Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΩΡΟΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ, Aρ. Υπόθεσης: 4852/19, 26/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 4852/19 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - ΔΩΡΟΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ Ημερομηνία: 26.06.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία) και την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος, κατηγορείται επί το ότι την 7η Ιουλίου του 2019 έξω από το υποστατικό με την ονομασία « χχχχχ» που βρίσκεται στην Πάφο, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη στον Ανδρέα Αντωνίου από την Πάφο. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία κατά την οποία κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή ένας μάρτυρας κατηγορίας, δηλαδή ο παραπονουμενος Ανδρέας Αντωνίου (MK1). Η υπόλοιπη μαρτυρία δηλώθηκε ως παραδεκτή προς την αλήθεια του περιεχομένου της και συνεπώς δεν έχει αμφισβητηθεί. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία μόνο στην 2η κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως ενώ προς Υπεράσπιση του κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Μέσα από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει αναμφίβολα ότι ο Κατηγορούμενος κατά το επίδικο βράδυ απασχολείτο ως φρουρός ασφαλείας στο νυχτερινό κέντρο με την ονομασία «χχχχ», ενώ από την άλλη ο ΜΚ1 βρισκόταν στο συγκεκριμένο μέρος και διασκέδαζε ως θαμώνας μαζί με την παρέα του που είχε συναντήσει. Ο Κατηγορούμενος μαζί με τον ΜΚ1 δεν γνωρίζονταν από προηγουμένως μεταξύ τους και ούτε είχαν οποιαδήποτε είδους επαφή καθ' όλη την διάρκεια της νύχτας, ενόσω δηλαδή ο ΜΚ1 βρισκόταν εντός του νυχτερινού κέντρου και διασκέδαζε μαζί με την παρέα του. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι όλα τα άτομα που εργάζονταν ως φρουροί ασφαλείας στο συγκεκριμένο νυχτερινό μαγαζί συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες φορούσαν στολή η οποία αποτελείτο από άσπρα λινά ρούχα. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση ότι πράγματι κατά το επίδικο βράδυ ο ΜΚ1 είχε χτυπηθεί με αποτέλεσμα να τραυματιστεί καθώς και ότι από τα χτυπήματα που δέχτηκε του προκλήθηκαν τα τραύματα που υπέδειξε δια μέσω των ιατρικών πιστοποιητικών αλλά και φωτογραφιών που παρουσίασε στο Δικαστήριο τα οποία δηλώθηκαν εκ συμφώνου ως παραδεκτά γεγονότα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο ΜΚ1, ο οποίος υιοθέτησε τις γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία μετά το επίδικο περιστατικό, (Τεκμήρια 1, 2 και 3) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και υπέδειξε τον Κατηγορούμενο από το ειδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα ως το πρόσωπο που του επιτέθηκε και τον χτύπησε την 07/07/19 έξω από το νυχτερινό κέντρο με την ονομασία χχχχ στην Πάφο. Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του, διηγήθηκε τα γεγονότα που είχαν επισυμβεί κατά την έξοδο του από το νυχτερινό κέντρο «χχχχ», καθώς και το είδος της επίθεσης που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο. Ισχυρίστηκε ότι η επίθεση που δέχτηκε ήταν χωρίς να υπάρχει από μέρους του οποιουδήποτε είδους πρόκληση καθώς επίσης και ότι η επίθεση αυτή συνίστατο σε χτυπήματα, δηλαδή σε γροθιές προς το μέρος του προσώπου του. Μια μάλιστα εκ των τριών γροθιών που δέχτηκε είχε ως αποτέλεσμα να τον χτυπήσει πάνω στο δεξιό μπροστινό του δόντι. Όπως ο ΜΚ1 υπέδειξε κατά την μαρτυρία του, όταν εξήλθε από το νυχτερινό κέντρο χχχχ μαζί με την κοπέλα την οποία είχε γνωρίσει το συγκεκριμένο βράδυ καθώς και δύο άλλα πρόσωπα, μια γυναίκα κα έναν άνδρα, τους οποίους και δεν γνώριζε από προηγουμένως, προσφέρθηκε να μετακινήσει της κοπέλας που είχε γνωρίσει το αυτοκίνητο της καθότι αντιλήφθηκε ότι τελευταία φαινόταν μεθυσμένη. Τότε σύμφωνα και με τον ΜΚ1 ενώ αυτός καθόταν εντός του οχήματος και πιο συγκεκριμένα στην θέση του οδηγού, ο Κατηγορούμενος, τον πλησίασε και του ανέφερε ότι δήθεν κατά την στιγμή που μετακινούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο χτύπησε το αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού στο οποίο εργαζόταν και το οποίο ήταν ένα αυτοκίνητο μάρκας ΒΜW και χρώματος άσπρου. Ο ΜΚ1 τότε εξήλθε από το αυτοκίνητο και αφού έλεγξε το όχημα του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού, διαπίστωσε ότι σε αυτό δεν υπήρχε οποιουδήποτε είδους ζημιά. Στην συνέχεια και σύμφωνα πάντοτε με τον ΜΚ1, αφού ο Κατηγορούμενος επέμενε να παραμείνουν στο μέρος για να καλέσουν τις ασφάλειες των αυτοκινήτων, ο ίδιος του ανέφερε ότι εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά στο αυτοκίνητο θα φύγει. Τότε κατά την στιγμή που ο ΜΚ1 προσπαθούσε να εισέλθει εντός του αυτοκινήτου με σκοπό να αναχωρήσει από το συγκεκριμένο μέρος, ο Κατηγορούμενος του επιτέθηκε εντελώς απρόκλητα και άρχισε να τον γρονθοκοπά στο πρόσωπο, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να τον αποκρούσει προτάσσοντας το δεξιό του πόδι προς το μέρος του. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι κατά την στιγμή που δεχόταν την επίθεση από τον Κατηγορούμενο, ένα άλλο πρόσωπο το οποίο δεν εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας στο νυχτερινό μαγαζί αφού δεν φορούσε άσπρα λινά ρούχα όπως ήταν η στολή που φορούσε και ο Κατηγορούμενος, αλλά μια μαύρη μπλούζα, αμέσως μετά από την πρώτη γροθιά που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο του άρπαξε τα χέρια με αποτέλεσμα να τον ακινητοποιήσει και ο ίδιος να μην μπορεί να αντιδράσει. Έτσι αφού δέχτηκε τα τρία χτυπήματα υπό την μορφή γροθιάς από τον Κατηγορούμενο, αμέσως μετά παρέμβηκε στο περιστατικό ακόμη ένα άλλο πρόσωπο που εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας στο συγκεκριμένο νυχτερινό κέντρο αρπάζοντας τον Κατηγορούμενο από πάνω του με αποτέλεσμα να τον αποτρέψει από του να συνεχίσει να τον χτυπά. Τότε σύμφωνα με τον ΜΚ1, αφού το περιστατικό είχε πλέον λήξει, αφίχθηκαν στο μέρος τόσο ο ιδιοκτήτης του εν λόγω υποστατικού όσο και ακόμη και ένας άλλος φρουρός ασφαλείας τους οποίους όπως εξήγησε τους γνώριζε μόνο εξ όψεως καθότι σύχναζε για πολλά χρόνια στο συγκεκριμένο νυχτερινό μαγαζί. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση ενώ τα άλλα πρόσωπα που είχαν μαζευτεί στο μέρος προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν και να τον συγκρατήσουν. Στην συνέχεια της μαρτυρίας του ο ΜΚ1 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι μετέβηκε στο νοσοκομείο και αφού δέχθηκε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη παρέμεινε κλινήρης στον νοσοκομείο μόνο για ένα μόνο βράδυ. Εξήγησε επίσης ότι από την επίθεση που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο και πιο συγκεκριμένα από την γροθιά που είχε χτυπήσει το δεξιό μπροστινό του δόντι να αναγκαστεί να προβεί σε εξαγωγή αφού τελικά παρόλες τις προσπάθειες που είχε καταβάλει η ιατρός που είχε επισκεφθεί, αυτό δεν έγινε κατορθωτό για να σωθεί. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ1 υπέδειξε ότι από την μπουνιά που δέχτηκε στο πρόσωπο από τον Κατηγορούμενο, το μπροστινό δεξιό του δόντι γύρισε προς τα μέσα, δηλαδή προς εσωτερικό του στόματος του, με αποτέλεσμα να υποστεί μια χρονοβόρα διαδικασία διάρκειας περίπου 16 μηνών μέχρι να αποκατασταθεί βλάβη που το δόντι είχε υποστεί και να επανατοποθετηθεί ένα άλλο εμφύτευμα. Ο ΜΚ1 αναφορικά με τους τραυματισμούς που υπέστη, ζήτησε και κατέθεσε σειρά ιατρικών πιστοποιητικών που αναφέρουν λεπτομερώς τις σωματικές βλάβες που το είχε προκαλέσει η επίθεση που δέχτηκε,( Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7), όπως και τις φωτογραφίες του Τεκμήριου 8 και 9 που απεικονίζουν το αποτέλεσμα που επέφερε στο δόντι του η επίθεση που είχε δεχτεί κατά το επίδικο βράδυ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 από την Υπεράσπιση αμφισβητήθηκε έντονα για την θέση του ότι το πρόσωπο που τον χτύπησε ήταν ο Κατηγορούμενος αφού του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν ανέφερε την πραγματική αλήθεια στο Δικαστήριο για το ποιος ήταν αυτός που τον είχε τελικά χτυπήσει καθότι μεθυσμένος και δεν θυμάται για το τι πραγματικά είχε συμβεί. Από την άλλη ο ΜΚ1 παρέμεινε με σθεναρότητα στην θέση του, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που τον χτύπησε καθότι είχε άμεση και πλήρη οπτική επαφή μαζί του εφόσον και αμέσως πριν δεχτεί τα χτυπήματα είχε ήδη συνομιλήσει μαζί με τον Κατηγορούμενο αναφορικά με το κατά πόσο ο ίδιος είχε προκαλέσει ζημιά στο αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη του χχχχ. Πέραν των πιο πάνω ο ΜΚ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ήταν μεθυσμένος διευκρινίζοντας μάλιστα ότι δεν του αρέσει γενικά το ποτό αλλά και ότι το συγκεκριμένο βράδυ είχε καταναλώσει μόνο δύο ποτά εκ των οποίων το ένα στο νυχτερινό κέντρο που βρισκόταν πριν το περιστατικό ενώ το άλλο προηγουμένως όταν αυτός βρισκόταν σε βάφτιση. Σε ότι αφορά τον τρόπο που είχε δεχτεί την επίθεση, ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά την στιγμή που δέχτηκε απρόσμενα την πρώτη γροθιά στην δεξιά πλευρά του προσώπου του προσπαθούσε να εισέλθει εντός του αυτοκινήτου της κοπέλας που είχε γνωρίσει ενώ στην πορεία ο Κατηγορούμενος συνέχισε να τον χτυπά με γροθιές, με αποτέλεσμα να νιώσει έντονο πόνο στην περιοχή του δοντιού του. Επέμεινε μάλιστα κατηγορηματικά στην θέση του ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατά την στιγμή που δέχτηκε την πρώτη γροθιά από τον Κατηγορούμενο, βρέθηκε από πίσω του χωρίς να μπορεί να τον αναγνωρίσει και του ακινητοποίησε τα χέρια του με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για αποκρούσει την βάναυση και άνευ αιτίας επίθεση που δεχόταν. Ο ΜΚ1 εξήγησε περαιτέρω ότι αναγκάστηκε να προτάξει το δεξιό του πόδι προς την πλευρά που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος με σκοπό να τον αποκρούσει ενώ υπέδειξε ότι κατά την στιγμή που είχε δεχτεί τις 3 γροθιές στο πρόσωπο του, άφησε τον εαυτό του, δηλαδή το πρόσωπο του, να κινείται σύμφωνα με την φορά της γροθιάς που δεχόταν για να μην του προκληθεί σοβαρός τραυματισμός. Ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στην μανία που διακατείχε τον Κατηγορούμενο κατά την στιγμή που του είχε επιτεθεί καθώς και στον τρόπο που ο ίδιος επιχειρούσε να αμυνθεί από τα χτυπήματα που δεχόταν. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 αναφέρθηκε τόσο στην συνομιλία που αρχικά είχε με την κοπέλα που τον συνόδευε σχετικά με το ποιος θα οδηγήσει το όχημα της εφόσον αυτή φαινόταν μεθυσμένη, όσο και στην συνέχεια στην συνομιλία που είχε μαζί με τον Κατηγορούμενο αναφορικά με την ζημιά που του ανέφερε ότι είχε προκαλέσει με το αυτοκίνητο που οδηγούσε στο αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού. Τέλος αναφέρθηκε και στην συνομιλία που είχε ο ίδιος τόσο μαζί με τον ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου Loft όσο και με τον υπεύθυνο ασφάλειας έξω από το υποστατικό όταν το περιστατικό είχε πλέον λήξει. Πέραν των πιο πάνω ο ΜΚ1 ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του να αναφέρει υπό ποιες περιστάσεις αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό Πάφου όταν κλήθηκε από την αστυνομία για να το πράξει. Ο ΜΚ1 απαντώντας εξήγησε ότι είχε επισκεφθεί τον αστυνομικό σταθμό δύο φορές καθότι κατά την πρώτη επίσκεψη του, του είχε αναφερθεί από την αστυνομία ότι λόγω έλλειψης προσωπικού δεν θα ήταν εφικτό να διεξαχθεί η αναγνωριστική παράταξη που είχε προγραμματιστεί. Σε ότι αφορά την δεύτερη φορά που επισκέφθηκε την αστυνομία, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ενώ ανέμενε να γίνει η προγραμματισμένη αναγνωριστική παράταξη στον χώρο του αστυνομικού σταθμού Πάφου, είδε και αναγνώρισε τυχαία τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον χτύπησε καθώς ο τελευταίος βρισκόταν σε ένα γραφείο και του λάμβανε ένας αστυνομικός τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Ο ΜΚ 1 αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε και στις πιέσεις που είχε δεχτεί μέσω φιλικού του προσώπου στο να μην προχωρήσει στην καταγγελία εις βάρος του Κατηγορούμενου τόσο μέσω τηλεφωνήματος όσο και μέσω μηνύματος στο κινητό του τηλέφωνο. Επίσης αναφέρθηκε και στην δαγκωματιά που εντόπισε κάποιες ημέρες αργότερα η μητέρα του πάνω στην πλάτη του εξηγώντας ότι το πρόσωπο που τον είχε αρπάξει από τα χέρια και τον είχε ακινητοποιήσει λογικά θα τον είχε δαγκώσει χωρίς όμως ο ίδιος να νιώσει οποιοδήποτε πόνο κατά την στιγμή εκείνη αφού η προσοχή του είχε εστιαστεί στον Κατηγορούμενο ο οποίος του επιτίθετο με μανία. Τέλος ο ΜΚ1 αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του και στο τρόπο που ο άλλος φρουρός ασφαλείας επέμβηκε με αποτέλεσμα να ακινητοποιήσει τον Κατηγορούμενο αρπάζοντας τον από το σώμα του, υποδεικνύοντας μάλιστα ότι ακόμη και σε αυτό το στάδιο ο Κατηγορούμενος ήταν εξαγριωμένος. Από την άλλη, η πλευρά της Υπεράσπισης αμφισβήτησε έντονα τον ΜΚ1 για τους ισχυρισμούς που προέβαλε αφού του υποβλήθηκε η θέση τα όσα είχε αναφέρει στην αστυνομία μέσω των γραπτών καταθέσεων που του λήφθηκαν, διαφέρουν ουσιωδώς από τα όσα υποστήριξε κατά την ακροαματική διαδικασία ενόρκως. Σύμφωνα με την θέση της Υπεράσπισης ο ΜΚ1 λόγω του ότι ήταν πολύ μεθυσμένος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιος πραγματικά τον είχε χτυπήσει καθώς αφού και οι αντιφάσεις που υφίστανται μεταξύ των γραπτών του καταθέσεων και της δια ζώσης μαρτυρίας τους επιβεβαιώνουν το πιο πάνω γεγονός. Ο ΜΚ1 διαφώνησε κατηγορηματικά με τις θέσεις της Υπεράσπισης επιμένοντας στους ισχυρισμούς που είχε προβάλει. Η Υπεράσπιση αντεξετάζοντας τον ΜΚ1 του υπέβαλε την θέση ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε τον χτύπησε στο πρόσωπο ως ο ίδιος ισχυρίστηκε αλλά ότι κάποιο άλλο πρόσωπο είχε προβεί στην συγκεκριμένη ενέργεια εναντίον του. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε την πιο πάνω θέση και απαντώντας υποστήριξε με σθεναρότητα ότι το πρόσωπο που τον γρονθοκόπησε με μανία δεν ήταν κανένας άλλος παρά μόνο ο Κατηγορούμενος ο οποίος μάλιστα του επιτέθηκε χωρίς καμία απολύτως αφορμή και εντελώς απρόκλητα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Από την αντίπερα όχθη, ο Κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως, υποστήριξε την δική του εκδοχή για το πως είχαν επισυμβεί τα γεγονότα κατά τον επίδικο χρόνο. Υιοθέτησε τις γραπτές του καταθέσεις (Τεκμήρια 11 και 13) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και υποστήριξε ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση έχει με το επίδικο περιστατικό καθότι κατά την διάρκεια που αυτό είχε επισυμβεί, αυτός βρισκόταν εντός του νυχτερινού μαγαζιού στο οποίο εργαζόταν δοκιμαστικά ως φρουρός ασφαλείας. Υποστήριξε μάλιστα ότι ουδέποτε κατά τον εν λόγω χρόνο είχε μεταβεί προς την είσοδο του νυχτερινού μαγαζιού όπως είχε αναφερθεί από τον ΜΚ1, ενώ υπέδειξε ότι για το συγκεκριμένο συμβάν πληροφορήθηκε τα ξημερώματα και αφού αυτό είχε ήδη λήξει. Αντεξεταζόμενος από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής αμφισβητήθηκε έντονα για τους ισχυρισμούς του αφού του υποβλήθηκε η θέση ότι τίποτα από όλα όσα έχει αναφέρει δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αποτέλεσε μάλιστα βασική θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτός ήταν και το πρόσωπο που χτύπησε τον ΜΚ1 κατά το επίδικο βράδυ. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω θέση επιμένοντας κατηγορηματικά στους δικούς του ισχυρισμούς. O Κατηγορούμενος προς Υπεράσπιση του, κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, δηλαδή τον Αστ. 3142 Π. Ζωττή του τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου. Η γραπτή κατάθεση του ΜΥ1 την οποία και έχει υιοθετήσει ως μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτελεί το Τεκμήριο 14. Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν συναντήθηκε κατά το επίδικο βράδυ και περί ώρα 0340 με τον ΜΚ1 με σκοπό να του ληφθεί το παράπονο που είχε υποβάλει αναφορικά με τον ξυλοδαρμό που δέχτηκε, ο τελευταίος μύριζε αλκοόλ. Αντεξεταζόμενος από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο ΜΥ1 από την άλλη ανέφερε ότι ουδέποτε υπέβαλε τον ΜΚ1 σε έλεγχο αλκοόλης και ότι ουσιαστικά το μόνο που αυτός είχε διαπιστώσει κατά την συνομιλία που είχαν μεταξύ τους ήταν ότι η αναπνοή του μύριζε έντονα αλκοόλ καθότι βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση από αυτόν. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον ΜΥ1 την θέση ότι η μυρωδιά που είχε ο ΜΚ1 στην αναπνοή του ήταν λόγω του ότι προηγουμένως βρισκόταν σε νυχτερινό μαγαζί και όχι επειδή είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά. Απαντώντας ο ΜΥ1 επέμεινε στον αρχικό του ισχυρισμό . ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ως έχω υποδείξει ανωτέρω η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα κατηγορίας, δηλαδή τον παραπονούμενο. Με δεδομένο ότι οι τραυματισμοί του συγκεκριμένου μάρτυρα που έχει υποστεί δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση αφού δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, αυτό που έχει ιδιαίτερη αλλά και βαρύνουσα σημασία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1 αποτελεί η θέση του ότι στο επίδικο επεισόδιο είδε και αναγνώρισε ως τον δράστη της επίθεσης που δέχτηκε, τον Κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς το σημείο αυτό κρίνεται ιδιαίτερης σημασίας με δεδομένο ότι αποτελεί την μοναδική μαρτυρία με την οποία μπορεί να συνδεθεί ο Κατηγορούμενος με το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Ενόψει λοιπόν του ότι η όλη υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται στην οπτική αναγνώριση του Κατηγορούμενου από τον ΜΚ1, χωρίς οιαδήποτε άλλη μαρτυρία, και αυτό που η Υπεράσπιση αμφισβήτησε είναι την αναγνώριση αυτή του Κατηγορούμενου θεωρώ πρώτα σκόπιμο να αναφερθώ στις κατευθυντήριες γραμμές που καθιερώθηκαν μέσα από την νομολογία για τον τρόπο που το Δικαστήριο προσεγγίζει και αξιολογεί μια τέτοια μαρτυρία. Ο ΜΚ1 ανάφερε με βεβαιότητα ως ισχυρίστηκε ότι είδε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον χτύπησε καθότι πριν εξελιχθεί το επίδικο περιστατικό και ενώ αυτός βρισκόταν εντός του οχήματος της κοπέλας που είχε γνωρίζει κατά το επίδικο βράδυ στο νυχτερινό μαγαζί που διασκέδαζε με τους φίλους του, ο Κατηγορούμενος συνομιλώντας πρώτα μαζί του από το παράθυρο του αυτοκινήτου τον κάλεσε να εξέλθει από αυτό υποδεικνύοντας του ότι ενώ ο ίδιος επιχειρούσε να μετακινήσει το όχημα που οδηγούσε, χτύπησε και προκάλεσε ζημιά στο αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού. Πέραν όμως από την συνομιλία που είχαν μεταξύ τους και αφού ο ΜΚ1 επιχειρούσε να εισέλθει εντός του αυτοκινήτου που βρισκόταν προηγουμένως με σκοπό να αναχωρήσει, ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε και πάλι με βεβαιότητα ότι δέχτηκε ένα πρώτο χτύπημα στο κεφάλι του και αφού γύρισε προς το μέρος που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος τον είδε και τον αναγνώρισε να βρίσκεται σε «θέση βολής» εναντίον του και να ετοιμάζεται να τον ξαναχτυπήσει, πράγμα που τελικά και έπραξε. Επομένως εφόσον ο ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τον Κατηγορούμενο από προηγουμένως προκύπτει ότι πρόκειται για ισχυρισμό περί αναγνώρισης αγνώστου προς τον το μάρτυρα προσώπου. Η μαρτυρία που αφορά την αναγνώριση κατηγορουμένου εξετάζεται υπό το φως των αρχών που έχουν τεθεί στην αγγλική απόφαση R. v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549, οι οποίες υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, Katsiamalis v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 107, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Ως λέχθηκε στην Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 16: «Στην Turnbull, διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και την σημασία ενισχυτικής μαρτυρίας ως ασφαλιστικής δικλείδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση». Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ. 601: «Θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Η υποστηρικτική μαρτυρία σε θέματα αναγνώρισης υπόπτων πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους. Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull). Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη». Οι κατευθυντήριες γραμμές της Turnbull προϋποθέτουν λοιπόν, ως απαραίτητο υπόβαθρο, την στήριξη της υπόθεσης ενάντια σε ένα Κατηγορούμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ακρίβεια μίας ή περισσοτέρων αναγνωρίσεων του, οι οποίες κατά την υπεράσπιση είναι εσφαλμένες (βλ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2015, ημερ. 27.10.15). Στην βάση λοιπόν των ανωτέρω στην Ιωάννου κρίθηκε ότι ενόψει της απόρριψης από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αναληθούς της εκδοχής των μαρτύρων ότι είδαν τον δράστη - εφεσίβλητο (της αναγνωριστικής δηλ. πτυχής της μαρτυρίας) δεν εγείρετο θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull. Κρίθηκε επίσης ότι η απόρριψη της εν λόγω μαρτυρίας, δεν αποδυναμώνε απλά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αλλά την στερούσε από τον ακρογωνιαίο λίθο του πραγματικού υπόβαθρου της, εφόσον η υπόθεση εναντίον του εφεσιβλήτου εδραζόταν, αν όχι αποκλειστικά, σε ουσιαστικό βαθμό, επί της εν λόγω μαρτυρίας. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι αρχές της Turnbull δεν αποτελούν κανόνα δικαίου αλλά τίθενται σε μια προσπάθεια υποβοήθησης του έργου του Δικαστηρίου με την εφαρμογή διαπιστώσεων που προκύπτουν από την ίδια την ανθρώπινη πείρα με στόχο τον όσο το δυνατό αποκλεισμό λάθους και την πρόκληση αδικίας στον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο θα πρέπει λοιπόν να εξετάζει τέτοια μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή και με επίγνωση των εγγενών κινδύνων που ελλοχεύουν σε τέτοια θέματα. Θα πρέπει να γίνεται δε δεκτή μόνο εφόσον πεισθεί χωρίς αμφιβολία για την καλή ποιότητα της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να διαχωρίζεται η αξιοπιστία ή η πειστικότητα από όσα εμπίπτουν στην σφαίρα του ενδεχόμενου καλόπιστου λάθους (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259). Όταν λοιπόν εγείρεται θέμα αναγνώρισης αυτό θα πρέπει να εξετάζεται με τέτοια προσοχή και περίσκεψη ούτως ώστε να εξασφαλίζεται βεβαιότητα σε βαθμό που να αποκλείει κάθε ενδεχόμενο λάθους. Κατά την εξέταση τέτοιας μαρτυρίας θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψιν το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, την απόσταση, τις συνθήκες φωτισμού και άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω σύμφωνα με την Turnbull το Δικαστήριο πρέπει να προειδοποιήσει τους ενόρκους (και στην περίπτωση των κυπριακών δικαστηρίων τον εαυτό του) για τους κινδύνους που υπάρχουν όταν αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του προσώπου που διέπραξε το αδίκημα (βλ. και Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 242). Θα πρέπει δε να προειδοποιεί τον εαυτό του για τον κίνδυνο να βασιστεί σε τέτοια αναγνωριστική μαρτυρία, χωρίς την ύπαρξη άλλης ανεξάρτητης μαρτυρίας (Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 302). Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, όπου η υπόθεση εξαρτάται πλήρως ή ουσιαστικά από μαρτυρία αναγνώρισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του τα εξής:
- Την ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής πριν καταδικάσει βάσει της εν λόγω μαρτυρίας,
- Τον λόγο για τέτοια ανάγκη,
- Ένας μάρτυρας που σφάλλει στην αναγνώριση μπορεί να είναι πειστικός μάρτυρας και ένας αριθμός μαρτύρων μπορεί να σφάλλουν,
- Να εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε κάθε αναγνώριση,
- Να υπενθυμίσει τον εαυτό του για συγκεκριμένες αδυναμίες στην μαρτυρία αναγνώρισης,
- Εκεί όπου είναι σχετικό, να υπενθυμίσει τον εαυτό του ότι λανθασμένη αναγνώριση μπορεί να γίνει ακόμα και από στενούς συγγενείς και φίλους,
- Να εντοπίσει την μαρτυρία που είναι ικανή να υποστηρίξει την αναγνώρισης, και
- Να εντοπίσει την μαρτυρία που φαίνεται να υποστηρίζει την αναγνώριση αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει τέτοια ιδιότητα. Θα πρέπει δε να γίνει διάκριση μεταξύ αναγνώρισης γνωστού προσώπου («recognition») και αναγνώρισης αγνώστου προσώπου («identification»). Στην πρώτη περίπτωση δεν τίθεται θέμα μη επίδειξης φωτογραφιών ή αναγνωριστικής παράταξης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α.
(2010)2 Α.Α.Δ 94). Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 402 επ., στις περιπτώσεις αναγνώρισης γνωστού προσώπου (και ιδιαίτερα αν ο τελευταίος τον ξέρει καλά), η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται πέραν των όποιων επιπρόσθετων κριτηρίων προσδιορίζονται στην Turnbull στην βάση του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας, με ιδιαίτερη αναφορά στην χρονική διάρκεια της παρατήρησης, στην απόσταση από τον κατηγορούμενο και στην αναγνώριση της φωνής του (σε περίπτωση που υπήρξε στιχομυθία ή μονόλογος) αλλά και του ονόματος του στην σκηνή σε περίπτωση ασφαλώς που το όνομα αυτό αναφέρθηκε (Tofas ν The Republic
(1961)C.L.R. 99). Ως δε αναφέρεται για τέτοιες περιπτώσεις στην Turnbull: «Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made». Με βάση τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω τώρα τη μαρτυρία του ΜΚ1 με ιδιαίτερη έμφαση στο ουσιώδες μέρος, ήτοι την αναγνώριση του κατηγορούμενου από τον μάρτυρα. Εξετάζοντας την μαρτυρία του ΜΚ1 διαπίστωσα ότι παρά το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από την επίδικο περιστατικό μέχρι και σήμερα ο ΜΚ1 ήταν σταθερός, σαφής και κατηγορηματικός στις απαντήσεις που έδινε και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις, τέτοιες που να είναι ικανές για να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Παρατηρώντας τον ΜΚ1 κατά την στιγμή που κατέθετε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του, έχω πειστεί ότι τα όσα είχε υποστηρίξει αναφορικά με τα γεγονότα που επισυνέβησαν κατά το συγκεκριμένο βράδυ και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί, ήταν η πραγματική και η μοναδική αλήθεια. Ο ΜΚ1 παρέμεινε σταθερός στους βασικούς του ισχυρισμούς χωρίς να διαφοροποιηθεί σε καμία εκ των περιπτώσεων ο πυρήνας της βασικής του εκδοχής, από τα όσα ο ίδιος υπέδειξε στο περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων που κλήθηκε να δώσει στην αστυνομία, εμμένοντας δηλαδή κατηγορηματικά στην θέση του ότι το πρόσωπο που τον γρονθοκόπησε με μανία και τον τραυμάτισε χωρίς ο ίδιος να του έχει δώσει οποιουδήποτε είδους αφορμή, ήταν ο Κατηγορούμενος. Πέραν τούτου δεν διαπίστωσα ότι ο ΜΚ1 είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο για να υποδείξει τον Κατηγορούμενο ως τον δράστη της επίθεσης του. Εξάλλου σημειώνεται ότι κάτι τέτοιο ουδέποτε του έχει υποβληθεί κατά την αντεξέταση του από την πλευρά της Υπεράσπισης. Ο ΜΚ1 ήταν σταθερός στην θέση του ότι κατά την έξοδο του από το συγκεκριμένο νυχτερινό μαγαζί, και αφού ο ίδιος είχε ήδη εισέλθει εντός του αυτοκινήτου της κοπέλας που συνόδευε και την οποία είχε προηγουμένως γνωρίσει, σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος τον πλησίασε από το παράθυρο της θέσης του οδηγού στο οποίο επέβαινε, αναφέροντας του δήθεν ότι καθώς μετακινούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού «χχχχ». Ο ΜΚ1 επεξηγώντας με σαφήνεια και σταθερότητα το τι επακολούθησε από την πρώτη επαφή που είχε μαζί με τον Κατηγορούμενο, υπέδειξε ότι ενώ ο ίδιος εξήλθε από το αυτοκίνητο για να ελέγξει κατά πόσο ευσταθούσαν τα όσα ο Κατηγορούμενος του είχε αναφέρει σε σχέση με την ζημιά που δήθεν προκάλεσε, και εφόσον διαπίστωσε ότι στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο δεν υπήρχε οποιουδήποτε είδους ζημιά, κατά την προσπάθεια του να εισέλθει ξανά εντός του αυτοκινήτου από το οποίο είχε κατεβεί, δέχτηκε απρόκλητα και χωρίς κανένα απολύτως λόγο στο δεξιό μέρος της κεφαλής του μια γροθιά με αποτέλεσμα αμέσως να γυρίσει προς το μέρος που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος και να αντιληφθεί ότι αυτός ήταν που τον είχε χτυπήσει. Εξήγησε περαιτέρω ότι αντικρίζοντας τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται σε «θέση βολής» εναντίον του, αμέσως μετά του επιτέθηκε με γροθιά χτυπώντας τον πάνω στο δεξιό μπροστινό του δόντι με αποτέλεσμα να νιώσει αφόρητο πόνο. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε ξανά πάνω στο κεφάλι του, ενώ αμέσως μετά κάποιο άλλος φρουρός ασφαλείας του νυχτερινού μαγαζιού τον οποίο ήδη ο ΜΚ1 γνώριζε εξ' όψεως άρπαξε τον Κατηγορούμενο από πάνω του, με σκοπό να σταματήσει να του επιτίθεται. Τονίζεται ότι ο ΜΚ1 ανέφερε πολλές φορές δια ζώσης ότι αμέσως μετά το πρώτο χτύπημα που είχε δεχτεί από τον Κατηγορούμενο κάποιο άλλο πρόσωπο που φορούσε μαύρη φανέλα του έπιασε τα χέρια του για να μην μπορεί να αντιδράσει. Ο ΜΚ1 υπέδειξε περαιτέρω ότι συνέχισε να έχει οπτική επαφή μαζί με τον Κατηγορούμενο και μετά την λήξη του περιστατικού, ο οποίος όπως ανέφερε εξακολουθούσε να βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση και να φωνάζει. Επίσης υπέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος στο σώμα του έφερε ασύρματο τον οποίο και σε κάποια στιγμή χρησιμοποίησε για να καλέσει άλλους φρουρούς ασφαλείας για να εξέλθουν εκεί που είχε λάβει χώρα το περιστατικό. Ο ΜΚ1 κατά την μαρτυρία του ήταν ειλικρινής. Δεν διακατεχόταν από οποιουδήποτε είδους εμπάθεια εναντίον του Κατηγορούμενου και ούτε έχω διαπιστώσει σε καμία περίπτωση ότι προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία εκδικητικά εναντίον του. Όπως ο ίδιος μάλιστα υπέδειξε κατά την μαρτυρία του, δεν αισθάνεται οποιαδήποτε κακία εναντίον του Κατηγορούμενου παρά το αποτέλεσμα που είχε επιφέρει στον ίδιο η πράξη του, δηλαδή την απώλεια του δεξιού μπροστινού του δοντιού αλλά και την ταλαιπωρία που είχε υποστεί τόσο μέχρι και την αποκατάσταση του όσο και μέχρι σήμερα. Υποστήριξε με σθεναρότητα ότι το μόνο που ζητά από τον Κατηγορούμενο είναι να παραδεχτεί το λάθος του και να απολογηθεί. Η ειλικρίνεια του ΜΚ1 προκύπτει επίσης και μέσα από το γεγονός ότι κατά την μαρτυρία του δεν διαδεχόταν από οποιουδήποτε είδους υπερβολή αλλά περιορίστηκε στο να αναφερθεί μόνο στα γεγονότα τα οποία είχαν περιέλθει κατά τον επίδικο χρόνο στην αντίληψη του και για τα οποία είχε λάβει ιδίαν γνώση. Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΚ1 με πλήρη περιγραφικότητα και λεπτομέρεια εξήγησε πολλές φορές ότι δεν αντιλήφθηκε ποιο ήταν το πρόσωπο που του είχε ακινητοποιήσει τα χέρια του και βρισκόταν από πίσω του κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος τον γρονθοκοπούσε υποστηρίζοντας κατηγορηματικά ότι το μόνο που μπορούσε να αναφέρει για το πρόσωπο αυτό είναι ότι δεν εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας καθότι δεν φορούσε άσπρα λινά ρούχα όπως ο Κατηγορούμενος αλλά μια μαύρη μπλούζα. Ο ΜΚ1 ήταν κατηγορηματικός στην θέση του ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το πρόσωπο αυτό σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν μπροστά του και είχε πλήρη οπτική επαφή μαζί του. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 με ειλικρίνεια ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος του έδωσε την πρώτη γροθιά στο κεφάλι ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί το πρόσωπο που τον είχε χτυπήσει καθότι κατά την στιγμή εκείνη είχε γυρισμένο το σώμα του προς το όχημα που ήταν σταθμευμένο και στο οποίο ο ίδιος επιχειρούσε να εισέλθει. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μόνο όταν γύρισε για να δει τι είχε συμβεί από την γροθιά που δέχτηκε, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το πρόσωπο του Κατηγορουμένου ο οποίος αμέσως μετά τον είχε γρονθοκοπήσει. Σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 υπέπεσε σε ουσιώδης αντιφάσεις τέτοιες που να είναι ικανές για να κλονίσουν την αξιοπιστία του, με όλο τον σεβασμό προς την Υπεράσπιση η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Και αυτό διότι, είναι λογικό και αναμενόμενο κάποιος να μην μπορεί να αποτυπώσει με ακρίβεια τόσο την σειρά όσο και τον τρόπο που τα γεγονότα εξελίχθηκαν εντός ενός πολύ μικρού και σύντομου χρονικού διαστήματος, όπως στην παρούσα περίπτωση, κατά το οποίο μάλιστα συν τοις άλλοις το πρόσωπο που τα βιώνει, εν προκειμένω ο ΜΚ1, να είχε γίνει δέκτης μιας απρόκλητης και ξαφνικής επίθεσης εναντίον του με αποτέλεσμα κατά την στιγμή εκείνη να βρίσκεται υπό το κράτος φόβου και αγωνίας αφού επιχειρούσε με κάθε δυνατό τρόπο να αμυνθεί και να προστατεύσει την σωματική του ακεραιότητα. Ο ΜΚ1 ανέφερε πολλές φορές με σταθερότητα κατά την αντεξέταση του ότι είχε τρομοκρατηθεί καθότι κατά την στιγμή που δεχόταν την επίθεση κάποιο άλλο πρόσωπο του είχε ήδη ακινητοποιήσει τα χέρια, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε πάση θυσία να αποκρούσει τον Κατηγορούμενο προτάσσοντας το πόδι του προς το μέρος του με σκοπό να αμυνθεί. Σημειώνεται ότι ως είναι παγίως νομολογημένο, δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη μαρτυρίας (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316). Για να κριθεί μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη θα πρέπει να δημιουργούνται ρήγματα στην υπόθεση και οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττεται καίρια η αξιοπιστία των μαρτύρων ή να φανερώνεται η διάθεσή τους να πουν ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μία μαρτυρία, η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Μικροαντιφάσεις και μικροανακρίβειες σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, όπως και εν προκειμένω στην μαρτυρία του παραπονούμενου έχουν ενδυναμώσει την αξιοπιστία του αφού προβλήθηκε με φυσικό τρόπο τα όσα διατύπωσε στην μνήμη του και θυμόταν αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174). Σε σχέση με την θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 κατά την έξοδο του από το νυχτερινό μαγαζί ήταν μεθυσμένος και γι' αυτό δεν θυμόταν ποιος πραγματικά τον είχε χτυπήσει, θα πρέπει να υποδείξω ο ΜΚ1 μέσα από την αντεξέταση του, έδωσε σαφείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις καταρρίπτοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό. Επίσης έδωσε πλήρη περιγραφή για το πρόσωπο του Κατηγορουμένου, τα ρούχα που φορούσε, τις αντιδράσεις του καθ' όλη την διάρκεια του περιστατικού ακόμα μάλιστα και ότι είχε μαζί του ασύρματο με αποτέλεσμα να ενημερώσει άλλους φρουρούς ασφαλείας για να εξέλθουν από το νυχτερινό μαγαζί που βρίσκονταν. Πέραν τούτου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι το συγκεκριμένο βράδυ κατανάλωσε μόνο δύο αλκοολούχα ποτά αφού γνώριζε ότι την επομένη ημέρα ο ίδιος θα λάμβανε μέρος σε αγώνα ποδοσφαίρου αλλά και ότι δεν συνηθίζει να πίνει καθότι δεν του αρέσει το πότο. Την αξιοπιστία του ως προς το παραπάνω ζήτημα, ότι δηλαδή δεν ήταν μεθυσμένος, επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι κατά την μαρτυρία του έδωσε σαφής περιγραφή αλλά και συγκεκριμένες λεπτομέρειες τόσο για τον τρόπο που είχε επισυμβεί το όλο περιστατικό της επίθεσης που δέχτηκε, όσο και για την συνομιλία που είχε προηγηθεί με τον Κατηγορούμενο. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ1 αναφέρθηκε με πλήρη λεπτομέρεια, σταθερότητα και επεξηγηματικά στο περιεχόμενο της συνομιλίας που είχαν μεταξύ τους αναφορικά με την ζημιά που δήθεν είχε υποστεί το όχημα του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού καθώς και για τον τρόπο που αμέσως μετά δέχτηκε την επίθεση εναντίον του. Οι πιο πάνω θέσεις του δεν έγινε κατορθωτό να κλονιστούν κατά την αντεξέταση του και συνεπώς τις αποδέχομαι ως ορθές αληθινές. Μάλιστα την εκδοχή του ότι δεν ήταν μεθυσμένος και ότι είχε πλήρη αντίληψη υποστηρίζει και η μαρτυρία του ΜΥ1 αφού ο τελευταίος μέσα από την γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι παρά του ότι η εκπνοή του ΜΚ1 μύριζε αλκοόλ ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα αντίληψης. Ούτε και έχει αναφερθεί από τον ΜΥ1 ότι ο ΜΚ1 τραύλιζε , είχε κόκκινα μάτια, είχε αστάθεια ή οποιαδήποτε άλλα συμπτώματα μέθης. Όπως ανωτέρω έχω υποδείξει, η όλη υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται στην αναγνώριση του Κατηγορουμένου από τον ΜΚ1 ως τον δράστης της επίθεσης. Συνακόλουθα τίθεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην υπόθεση Turnbull, εφόσον και η ορθότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης του Κατηγορούμενου από τον ΜΚ1 αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Σε ότι άπτεται της αναγνώρισης του Κατηγορουμένου ως τον δράστη της επίθεσης το επίπεδο της μαρτυρίας του ΜΚ1 ήταν εξαιρετικό. Ο ΜΚ1 είδε τον Κατηγορούμενο και είχε πρώτη επαφή μαζί του πριν ακόμη του επιτεθεί αφού είχαν ήδη συνομιλήσει μεταξύ τους αναφορικά με το ζήτημα του κατά πόσο το αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού είχε χτυπηθεί από το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ1, ενώ αμέσως πιο πριν κατά την στιγμή που αναχωρούσε από το νυχτερινό μαγαζί τον είχε δει να βρίσκεται στην πόρτα του υποστατικού. Ο ΜΚ1 όπως έχω υποδείξει αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται μπροστά του και σε θέση βολής ενώ αμέσως προηγουμένως είχε δεχτεί την πρώτη γροθιά στο κεφάλι. Ο Κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν μπροστά του και ο ΜΚ1 είχε πλήρη οπτική επαφή μαζί του, τον χτύπησε ξανά ακόμη δύο φορές ενώ στην συνέχεια αφού επέμβηκε ο άλλος φρουρός ασφαλείας για τον αποτρέψει από του να συνεχίσει να χτυπά τον ΜΚ1, ο τελευταίος εξακολουθούσε να έχει οπτική επαφή μαζί με τον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν μάλιστα σε έξαλλη κατάσταση. Ο ΜΚ1 παρά του ότι είχε καταναλώσει κατά την διάρκεια της νύχτας δύο ποτά δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα αντίληψης. Σημειώνεται ότι εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν ετέθηκε οποιαδήποτε θέση ότι δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός ή ότι το χρονικό διάστημα αλλά και η απόσταση που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος από τον ΜΚ1 δεν ήταν επαρκής ούτως ώστε να ελλοχεύει η πιθανότητα εσφαλμένης αναγνώρισης. Πέραν των πιο πάνω ο ΜΚ1 κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μετά την επίθεση που είχε δεχτεί και μέχρι και την ημερομηνία που αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό υπό τις συνθήκες που έχει υποδείξει τόσο μέσα από την γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 2, όσο και ενόρκως χωρίς να διαφοροποιηθεί. Είδε επίσης και αναγνώρισε συν τοις άλλοις τον Κατηγορούμενο ως τον δράστη της επίθεσης που δέχτηκε και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφού είχε λάβει προς τούτο σχετικές πληροφορίες όσον αφορά το όνομα του με αποτέλεσμα να ερευνήσει και να επιβεβαιωθεί. Σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι η περιγραφή του Κατηγορούμενου που ο ΜΚ1 έδωσε αρχικά στην γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 1, είναι εντελώς διαφορετική από την πραγματικότητα, καταρχήν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι το περιστατικό έλαβε χώρα μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και ενόσω ο μάρτυρας βρισκόταν υπό το κράτος φόβου και αγωνίας. Παρά ταύτα όμως ο ίδιος ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος από το ειδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα επέμεινε στην ίδια θέση που είχε προβληθεί από τον ίδιο στην γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο
- ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αδύνατος και όχι πολύ ψιλός. Επίσης ότι ο Κατηγορούμενος ήταν γυμνασμένος και γεροδεμένος, θέση την οποία προέβαλε και στην συμπληρωματική κατάθεση που του λήφθηκε την 02/08/19 Τεκμήριο
- Σε σχέση με την ηλικία του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε ζητήσει την ταυτότητα του Κατηγορούμενου αλλά ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο τον υπολόγισε μεγαλύτερο από τον ίδιο και μεταξύ των ετών 25-30 ενώ αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σήμερα βλέποντας τον Κατηγορούμενο απέναντι του πιστεύει ότι η ηλικία του είναι μεταξύ των 33 -34 ετών. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση ως προς την περιγραφή που είχε δώσει αρχικά ο ΜΚ1 για τον Κατηγορούμενο όταν είχε επισυμβεί το περιστατικό με την περιγραφή που έδωσε ενόρκως στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση του. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω με σύνεση και βεβαιότητα και αφού έχω προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό μου για τον κίνδυνο να βασιστώ σε μια τέτοια αναγνωριστική μαρτυρία, ότι, η ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΚ1 ως προς την αναγνώριση του Κατηγορουμένου ήταν εξαιρετική σε βαθμό που το Δικαστήριο να αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σε αυτήν και χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης υποστηρικτικής μαρτυρίας. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο έχει εξετάσει την μαρτυρία του ΜΚ1 με ιδιαίτερη προσοχή και με επίγνωση των εγγενών κινδύνων που ελλοχεύουν σε τέτοια θέματα. Καθώς και ότι η μαρτυρία του έγινε δεκτή καθότι έχω πεισθεί ότι ο ΜΚ1 είδε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον δράστη με τέτοια βεβαιότητα και σε βαθμό που να αποκλείεται οποιοδήποτε ενδεχόμενο λάθους. Συνακόλουθα ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος δεν άφησε καθόλου θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Είμαι πεπεισμένος ότι ο Κατηγορούμενος έχει προβάλλει τόσο στις ανακριτικές του καταθέσεις όσο και ενόρκως την δική του εκδοχή υστερόβουλα και με κίνητρο να αποφύγει τις τυχόν συνέπειες των πράξεων του. Ο Κατηγορούμενος κατά την μαρτυρία του δεν ήταν πειστικός και οι απαντήσεις του δεν χαρακτηρίζονται από συνοχή και σταθερότητα. Πιο συγκεκριμένα σε ερώτηση που τέθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση του για τον λόγο που δεν ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση ότι εργαζόταν δοκιμαστικά στο συγκεκριμένο νυχτερινό μαγαζί κατά το επίδικο βράδυ, ο Κατηγορούμενος αρχικά δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι δεν άσκησε ποτέ αυτό το επάγγελμα καθότι δεν έχει άδεια security. Από την άλλη όμως σε ερώτηση που του είχε τεθεί από τον συνήγορο της Υπεράσπισης αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα κατά την κυρίως εξέταση του, ο Κατηγορούμενος, είχε απαντήσει κάτι εντελώς διαφορετικό, εφόσον παραδέχτηκε ότι πράγματι στο συγκεκριμένο νυχτερινό μαγαζί εργάστηκε 3 με 4 φορές δοκιμαστικά ασκώντας δηλαδή το επάγγελμα του φρουρού ασφαλείας. Σε σχέση με το χρονικό διάστημα που εξελίχθηκε το επίδικο συμβάν, ο Κατηγορούμενος προέβαλε για πρώτη φορά κατά την δια ζώσης μαρτυρία του την εκδοχή ότι κατά την στιγμή που χτυπήθηκε ο ΜΚ1 έξω από το νυχτερινό μαγαζί, ο ίδιος δεν ήταν παρών διότι καθ' όλη την διάρκεια της νύχτας βρισκόταν μέσα στην μέση του νυχτερινού μαγαζιού και επέβλεπε μην τυχόν και γίνει οποιοσδήποτε καβγάς αφού εργαζόταν δοκιμαστικά ως φρουρός ασφαλείας. Από την άλλη προκύπτει όμως ότι η πιο πάνω θέση του έχει προβληθεί για πρώτη φορά στο Δικαστήριο αφού ουδέποτε προηγουμένως κατά την λήψη των ανακριτικών του καταθέσεων ο Κατηγορούμενος έχει προβάλει έναν τέτοιο βασικό ισχυρισμό. Ο λόγος είναι προφανής. Ο Κατηγορούμενος κατά την δια ζώσης μαρτυρία του είναι πασιφανές ότι επιχείρησε πάση θυσία να ενισχύσει την αρχική εκδοχή που προέβαλε στις ανακριτικές του καταθέσεις, ότι δηλαδή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο συμβάν, προβάλλοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό με σκοπό να απαλλαγεί από την ευθύνη της πράξης του. Τονίζεται ότι ο Κατηγορούμενος μέσα από την ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 12 στην ερώτηση που τέθηκε από τον ανακριτική της υπόθεσης, ερώτηση υπ αρ.7, απάντησε ότι ουδεμία σχέση έχει με το επίδικο συμβάν αλλά ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι αυτός βρισκόταν στην μέση του νυχτερινού μαγαζιού και επέβλεπε αφού εργαζόταν υπό δοκιμή ως φρουρός ασφαλείας. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προέβαλε αυτόν τον βασικό του ισχυρισμό υστερόβουλα και με σκοπό να αποκρύψει την πραγματική αλήθεια. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου δεν ήταν πειστική και απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος. Ο ΜΥ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο καθότι ήταν αντικειμενικός. Ναι μεν υποστήριξε με σθεναρότητα την θέση του ότι η αναπνοή του ΜΚ1 μύριζε αλκοόλ όταν λάμβανε από τον ίδιο παράπονο, από την άλλη όμως δεν επιχείρησε να συμμεριστεί ή και να υποστηρίξει και την θέση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 ήταν μεθυσμένος. Ο ΜΥ1 περιορίστηκε στο να απαντήσει μόνο στα όσα είχαν περιέλθει στην αντίληψη του και σε καμία περίπτωση δεν διαπίστωσα να διακατέχεται από οποιαδήποτε αλλότριο κίνητρο, είτε υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Ο ίδιος εξήγησε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας για το αλκοόλ αλλά και ούτε ότι υπέβαλε τον ΜΚ1 σε ένα τέτοιο έλεγχο. Τουναντίον μέσα από την γραπτή του κατάθεση προέβαλε την θέση ότι παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ1 μύριζε έντονα αλκοόλ εντούτοις δεν διαπίστωσε να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα αντίληψης. Συνακόλουθα η μαρτυρία του ΜΥ1 γίνεται αποδεκτή και ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στις 07/07/19 και περί ώρα 0130 το πρωί ο ΜΚ1 μετέβηκε στο νυχτερινό μαγαζί με την ονομασία χχχχ που βρίσκεται στην Κάτω Πάφο με σκοπό να συναντήσει άλλους δύο φίλους του και να γνωρίσει μια κοπέλα. Στο συγκεκριμένο νυχτερινό μαγαζί είχε καταναλώσει ένα αλκοολούχο ποτό ενώ προηγουμένως βρισκόταν σε βάφτιση και είχε καταναλώσει ακόμη ένα. Ο ΜΚ1 είχε πιει δηλαδή κατά την διάρκεια της νύχτας συνολικά 2 αλκοολούχα ποτά. Περί η ώρα 0300 - 0340 ο ΜΚ1 αποφάσισε να φύγει από το νυχτερινό μαγαζί με την κοπέλα που είχε συναντηθεί για να γνωρίσει το ίδιο βράδυ. Κατά την έξοδο του από το νυχτερινό μαγαζί ο ΜΚ1 συνοδευόταν τόσο από την κοπέλα που είχε γνωρίσει όσο και από ένα άλλο ζευγάρι τους οποίους δεν γνώριζε από προηγουμένως. Κατά την στιγμή που ο ΜΚ1 έφευγε από το νυχτερινό μαγαζί αντιλήφθηκε ότι στην πόρτα βρισκόταν ο Κατηγορούμενος τον οποίο επίσης δεν γνώριζε από προηγουμένως. Ο Κατηγορούμενος φορούσε την στολή που φορούν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες οι φρουροί ασφαλείας, δηλαδή άσπρα λινά ρούχα. Αφού εξήλθε από τον νυχτερινό μαγαζί ο ΜΚ1, επειδή του φάνηκε ότι η κοπέλα που τον συνόδευε ήταν μεθυσμένη, της ζήτησε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της το οποίο είχε σταθμεύσει έξω από το υποστατικό. Η συγκεκριμένη κοπέλα του επέτρεψε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της και να το μετακινήσει από τον χώρο στάθμευσης που ήταν σταθμευμένο. Αφού ο ΜΚ1 μετακίνησε το συγκεκριμένο όχημα εντός του οποίου βρισκόντουσαν τόσο η κοπέλα όσο και τα άλλα δύο πρόσωπα που δεν γνώριζε, ξαφνικά πλησίασε το αυτοκίνητο που καθόταν στην θέση του οδηγού ο Κατηγορούμενος και του ανέφερε ότι καθώς μετακινούσε το συγκεκριμένο όχημα χτύπησε το όχημα του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού στο οποίο βρισκόταν προηγουμένως. Τότε ο ΜΚ1 εξήλθε αμέσως από το όχημα και αφού περιεργάστηκε το όχημα του ιδιοκτήτη του νυχτερινού μαγαζιού το οποίο ήταν χρώματος λευκού και μάρκας BMW διαπίστωσε ότι δεν είχε προκληθεί σε αυτό οποιουδήποτε είδους ζημιά. Έτσι ο ΜΚ1 είπε στον Κατηγορούμενο ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ζημιά στο αυτοκίνητο και ότι θα φύγει. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη καλούσε τον ΜΚ1 να παραμείνει στο μέρος για να ενημερώσει τις ασφάλειες των αυτοκινήτων. Κατά την στιγμή εκείνη ο ΜΚ1 γύρισε το σώμα του προς το αυτοκίνητο με σκοπό να εισέλθει στην θέση του οδηγού ενώ ξαφνικά ένιωσε να δέχεται ένα χτύπημα στο δεξιό μέρος της κεφαλής του. Τότε γύρισε προς το μέρος που είχε δεχτεί το χτύπημα και είδε τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται σε θέση βολής εναντίον του. Την ίδια στιγμή κάποιο άλλο πρόσωπο που ήταν από πίσω του, ξαφνικά του άρπαξε τα χέρια και τον ακινητοποίησε. Το πρόσωπο αυτό φορούσε μαύρη κοντομάνικη φανέλα αλλά ο ΜΚ1 δεν κατάφερε να αντιληφθεί ποιος ήταν. Τότε ο Κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν μπροστά από τον ΜΚ1 του επιτέθηκε ξανά με γροθιά και τον χτύπησε στο μπροστινό δεξιό του δόντι με αποτέλεσμα ο ΜΚ1 να νιώσει έντονο πόνο. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε ξανά στον ΜΚ1 και του έριξε ακόμη μια γροθιά πάνω στο κεφάλι του και πιο συγκεκριμένα στο σημείο του «ύπνου». Σημειώνεται ότι ο ΜΚ1 καθ' όλη την διάρκεια που δεχόταν την επίθεση καλούσε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει και ήταν τρομοκρατημένος ενώ επιχειρούσε ταυτόχρονα να αμυνθεί προτάσσοντας το δεξιό του πόδι προς το μέρος του αφού τα χέρια του ήταν ήδη ακινητοποιήμενα. Στο μεταξύ ο Κατηγορούμενος με τον ασύρματο που είχε στην κατοχή του ενημέρωσε και άλλους φρουρούς ασφαλείας να έρθουν στο μέρος. Ακολούθως ένας άλλος φρουρός ασφαλείας τον οποίο γνώριζε ο ΜΚ1 επενέβη και τράβηξε τον Κατηγορούμενο από πάνω του με αποτέλεσμα να τον γλυτώσει ενώ ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση και να φωνάζει, ενώ τα άλλα πρόσωπα που είχαν μαζευτεί στο συγκεκριμένο σημείο προσπαθούν να τον συγκρατήσουν. Στην συνέχεια εξήλθαν από τον νυχτερινό μαγαζί τόσο ο Μάκης Ευσταθίου που είναι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου υποστατικού όσο και ο Αζίνας ο οποίος είναι υπεύθυνος ασφαλείας. Ο ΜΚ1 τους ενημέρωσε τι είχε συμβεί. Σημειώνεται ότι ο Αζίνας είναι ο εξάδελφος του Κατηγορούμενου. Ο Μάκης τότε ζήτησε συγνώμη από τον ΜΚ1 εκ μέρους του Κατηγορούμενου και του ζήτησε να μην εισέλθει ξανά στο νυχτερινό μαγαζί. Τότε έφτασε στο σημείο κάποιος φίλος του ΜΚ1 ο οποίος τον είδε να αιμορραγεί και έτσι τον μετέφερε στην αστυνομία για να υποβάλει παράπονο. Ο ΜΥ1 ο οποίος ήταν εργαζόταν στο Γραφείο των Μικροπαραβάσεων του αστυνομικού σταθμού Πάφου στις 07/07/19 και περί ώρα 0445 το πρωί κατέγραψε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, το παράπονο που έλαβε από τον ΜΚ1 και του έδωσε το ιατρικό παραπεμπτικό Τεκμήριο 4 για να εξεταστεί από ιατρό. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας που είχαν μεταξύ τους ο ΜΥ1 παρατήρησε ότι ο ΜΚ1 μύριζε έντονα αλκοόλ αλλά δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα αντίληψης. Ο ΜΥ1 δεν υπέβαλε τον ΜΚ1 σε οποιοδήποτε έλεγχο αλκοόλης. Ο ΜΚ1 αφού μετέβηκε στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ανέφερε ότι δέχτηκε ξυλοδαρμό και αφού εξετάστηκε διαπιστώθηκε ότι είχε αυχεναλγία, οίδημα και κάκωση άνω και κάτω χείλους, ναυτία και τάση για εμετό. Επίσης είχε μετατοπιστεί από την θέση του το 11 δόντι του και έτσι του συστήθηκε όπως γίνει η επαναφορά του στην ορθή του θέση με σύρματα από ορθοδοντικό. Ο ΜΚ1 παρέμεινε κλινήρης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και υποβλήθηκε σε διάφορες ιατρικές εξετάσεις (Τεκμήρια 5 και 6). Εξιτήριο έλαβε την επόμενη ημέρα δηλαδή την 08/07/
- Συστήθηκε μάλιστα στον ΜΚ1 η χρήση μαλακού κολάρου αναφορικά με τον αυχένα του. Ο ΜΚ1 στην συνέχεια επισκέφθηκε την 11/07/19 την Δρ. Ζωή Νικολάου η οποία είναι στοματικός και γναθοπροσωπικός χειρούργος. Κατά την εξέταση του ΜΚ1 από την Δρ. Ζωή Νικολάου διαπιστώθηκε σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 γλωσσική παρεκτόπιση του δοντιού αρ. 11 με εκγόμφωση και κάταγμα του φατνιακού οστού παρειακά. Διαπιστώθηκε επίσης πόνος κατά την ψηλάφηση στις κροταφογναθικές διαρθρώσεις αμφοτερόπλευρα. Την 17/07/19 πραγματοποιήθηκε αφαίρεση του δοντιού αρ. 11 και έγινε επέμβαση τοποθέτησης οδοντικού εμφυτεύματος στην περιοχή αρ. 11 και του χορηγήθηκε θεραπεία για τις κροταφογναθικές διαρθρώσεις. Τα Τεκμήρια 8 και 9 απεικονίζουν τα όσα περιγράφονται ανωτέρω σε σχέση με τη τοποθέτηση του ορθοδοντικού εμφυτεύματος στον ΜΚ
- Ο ΜΚ1 στο μεταξύ πληροφορήθηκε ότι το πρόσωπο που του είχε επιτεθεί και τον είχε τραυματίσει ήταν ο Κατηγορούμενος. Έτσι προέβηκε σε έρευνα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αποτέλεσμα να εντοπίσει το προφίλ που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος σε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης και να τον αναγνωρίσει ως το πρόσωπο που του είχε επιτεθεί κατά το επίδικο βράδυ. Στο μεταξύ ο ΜΚ1 είχε μεταβεί στην αστυνομία με σκοπό να γίνει αναγνωριστική παράταξη αλλά λόγου του ότι δεν υπήρχε το απαιτούμενο προσωπικό η αναγνωριστική παράταξη αναβλήθηκε. Την 14/07/19 ο ΜΚ1 μετέβηκε εκ νέου στα γραφεία της αστυνομίας με σκοπό να διεξαχθεί η αναγνωριστική παράταξη που είχε ήδη αναβληθεί αλλά κατά το χρονικό διάστημα που ανέμενε για να διεξαχθεί εντελώς τυχαία και απρόσμενα είδε τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται μπροστά του μέσα σε ένα γραφείο του αστυνομικού σταθμού και να του λαμβάνουν τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Τότε ο ΜΚ1 υπέδειξε στον αστυνομικό τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον χτύπησε και αφού ο αστυνομικός ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να αναφέρει το όνομα του αυτός απάντησε ότι ονομάζεται «Δώρος Φούρναρης». Την 13/07/19 ο Αστ. 3699 συνέλαβε βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Στις 13/07/19 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 11) στην οποία έδωσε τους δικούς του ισχυρισμούς ενώ την 14/07/19 ανακρίθηκε εκ νέου (Τεκμήριο 13). Ο ΜΚ1 από το χτύπημα που δέχτηκε στο δόντι είχε υποστεί μεγάλη ταλαιπωρία και άγχος αφού η πρώτη εμφύτευση δοντιού που του έγινε στο σημείο που έχασε το δόντι του απέτυχε με αποτέλεσμα να περιμένει συνολικά 16 μήνες για να αποκατασταθεί η βλάβη που είχε υποστεί και να του τοποθετηθεί τελικά ένα δεύτερο εμφύτευμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα : «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: η παράνομη ενέργεια η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ως αποτέλεσμα της παράνομης ενέργειας. Η λέξη «παράνομα» αποδίδει πράξη η οποία γίνεται χωρίς έρεισμα στο Νόμο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει νόμιμη δικαιολογία για την τέλεση της όπως π.χ. αυτοάμυνα ή προστασία τρίτων προσώπων και περιουσίας (Βλ. Archbold Criminal Evidence & Practice, 2001, παρ. 19 - 210). Το συγκεκριμένο αδίκημα δεν έχει ως συστατικό στοιχείο την ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, όπως στο άρθρο 228(α) του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο ποινικοποιεί την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης η οποία γίνεται με σκοπό ακριβώς την πρόκληση μιας τέτοιας βλάβης. Είναι αρκετό ο κατηγορούμενος να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε την βλάβη. Συναφώς το αδίκημα συντελείται αν η πρόκληση της βλάβης μπορούσε λογικά να προβλεφθεί από τον κατηγορούμενο (Βλ. Blackstone's Criminal Practice 2003, σελ. 177). Συνεπώς ό,τι πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος παράνομα και θεληματικά με κάποιας μορφής επίθεση προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη, έστω και αν δεν είχε ειδική πρόθεση να προκαλέσει τέτοια βλάβη. Αρκεί ακόμα και η αδιαφορία για τις συνέπειες της πράξης του που έχουν ως αποτέλεσμα να προκληθεί βαριά σωματική βλάβη. Συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος, ως προσδιορίζεται από το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, οριοθετούμενο κατά περίπτωση από τις λεπτομέρειες του αποδιδόμενου αδικήματος είναι η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (Βλ. Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Ο όρος «βαριά σωματική βλάβη» ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «βαριά σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη νόμιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης» Στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδοση 2015, παράγραφος 19-258, σελ. 2082 αφού καταγράφεται ότι ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Αρκεί η βλάβη να είναι βαριάς μορφής και να συνιστά όντως σοβαρή βλάβη στην υγεία του θύματος. Επίσης, δεν είναι απαραίτητο η βλάβη να είναι μόνιμη ή επικίνδυνη (Βλ. D.P.P. v. Smith
(1960)44 Cr. App. R. 261, Αχτάρ v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397 και το Αγγλικό σύγγραμμα Smith and Hogan «Criminal Law», 10η έκδοση, σελ. 439). Ούτε και είναι προϋπόθεση το θύμα να χρειάζεται θεραπεία ή η βλάβη να έχει μακροχρόνιες συνέπειες. Το κριτήριο είναι η επίδραση που έχει η βλάβη στο θύμα. Εντός της έννοιας της βαριάς σωματικής βλάβης εμπίπτει και η ψυχιατρική βλάβη, όχι, όμως, η ψυχολογική βλάβη. Το ζήτημα τίθεται ως εξής: «¨Grievous bodily harm¨ should be given its ordinary and natural meaning of really serious bodily harm, and it is undersirable to attempt any further definition of it: DPP v. Smith
(1961)A.C. 290, HL; R. v. Cunningham
(1982)A.C. 566, HL; R. v. Brown (A.)
(1994)1 A.C. 212, HL; R. v. Brown and Stratton
(1998)Crim L.R. 485, CA. It is not necessary that the harm should be either permanent or dangerous: R. v. Ashman
(1858)1 F. & F. 88. Nor is it a precondition that the victim should require treatment or that the harm would have lasting consequences; in assessing whether particular harm was "grievous", account had to be taken of the effect on, and includes psychiatric injury: R. v. Ireland; R. v. Bustow
(1998)A.C. 147, HL; but not psychological injury; R. v. Dhaliwal
(2006)2 Cr.App. R. 24,CA». Στην απόφαση Αχτάρ v. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, που πιο πάνω μνημονεύεται, υποδεικνύεται στην σελίδα 421 ότι στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται η συνήθης γραμματική της έννοια. Στην Evripides Christou ν. The Police
(1972)2 CLR 38 αποφασίστηκε πως το κάταγμα παγίδας το οποίο ήταν επώδυνο και ανάγκασε το θύμα να παραμείνει στο Νοσοκομείο για δύο ημέρες ήταν σοβαρός τραυματισμός της άνεσης του θύματος και, συνεπώς, βαριά σωματική βλάβη εν τη εννοία του άρθρου 4. Στην υπόθεση Patatinis v. Police
(1985)2 CLR 110 ο κατηγορούμενος όρμισε προς το θύμα και το γρονθοκόπησε στο μέτωπο με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, να σπάσει κόκαλο του αριστερού χεριού το οποίο έπρεπε να τοποθετηθεί σε γύψο. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ορθά ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το αδίκημα του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα παρά το γεγονός ως και το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το σπάσιμο δεν προκλήθηκε από κτύπημα προορισμένο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της πτώσης του θύματος μετά την γροθιά. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίθηκε ότι ο δράστης ήθελε την απλή σωματική βλάβη, πλην όμως, αδιαφόρησε για τα παραπέρα αποτελέσματα της πράξης του. Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 463 το κάταγμα ρινικών οστών, μεταξύ άλλων κακώσεων, κρίθηκε ότι συνιστά βαριά σωματική βλάβη (Βλ., επίσης, Αεροπόρος ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 275). Στρεφόμενος στα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να χτυπήσει τον ΜΚ1 δεν βρίσκει έρεισμα στον νόμο υπό την έννοια ότι καμία νόμιμη δικαιολογία δεν υπήρχε για την τέλεσή της. Επομένως, ήταν μια παράνομη ενέργεια. Επίσης, ο Κατηγορούμενος, προδήλως, γνώριζε ότι μια τέτοια πράξη ενείχε σοβαρό κίνδυνο για την σωματική ακεραιότητα του ΜΚ
- Το μέγεθος της προκληθείσας βλάβης που υπέστη ο ΜΚ1 όπως αυτό καταμαρτυρείται μέσα από τα ιατρικά πιστοποιητικά που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο είναι ενδεικτικά του μεγέθους που χαρακτηρίζει την επίθεση που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο. Πάντως, ενώπιον μου δεν τέθηκε οτιδήποτε που να συνηγορεί με το αντίθετο. Αν μη τι άλλο όφειλε ο Κατηγορούμενος να προβλέψει ότι από την πράξη του αυτή τίθετο σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του ΜΚ
- Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος διενήργησε την παράνομη πράξη και επιτέθηκε στον ΜΚ1 επιφέροντας του βλάβη συνειδητά και θεληματικά. Είναι δε αδιάφορο σύμφωνα με την Νομολογία αν δεν είχε ειδική πρόθεση να προκαλέσει την βλάβη που εν τέλει προκάλεσε. Η γλωσσική παρεκτόμιση του δοντιού αρ. 11 στην πρόσθια άνω γνάθο με εκγόμφωση και το κάταγμα του φατνιακού οστού παρειακά που είχαν προκληθεί από τον Κατηγορούμενο στον ΜΚ1 λόγω της γροθιάς που δέχτηκε στο συγκεκριμένο σημείο, και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα ο ΜΚ1 να υποβληθεί στην αφαίρεση του δοντιού αρ.11 και στην συνέχεια να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση τοποθέτησης οδοντικού εμφυτεύματος συνιστά χωρίς καμιά αμφιβολία βαριά σωματική βλάβη όπως ο όρος αυτός έχει αναλυθεί από την Νομολογία. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε την 2η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο