Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. PETR HOREJSI, Αρ. Υπόθεσης: 7190/23, 21/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7190/23 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. PETR HOREJSI Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Σ. Δημητρίου & κ. Κ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ O Κατηγορούμενος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης βρίσκεται υπόδικος από τις 08.08.2023 και αντιμετωπίζει συνολικά δύο κατηγορίες τις οποίες έχει παραδεχθεί ήτοι το αδίκημα της κλοπής (1η Κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154 καθώς και το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς (2η Κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ιδίου νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας αυτός την 01 Ιουλίου του 2023 στην Πάφο έκλεψε από το ψυγείο του μπαρ των διαμερισμάτων με την ονομασία PANKLITIS που βρίσκεται στην οδό Αλβέρτου 7 διάφορα αλκοολούχα ποτά συνολικής αξίας €180 περιουσίας του Α. Χριστοδούου ενώ σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας αυτός προκάλεσε κακόβουλη ζημιά στο ψυγείο του ιδίου μπάρ συνολικής αξίας €
- Ουσιαστικά η κα Παπαλαζάρου αναφέρθηκε στα γεγονότα ως αυτά εμφαίνονται στις λεπτομέρειες κατηγορίας και ανέφερε στο Δικαστήριο πως ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου ενώ επιβεβαίωσε πως έχει αποζημιωθεί πλήρως ο παραπονούμενος με χρηματικό έμβασμα που έγινε σε τραπεζικό λογαριασμό για το συνολικό ποσό των €
- Επίσης σημείωσε πως κατά την ανακριτική του κατάθεση ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί την διάπραξη των αδικημάτων στις Αστυνομικές Αρχές. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ετοίμασε γραπτό κείμενο το περιεχόμενο του οποίου και υιοθέτησε τονίζοντας την άμεση παραδοχή του πελάτη του τόσο στις Αστυνομικές Αρχές όσο και ενώπιον Δικαστηρίου. Εκτενής αναφορά γίνεται στις προσωπικές του περιστάσεις με ιδιαίτερη μνεία στα σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας (σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη, διπολική διαταραχή και άλλα για τα οποία γίνεται αναφορά στην αγόρευση) που φαίνεται να αντιμετωπίζει τα οποία τον κατέστησαν ανίκανο για εργασία με αποτέλεσμα να λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας από την Τσεχία χώρα όπου και κατάγεται. Νοσηλεύτηκε μάλιστα ως σημειώνεται 22 φορές σε ψυχιατρικά ιδρύματα ενώ το 2009 αποπειράθηκε να θέσει τέρμα στη ζωή του ενώ η τελευταία φορά που είχε γίνει εισαγωγή σε ψυχιατρική κλινική ήταν η περίοδος Ιουλίου μέχρι και Αύγουστο του 2023 στην Κύπρο όπου και συνελήφθη αμέσως μετά από την Αστυνομία και του καταχωρήθηκε η υπό εξέταση υπόθεση. Μάλιστα ως σημειώνεται ο ίδιος αποφάσισε να επισκεφθεί την Κύπρο για ολιγοήμερες διακοπές μαζί με φιλικό του πρόσωπο όπου θα διέμεναν τόσο στην Επαρχία Λάρνακας όσο και στην Πάφο ταξίδι το οποίο πραγματοποίησε μετά από πολλά χρόνια αδυναμίας να ταξιδέψει ένεκα των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Εισήγηση γίνεται καταληκτικά για αναστολή ενδεχόμενης ποινής στερητικής της ελευθερίας για τους λόγους που με επιμέλεια επεξηγούνται. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και τα οποία στρέφονται κατά της περιουσίας σοβαρά. Ποιο συγκεκριμένα τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί νομοθετικά περιλαμβάνουν τις πιο κάτω μέγιστες ποινές: Σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής (1η Κατηγορία) το άρθρο 262 του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Γενική ποινή κλοπής 262. Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Σε σχέση με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς (2η Κατηγορία) το άρθρο 324
(1)του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Ποινή για κακόβουλη βλάβη γενικά και σε ειδικές περιπτώσεις 324.-
(1)Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίσθηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα, γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Η ευκολία και η μεγάλη συχνότητα με την οποία αδικήματα τούτης της φύσεως διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον μου, είναι στοιχεία που ενισχύουν την σοβαρότητα. Τα πιο πάνω σκιαγραφούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αυστηρή αντιμετώπιση που τέτοιας φύσης αδικήματα θα πρέπει να τυγχάνουν, όμως δεν παραγνωρίζω πως το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του, τη βασική αρχή της εξατομίκευσης της ποινής, όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ενδεικτικά αναφέρω την Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272. Η εξατομίκευση της ποινής όμως, σίγουρα δεν απαλείφει τη σοβαρότητα του αδικήματος και δεν οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου. (Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498) Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω θα προχωρήσω με τη διεργασία της επιμέτρησης της ποινής. Προς όφελος του Κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
(1)την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου
(2)την παραδοχή και την συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές
(3)το λευκό ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του (47 ετών)
(4)τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις, όπως αυτές περιγράφονται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του
(5)τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων
(6)το γεγονός ότι πριν την επιβολή ποινής έχει αποζημιώσει εις ολόκληρο τόσο την αξία της ζημιάς που προκάλεσε όσο και την αξία των ποτών
(7)το γεγονός ότι αυτός αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και τα οποία πρέπει να τυγχάνουν εξειδικευμένης και συνεχής αντιμετώπισης Έχω υπόψη μου, το καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Όπως επίσης έχω υπόψη μου, ότι το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο, συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος. (Ιωάννου Σταύρος ν. Αστυνομίας.
(2011)2 Α.Α.Δ. 513). Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτοί δεν είναι ικανοί έτσι ώστε να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητικής της ελευθερίας ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την φύση των αδικημάτων που αυτός έχει διαπράξει. Επαναλαμβάνω πως τα αδικήματα και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Σε τέτοιες περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων όπου επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Όμως η παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι μπορεί να τύχει διαχωρισμού από τις σοβαρές παρόμοιου είδους καθότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη και την ηλικία του
(47)ετών που έχει παραδεχθεί άμεσα τις παράνομες πράξεις του τόσο ενώπιον της Αστυνομίας όσο και ενώπιον Δικαστηρίου και μάλιστα έχει φροντίσει ως αυτό έχει επιβεβαιωθεί και από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής να αποζημιώσει ολόκληρη την αξία της περιουσίας που έχει επηρεαστεί από τις παράνομες πράξεις του συνολικής αξίας €680. Επιπρόσθετα λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός πως αυτός από τις 08.08.2023 μέχρι και τις 25.09.2023 κατέστηκε υπόδικος και κρατείτο στις Κεντρικές Φυλακές συνέπεια της καταχώρησης της υπό εξέταση υπόθεσης που αποτελεί και αυτό ένα είδος τιμωρίας. Ακόμα λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι αυτός αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα ψυχικής υγείας τα οποία πρέπει να τύχουν εξειδικευμένης και συνεχής αντιμετώπισης. Συνεπώς έχοντας κατά νου τα ιδιαίτερα δεδομένα της υπόθεσης αυτής θεωρώ πως θα μπορούσα να διατάξω και συνεπώς διατάσσω την αναστολή των ποινών που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο. Επεξηγούνται σε αυτόν οι συνέπειες της αναστολής. (Υπ) .............................. Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο