Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΡΙΟΣ ΜΠΑΤΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2531/19, 28/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2531/19 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΜΑΡΙΟΣ ΜΠΑΤΑΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28.09.2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για Κατηγορούμενο : κ. Ε. Eρωτοκρίτου Κατηγορούμενος : παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης εισαγωγής φαρμακευτικών προϊόντων, για τα οποία απαγορεύεται η εισαγωγή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)(λ),9
(1), 99
(1)(α)(iii) και 101 του Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας Προμήθειας και Τιμών) Νόμος 70
(1)/2001 όπως έχει τροποποιηθεί (3η Κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας αυτό που του καταλογιζόταν ήταν ότι αυτός στις 26 Μαΐου του 2016 στην Πάφο, εισήγαγε φαρμακευτικό προϊόν δηλαδή τέσσερα κυλινδρικά δοχεία στα οποία αναγραφόταν στο κάθε ένα η ονομασία SUPREME DHEA GOR INTIMACY και περιείχαν το κάθε ένα από 45 οβάλ δισκία χρώματος μπεζ, συνολικού βάρους 270,53 γραμμαρίων της ουσίας δευδροεπιανδροστερόνης, της οποίας η εισαγωγή της απαγορεύεται. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης ως αυτά έχουν εκτεθεί από πλευράς του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης στις 26.05.2016 αφίχθηκε στο Ταχυδρομείο Πάφου μέσω Γερμανίας ένα ταχυδρομικό πακέτο εντός του οποίου υπήρχε το συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν που περιγράφεται στις λεπτομέρειες κατηγορίας το οποίο είχε ως παραλήπτη τον κατηγορούμενο. Τα σκευάσματα αρχικά κατασχέθηκαν από το Τμήμα Τελωνείου και παραδόθηκαν στην Αστυνομία για εξετάσεις. Από μαρτυρία που λήφθηκε από Αρμόδια Λειτουργό των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του κράτους οι συγκεκριμένες ουσίες είναι αναβολικές και δεν διαθέτουν σχετική άδεια, το ίδιο επιβεβαιώθηκε και από το Κρατικό Χημείο. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ήταν κάτοικος εξωτερικού και συγκεκριμένα Νιγηρίας μόλις το 2019 του λήφθηκε κατάθεση με την επιστροφή του στην Κύπρο. Αυτός συνεργάστηκε με την Αστυνομία και ανάφερε ότι τα παράγγειλε για λόγους υγείας και μετά από σύσταση του ενδοκρινολόγου το. Τέλος ως αναφέρθηκε πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου ενώ ζητήθηκε όπως τα Τεκμήρια της υπόθεσης κατασχεθούν και καταστραφούν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου στην δική του εμπεριστατωμένη προφορική αγόρευση έκανε αναφορά στην παραδοχή και απολογία του πελάτη του ζητώντας από το Δικαστήριο την μέγιστη δυνατή επιείκεια. Σύμφωνα με τον συνήγορο στρεφόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης ανέφερε πως ο πελάτης του ήταν κάτοικος εξωτερικού και πηγαινοερχόταν Κύπρο ενώ τα εν λόγο σκευάσματα τα ελάμβανε για ιατρικούς λόγους στο εξωτερικό και επειδή την επίδικη περίοδο θα ερχόταν στην Κύπρο προχώρησε στην παραγγελία τους για να αφιχθούν από το εξωτερικό έτσι ώστε να έχει οικονομικό όφελος αφού θα τα αγόραζε σε ποιο χαμηλή τιμή. Παραδέχθηκε όμως πως δεν γνώριζε παρά το ότι η άγνοια του νόμου δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι η συγκεκριμένη ουσία ήταν απαγορευμένη. Ο Κατηγορούμενος για ιατρικούς λόγους και καθαρά για προσωπική χρήση παράγγειλε τα συγκεκριμένα σκευάσματα μικρής ποσότητας με τον ίδιο να μην παραδέχεται αρχικά τις δύο κατηγορίες που του προσάπτονταν οι οποίες τελικά αναστάλθηκαν και προστέθηκε η 3η κατηγορία την οποία έχει παραδεχθεί. Συνεπώς κάλεσε το Δικαστήριο ο κ. Ερωτοκρίτου να κρίνει την παραδοχή του ως άμεση αφού ήταν με δικές του ενέργειες που προσπάθησε να δώσει τις εξηγήσεις που απαιτούνταν και οι οποίες δόθηκαν με αποτέλεσμα την αναστολή της 1ης και 2ης Κατηγορίας. Ο ίδιος σήμερα συνεχίζει να λαμβάνει την συγκεκριμένη ουσία μετά από οδηγίες και συνταγή που λαμβάνει από τον θεράποντα ιατρό του για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ενώ πρόκειται για πρόσωπο 71 ετών λευκού ποινικού μητρώου που δεν έχει απασχολήσει ποτέ προηγουμένως την δικαιοσύνη. Τέλος ο κ. Ερωτοκρίτου αναφέρθηκε και στην σημαντική παρέλευση χρόνου από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος (Μάιος 2016) μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Το άρθρο 99 του Ν. 70
(1)/2001 ως αυτό ίσχυε κατά τον επίδικο για την κατηγορία χρόνο (Μάιο του 2016) προβλέπει σε περίπτωση καταδίκης ότι τέτοιο πρόσωπο ''υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 50.000,00 λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και, επιπρόσθετα, το Δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση, δύναται να διατάξει την κατάσχεση των φαρμακευτικών προϊόντων αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, άνευ επηρεασμού της εξουσίας του Συμβουλίου Φαρμάκων να ανακαλέσει ή αναστείλει την άδεια κυκλοφορίας, παρασκευής ή χονδρικής πώλησης σε περίπτωση που ο καταδικασθείς είναι κάτοχος της εν λόγω άδειας.'' Τα πιο πάνω έκδηλα αναγνωρίζουν τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης προσδίδει στις περιπτώσεις παράνομης κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων, της εισαγωγής, κατοχής και χρήσης απαγορευμένων ουσιών και γενικότερα όταν διαπράττονται αδικήματα που εντάσσονται κάτω από το Ν.70(Ι)/2001 και το Ν.7(ΙΙΙ)/2009. Σκοπός του νομοθέτη με τη θέσπιση των εν λόγω νομοθεσιών είναι η προστασία του υπέρτατου ανθρώπινου έννομου αγαθού, ήτοι αυτού της υγείας. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τόσο η κυκλοφορία φαρμακευτικού προϊόντος χωρίς η ποιότητα του να υποστεί έλεγχο από το αρμόδιο επιστημονικό τμήμα όσο και η παρουσία απαγορευμένων ουσιών στην κυπριακή κοινωνία θέτουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Τέτοια αδικήματα ενέχουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Η χρήση τους καταστρέφει την υγεία των χρηστών ενώ οι επιπτώσεις που προκαλούνται κυμαίνονται από σοβαρότατες έως θανατηφόρες. Τα Δικαστήρια επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία στην προστασία της ανθρώπινης ζωής αντιμετωπίζοντας τέτοιες περιπτώσεις με τη δέουσα σοβαρότητα. Η σοβαρότητα αυτή επιδεικνύεται έμπρακτα με την επιβολή αυστηρών ποινών αποτρεπτικής φύσεως. Η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίον κατέχονται οι απαγορευμένες ουσίες είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τον καθορισμό της ποινής. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω θα προχωρήσω με τη διεργασία της επιμέτρησης της ποινής. Προς όφελος του Κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
(1)την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου
(2)το λευκό ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του (71 ετών)
(3)τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις, όπως αυτές έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο του
(4)To ότι η εισαγωγή των συγκεκριμένων σκευασμάτων έγινε καθαρά και μόνο για αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του Θα ασχοληθώ τώρα με τη θέση της υπεράσπισης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Καταρχάς υπενθυμίζεται πως το αδίκημα έλαβε χώρα στις 26 Μαΐου του 2016 ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 08.05.2019 μετά που ο Κατηγορούμενος βεβαίως αφίχθηκε στην Κύπρο αφού απουσίαζε στο εξωτερικό. Καλείται όμως το Δικαστήριο σήμερα να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο με την πάροδο 7 ετών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Συνεπώς δεν μπορώ στην βάση των πιο πάνω να μην αποδεχθώ ως μετριαστικό παράγοντα και την πάροδο σημαντικού χρόνου από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλούμε να επιβάλω ποινή στον Κατηγορούμενο. Έχω υπόψη μου, το καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Όπως επίσης έχω υπόψη μου, ότι το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο, συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος. (Ιωάννου Σταύρος ν. Αστυνομίας.
(2011)2 Α.Α.Δ. 513). Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες του κατηγορουμένου, κρίνω ότι στην υπο εξέταση υπόθεση κατάλληλη ποινή είναι η χρηματική το ύψος της οποίας όμως θα αντικατοπτρίζει την σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει. Σημαντικός παράγοντας στην απόφαση μου αυτή είναι ο χρόνος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος για τον οποίο αναφορά γίνεται ανωτέρω. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλεται σε αυτόν η ακόλουθη ποινή: Στην 3η Κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €950 Το πιο πάνω ποσό έχοντας κατά νου ότι ο Κατηγορούμενος είναι συνταξιούχος θα καταβληθεί δια δόσεων (10 ισόποσων δόσεων) ύψους €95 ευρώ το μήνα με την πρώτη δόση να καταβάλλεται την 10η Οκτωβρίου 2023 με περίοδο χάριτος 3 ημερών και η επόμενη δόση κάθε 10η ημέρα επόμενου μήνα με την ίδια περίοδο χάριτος μέχρι πλήρους εξόφλησης. Τυχόν παράληψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρος αυτής θα καθιστά ολόκληρο το ποσό (μείον το ποσό που έχει ήδη πληρωθεί) άμεσα πληρωτέο και απαιτείτο. Τα Τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ) .............................. Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο