η αποθάρρυνση της Αστυνομίας από την επίδοση σε δράση που οδηγεί σε εκτροπή από το καθήκον της. Υπό το φως των πιο νομολογιακών αρχών και έχοντας κατά νου τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Υπεράσπισης, δεν έχω διαπιστώσει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε οποιαδήποτε εκτροπή των αστυνομικών αρχών από τα καθήκοντα τους αφού το μόνο που πραγματικά έπραξαν στα πλαίσια των καθηκόντων τους ήταν να παρακολουθήσουν το συγκεκριμένο σημείο για το οποίο είχαν λάβει την πληροφορία ότι βρισκόντουσαν τα ναρκωτικά και στην συνέχεια να συλλάβουν επ' αυτοφώρω τον Κατηγορούμενο κατά την στιγμή που επιχειρούσε να τα ξεθάψει από το έδαφος που ήταν κρυμμένα. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιουδήποτε είδους βαρύτητα προς όφελος του 1ου Κατηγορουμένου στον πιο πάνω μετριαστικό παράγοντα που έχει προβληθεί. Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ου 1ου Κατηγορουμένου είναι μεγάλο, δηλαδή της τάξης των 4 ετών και 8 μηνών. Δεν μου διαφεύγει όμως ότι για την καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης δεν είναι αμέτοχος και ο 1ος Κατηγορούμενος αφού μελετώντας τον φάκελος της υπόθεσης διαπίστωσα ότι σε πολλές περιπτώσεις είχε ζητηθεί και από την Υπεράσπιση αναβολή. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορούμενου ή μέρος αυτού οφείλεται στον Κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και νωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του 1ου Κατηγορουμένου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα και του 1ου Κατηγορουμένου στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης αλλά ιδιαίτερα και λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται αφού να σημειωθεί ότι εντός του πιο πάνω διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος δεν επήλθε και οποιαδήποτε δραματική διαφοροποίηση στις προσωπικές του περιστάσεις η οποία να είναι ικανή για να μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας για την περίπτωση ποινής. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Συνακόλουθα επιβάλλω στον 1ο Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 10η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή αφού τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 11ης κατηγορίας . Στην 11η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης ύψους 2 ½ ετών. Στην 12η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην 13η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην 14η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην 16η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω ο 2ος Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει της ίδιας σοβαρότητας αδικήματα με τον 1ο Κατηγορούμενο αλλά ελαφρύτερα κατά πολύ σε σοβαρότητα αδικήματα αφού η κάνναβη που βρέθηκε στην κατοχή του ήταν μόνο 0,76 γραμμάρια. Επίσης δεν βρίσκεται αντιμέτωπος με οποιαδήποτε κατηγορία κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Υπό το φως των πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω την σοβαρότητα των αδικημάτων που και ο 2ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κρίνω ότι το είδος της ποινής που θα πρέπει να του επιβληθεί υπό της περιστάσεις θα πρέπει να είναι διαφορετικό από αυτό που επιβλήθηκε στον 1ο Κατηγορούμενο. Συνακόλουθα επιβάλλω στον 2ο Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: · Στην 15η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ · Στην 17η κατηγορία ο Κατηγορούμενος θα υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους 400 ευρώ για να τηρεί τον νόμο και την τάξη για περίοδο 1 έτους από σήμερα. Έχοντας καταλήξει στην επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης αναφορικά με τον 1ο Κατηγορούμενο θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγησης της Υπεράσπισης για αναστολή της ποινής. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03 που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03 καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπετε από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του πιο πάνω Νόμου το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ανασταλεί η έκτιση των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον 1ο Κατηγορούμενο. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι: το άμεμπτό του παρελθόν την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου το νεαρό της ηλικίας του κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ότι μετά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ο Κατηγορούμενος ουδέν άλλο αδίκημα διέπραξε η πάροδος μεγάλου χρόνου από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι σήμερα το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι πλέον χρήστης ναρκωτικών ουσιών αφού από μόνος του κατέβαλε προσπάθειες για απεξάρτηση με επιτυχία. την αλλαγή που επήλθε στις προσωπικές του συνθήκες, αφού ο 1ος Κατηγορούμενος σήμερα είναι αρραβωνιασμένος, εργάζεται σε επιχείρηση που διατηρεί και σε διάστημα λίγων μηνών επίκειται να παντρευτεί. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον 1ο Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή αφού από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε υποβόσκουσα ανησυχία ότι ο 1ος Κατηγορούμενος είναι εγκληματικό στοιχείο από το οποίο η κοινωνία να διατρέχει άμεσο κίνδυνο ώστε αυτός να πρέπει να εγκλειστεί πάραυτα στην φυλακή. Το Δικαστήριο δεν επιθυμεί να ανατρέψει την θετική πορεία που έχει πάρει η ζωή του αφού και ο ίδιος φαίνεται φανερά μεταμελημένος. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται για να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας ή άλλης φύσης στο μέλλον. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον 1ο Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Επεξηγούνται στoν 1ο Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης). Πιστόν Αντίγραφο (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.