← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΦΙΟΣ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 6438/17, 26/5/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΦΙΟΣ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 6438/17, 26/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 6438/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ 1.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΦΙΟΣ 2.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ 3.ΝΑΝΤΙΑ ΠΕΤΡΟΥ ----------------------------------- Ημερομηνία: 26 Μαϊου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ.Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Ε.Θεοχάρους Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Σ.Σταυρινίδης Για την Κατηγορούμενη 3: κος Ε.Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενοι 1 - 3: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού στο παρόν κατηγορητήριο 142 κατηγορίες (Κ στο εξής) ήτοι 5 είδη Κ. που είναι οι εξής: Κ. Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος ήτοι της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κ. Πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κ. Κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κ. Συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος ήτοι της εξασφάλισης άδειας εισόδου αλλοδαπού στη Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις και της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, Κ. Εξασφάλισης άδειας εισόδου αλλοδαπού στη Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 305 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κ. Εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού στη Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 305 και 20 του Ποινικού Κώδικα, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2013 - 2016. Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέκτηκαν ενοχή και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν 25 μάρτυρες τους οποίους διαχωρίζω σε 2 ομάδες ήτοι την ομάδα των Αστυνομικών (ΜΚ 1 - 3 και 25) και η ομάδα των πολιτών (ΜΚ4 - 24). Επίσης κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου ως τεκμήρια οι γραπτές καταθέσεις των μαρτύρων τεκμ.Α - Ω, ΑΑ - ΑΕ και τα τεκμ. 1 - 63. Ακόμη σε διάφορα στάδια της διαδικασίας κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 - 3 εισηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, καθ' ότι
(1)δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αυτοί αντιμετωπίζουν,
(2)η μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής (ΚΑ στο εξής) η οποία παρουσιάστηκε είναι αναξιόπιστη και αντιφατική
(3)είναι ανύπαρκτη η μαρτυρία σε κάποιες κατηγορίες για τις οποίες δεν παρουσιάστηκαν οι μάρτυρες. Επίσης τέθηκε ότι η δίκη των κατηγορουμένων δεν ήταν δίκαιη λόγω πλημμελούς διερεύνησης της από την αστυνομία με απώτερο σκοπό την ενοχοποίηση των κατηγορουμένων. Συνεπώς θεωρούν ότι δεν δικαιολογείται η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία, αλλά αυτοί θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαγούν από τις εναντίον τους κατηγορίες. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής είχε αντίθετη άποψη και ανέφερε ότι υπάρχει μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων και αυτοί θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Δεν θεωρώ αναγκαίο ή σκόπιμο να καταγράψω αυτολεξεί την μαρτυρία που δόθηκε ή/και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Όσα λέχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πλήρως καταγεγραμμένα στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχουν μελετηθεί από το παρόν Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί απαραίτητο. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο κατ' αρχάς να θέσω συνοπτικά το νομικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχοντας παράλληλα κατά νουν και τις εισηγήσεις που προωθήθηκαν. Εν πρώτοις να υπενθυμίσω ότι «το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τους κατηγορούμενους από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως, ή για λόγους που δεν άπτονται, ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η ΚΑ έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Οι αρχές του εκ πρώτης όψεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Νίκου Κλεάνθους κ.α. ( 1999, 2, ΑΑΔ, 320), αφού έγινε αναφορά στην σχετική αγγλική και κυπριακή νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου εναντίον Αστυνομίας (πιο κάτω). Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α. Δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β. Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτή. Η κλήση Κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Crim. L.R. 85 αναφέρεται ότι ο Δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. Η θέση της ΚΑ η οποία προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν ότι οι μάρτυρες κατηγορίας 4 - 24 ήθελαν να εργοδοτήσουν οικιακή βοηθό και απευθύνθηκαν στο γραφείο εξευρέσεως οικιακών βοηθών το οποίο διατηρεί ο κατηγορούμενος 1 στην Λεμεσό και στην Πάφο και μέσω αυτού αλλοδαπές οικιακές βοηθοί εισήλθαν και ενεγράφηκαν στη Δημοκρατία. Η κατηγορούμενη 3 κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν υπάλληλος στο πιο πάνω γραφείο του κατηγ.1 με την οποία οι εργοδότες επικοινωνούσαν, ούτως ώστε να επιτευχθεί η διαδικασία εργοδότησης των οικιακών βοηθών. Στους φακέλους των οικιακών βοηθών οι οποίοι ευρίσκονταν στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο ως τεκμήρια, περιλαμβάνονται διάφορα έγγραφα που φέρουν σφραγίδα του γραφείου του κατηγορούμενου 1 αλλά και ιατρικές βεβαιώσεις στις οποίες αναφέρονται διάφορα ιατρικά προβλήματα των μαρτύρων 4 - 24. Οι υπ.αρ.1 - 18 βεβαιώσεις σύμφωνα με τον ΜΚ3 γραφολόγο και την αποδεκτή θέση της υπεράσπισης του κατηγ. 2 υπογράφηκαν από αυτόν ενώ οι λοιπές με αρ. 19 - 24 αποτελούν αντίγραφα και δεν συνδέονται με κανένα πρόσωπο. Η θέση των ΜΚ 4 - 24 κατά την ένορκη μαρτυρία τους ήταν ότι δεν αντιμετωπίζουν τα αναφερόμενα στις ιατρικές βεβαιώσεις προβλήματα, δεν γνωρίζουν τον κατηγορούμενο 2 αλλά ούτε και τον επισκέφθηκαν ποτέ για ιατρική εξέταση. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μεταξύ άλλων τον Μάρτυρα Κατηγορίας 3 (ΜΚ3) Αστ.387 Π.Χαραλάμπους της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠΕΓΕ) ο οποίος κατέθεσε στο δικαστήριο το τεκμήριο 62 και την έκθεση του τεκμήριο Δ την οποία υϊοθέτησε. Αυτός εργάζεται στο Εργαστήριο Γραφολογίας της πιο πάνω Υπηρεσίας. Εξήγησε στο δικαστήριο πως κατέληξε στο αποτέλεσμα του το αναφερόμενο στην έκθεση του αφού είδε τα τεκμήρια. Κατά την κυρίως εξέταση του έγινε από κοινού η συσχέτιση των τεκμηρίων των αναφερομένων στο τεκμήριο Δ με τα κατατεθειμένα στο δικαστήριο, δηλαδή το 1 είναι το 38
(1)τεκμήριο Δικαστηρίου, το 2 είναι το Τεκμήριο 45
(1)τεκμήριο Δικαστηρίου, υπ. αριθμό 3 είναι το Τεκμήριο 37
(1), υπ. αριθμό 4 είναι το Τεκμήριο 39
(1), υπ. αριθμό 5 το Τεκμήριο 48
(1), υπ. αριθμό 6 είναι το Τεκμήριο 44
(1), υπ. αριθμό 7 είναι το Τεκμήριο 42
(1), υπ. αριθμό 8 είναι το Τεκμήριο 35
(1), 9 είναι Τεκμήριο 31
(1), 11 είναι το 50
(1), 12 είναι το Τεκμήριο 34
(1), 10 είναι το Τεκμήριο 51
(1), 13 είναι το Τεκμήριο 41
(1), 14 είναι το Τεκμήριο 36
(1), 15 είναι το Τεκμήριο 43
(1), 16 είναι το Τεκμήριο 46
(1), 17 το Τεκμήριο 49
(1), 18 το Τεκμήριο 47
(1), 19 είναι το Τεκμήριο 30
(1), 20 είναι το Τεκμήριο 52
(1), 21 είναι το Τεκμήριο 40
(1), 22 είναι το Τεκμήριο 29
(1), 23 είναι το Τεκμήριο 32
(1)και 24 είναι το Τεκμήριο 31
(1). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν έχουν να εξετάσουν μία αμφισβητούμενη υπογραφή, η οποία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά είναι αντίγραφο, δεν μπορούν να καταλήξουν σε αποτέλεσμα πλήρης βεβαιότητας, γιατί σε περιπτώσεις αντιγράφων απουσιάζουν τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά θεωρούν την έναρξη της υπογραφής όταν χρησιμοποιούν γραφικό μέσο με μελάνι, η οποία αφήνει ένα μελάνωμα. Το ίδιο και στο τέλος. Όταν είναι φωτοαντίγραφο αυτό απουσιάζει και δεν μπορεί να το εντοπίσει. Δηλαδή στις συγκεκριμένες αμφισβητούμενες υπογραφές, οι οποίες ήταν αντίγραφο απουσίαζαν η έναρξη της υπογραφής και η κατάληξη και είχαν μόνο το μεσοδιάστημα για εξέταση. Επίσης, σε περιπτώσεις αντιγράφου δεν μπορεί να εξετάσει τη ροή του γραφικού μέσου, ούτε επίσης την ταχύτητα του γραφικού μέσου. Ακόμη είπε ότι τα συγκεκριμένα αντίγραφα από τον αρ.19 - 24 του τεκμ.Δ (τεκμήρια δικαστηρίου 29
(1)- 32
(1), 40
(1), και 52
(1), είχαν την ίδια αρχική πηγή προέλευσης, δηλαδή έγιναν αντίγραφα από κάποια άλλη πρωτότυπη υπογραφή, η οποία δεν εμπεριέχετουν στις 18 πρωτότυπες αμφισβητούμενες υπογραφές που είχε να εξετάσει και εξέτασε και είναι τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς αυτά καθιστούσαν επισφαλή την εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς το καθορισμό του συγγραφέα των αμφισβητούμενων υπογραφών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος βασίζεται στο άρθρο 371. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Τα πιο πάνω ισχύουν και στην περίπτωση της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος με βάση το άρθρο 372 του Κεφ.
  1. Κατηγορίες Πλαστογραφίας και Κυκλοφορίας Πλαστών Εγγράφων Οι επίδικες Κατηγορίες βασίζονται στα Άρθρα 331, 333 (α) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Ο ορισμός της πλαστογραφίας δίδεται από το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Σύμφωνα με το Άρθρο αυτό, πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας είναι λοιπόν τα εξής: (α) ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου, (β) με σκοπό καταδολίευσης Το πότε καταρτίζεται πλαστό έγγραφο εντοπίζεται στις διατάξεις του Άρθρου 333 του Κεφ.
  4. Ειδικότερα, το εδάφιο (α) του Άρθρου διαλαμβάνει ότι καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως ον ό,τι δεν είναι στην πραγματικότητα. Θεωρώ πως το Αγγλικό κείμενο του Ποινικού Κώδικα, που ήταν το επίσημο κείμενο πριν από τη μετάφραση του στην Ελληνική, αποδίδει με περισσότερη σαφήνεια το νόημα της παραγράφου αυτής. Αυτό έχει ως ακολούθως: "Any person makes a false document, who (α) makes a document purporting to be what in fact it is not.." Σε καλύτερη Ελληνική απόδοση θα μπορούσε να διαβάζεται έτσι ώστε να περιλάμβανε την κατασκευή εγγράφου το οποίο εμφανίζεται να είναι κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό σχετικό είναι το απόσπασμα από την Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65, σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Όπως παρατηρείται στο σύγγραμμα Russel on Crime 10th Ed. Vol.2, 1953, σελ. 1219, και επιβεβαιώθηκε μεταξύ άλλων και στην Αγγλική απόφαση R. v. More
(1987)1 W.L.R. 1578 και στο πλαίσιο ερμηνείας του Άρθρου 9
(1)του Forgery and Counterfeiting Act 1981, για να είναι πλαστό ένα έγγραφο πρέπει να λέγει ένα ψέμα για τον εαυτό του. Για παράδειγμα να παρουσιάζεται να έχει γίνει από ένα πρόσωπο που δεν το κατάρτισε ή να φαίνεται ότι έγινε υπό περιστάσεις που στην πραγματικότητα δεν ισχύουν]. Στην υπόθεση R. v. Donnelly 79 Cr.App.R.76 CA[32] ο Διευθυντής ενός χρυσοχοείου ετοίμασε και υπέγραψε μια γραπτή εκτίμηση αναφορικά με είδη χρυσαφικών που καταγράφονταν σε σχετικό πίνακα. Στην εκτίμηση αυτή υπήρχε δήλωση ότι ο εφεσείων είχε εξετάσει τα συγκεκριμένα είδη χρυσαφικών και ότι τα αναγραφόμενα ποσά αποτελούσαν την αξία τους για σκοπούς ασφάλισης τους. Η εκτίμηση αυτή αποσκοπούσε στο να εξαπατήσει μια ασφαλιστική εταιρεία εφόσον στην πραγματικότητα κανένα είδος χρυσαφικών δεν υπήρχε για σκοπούς εκτίμησης. Κρίθηκε πως το εν λόγω έγγραφο συνιστούσε πλαστό έγγραφο εφόσον αυτό παρίστανε πως αποτελούσε εκτίμηση κατόπιν εξέτασης συγκεκριμένων χρυσαφικών που δεν υφίσταντο. Το Άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα δημιουργεί τεκμήριο «πρόθεσης καταδολίευσης» στις περιπτώσεις όπου: «Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.» Η έννοια του συστατικού στοιχείου της πρόθεσης καταδολίευσης που περιλαμβάνεται στο πιο πάνω αδίκημα δεν καθορίζεται με οποιαδήποτε ρητή πρόνοια στον Ποινικό Κώδικα. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η πρόθεση καταδολίευσης σε σχέση με το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα αποδεικνύεται εφόσον οι ενέργειες του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόθεση πρόκλησης ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης που προκαλείται από το πλαστό έγγραφο αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως.. Στη υπόθεση Georghiou v. Republic
(1984)2 C.L.R. 65 αφού έγινε εκτενής αναφορά σε αγγλική νομολογία τονίστηκε πως η «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση με το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το ψεύτικο έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου διαλαμβάνεται στο άρθρο 339 του Κεφ.154 το οποίο προνοεί τα εξής: «Όποιος εν γνώσει και δολίως θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ως εάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ότι ένα έγγραφο είναι πλαστό, (β) το θέτει σε κυκλοφορία (γ) με δόλιο τρόπο. Εξασφάλιση Άδειας Εισόδου και Εγγραφής Αλλοδαπού στη Δημοκρατία δια Ψευδών Παραστάσεων Σύμφωνα με το Άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154: «Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Προκύπτει ότι θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι: § εσκεμμένα § εξασφάλισαν ή αποπειράθηκαν να εξασφαλίσουν § για τον εαυτό τους ή για άλλον § εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού § με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση. Στην παρούσα υπόθεση έγινε αποδεκτό από την υπεράσπιση ότι στα αναφερόμενα τεκμήρια 1 μέχρι 18 ( του τεκμηρίου Δ) του γραφολόγου ΜΚ3 οι υπογραφές είναι πρωτότυπες και προέρχονται από τον κατηγορούμενο
  1. Ενώ στα έγγραφα που εξέτασε με τους αρ. 19 - 24 του τεκμ.Δ (Παράρτημα Γ΄) διαπιστώθηκαν αντίγραφα υπογραφών και αφορούν τους μάρτυρες Φ.Νικηφόρου ΜΚ16 (Κ 67 - 72), Π.Χ¨Ιωσήφ ΜΚ18 (Κ 25 - 30), Α.Χαραλάμπους ΜΚ21 (Κ19-24), Α.Σωκράτους ΜΚ22 (Κ 7 - 10, 12, 115 - 118) και Μ.Δημοσθένους (Κ1 - 6). Κοντολογίς έχει διαφανεί ότι ο ΜΚ3 δεν συνέδεσε την κατάρτιση των πιο πάνω τεκμηρίων (ιατρικών βεβαιώσεων) ούτε με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος φαίνεται να τις υπογράφει, ούτε με τους κατηγορούμενους 1 και 3, αλλά ούτε και με οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο. Επίσης δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία πέραν του γραφολόγου η οποία να τους συνδέει με οποιονδήποτε τρόπο. Συνεπώς θεωρώ ότι για τα πιο πάνω έγγραφα (αρ.19 - 24) οι κατηγορούμενοι δεν συνδέονται με τις εν λόγω κατηγορίες της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος ήτοι της πλαστογραφίας αλλά ούτε και για το ουσιαστικό αδίκημα της πλαστογραφίας. Οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστήριξαν ότι για τις κατηγορίες 1-6, 102-107, 125-130 δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο καμία μαρτυρία που να τους συνδέει γιατί τα πρόσωπα Μ.Δημοσθένους, η Ε.Ιωαννίδου και η E.Warner στα οποία αυτές αναφέρονται, δεν προσήλθαν στο δικαστήριο για να μαρτυρήσουν. Πέραν αυτών καμία άλλη μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου που να ενοχοποιεί τους κατηγορούμενους. Συνεπώς με βρίσκει σύμφωνη η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης. Επίσης οι κατηγορίες 67-72 αφορούν την ΜΚ16 Φ. Νικηφόρου η οποία ενόρκως δεν αναγνώρισε την κατάθεση της, για λόγους υγείας δεν ήταν σε θέση να καταθέσει, και καμία μαρτυρία περαιτέρω δεν έδωσε που να υποστηρίζει οποιαδήποτε σύνδεση και των τριών κατηγορούμενων με τα εν λόγω αδικήματα που τους καταλογίζονται. Να υπενθυμίσω την μη σύνδεση των εγγράφων από τον γραφολόγο σε σχέση με αυτήν. Συνεπώς θεωρώ ότι ούτε και αυτά τα αδικήματα δεν έχουν αποδειχθεί εναντίον των κατηγορουμένων. Διαπιστώνω ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στην κατηγορία 40 αφορούν την συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος των κατηγοριών 41 και 42, δηλαδή τα πλημμελήματα της εξασφάλισης άδειας με ψευδείς παραστάσεις και της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και όχι τις Κ37 -
  2. Το γεγονός της μη σύνδεσης των κατηγορουμένων με κάποια από τα έγγραφα τα οποία ανέφερα πιο πάνω δεν εξυπακούει την μη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, γιατί η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου δεν συναρτάται αναγκαστικά και με πλαστογραφία του εγγράφου από το ίδιο το πρόσωπο. Τα έγγραφα θα μπορούσαν να είχαν πλαστογραφηθεί από άλλο άτομο και να κυκλοφορήσουν με ενέργεια των κατηγορουμένων και με γνώση τους. (Σχετική η Γερμανού v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. σελίδα 127). Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από την ενώπιον μου κατατεθείσα μαρτυρία θεωρώ ότι για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 6, 11, 102 - 107, 125 - 130 και 67 - 72 δεν προκύπτει είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων 1 - 3 για να διαπράξουν τα αδικήματα που τους καταλογίζονται. Ούτε και δόθηκε καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι αυτοί συμμετείχαν σε κάποιο κοινό σχεδιασμό γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim.L.R.495). Eπιπλέον δεν έχει επ΄ουδενί αποδειχθεί για τις εν λόγω κατηγορίες οποιαδήποτε συμφωνία των κατηγορουμένων με την προσκόμιση μαρτυρίας η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της, είτε ότι αυτή τίθεται σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση των κατηγορουμένων 1 - 3. Ακόμη αυτοί δεν συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο με την διάπραξη των αδικημάτων της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της εξασφάλισης άδειας εισόδου και εγγραφής αλλοδαπού στην Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις οι οποίες αφορούσαν τις Μ. Δημοσθένους, Ε. Ιωαννίδη, E. Warner και Φ. Νικηφόρου. Συνεπώς, θεωρώ ότι αυτές είναι έκθετες σε απόρριψη, καθ' ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία αυτών και αυτές απορρίπτονται και για τους 3 κατηγορούμενους. ΘΕΜΑ ΜΗ ΔΙΚΑΙΗΣ ΔΙΚΗΣ Η πλευρά των κατηγορουμένων αποδίδει στις αστυνομικές και διωκτικές αρχές πλημμελή και ελλιπή διερεύνηση της υπόθεσης και μεμπτές ενέργειες καθότι εστίασαν την έρευνα τους στην εξασφάλιση ενοχοποιητικής μαρτυρίας από τους εργοδότες - παραπονούμενους με μοναδική επιδίωξη την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων. Ειδικότερα η αστυνομία όταν λάμβανε κατάθεση από τους εργοδότες δεν τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο και ότι ενδέχεται να εμπλέκονται στη διάπραξη οποιονδήποτε ποινικών αδικημάτων για τις ψευδείς δηλώσεις στις οποίες κατ΄ ισχυρισμό προέβηκαν, εφόσον οι πλείστοι απ΄ αυτούς αναγνώρισαν τις υπογραφές τους στα έντυπα των αιτήσεων που κατατέθηκαν για λογαριασμό τους στο Τμήμα Μετανάστευσης, χωρίς όμως να αναγνωρίσουν τις ιατρικές βεβαιώσεις τις ευρισκόμενες στους φακέλους των αλλοδαπών. Όπως έχει λεχθεί στην Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, 388 (απόφαση Τριανταφυλλίδη, Π.): «Η θεμελίωση της παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 6 της Σύμβασης σχετικά με την 'δίκαιη δίκη' δεν μπορεί να αποφασιστεί με τρόπο αφηρημένο, αλλά αποτελεί ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των ειδικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (Βλ. την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση X and Y v. The Federal Republic of Germany, Application No. 1013/61, Yearbook, 1962, Vol. 5, pp. 158, 164)· και γι' αυτό το σκοπό, η δίκη ενός κατηγορουμένου πρέπει να εξεταστεί στο σύνολο της (βλ. την απόφαση της Επιτροπής στην X. v. Austria, Application No.1418/62, Yearbook, 1963, Vol. 6, pp. 222, 250)'». Είναι με βάση την αξιολόγηση της δίκης στο σύνολο της που πρέπει να απαντάται το ερώτημα κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη ή όχι (Βλ. Nielsen v. Denmark (Application No. 343/57 Yearbook of the European Convention on Human Rights, 1961, Vol. 4, pp.548, 550), Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 746, Nielsen v. Denmark [1989] 11 E.H.R.R. 175). Η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Άρθρο 6
(3)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης γιατί μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη (Can (Series A, Vol. 96) και Barbera (Series A, Vol. 146). Βλέπε ακόμ α AA v Δημοκρατίας
(2009)2, 140, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Επίσης στην Ποιν. Έφ. Αρ. 72/2012, Yacoob ν. Δημοκρατίας, ημερ. 19 Μαρτίου 2014, επαναλήφθηκε ότι: «ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι επίσης απόλυτα ορθή η παρατήρηση ότι για να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός για μη διεξαγωγή δίκαιης δίκης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πράγματι ο Εφεσείων είχε επηρεαστεί δυσμενώς». Στην υπόθεση Ποιν. Εφ. 45/2014, Αθανάση ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5 Οκτωβρίου 2016, αναφέρονται τα εξής: "Όπως ορθά επισημαίνεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου, το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη απαντάται με βάση την αξιολόγησή της στο σύνολο. Τελικά, η όλη δικαστική διαδικασία αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Πτυχή της αρχής της δίκαιης δίκης είναι και το αξίωμα της ισότητας των όπλων, το δικαίωμα κάθε διαδίκου να γνωρίζει όλη τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί και η ευκαιρία που πρέπει να έχει να την σχολιάσει. Η ισότητα των όπλων επιβάλλει επίσης ότι κάθε διάδικος πρέπει να έχει εύλογη ευκαιρία παρουσίασης της υπόθεσής του, υπό συνθήκες οι οποίες δεν τον θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι της άλλης πλευράς. Σε κάθε όμως περίπτωση, ισχυρισμός που προβάλλεται για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτε και κατ΄ αφηρημένο τρόπο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto)". Στην Δημοκρατία ν. ΧΧΧ Σταυρινού, Ποιν. Έφ. 266/2018, ημερ. 8.4.2020), το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα του κατά πόσο υπήρξε παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, τόνισε ότι για να διαπιστωθεί τέτοια παραβίαση, απαιτείται η τεκμηρίωση δυσμενούς επηρεασμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή σε σχετική νομολογία, υπέδειξε ότι το ζήτημα δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα, αλλά ως ένα μέρος της όλης μαρτυρίας και θα πρέπει η μαρτυρία να εξετάζεται στο σύνολο της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η αθωωτική απόφαση να παραμεριστεί και η υπόθεση να τεθεί ενώπιον του ίδιου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας ώστε να καταλήξει σε τελική απόφαση στηριζόμενο αφενός επί των ευρημάτων που ήδη υπήρχαν, και αφετέρου σε αυτά που μπορούσε να καταλήξει, ως αποτέλεσμα της συνολικής αξιολόγησης της ενώπιον του μαρτυρίας. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν στην παρούσα ότι οι βασικές θέσεις που έχει προβάλει η πλευρά των κατηγορουμένων, άπτονται του δικαιώματος της δίκαιης δίκης, η οποία όπως είναι γνωστό από τη νομολογία, εξετάζεται στο τέλος της δίκης. Η πλευρά των κατηγορουμένων ως διαφαίνεται από την αγόρευση της, στηρίζει μεγάλο μέρος των επιχειρημάτων της σε μέρη της μαρτυρίας λέγοντας μεταξύ άλλων «κάποιοι εκ των εργοδοτών ενόρκως παραδέκτηκαν είτε ότι τα έγγραφα δεν τους είχαν υποδειχθεί, είτε ότι δεν είχαν επιθεωρήσει ολόκληρο τον φάκελο της αλλοδαπής, αλλά υπήρχαν και περιπτώσεις που δεν αναγνώρισαν τις υπογραφές τους επί των εντύπων, είτε υπόγραψαν για λογαριασμό των συζύγων τους». Η εξέταση αυτών των ζητημάτων θεωρώ ότι προϋποθέτει αξιολόγηση της μαρτυρίας, κάτι που μόνο στο τέλος της υπόθεσης μπορεί να διενεργηθεί. Το κατά πόσο η αστυνομία και οι μάρτυρες ενήργησαν με τον τρόπο που τους καταλογίζεται θα πρέπει να διαπιστωθεί μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι το αν μια δίκη υπήρξε δίκαιη κρίνεται, από το Δικαστήριο, από το συμπέρασμα που εξάγεται ύστερα από τη στάθμιση του συνόλου των κρίσιμων χαρακτηριστικών της. Δεν κρίνεται δηλαδή από την παραβίαση ενός κανόνα και μόνο. Το Δικαστήριο θα ζυγίσει, λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της διαδικασίας, αντισταθμιστικούς παράγοντες που μπορεί να εξουδετέρωσαν τη ζημιά που ο κατηγορούμενος υπέστη από την παραβίαση ενός επιμέρους δικαιώματος. Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη είναι ένα συνολικό δικαίωμα με πλήθος επιμέρους πτυχών που όλες μαζί συνθέτουν το συνολικό δικαίωμα (νομικό σύγγραμμα 'Τα Μεγάλα Θέματα της Νομολογίας 3, Η δίκαιη ισορροπία, Η Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου', Ιωάννης Σαρμάς, έκδοση 2018, σελ. 508 και 830). Συνακόλουθα, οι πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης δεν μπορούν να εξεταστούν στο παρόν στάδιο όπου το δικαστήριο προβαίνει σε μία αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και μόνο. Κατηγορίες οι οποίες έχουν στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως: Έχοντας υπόψη μου τις σχετικές νομικές αρχές ως αναφέρθηκαν ανωτέρω και τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 - 3 αντιμετωπίζουν, σε συνάρτηση με την μαρτυρία (προφορική και έγγραφη) που παρουσιάστηκε ενώπιον μου, θεωρώ ότι οι πιο κάτω κατηγορίες έχουν στοιχειοθετηθεί, στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο και συνεπώς καλούνται σε απολογία: στην Κ7 για το αδίκημα της συνωμοσίας της κυκλοφορίας της Κ9 και στην Κ9 οι κατηγορούμενοι 1 και 3, στην Κ10 συνωμοσία για το αδίκημα της Κ12 της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και στην Κ12 οι κατηγορούμενοι 1 και 3, στην Κ13 -18: οι κατηγορούμενοι 1 - 3, στην Κ19 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 για την συνωμοσία προς διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας (Κ21) και του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου Κ21 και στις Κ22-24, στην Κ25 για το αδίκημα της Συνωμοσίας για κυκλοφορία (της Κ27) και στις Κ27 - 30 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 στις Κ31-36, στις Κ37-42, στις Κ43-48, 49-54, 55-60, 61-66, 73-78, 79-84, 84-89, 90-95, 96-101, 108-113, 119-124, 131-136, 137-142 κατηγορούμενοι 1 - 3, στην Κ114 για το αδίκημα της συνωμοσίας για κυκλοφορία, στην Κ116 - Κ118 οι κατηγορούμενοι 1 και 3, στην Κ119 - 124 οι κατηγορούμενοι 1 - 3. Οι κατηγορούμενοι Αθωώνονται και απαλλάσσονται στις εξής κατηγορίες: στην Κ1 - 6 και οι 3 κατηγορούμενοι, στην Κ11 η οποία είναι ασαφής και δεν συνδέεται με την Κ2 και οι 3 κατηγορούμενοι, στις Κ7, 8, 9, 10, 12, ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. στην Κ7 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται αναφορικά μόνο με το αδίκημα της συνωμοσίας για πλαστογραφία, στην Κ8 για το αδίκημα της πλαστογραφίας και οι 3 κατηγορούμενοι, στην Κ10 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 για το αδίκημα της Κ11, στις Κ19 - 24 ο κατηγορούμενος 2, στην Κ19 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 για το αδίκημα της συνωμοσίας για πλαστογραφία και του αδικήματος της πλαστογραφίας Κ20, στις Κ25-30 ο κατηγορούμενος 2, στην Κ25 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 στην Κ. της συνωμοσίας για πλαστογραφία (της Κ26) και στην Κ26 για την πλαστογραφία, στις Κ1-6, 102 -107, 125-130 κατηγορούμενοι 1 - 3, στις Κ67-72 κατηγορούμενοι 1 - 3, στις Κ114-118 ο κατηγορούμενος 2, στην Κ114 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 στο αδίκημα της συνωμοσίας για πλαστογραφία (Κ115) και για το αδίκημα της πλαστογραφίας Κ115. ................. [Υπ.] Γ.Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.