Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. THI LAN LE κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4107/23, 9/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 4107/23 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- THI LAN LE
- ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 09 Ιουνίου 2023 Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για κατηγορούμενη 1: κος Γ. Ηλιάδης Κατηγορούμενη 1 : Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΚΡΑΤΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ 1 Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει συνολικά δυο κατηγορίες οι οποίες αφορούν: 1) Παράνομη παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των Άρθρων 2,
(6)
(1)(κ) και 19 (λ), 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 2) Παράνομη απασχόληση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ) και 20 του Περί αλλοδαπών και μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.
- Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση της Κατηγορουμένης 1, εδράζεται στον κίνδυνο μη προσέλευσης της Κατηγορουμένης 1 στη δίκη. Προς υποστήριξη του λόγου αυτού, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή (Τεκμήριο Α). Επίσης ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τη σοβαρότητα των πιο πάνω αδικημάτων, τονίζοντας ουσιαστικά ταυτόχρονα ότι αυτή βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο και οι αιτήσεις στις οποίες έχει προβεί για νομιμοποίηση της παραμονής της στη χώρα έχουν μέχρι σήμερα όλες απορριφθεί. Τόνισε επίσης ότι εν όψει και της πιθανότητας καταδίκης και της ποινής η οποία προβλέπεται από το νόμο και σε συνάρτηση με τους δεσμούς που διατηρεί με την χώρα της θα πρέπει ουσιαστικά αυτή να παραμείνει υπό κράτηση. Ανέφερε επίσης ότι ακόμα και το γεγονός ότι βρίσκεται εντός της Δημοκρατίας για αρκετά χρόνια, αυτό δεν είναι ικανό να την αποτρέψει από το να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών. Όπως υποστήριξε, είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι παρά τα όσα αναφέρουν στις καταθέσεις τους οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ότι διαμένουν μαζί και ότι είναι αρραβωνιασμένοι και έχουν σκοπό να παντρευτούν, αυτό δεν μπορεί να ανταποκριθεί ουσιαστικά στην πραγματικότητα, καθώς εάν πράγματι ήταν ειλικρινείς θα το έπρατταν πολύ προηγουμένως και ότι αυτός ο ισχυρισμός χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για να συνεχίσει η κατηγορούμενη να μένει στην Κύπρο και να εργάζεται για λογαριασμό του κατηγορούμενου
- Το αίτημα για κράτηση της Κατηγορούμενης 1 προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου της. Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1, βρίσκεται στην Κύπρο από το 2009 μέχρι σήμερα, είναι λευκού ποινικού μητρώου και από το 2016 συζεί με τον Κατηγορούμενο 2 και όπως αναφέρει και στην κατάθεση της είναι αρραβωνιασμένη μαζί του και σκοπός τους είναι να συνάψουν γάμο. Με βάση τα πιο πάνω υποστήριξε ότι η Κατηγορούμενη έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία, ώστε να μην είναι απαραίτητη η κράτηση της, καλώντας ταυτόχρονα το Δικαστήριο να εφαρμόσει την αρχή ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, εκτός εάν υπάρχουν ικανοποιητικοί λόγοι για το αντίθετο. Διαφώνησε επίσης με την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων και υποστήριξε ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό δεν προκύπτει πουθενά ότι η κατηγορούμενη 1 είναι παράνομη στην Κύπρο. Τέλος εισηγήθηκε ότι η παρουσία της μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών όρων τους οποίους ανέφερε στο Δικαστήριο. Σε σχέση με την επιστολή ημερομηνίας 27/03/23 η οποία αναφέρεται στο κατηγορητήριο, όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου μετά την υποβολή αίτησης στην υπηρεσία ασύλου, αυτή κρίθηκε ως απαράδεκτη και της στάληκε η συγκεκριμένη απαντητική επιστολή, υποστήριξε ότι ουδέποτε την έχει λάβει η κατηγορούμενη 1, έτσι ώστε να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους και τη Νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης. Έχω μελετήσει, για σκοπούς του παρόντος αιτήματος, και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ως Τεκμήριο Α. Η απόλυση ή όχι ενός κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία πρέπει πάντοτε να ασκείται Δικαστικά. Ως γνωστό, το ενδεχόμενο κράτησης συναρτάται με οποιονδήποτε από τους τρεις πιο κάτω παράγοντες: (α) την πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη, (β) την πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, (γ) τη δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Όπως λέχθηκε στη Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 σελίδες 133, 134: «Η πιθανότητα μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη είναι ο βασικός παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης τους. Κατά τη στάθμιση του παράγοντα αυτού λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης του στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων και το ύψος της ποινής που προβλέπεται. Όμως ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και το μοναδικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, καθώς και η δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλοι οι παράγοντες, αλλά ένας ή περισσότεροι από αυτούς μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)CLR 50, Michael Apostolou Tsouka v. The Police
(1962)CLR 261). Κάθε παράγοντας θα πρέπει να εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Ακριβώς στην υπόθεση Κλεάνθης Γεωργίου Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 6248, ημερ. 10.1.1997 τονίστηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης των αδικημάτων για τα οποία κάποιος κατηγορείται, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη νομολογία.» Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει ένα αίτημα όπως αυτό της Κατηγορούσας Αρχής, είναι σημαντικό να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος εκτός εάν καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι, προσέγγιση που είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφ' όσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας ενός προσώπου. Ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στην πρόγνωση για το ενδεχόμενο μη προσέλευσης και υπαγωγής του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη (Χριστοδούλου κ.α. v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, Γιωργαλλίδης v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 526). Στη Θεοδωρίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 τονίστηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη. Το ίδιο και στην Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 A.A.Δ. 450, όπου λέχθηκε ότι: «Είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης.» Ομοίως στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 149 όπου το Εφετείο επισήμανε ότι όσο πιο μεγάλη είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και όσο πιο αυστηρή μπορεί να είναι η ποινή τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου στη δίκη. Ωστόσο έχει πλειστάκις τονιστεί από τη νομολογία ότι ο παράγων αυτός δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε να επενεργήσει από μόνος του και αυτομάτως στην κρίση του Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου. Παράλληλα με την εξέταση της πιθανότητας - κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, λαμβάνονται υπ' όψη παράγοντες, στοιχεία και δεδομένα που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και γενικότερα θέματα υγείας ((βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968), Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 444). Στην υπόθεση Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, υποδεικνύεται ότι «. σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησομένη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.» Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Σιδερένος κ.α.,
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν την σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Εκείνο που εξετάζεται είναι η πιθανότητα να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Ταυτόχρονα σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεχτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί του παραβάτη με την Κύπρο δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (Σάββα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 176/2017 ημερ. 20.09.17, Μαρκίδη και άλλος v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 50/2017 ημερ. 22.03.17, Φλεριανού v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 13/16 ημερ. 03.03.16 και Πολυδώρου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 114/16 ημερ. 07.07.16). Όπως ακόμη τονίστηκε στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 οι επιπτώσεις κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Παράλληλα λαμβάνεται υπ' όψη και ο χρόνος κράτησης υποδίκου, ο οποίος από μόνος του δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα αλλά θα πρέπει να αντιμετωπίζεται στο σύνολο του και ανάλογα να σταθμίζεται ως στοιχείο που θα δικαιολογούσε τυχόν διαφορετική προσέγγιση ως προς περαιτέρω κράτηση του, συνυπολογιζόμενος έτσι μαζί με όλες τις υπόλοιπες σχετικές παραμέτρους και δεδομένα της υπόθεσης (Houssein ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 34, Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Καλλή v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 114/2015 ημερ. 19.06.15 και xxx Shoaib v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 35/2020 ημερ. 14.04.20). Σε σχέση με τον κίνδυνο μη προσέλευσης , η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει από τις ποινές που προβλέπει ο νόμος. Όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία , ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 είναι σοβαρές ενόψει και τις γενικής προσέγγισης των Δικαστηρίων ως προς την αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών ως διαφαίνεται παρακάτω . Για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 σύμφωνα με το Κεφ. 105, αυτή υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα πoυ δεv υπερβαίvει τoυς δώδεκα μήvες ή σε πρόστιμο πoυ δεv υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύo τις πoιvές της φυλάκισης και τoυ πρoστίμoυ. Περαιτέρω όπως προκύπτει από μελέτη της νομολογίας, αδικήματα αυτής της μορφής, παρουσιάζουν έξαρση στον τόπο μας, αφού αποτελούν καθημερινό φαινόμενο με αλυσιδωτές επιπτώσεις. Δεν θα ήταν υπερβολή εάν έλεγα ότι το φαινόμενο αυτό προσλαμβάνει διαστάσεις επιδημίας στη χώρα μας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του Νόμου, οφείλουν να επιβάλουν αποτρεπτικές ποινές για την πάταξη του φαινομένου καθώς επίσης και για ευρύτερη προστασία της κυπριακής κοινωνίας από τις επιπτώσεις που παρατηρούνται. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Επίσης, στην υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231 τονίστηκε ότι η παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω προκύπτει ότι πρόκειται για σοβαρά αδικήματα που σε περίπτωση καταδίκης και σε συνάρτηση πάντα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις διάπραξης και τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, αναμένεται η επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το εγχείρημα αυτό περιορίζεται σε αντικειμενική πιθανολόγηση και τίποτε περισσότερο. Στο στάδιο αυτό δεν τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων ή οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα (M. Ashkar Ali κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 237-241/2019 και 28 & 29/2020 ημερ. 24.03.20, Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32 και Αργύρη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 195/2020 ημερ. 23.12.20). Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στην Καλλή ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου μόνο για σκοπούς του παρόντος αιτήματος. Θα αναφερθώ σε γενικές γραμμές στο εν λόγω μαρτυρικό υλικό. Σύμφωνα με την κατάθεση του Αστ. 1244 , την 01/06/2023 μετέβηκε μαζί με τον Λοχία 2459 σε καφενείο στο χωριό Σκούλι προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζεται παράνομα αλλοδαπή από το Βιετνάμ. Μετά από διακριτική παρακολούθηση 10 λεπτών, η κατηγορούμενη 1 διαπιστώθηκε ότι ασχολειτο με την καθαριότητα του καφενείου, σφουγγαρίζοντας το πάτωμα. Από έρευνα που έγινε διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω αλλοδαπή αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές ζητώντας να της παραχωρηθεί πολιτικό άσυλο. Η αίτηση της απορρίφθηκε στις 07/02/2018 και της αποστάληκε απαντητική επιστολή στις 01/03/
- Την ίδια ημέρα υπέβαλε προσφυγή στην αναθεωρητική αρχή προσφυγών εναντίον της απόφασης η οποία προσφυγη απορρίφθηκε στις 14/06/
- Στις 12/07/2019 υπέβαλε προσφυγή η οποία στις 21/01/2020 απορρίφθηκε λόγω απόσυρσης. Στις 24/11/2022 η κατηγορούμενη 1 υπέβαλε εκ νέου αίτηση στην υπηρεσία ασύλου η οποία κρίθηκε ως απαράδεκτη και της αποστάληκε απαντητική επιστολή στις 27/03/
- Ως εκ τούτου διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Ανακρινόμενη προφορικά ανέφερε ότι ξεκίνησε να εργάζεται στο εν λόγω καφενείο από τον Ιανουάριο του 2023 και αμείβεται με το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως. Στη συνέχεια και μετά την πάροδο πέντε λεπτών, προσήλθε στο μέρος ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος δήλωσε ότι είναι ο εργοδότης της όπου ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι είναι παράνομη ενώ ταυτόχρονα ανέφερε ότι την έχει γραμμένη στις κοινωνικές ασφαλίσεις και ότι έκανε επιστολή στον Υπουργό για να την εργοδοτήσει με κανονικό ωράριο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 01/06/2023, σε ερώτηση εάν έχει αντιληφθεί τις κατηγορίες για τις οποίες θα της γινόταν λήψη κατάθεσης , απάντησε «ναι το έκανα». Ανέφερε επίσης ότι ήρθε στην Κύπρο το 2009 . Όταν ήρθε στην Κύπρο εργαζόταν ως καθαρίστρια μέχρι το 2017 και το 2018 έκανε αίτηση για πολιτικό άσυλο το οποίο σύμφωνα με τα όσα αναφέρει τις το απέρριψαν (προφανώς οι αρμόδιες υπηρεσίες) πριν δυο μήνες (σημειώνεται ότι η κατάθεση της φέρει ημερομηνία 01/06/2023). Επίσης ανέφερε ότι κατά την περίοδο που περίμενε για απάντηση, δούλευε στο χωράφι λίγες ώρες την ημέρα αλλά όταν απορρίφθηκε το αίτημα της για άσυλο, σταμάτησε να εργάζεται οπουδήποτε. Αρνήθηκε ότι εργαζόταν στο καφέ του κατηγορούμενου 2 και ότι αυτός είναι ο αρραβωνιαστικός της και θα παντρεύονταν σύντομα. Σε υπόδειξη ότι ήταν παράνομη στο έδαφος της Κύπρου από τις 27/03/2023, απάντησε «Λυπάμαι γι' αυτό». Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, αυτός στην κατάθεση του ημερομηνίας 01/06/2023 αναφέρει ότι συζεί με την κατηγορούμενη 1 και σκοπεύουν να παντρευτούν . Στο καφενείο εργοδοτείται ο γιός του και την κατηγορούμενη 1 την εργοδοτεί για περίπου 4 μήνες για δουλειά στα χωράφια μόνο και δεν εργάζεται στο καφενείο. Πληρώνει περίπου 200 ευρώ το μήνα την κατηγορούμενη 1 και δεν γνώριζε όπως ανέφερε ότι αυτή ήταν παράνομη στο έδαφος της Δημοκρατίας από την 27/03/
- Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό, όπως αυτό παρουσιάζεται στο Τεκμήριο Α. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής ως πιο πάνω συνοπτικά εκτέθηκε, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο καταδίκης της Κατηγορουμένης 1 στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίζει χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Προς την πιο πάνω κατάληξή μου λαμβάνω υπόψη μου τις αναφορές του Αστ.1244 και την αναφορά του στο ιστορικό των αιτημάτων της τα οποία έχουν σύμφωνα με τον μάρτυρα απορριφθεί, και ειδικότερα την αναφορά στην απαντητική επιστολή ημερομηνίας 27/03/23 με βάση την οποία η κατηγορούμενη 1 ενημερώνεται ότι η αίτηση της κρίθηκε απαράδεκτη. Σημειώνω επίσης και τις αναφορές της ίδιας στον Αστ. 1244 στις οποίες του αναφέρει, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο ότι εργάζεται στο εν λόγω καφενείο από τον Ιανουάριο του 2023 και λαμβάνει το ποσό των 400 ευρώ το μήνα. Σημειώνω επίσης τις αναφορές στην κατάθεση της , στην οποία σε ερώτηση εάν έχει αντιληφθεί τις κατηγορίες για τις οποίες ανακρίθηκε , δήλωσε «Ναι το έκανα». Επίσης φαίνεται ότι με βάση την κατάθεση της ημερομηνίας 01/06/2023, παραδέχεται ότι γνώριζε περί τους δυο μήνες ότι η αίτηση για άσυλο είχε απορριφθεί και ότι μετά την απόρριψη της αίτησης της σταμάτησε να εργάζεται, αναφέροντας παράλληλα ότι δεν δούλευε στο καφενείο αφού ο ιδιοκτήτης είναι ο αρραβωνιαστικός της και θα παντρευτούν σύντομα. Σημειώνω επίσης ότι σε υπόδειξη ότι είναι παράνομη από τις 27/03/2023, απάντησε «Λυπάμαι για αυτό». Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι το μαρτυρικό υλικό που έχουν στα χέρια τους οι αστυνομικές αρχές και τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το οποίο και το μελέτησε στην όψη του, είναι αρκετό προς ενίσχυση της πιθανολόγησης για καταδίκη της κατηγορουμένης
- Ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου.» Σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το μαρτυρικό υλικό στα στάδιο αυτό και κατά πόσο αυτό είναι τέτοιο που να ικανοποιεί την προϋπόθεση της πιθανότητας καταδίκης, παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την Χριστόδουλος Νικήτα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 A.A.Δ. 54: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις . Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος Ως εκ τούτου, χωρίς να αγνοώ τις απόψεις της υπεράσπισης (Ευαγγέλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 108/19 και 109/19, απόφαση ημερομηνίας 02.10.2019), βρίσκω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης της κατηγορουμένης 1 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση της. Δεν μου διαφεύγουν οι τοποθετήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης αλλά και προβληματισμούς τους οποίους έθεσε, πλην όμως άπτονται της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, η οποία διεξάγεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο αυτό. Εξετάζοντας τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορουμένης 1 και γενικότερα τους δεσμούς της με την Κυπριακή Δημοκρατία, παρατηρώ τα εξής: (α) Κατάγεται από το Βιετνάμ. (β) Εισήλθε εντός της Δημοκρατίας το 2009 (γ) Διατηρεί όπως ανέφερε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 και είναι αρραβωνιασμένη. (δ) Και παρά το γεγονός ότι εντοπίστηκε σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας Αρχής να εργάζεται στο καφενείο του κατηγορούμενου 2 η ίδια δηλώνει στην κατάθεση της ότι πλέον δεν εργάζεται πουθενά ένεκα της απόρριψη της αίτησης ασύλου της και άρα δεν διαθέτει εργασία στην Κύπρο. (ε) Δεν φαίνεται να διαθέτει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο ή άλλους συγγενείς και παιδιά. Τα πιο πάνω στοιχεία με όλο το σεβασμό προς την πλευρά της υπεράσπισης δεν συνιστούν ισχυρές σχέσεις της Κατηγορούμενης 1 με την Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να θεωρείται απομακρυσμένο το ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής της είτε στο εξωτερικό είτε σε περιοχές μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Συνεπώς στην βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη μου πως η Κατηγορούμενη 1 δεν έχει στενούς δεσμούς με την Κύπρο και η πιθανότητα αυτή να εγκαταλείψει την Δημοκρατία είναι ορατός. Στην υπόθεση Mingxia Hua v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 152 η εφεσείουσα είχε αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, ο κύπριος σύζυγος της είχε υιοθετήσει τη θυγατέρα της που φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στην Λευκωσία και είχε αποκτήσει και αυτή κυπριακή υπηκοότητα, η ίδια διέμενε στην Κύπρο δέκα χρόνια και ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας εγγεγραμμένης στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην όμως αυτά δεν θεωρήθηκαν ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο ώστε να εξουδετερώσουν κάθε σκέψη της για διαφυγή στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κράτηση της από το πρωτόδικο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω στη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΧΧΧ SHOAIB v ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποιν. Έφεση 35/2020,14.4.20 ενώ η εισήγηση των συνηγόρων του Εφεσείοντα κινήθηκε γύρω από τη θέση ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας καθότι ο εφεσείων, ως αιτητής ασύλου, ως πρόσωπο δηλαδή το οποίο αιτείται προστασίας, με διαμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να εγκαταλείψει τη χώρα, το Εφετείο απέρριψε την εισήγηση αυτή και αποφάσισε ότι το επιχείρημα αυτό στερείται ερείσματος, όπως ορθά σημείωσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά σε σχετική νομολογία, , την LIBANOUS ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B301, Ποιν. Έφ. Αρ. 72/2019, ημερομηνίας 11/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:B301, αναφέροντας επίσης ότι το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος είναι αιτητής πολιτικού ασύλου δεν αναιρεί τον κίνδυνο διαφυγής του. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο εφεσείων δεν έχει οποιοδήποτε δεσμό με την Κυπριακή Δημοκρατία, στοιχείο το οποίο επίσης προσθέτει στον κίνδυνο διαφυγής, λαμβάνοντας υπόψη και τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται. Συνεπώς, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι είχε αποδειχθεί κίνδυνος φυγοδικίας, δεν μπορούσε να ανατραπεί. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω δεδομένα επενεργούν θετικά στην σκέψη της κατηγορουμένης 1 για φυγοδικία από μέρους της και κατ' επέκταση εύλογα αυξάνουν το κίνητρο της για φυγοδικία από μέρους της. Στην Δράκος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 449, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες που αφορούσαν σε απαγωγή και βιασμό ανήλικης. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση αφού έλαβε υπόψη του ότι «Η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο, απόπειρας διαφυγής του εφεσείοντος, προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει». Ακόμη όμως και να θεωρείτο ότι η κατηγορούμενη 1 διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο, σε συνάρτηση μάλιστα με τους όρους που έχει προτείνει να καταβάλει μέσω του κατηγορούμενου 2, δεν βρίσκω ότι αυτά τα δεδομένα αλλά και οι συνέπειες που θα έχει η κράτησή της μέχρι την ημερομηνία της δίκης της, είναι τόσο εξαιρετικά ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση ημερομηνίας 16.7.2019, Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 81/19 - 83/19, «Με μόνη την προσθήκη ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στις επισημάνσεις που έγιναν στις Φλεριανού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B136, Ποιν. Εφ. 13/2016 ημερ. 3.3.2016 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D154, Ποιν. Εφ. 14/2016 ημερ. 7.7.2016.» Για σκοπούς πληρότητας και μόνο να σημειώσω αυτό για το οποίο έγινε αναφορά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση Alam Alam ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 539 πως η ύπαρξη κατηγορίας για παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία όπως και στην υπό εξέταση υπόθεση δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για τον οποίο να διαταχθεί η κράτηση αφού είναι επίδικο θέμα και δεν μπορεί να εκλαμβάνεται επομένως ως δεδομένο. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στο γεγονός ότι υπάρχει παράνομη παραμονή βάσει της ίδιας της κατηγορίας για να διατάξει την κράτηση της Κατηγορούμενης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κράτηση της κατηγορουμένης 1 μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης της για τον λόγο που υποστηρίχτηκε επιτυγχάνει. Η κατηγορούμενη 1 να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημερομηνία ......... (Υπ.) ........................................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο