Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. Α S M SHAMSUJJOHA, Αρ. Υπόθεσης: 5504/23, 3/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5504/23 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. Α S M SHAMSUJJOHA Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 03 Ioυλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Η. Σατολιάς Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 30.06.2023 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και σε αυτό περιλαμβάνονται 8 κατηγορίες που αφορούν τα καταλογιζόμενα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις και της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση για σκοπούς διασφάλισης της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιχειρηματολογώντας η ευπαίδευτος συνήγορος υποστήριξε την θέση πως στην υπό εξέταση υπόθεση υπάρχει η πιθανότητα ο Κατηγορούμενος να μην προσέλθει στο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει, την πιθανότητα καταδίκης στη βάση και του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε στην διαδικασία (Παράρτημα Α) και την ενδεχόμενη ποινή που θα επιβληθεί σε αυτόν. Σημείωσε επίσης πως πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο με καταγωγή από το Μπαγκλατέζ χωρίς δεσμούς με την Δημοκρατία με αποτέλεσμα οι υποκειμενικές του περιστάσεις να μην είναι τέτοιες που να αποκλείουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Ο συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, στη δική του αγόρευση επιχειρηματολογώντας για την ένσταση του πελάτη του στην κράτηση του αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο πελάτης του βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 8 συνεχή χρόνια δίδοντας σχετικές λεπτομέρειες. Αναφέρθηκε επισης στις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει και στην ισχυριζόμενη με εκφράζοντας την θέση πως αυτή η μαρτυρία δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες 1 έως
- Εξέφρασε την άποψη ότι αυτός μπορεί να αφεθεί ελεύθερος με όρους τους οποίους και εισηγήθηκε. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν οι εμπλεκόμενες πλευρές και έχω κατά νου τη σχετική Νομολογία. Νομική Πτυχή - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης.[1] Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Αυτοί έχουν επαναληφθεί πολύ πρόσφατα μεταξύ άλλων[2] στην Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020,Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020 και στην Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021 μεταξύ S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. 6.7.2021 και είναι οι ακόλουθοι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση τυγχάνει συνοπτικής εκδίκασης τα αδικήματα τα οποία έχουν συμπεριληφθεί στο υπό εξέταση κατηγορητήριο προβλέπουν ως μέγιστο όριο ποινής τα τρία έτη. Συνεπώς το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο.[3] Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. [4] Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα), αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αντιφάσεων κτλ εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Παράρτημα Α). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο[5] καταδίκης του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίζει χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Ιδιαίτερα η προσοχή του Δικαστηρίου στράφηκε στις καταθέσεις που αφορούν την ύπαρξη Διοικητικού Φακέλου στο Διεύθυνση του Τμήματος Αλλοδαπών, Πληθυσμού και Μετανάστευσης που αφορά τόσο τον Κατηγορούμενο όσο και ακόμα ένα πρόσωπα ήτοι την σύζυγο αυτού η οποία σύμφωνα με τις ανακρίσεις φαίνεται να βρίσκεται εκτός Κύπρου κατά τον χρόνο διερεύνησης της υπόθεσης εντός του οποίου υπήρχαν πλαστογραφημένα ασφαλιστικά συμβόλαια. Η προώθηση των εγγράφων αυτών μαζί με άλλα είχε ως αποτέλεσμα σύμφωνα πάντα με την διερεύνηση της υπόθεσης και τα όσα η Κατηγορούσα Αρχή καταλογίζει στον Κατηγορούμενο την εξασφάλιση άδειας παραμονής από πλευράς του Κατηγορούμενου ως σύζυγος Ευρωπαίας με ψευδείς παραστάσεις χρησιμοποιώντας τα πλαστογραφημένα ασφαλιστήρια έγγραφα. Επίσης σύμφωνα με μαρτυρία λειτουργού του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ο κατηγορούμενος από τις 19.06.2023 διαμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Επαναλαμβάνω λοιπόν, ότι στη βάση αυτού του υλικού θεωρώ ότι η μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο στις επίδικες κατηγορίες είναι επαρκής για να πιθανολογήσει καταδίκη.[6] Σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα βεβαίως με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου, αναμένεται η επιβολή αυστηρών ποινών φυλάκισης. Επομένως συντρέχει και αυτός ο παράγοντας που προσδιορίζει τον κίνδυνο της φυγοδικίας. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση μεταξύ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 αναφέρθηκε από το Εφετείο και τα ακόλουθα σχετικά: Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία και επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2020, ημερομηνίας 29.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:B373, «Υπεισέρχονται στη συνέχεια στην εξίσωση και προσμετρούν άλλοι σχετικοί παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς αλλά και άλλων ειδών δεσμούς με την Κύπρο (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 και Kazanjian v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 326). Όπως εύστοχα τέθηκε στη Θεοχάρους και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι». Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου πως ο Κατηγορούμενος δεν έχει δεσμούς με την Κύπρο. Και αυτό γιατί κατάγεται από το Μπαγλατέζ ήρθε στην Κύπρο για να φοιτήσει σε ιδιωτικό Πανεπιστήμιο και στην συνέχεια με την πάροδο των χρόνων υπέβαλε αριθμό αιτήσεων στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για να διατηρήσει την παραμονή του στο νησί οι οποίες απορρίπτονταν με αποτέλεσμα να καταχωρεί κατά περιόδους ιεραρχικές προσφυγές και προσφυγές στα αρμόδια Δικαστήρια οι οποίες απορρίπτονταν. Φαίνεται επιπρόσθετα και ως παραδέχεται και ο ίδιος στην ανακριτική του κατάθεση να έχει νυμφευθεί πρόσωπο με καταγωγή από την Ρουμανία η οποία κατά την τρέχουσα περίοδο δεν βρίσκεται στην Κύπρο αλλά στην Ρουμανία. Συνεπώς στην βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη μου πως ο Κατηγορούμενος δεν έχει στενούς δεσμούς με την Κύπρο και η πιθανότητα αυτός να εγκαταλείψει την Δημοκρατία είναι ορατός. Υπάρχουν δεσμοί του ιδίου τόσο με την χώρα καταγωγής του όσο και με την Ρουμανία χώρα που αυτή την περίοδο βρίσκεται και η σύζυγος του. Τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου σε σχέση με τους όρους που μπορεί να επιβληθούν, δεν κρίνω ότι αυτοί είναι ικανοποιητικοί ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει μία τόσο σοβαρή υπόθεση. Στην υπόθεση MINGXIA HUA v Αστυνομίας Ποιν.Έφεση 65/2011 2ΑΑΔ 152 η εφεσείουσα η οποία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρές κατηγορίες ήταν Κινέζα, παντρεμένη με Κύπριο η οποία διάμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 2002 δηλαδή για 8 συνεχεί έτη και είχε δραστηριοποιηθεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα και είχε μια κόρη 18 ετών που φοιτούσε σε ιδιωτικό κολλέγιο στην Λευκωσία. Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε κατ' έφεση ότι τα πιο πάνω δεν συνηγορούσαν ότι η Κατηγορούμενη είχε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία, πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση, που δεν υπάρχει οτιδήποτε που να συνηγορεί στο ότι ο Κατηγορούμενος έχει οποιουσδήποτε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία πέραν της διαμονής του τα τελευταία χρόνια κάτω από τις συνθήκες που έχουν ήδη αναφερθεί και αφορούν τις διάφορες ενέργειες του στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο να σημειώσω αυτό για το οποίο έγινε αναφορά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση Alam Alam ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 539 πως η ύπαρξη κατηγορίας για παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία όπως και στην υπό εξέταση υπόθεση δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για τον οποίο να διαταχθεί η κράτηση αφού είναι επίδικο θέμα και δεν μπορεί να εκλαμβάνεται επομένως ως δεδομένο. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στο γεγονός ότι υπάρχει παράνομη παραμονή βάσει της ίδιας της κατηγορίας για να διατάξει την κράτηση του Κατηγορούμενου. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος με αναφορά στο εύρημα περί ορατής πιθανότητας καταδίκης, της σοβαρότητας των αδικημάτων καθώς και των ποινών που ενδεχόμενα να του επιβληθούν και στην απουσία οποιονδήποτε δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία ότι είναι πιθανόν να προσπαθήσει να διαφύγει. Κατά συνέπεια ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο και εκδίδω σχετικό διατάγματα προσαγωγής του (bring up order). (Υπ.) ................ Ν. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 ''Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει αίτημα για κράτηση κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, έχει να σταθμίσει μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας και του συμφέροντος της κοινωνίας να διασφαλιστεί ότι ο κατηγορούμενος για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων θα παρουσιαστεί στη δίκη του.'' [2] ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 185/2021, 23/11/2021 , ΚΑΣΣΙΡ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2021, 29/9/2021 [3] Θεοδωρίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ, 139, Κρασοπούλης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ, 450, Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021 μεταξύ S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. 6/7/2021 [4] ΧΑΜΝΤ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2021, 27/10/2021 Το μαρτυρικό υλικό στο στάδιο τούτο εκτιμάται στην όψη του και μόνο χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα, με σκοπό να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη, χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (Μαλά v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Μαρκίδη κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 50/2017 και 51/2017, ημερ. 22/3/2017). [5] Επαναλαμβάνω πως δεν τίθεται στο στάδιο αυτό ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων (βλ. Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32). Με άλλα λόγια δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο κατά πόσο η διαθέσιμη μαρτυρία συμβιβάζεται μόνο με την ενοχή του κατηγορούμενου και όχι με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Αυτό είναι θέμα που θα εξεταστεί όταν θα εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης. Το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (βλ. Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στη Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας Ποινική έφεση 114/15, απόφαση ημερομηνίας 19.6.2015, λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». [6] Κουννάς v Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο