← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σταύρος Ηρακλέους, Αρ. Υπόθεσης: 1807/23, 19/9/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σταύρος Ηρακλέους, Αρ. Υπόθεσης: 1807/23, 19/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1807/23 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Σταύρος Ηρακλέους Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Γ. Σιαηλή Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις πιο κάτω κατηγορίες: 1) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 ( 5η κατηγορία) 2) Κλοπή από Κατοικία, κατά παράβαση του άρθρου 20, 21, 255 και 266(β) του Κεφ.

  1. (7η κατηγορία) 3) Διάρρηξη κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας, κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292(α) του Κεφ.
  2. (8η κατηγορία) 4) Κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση του άρθρου 255 και 266(β) του Κεφ. 154 (9η κατηγορία) 5) Κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία, κατά παράβαση των άρθρων 20,21 και 296(γ) του Κεφ.
  3. (10η κατηγορία) 6) Κάλυψη προσώπου με προσωπίδα με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(ε) του Κεφ.
  4. (11η κατηγορία) Σημειώνω ότι όσον αφορά τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 6 που αφορούσαν κατηγορίες διαρρήξεων και κλοπών, αυτές έχουν διακοπεί. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι ουσιαστικά ως περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, τις οποίες ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος, τις υιοθέτησε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 17-19/02/2023 , συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή το αδίκημα που περιγράφεται στην 7η κατηγορία, αυτό δηλαδή της κλοπής από κατοικία. Τώρα σε σχέση με τις λεπτομέρειες της 7ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 17-19/02/2023, μαζί με άλλο πρόσωπο, έκλεψαν από κατοικία μια τηλεόραση αξίας €800= και μια τηλεόραση αξίας €600 περιουσία συγκεκριμένου προσώπου από την Πάφο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος στις 10/02/023, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία συγκεκριμένου προσώπου και διέπραξε το αδίκημα της κλοπής (κατηγορία 8). Από τη συγκεκριμένη κατοικία έκλεψε διάφορα αντικείμενα, συνολικής αξίας €594=, περιουσία συγκεκριμένου προσώπου από τη Γερμανία (Κατηγορία 9) Περαιτέρω κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 8η κατηγορία, είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά όργανα κατά τη διάρκεια της νύκτας, δηλαδή φανάρι, γάντια και κατσαβίδι με μαύρη χειρολαβή, χωρίς νόμιμη δικαιολογία, με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος (10η κατηγορία). Περαιτέρω σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 11ης κατηγορίας, κατά την 10/02/2023, είχε το πρόσωπο του καλυμμένο με προσωπίδα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Τέλος σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων διατάχθηκε από το Δικαστήριο η ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης ημερομηνίας 11/09/2023 (Έγγραφο 1) ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 ετών , άγαμος , πατέρας ενός ανήλικου παιδιού , ο οποίος γεννήθηκε στην Λεμεσό, όμως μεγάλωσε στην Επαρχία Πάφου. Είναι το μεγαλύτερο παιδί πενταμελούς οικογένειας. Ο κατηγορούμενος έχει δυο μικρότερα αδέρφια 18 και 17 ετών. Άρχισε να προβαίνει σε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών (κάνναβη και κρύσταλ) σε ηλικία 16 ετών, με αποτέλεσμα οι οικογενειακές του σχέσεις να διασαλευτούν. Ενώ ήταν ακόμα ανήλικος, μετακινήθηκε σε βοηθητική κατοικία κοντά στο πατρικό του, ώστε να αποφεύγονται οι εντάσεις με τους γονείς του. Ολοκλήρωσε το λύκειο σε ηλικία 18 ετών και ακολούθως, κατατάγηκε ως Εθνοφρουρός. Παράλληλα με τις σπουδές του, εργαζόταν ως μηχανοδηγός στην εργοληπτική εταιρεία του πατέρα του και για κάποιο διάστημα και ως νυχτοφύλακας σε ιδιωτική εταιρία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Τα τελευταία δυο χρόνια, παραμένει εκτός εργασιακού πλαισίου, γεγονός το οποίο τον οδήγησε σε παραβατική συμπεριφορά για να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες. Από 16 ετών, διατηρούσε δεσμό και από την σχέση τους απέκτησαν ένα γιό, σήμερα 3,5 ετών. Η οικογένεια συμβίωνε στην ιδιόκτητη κατοικία του κατηγορούμενου στα Μανδριά μέχρι πριν 2 χρόνια. Η συμβία του έφερε αντιρρήσεις για την δική του αντικοινωνική συμπεριφορά, λόγω της ουσιοεξάρτησης , με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο χωρισμό. Παρά τον χωρισμό τους διατηρούν καλές σχέσεις για χάρη του παιδιού τους και σήμερα δεν έχουν εκδοθεί οποιαδήποτε διατάγματα που να ρυθμίζουν την επικοινωνία με τον γιο του ή την καταβολή διατροφής. Ο κατηγορούμενος δηλώνει ότι είναι καθαρός από οποιεσδήποτε παράνομες ουσίες του τελευταίους 6 μήνες, γεγονός το οποίο οδήγησε στη βελτίωση των σχέσεων του με τους γονείς του. Τον Ιούλιο του 2023 εντάχθηκε στην κλειστή θεραπευτική κοινότητα «Αγία Σκέπη» όπου αποχώρησε θεληματικά έπειτα από μερικές ημέρες. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του, διατηρεί συνεργασία με τις Υπηρεσίας Ψυχικής Υγείας των φυλακών και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Εξέφρασε την επιθυμία για ένταξη σε ανοικτό πρόγραμμα απεξάρτησης, ώστε να επανασυνδεθεί με την οικογένεια του και να επαναδραστηριοποιηθεί επαγγελματικά. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:

(1)Την παραδοχή του.
(2)Την απολογία του.
(3)Το ότι ο κατηγορούμενος την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν χρήστης ναρκωτικών και βρισκόταν κάτω από μεγάλη εξάρτηση. Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με την υπεράσπιση, οδήγησε σε περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά, διαπράττοντας αδικήματα κατά της περιουσίας, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την δόση του. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών, όπως ανέφερε, δεν έγινε με σκοπό να διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα, αλλά είναι λόγω της χρήσης ναρκωτικών που τα διέπραξε.
(4)Υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερία αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες.
(5)Το ότι η παραβατική του συμπεριφορά άρχισε από τα δύσκολα εφηβικά του χρόνια αφού ένεκα της έλλειψης χώρου στην πατρική οικία, μετακόμισε σε δικό του χώρο στον οποίο δεν είχε αποτελεσματικό έλεγχο η οικογένεια του.
(6)Η κράτηση του ως υπόδικου στις φυλακές φαίνεται να έχει βελτιώσει την κατάσταση του.
(7)Το ότι προσπάθησε να ενταχθεί στο κέντρο απεξάρτησης «Αγία Σκέπη» και δεν τα κατάφερε, δεν τον σταμάτησε από το να συνεχίσει σε άλλα προγράμματα εντός των Κεντρικών Φυλακών, πράγμα που φαίνεται και από την εικόνα που παρουσιάζει ενώπιον του Δικαστηρίου.
(8)Το λευκό του ποινικό μητρώο.
(9)Η αποκόμιση οφέλους από τα αδικήματα που διέπραξε αφορούσε την χρήση ναρκωτικών και όχι την αποκόμιση μεγάλου οικονομικού οφέλους.
(10)Δεν επωφελήθηκε ο ίδιος όλη την αξία των κλοπιμαίων
(11)Είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού 3,5 ετών το οποίο τον ζητά επίμονα ένεκα των καλών σχέσεων που έχουν
(12)Την διαβεβαίωση που δίνει ότι στόχος και σκοπός του είναι να αλλάξει και να επανενταχθεί στην κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα ανέφερε ότι έχει επανασυνδεθεί με την πρώην συμβία του και μητέρα του παιδιού του και σκοπός του είναι να επανενωθεί η οικογένεια.
(13)Το ότι είναι κρατούμενος από τις 03/03/2023. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Σε σχέση με την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σε σχέση με την κατηγορία της κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση του άρθρου 255 και 266 (β) του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Σε σχέση με την διάρρηξη κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292(α) του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος, υπόκειται σε φυλάκιση δέκα ετών. Σε σχέση με την κατηγορία κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της νύκτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία κατά παράβαση του άρθρου 296(γ) του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Τέλος σε σχέση με το αδίκημα της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296(ε) του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. To γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, o οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, είναι, φυλάκιση μέχρι πέντε έτη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες συχνά καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου, μάλιστα πολλές από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων της διάρρηξης, κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις. Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά που διέπουν τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013 ημερ. 26.03.13, ποινή φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 23 ετών που διέπραξε 3 διαρρήξεις κατοικίας και 3 κλοπές από κατοικία σε διάστημα περίπου 6 μηνών μέσα από την οποία εγκληματική συμπεριφορά ερασιτέχνη αποκόμισε περιουσία σε τιμαλφή και μετρητά αξίας περίπου €64.000 χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο να επιστραφεί στους δικαιούχους, κατόπιν παραδοχής, λευκού ποινικού μητρώου, απολογίας και συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές και που στο μεταξύ δημιούργησε δεσμό και απέκτησε παιδί ηλικίας 2 ετών κατά την επιβολή της ποινής, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η ποινή σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυστηρή, όχι όμως έκδηλα υπερβολική υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Hussein v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 47 ετών και πατέρα πέντε ανήλικων παιδιών, λευκού ποινικού μητρώου-, των τεσσάρων χρόνων (σε κάθε μία από τις δέκα κατηγορίες που αντιμετώπισε, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για δεκαέξι συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα τριών χρόνων περίπου, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος €30.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, εφόσον τα κλαπέντα δεν ανευρέθηκαν. Στην υπόθεση Nteni Bezanidis ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 57 και 58/2013 ημερ. 5/12/2013 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 3 ½ ετών σε υποθέσεις διαρρήξεων και μετά από παραδοχή και την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου για αντικείμενα που αφορούσαν €45.134,17 εκ των οποίων ανακτήθηκε το μεγαλύτερο μέρος αυτών. Περαιτέρω στην υπόθεση Ilie κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 180-182/2011 ημερ. 16.05.12, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών που επιβλήθηκαν σε 3 εφεσείοντες ηλικίας 54 ετών, πατέρα 2 παιδιών εκ των οποίων το ένα ανήλικο και με τη σύζυγο του να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, 21 ετών, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών και με τη σύντροφο του να εγκυμονεί και 33 ετών που εκ γενετής αντιμετωπίζει πρόβλημα με το δεξί του αυτί και πατέρα 3 ανηλίκων παιδιών, που διέπραξαν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας, διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτής το χρηματικό ποσό των €680 καθώς ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, στην κατοχή των οποίων εντοπίστηκαν μερικά από τα κλοπιμαία αντικείμενα, κατόπιν παραδοχής, δεν κρίθηκαν υπερβολικές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 32 ετών που διέπραξε 2 διαρρήξεις κατοικιών και κλοπές από αυτές όταν οι ιδιοκτήτες τους απουσίαζαν προσωπικών αντικειμένων και χρημάτων με μικρό μέρος των κλαπέντων αντικειμένων να ανευρίσκεται, λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής, μεταμέλειας, συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, άθλια οικονομική κατάσταση, χρήστη σκληρών ναρκωτικών που διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει χρήματα για τη δόση του ενεργώντας κάτω από τη φόρτιση συναισθημάτων, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Επιπλέον στην υπόθεση Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104 ποινές φυλάκισης 2 ετών και 2,5 ετών αντίστοιχα που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες ηλικίας 18 ετών και 38 ετών που μαζί με άλλους ομοεθνείς τους διέρρηξαν κατοικία εν καιρώ νυκτός από την οποία έκλεψαν Λ.Κ.£2.070 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κύπρου), $6.700 δολάρια Η.Π.Α. και άλλα χρηματικά ποσά σε νόμισμα Κίνας, Ινδονησίας και Βιετνάμ, από τα οποία κλαπέντα ποσά ανευρέθηκε μόνο το ποσό των Λ.Κ.£2.070, με λευκό ποινικό μητρώο, κατόπιν παραδοχής και χωρίς να είχε διωχθεί ο εγκέφαλος της διάπραξης των αδικημάτων, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως στην υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/12 ημερ. 28.03.13 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου κατά τη διάρκεια νύχτας και κλοπής μειώθηκε κατόπιν προβληματισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 15 μήνες. Μείωση ποινής φυλάκισης από δύο χρόνια σε δεκαπέντε μήνες, επί τω ότι, ο εφεσείων ενδεχόμενα να αντιμετωπιζόταν με μεγαλύτερη επιείκεια εάν η υπόθεση στην υπό κρίση έφεση, λαμβανόταν υπόψη σε εκδίκαση προηγούμενης ποινικής υπόθεσης από Επαρχιακό Δικαστήριο. Μετά που απολύθηκε από τις κεντρικές φυλακές, όπου είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης, η οποία όμως δεν αποτελούσε προηγούμενη καταδίκη, σύμφωνα με τη δήλωση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, συνελήφθηκε και αντιμετώπισε τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα έφεση. Το Ανώτατο Δικαστηριο ανέφερε ότι ο εφεσείων ενδεχόμενα να αντιμετωπιζόταν με μεγαλύτερη επιείκεια εάν η παρούσα υπόθεση λαμβανόταν υπόψη στην Υπόθεση 3470/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ( HUSEYIN VEDAT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Π.Ε. 142/12 ημερ. 22.11.12 2ΑΑΔ 787) επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ύψους 18 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κλοπής χρηματικού ποσού ύψους €370 ευρώ. Η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή ήταν αυτή των 3 ετών. Στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προηγούμενη διαγωγή του Εφεσείοντα και ότι αυτός ουσιαστικά δεν είχε ανταποκριθεί στην επιείκια που του είχε δοθεί αφού βαρύνετο με τρείς προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα εκ των οποίων στη μία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ύψους 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε επίσης στην απόφαση του, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα ο οποίος είχε οικογενειακές υποχρεώσεις αφού είχε αποκτήσει 5 παιδιά δεν μπορούσαν από μόνες να καθορίσουν υπερβολικότητα στην ποινή. Όσον αφορά το γεγονός ότι τα κλαπέντα είχαν επιστραφεί, αυτό σύμφωνα με το Εφετείο δεν αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αφού στη μία περίπτωση ο Εφεσείων είχε συλληφθεί από την αστυνομία επ' αυτοφώρο. Σε σχέση με τις κατηγορίες κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων, στην υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 278, επικυρώθηκε ποινή φυλάκιση 12 μηνών για κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων σε άτομο 18 ετών, λευκού ποινικού μητρώου που μαζί με την κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής. Στην υπόθεση MICHAL BUKOWSKI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2011)2 ΑΑΔ 92, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός την οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν μαζί με κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, απόπειρας κλοπής, κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία και εγκληματικής επέμβασης. Οι εφεσείοντες οι οποίοι ήταν Πολωνοί υπήκοοι, ζούσαν και εργάζονταν στην Κύπρο ως οικοδόμοι. Ο κατηγορούμενος 1, ήταν ηλικίας 23 ετών και ο κατηγορούμενος 2 ηλικίας 32 ετών και ήταν παιδί διαλυμένης οικογένειας. Και οι δυο κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Το Εφετείο επεσήμανε, ότι αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που επιβάλλει τη, διά μέσου και των ποινών, αποτροπή τους. Το Δικαστήριο θεώρησε τη συμπεριφορά των εφεσειόντων να στρέφεται εναντίον όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας αλλά και της έννομης τάξης, γενικά. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος καταπάτησε κατάφωρα το συνταγματικό δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας των παραπονουμένων, επιδεικνύοντας ασέβεια και θράσος. Τέτοια συμπεριφορά μόνο καταδικαστέα μπορεί να είναι. Επίσης λαμβάνεται υπόψη η ταλαιπωρία και ανησυχία που προφανώς προκλήθηκε στους παραπονούμενους ως αποτέλεσμα της δράσης του κατηγορουμένου αλλά και το γεγονός ότι δεν φαίνεται ποτέ να εντοπίστηκαν τα κλοπιμαία και να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής:
(1)Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15).
(2)Την απολογία του.
(3)Τη μεταμέλεια του, όπως αυτή επιδεικνύεται εμπράκτως με την παραδοχή του στο Δικαστήριο στις κατηγορίες που τελικά αντιμετωπίζει.
(4)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, στο βαθμό που αυτές μπορούν να ληφθούν υπόψη σε τέτοιου είδους κατηγορίες, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης. Την ίδια στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Ταυτόχρονα κατανοώ ότι ο κατηγορούμενος ήταν αντιμέτωπος και με οικονομικά προβλήματα. Αλλοίμονο όμως όποιος βρίσκεται σε άσχημη οικονομική κατάσταση να προβαίνει σε διαρρήξεις και κλοπές περιουσίας συμπολιτών του. Όπως τονίστηκε στις υποθέσεις Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13, Mixaylov και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94-96/2011 ημερ. 30.03.12 και Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42, τα οικονομικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και/ή αντιμετωπίζει δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων, όπως στην παρούσα, εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών.
(5)Το λευκό του ποινικό μητρώο.
(6)H ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το δικαστήριο να λάβει υπόψη και το ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών γεγονός το οποίο τον οδήγησε ουσιαστικά και στη διάπραξη των αδικημάτων. Δέχομαι ότι ο εθισμός προφανώς του κατηγορουμένου από την χρήση ναρκωτικών πιθανόν να τον έστρεψαν προς την κατεύθυνση των διαρρήξεων και των κλοπών, παράμετρο την οποία δεν παραγνωρίζω. Σίγουρα λαμβάνεται υπόψη, το γεγονός ότι ενδεχομένως ο κατηγορούμενος να ενεργούσε κάτω από τη φόρτιση των συναισθημάτων για εξασφάλιση ναρκωτικών, πλην όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό ελαφρυντικό υπό τις περιστάσεις, (βλ. Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.587 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397). Επίσης, η πρόθεσή του να υποβληθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης στις κεντρικές φυλακές, επικροτείται από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, εάν ο κατηγορούμενος καταφέρει να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά, ο πρώτος που θα ωφεληθεί θα είναι ο ίδιος. Όπως έχει νομολογηθεί, σε σχέση με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν έχει μόνο το αν ο χρήστης τελικά απέτυχε ή όχι, αλλά το αν προσπάθησε και πως και, όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει.» Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη την πρόθεσή του να υποβληθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης, παρά την αρχική αποτυχία της πρώτης του προσπάθειας σε πρόγραμμα απεξάρτησης στην Αγία Σκέπη.
(7)Όσον αφορά το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου αυτό αποτελεί ένα επίσης σημαντικό μετριαστικό παράγοντα, τον οποίο έχει υπέρ του ο κατηγορούμενος και τον οποίο λαμβάνω υπόψη. Δεν αποτελεί όμως πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του το είδος της ποινής. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50).
(8)Την υπόσχεση του ότι μετά την αποφυλάκιση του θα επιστρέψει αναμορφωμένος στην οικογένεια του.
(9)Το γεγονός ότι τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης από την 03/03/
  1. Τέλος παρόλο ότι δεν υπήρξε όφελος επί του συνόλου της κλαπείσας περιουσίας όπως η υπεράσπισής εισηγήθηκε, τουλάχιστον για την 7η κατηγορία, ένεκα και της εμπλοκής τρίτου προσώπου, εντούτοις προκύπτει ότι υπήρξε προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως προφανώς ανατράπηκε με τη σύλληψη του. Καθοδηγούμενος από την σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης τέτοιων αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 8 μηνών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 8 μηνών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 18 μηνών 9η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 8 μηνών 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 11η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από την παράνομη δράση του κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη επικίνδυνων αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς της νομοθεσίας. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Νοείται ότι στην έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 03/03/23. (Υπ.) ...................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.