Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. A. S., Αρ. Υπόθεσης: 6867/23, 26/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6867/23 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. A. S. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 26 Ioυλίου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Παπαγεωργίου Για την Κατηγορούμενη: Η κα Κ. Νικολάου Κατηγορούμενη: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 24.07.2023 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και σε αυτό περιλαμβάνονται 11 κατηγορίες που αφορούν τα καταλογιζόμενα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπίας, εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις, παράνομης απασχόλησης και παράνομης παραμονής στην Δημοκρατία. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως η Κατηγορούμενη παραμείνει υπό κράτηση για σκοπούς διασφάλισης της παρουσίας της ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιχειρηματολογώντας ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστήριξε την θέση πως στην υπό εξέταση υπόθεση υπάρχει η πιθανότητα η Κατηγορούμενη να μην προσέλθει στο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτή αντιμετωπίζει, την πιθανότητα καταδίκης στη βάση και του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε στην διαδικασία (Παράρτημα Α) και την ενδεχόμενη ποινή που θα επιβληθεί σε αυτήν. Σημείωσε επίσης πως πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο με καταγωγή από την Γεωργία που βρίσκεται στην Κύπρο με τον σύζυγο της και το ανήλικο τέκνο της ηλικίας 6 ετών με την παραμονή της πλέον να καθίσταται παράνομη. Δεν υπάρχουν σημείωσε τέτοιες υποκειμενικές περιστάσεις που να αποκλείουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Η συνήγορος Υπεράσπισης της Κατηγορουμένης χωρίς να αμφισβητεί τις αντικειμενικές περιστάσεις επικεντρώθηκε στην ύπαρξη των υποκειμενικών περιστάσεων ιδιαίτερα το γεγονός ότι βρίσκεται στην Κύπρο παρά την καταγωγή της από την Γεωργία από το έτος 2018 τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της και το ανήλικο τέκνο τους ηλικίας 6 ετών και παρά το ότι τα αδικήματα χρονολογούνται τα έτη 2019 αυτή ουδέποτε διέφυγε από την Δημοκρατία. Εξέφρασε την άποψη πως τυχόν διαταγή κράτησης της Κατηγορούμενης θα έχει δυσμενή επιπτώσεις στο ανήλικο τέκνο της το οποίο δεν αμφισβήτησε ότι βρίσκεται σήμερα στην Κύπρο υπό την φροντίδα του πατέρα του και συζύγου της Κατηγορουμένης ενώ εξέφρασε και την πρόθεση να προβεί άμεσα σε διαδικασίας για λήψη άδειας παραμονής της Κατηγορούμενης και της οικογένειας αυτής αίτηση την οποία θα υποβάλει στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν οι εμπλεκόμενες πλευρές και έχω κατά νου τη σχετική Νομολογία. Νομική Πτυχή - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης.[1] Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Αυτοί έχουν επαναληφθεί πολύ πρόσφατα μεταξύ άλλων[2] στην Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020,Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020 και στην Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021 μεταξύ S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. 6.7.2021 και είναι οι ακόλουθοι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι σοβαρά. Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση τυγχάνει συνοπτικής εκδίκασης τα αδικήματα τα οποία έχουν συμπεριληφθεί στο υπό εξέταση κατηγορητήριο κάποια τουλάχιστον από αυτά προβλέπουν ως μέγιστο όριο ποινής τα 10 έτη. Συνεπώς το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο.[3] Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. [4] Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα), αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αντιφάσεων κτλ εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Παράρτημα Α). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο[5] καταδίκης της Κατηγορουμένης στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίζει χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Επαναλαμβάνω λοιπόν, ότι στη βάση αυτού του υλικού θεωρώ ότι η μαρτυρία που εμπλέκει την Κατηγορούμενη στις επίδικες κατηγορίες είναι επαρκής για να πιθανολογήσει καταδίκη.[6] Σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα βεβαίως με τις ιδιαίτερες συνθήκες αυτής, αναμένεται η επιβολή αυστηρών ποινών φυλάκισης. Επομένως συντρέχει και αυτός ο παράγοντας που προσδιορίζει τον κίνδυνο της φυγοδικίας. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση μεταξύ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 αναφέρθηκε από το Εφετείο και τα ακόλουθα σχετικά: Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία και επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2020, ημερομηνίας 29.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:B373, «Υπεισέρχονται στη συνέχεια στην εξίσωση και προσμετρούν άλλοι σχετικοί παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς αλλά και άλλων ειδών δεσμούς με την Κύπρο (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 και Kazanjian v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 326). Όπως εύστοχα τέθηκε στη Θεοχάρους και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι». Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου πως η Κατηγορούμενη δεν έχει δεσμούς με την Κύπρο. Και αυτό γιατί κατάγεται από την Γεωργία ήρθε τον Μάιο του 2019 στην Κύπρο με αυτή να παραμένει στην Δημοκρατία αρχικά ως επισκέπτρια ενώ στην συνέχεια υπέβαλε αίτηση για άσυλο η οποία απορρίφθηκε τον Ιούλιο του 2022. Δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι έκτοτε διαμένει παράνομα στην Δημοκρατία. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως πως στην Κύπρο βρίσκεται και ο σύζυγος της καθώς και το ανήλικο τέκνο αυτής ηλικίας 6 ετών αλλοδαπά πρόσωπα και αυτά αλλά δεν θεωρώ πως η παρουσία τους είναι ικανή να αποτρέψει τον κίνδυνο φυγοδικίας λαμβάνοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτή αντιμετωπίζει. Σημειώνω πως ένεκα της ηλικίας του τέκνου της δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Ύποπτων Μητέρων Νόμος του 2005 (33(I)/2005) ενώ σε ερώτηση του Δικαστηρίου ποιος φροντίζει το τέκνο σήμερα που η Κατηγορούμενη βρίσκεται στο Δικαστήριο αναφέρθηκε πως αυτό βρίσκεται υπο την φροντίδα του πατέρα και συζύγου της Κατηγορούμενης. Συνεπώς στην βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη μου πως η Κατηγορούμενη δεν έχει στενούς δεσμούς με την Κύπρο και η πιθανότητα αυτή να εγκαταλείψει την Δημοκρατία είναι ορατός. Υπάρχουν δεσμοί με χώρα του εξωτερικού και συγκεκριμένα την Γεωργία από όπου κατάγεται τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της. Τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης σε σχέση με τους όρους που μπορεί να επιβληθούν, δεν κρίνω ότι αυτοί είναι ικανοποιητικοί ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η παρουσία της στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει μία τόσο σοβαρή υπόθεση. Στην υπόθεση MINGXIA HUA v Αστυνομίας Ποιν.Έφεση 65/2011 2ΑΑΔ 152 η εφεσείουσα η οποία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρές κατηγορίες ήταν Κινέζα, παντρεμένη με Κύπριο η οποία διάμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 2002 δηλαδή για 8 συνεχεί έτη και είχε δραστηριοποιηθεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα και είχε μια κόρη 18 ετών που φοιτούσε σε ιδιωτικό κολλέγιο στην Λευκωσία. Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε κατ' έφεση ότι τα πιο πάνω δεν συνηγορούσαν ότι η Κατηγορούμενη είχε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία, πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση, που δεν υπάρχει οτιδήποτε που να συνηγορεί στο ότι ο Κατηγορούμενος έχει οποιουσδήποτε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία πέραν της διαμονής του τα τελευταία χρόνια κάτω από τις συνθήκες που έχουν ήδη αναφερθεί και αφορούν τις διάφορες ενέργειες του στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη με αναφορά στο εύρημα περί ορατής πιθανότητας καταδίκης, της σοβαρότητας των αδικημάτων καθώς και των ποινών που ενδεχόμενα να του επιβληθούν και στην απουσία οποιονδήποτε δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία ότι είναι πιθανόν να προσπαθήσει να διαφύγει. Κατά συνέπεια ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα για την κράτηση της Κατηγορούμενης μέχρι την ημερομηνία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο και εκδίδω σχετικό διατάγματα προσαγωγής του (bring up order). (Υπ.) ................ Ν. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 ''Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει αίτημα για κράτηση κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, έχει να σταθμίσει μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας και του συμφέροντος της κοινωνίας να διασφαλιστεί ότι ο κατηγορούμενος για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων θα παρουσιαστεί στη δίκη του.'' [2] ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 185/2021, 23/11/2021 , ΚΑΣΣΙΡ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2021, 29/9/2021 [3] Θεοδωρίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ, 139, Κρασοπούλης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ, 450, Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021 μεταξύ S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. 6/7/2021 [4] ΧΑΜΝΤ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2021, 27/10/2021 Το μαρτυρικό υλικό στο στάδιο τούτο εκτιμάται στην όψη του και μόνο χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα, με σκοπό να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη, χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (Μαλά v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Μαρκίδη κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 50/2017 και 51/2017, ημερ. 22/3/2017). [5] Επαναλαμβάνω πως δεν τίθεται στο στάδιο αυτό ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων (βλ. Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32). Με άλλα λόγια δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο κατά πόσο η διαθέσιμη μαρτυρία συμβιβάζεται μόνο με την ενοχή του κατηγορούμενου και όχι με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Αυτό είναι θέμα που θα εξεταστεί όταν θα εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης. Το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (βλ. Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στη Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας Ποινική έφεση 114/15, απόφαση ημερομηνίας 19.6.2015, λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». [6] Κουννάς v Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο