← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. LUKE THIRKILL, Αρ. Υπόθεσης: 8493/23, 20/9/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. LUKE THIRKILL, Αρ. Υπόθεσης: 8493/23, 20/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8493/23 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. LUKE THIRKILL Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20.09.2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για Κατηγορούμενο : κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος : παρών ΠΟΙΝΗ (δοθείσα αυθημερόν) Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας ο Κατηγορούμενος στις 8 Ιουνίου του 2015 προκάλεσε παράνομα βαριά σωματική βλάβη στον Χαράλαμπο Αντωνίου από την Γεροσκήπου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής δεν έχουν αμφισβητηθεί και βρίσκονται καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Αυτά λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψη τους. Καταλήγοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Aγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου ο κ. Σιαηλής ήταν σε θέση όπως βεβαίως δήλωσε και έπραξε να εκθέσει το σύνολο των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών περιστάσεων του πελάτη του έτσι δεν ζητήθηκε η ετοιμασία Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας προς το σκοπό αυτό. Να υπενθυμιστεί ότι στην Τηλεμάχου Τηλέμαχος ν. Αστυνομίας

(2000)2 ΑΑΔ 701 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ''τέτοια έκθεση είναι επιθυμητό να ετοιμάζεται στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών (Βλ. Stylianou and Others v. Republic
(1961)C.L.R. 265, Attorney-General v. Stavrou and Another
(1962)C.L.R. 272) και στις υποθέσεις Κακουργιοδικείου. Κατά τα άλλα εναπόκειται στον ίδιο τον κατηγορούμενο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ελαφρυντικά που θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.'' Ο κ. Σιαηλής τόνισε την άμεση παραδοχή και απολογία του πελάτη του, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις ενώ τέλος κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας αυτή να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα ένεκα και του χρόνου που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή (8 χρόνια). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης διέπεται από το άρθρο 231 του Κεφ. 154 το οποίο σε περίπτωση καταδίκης προβλέπει ποινή φυλάκισης επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές. Δεν παραγνωρίζω φυσικά το γεγονός ότι η υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά μετά από συγκατάθεση που δόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, το αδίκημα αυτό είναι σοβαρό επειδή ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα. Με την άσκηση βίας από ένα άτομο σε άλλο δημιουργούνται αισθήματα φόβου και ανασφάλειας, ενώ καταρρακώνεται η προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του θύματος. Είναι αδίκημα που πλήττει το θεμελιώδης ανθρώπινο αδίκημα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύει την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Τέτοια συμπεριφορά δεν είναι ανεκτή και δεν έχει χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο Νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει τον Νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπό του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου, έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να επιλύουν τις διαφορές και διαφωνίες τους και να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Η Νομολογία υποδεικνύει ότι τέτοια κρούσματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα από τα Δικαστήρια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2011), 2 Α.Α.Δ. 95, το Ανώτατο Δικαστήριο, εκφράζοντας την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπό του, υπέδειξε την εφαρμογή αυστηρής προσέγγισης στις περιπτώσεις επίθεσης με χρήση βίας, μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004), 2 Α.Α.Δ. 504. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Mehmet Urgur v. Αστυνομίας
(2012), 2 Α.Α.Δ. 189: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής». Παραπέμπω ακόμη στο κυπριακό σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση του κ. Γ. Πική στη σελίδα 104, στο οποίο αναφέρονται ότι φαινόμενα βίας αποτελούν σοβαρά αδικήματα μεγάλης βαρύτητας, τα οποία πρέπει να αναχαιτιστούν προκειμένου να διασφαλιστεί το υπέρτατο αγαθό που είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής στην κυπριακή κοινωνία. Δυστυχώς η αυξητική τάση που παρατηρείται στη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιόν μου, είναι ένα στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητά του και την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπισή του. Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά κατατάσσουν το αδίκημα αυτό σ' αυτά που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Σαφώς ένα αδίκημα που είναι σοβαρό και διαπράττεται με συχνότητα χρήζει αυστηρής αντιμετώπισης από το Δικαστήριο. Θεώρηση της Νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Παραπέμπω στις υποθέσεις Urgur Mehmet ν. Αστυνομίας
(2012), 2 Α.Α.Δ. 189, Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2007), 2 Α.Α.Δ. 414, Νικολάου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 41/2016, ημερομηνίας 14.04.2016, Kesov Nikos και άλλος ν. Αστυνομίας
(2012), 2 Α.Α.Δ. 348, Σακαρίδης και άλλος ν. Αστυνομίας
(2011), 2 Α.Α.Δ. 272. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω θα προχωρήσω με τη διεργασία της επιμέτρησης της ποινής. Προς όφελος του Κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
(1)την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου
(2)το λευκό ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του (36 ετών)
(3)τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις, όπως αυτές έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο του Θα ασχοληθώ τώρα με τη θέση της υπεράσπισης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Καταρχάς υπενθυμίζεται πως το αδίκημα έλαβε χώρα στις 08 Ιουνίου του 2015 ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 19.09.2023. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο λόγος της καθυστέρησης αυτής ήταν η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου το οποίο εκτελέστηκε μόλις στις 18.09.2023 αφού ο Κατηγορούμενος δεν διαμένει μόνιμα στην Κύπρο αλλά στο Ηνωμένο Βασίλειο, καλείται όμως το Δικαστήριο σήμερα να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο με την πάροδο 8 ετών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Συνεπώς δεν μπορώ στην βάση των πιο πάνω να μην αποδεχθώ ως μετριαστικό παράγοντα και την πάροδο σημαντικού χρόνου από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλούμε να επιβάλω ποινή στον Κατηγορούμενο. Έχω υπόψη μου, το καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Όπως επίσης έχω υπόψη μου, ότι το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο, συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος. (Ιωάννου Σταύρος ν. Αστυνομίας.
(2011)2 Α.Α.Δ. 513). Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτοί δεν είναι ικανοί έτσι ώστε να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητικής της ελευθερίας ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την φύση του αδικήματος που αυτός έχει διαπράξει. Επαναλαμβάνω πως το αδίκημα και οι περιστάσεις διάπραξης του είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Σε περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων όπου επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλεται σε αυτόν η ακόλουθη ποινή: Στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα του αδικήματος και των περιστάσεων διάπραξης του έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Δεν μπορώ όμως να μην λάβω υπόψη μου το γεγονός ότι καλούμε να επιβάλω ποινή στον Κατηγορούμενο πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώο μετά την πάροδο 8 ετών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Επίσης και το λευκό του ποινικό μητρώο συνηγορεί στο να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο εκτός φυλακών να αποδείξει ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και δεν θα διαπράξει άλλα αδικήματα στο μέλλον. Συνεπώς έχοντας κατά νου τα πιο πάνω διατάζω την αναστολή της ποινής που του επέβαλα. Επεξηγούνται σε αυτόν οι συνέπειες της αναστολής. (Υπ) .............................. Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.