ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Βαλεντίνος Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 917/21, 1/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 917/21 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Βαλεντίνος Στεφάνου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 01 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Στεφάνου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 26 Δεκεμβρίου 2020 στην κατοικία που βρίσκεται στο Σκούλλι της Επαρχίας Πάφου, εξύβρισε τον Λούκα Λούκα από το Σκούλι με την λέξη «γαουρόσπορε», σε μη δημόσιο χώρο, κατά τρόπο που ήταν δυνατόν να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και να τον προκαλέσει να διαπράξει επίθεση. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις
(3)μάρτυρες κατηγορίας. Κατατέθηκε επίσης αριθμός Τεκμηρίων, όπως και παραδεκτά γεγονότα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Περαιτέρω, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε το πιο κάτω παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και συναφώς, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου: - Το τεκμήριο 6, το οποίο αποτελεί σχέδιο στο οποίο φαίνεται το τεμάχιο στο οποίο βρίσκεται η οικία του Κατηγορούμενου και το τεμάχιο στο οποίο βρίσκεται η κατοικία του παραπονουμένου ΜΚ1. Στο εν λόγω σχέδιο φαίνεται ότι η απόσταση μεταξύ των δυο τεμαχίων είναι 30 μέτρα και ο δρόμος που περνά μπροστά από τα δύο ακίνητα είναι δημόσιος. Προσαχθείσα μαρτυρία: Ο ΜΚ1 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος έδωσε σχετική κατάθεση την οποία υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 26/12/2020 και περί ώρα 19:00 και ενώ βρισκόταν στην οικία του, άκουσε μουσική να προέρχεται από το απέναντι σπίτι. Στο απέναντι σπίτι διαμένει σε τακτά χρονικά διαστήματα ο Κατηγορούμενος και κυρίως κατά τις ημέρες των γιορτών. Επειδή η μουσική ήταν δυνατή, φώναξε σε κάποιο άτομο που βρισκόταν εντός του σπιτιού και συγκεκριμένα έξω στη βεράντα να χαμηλώσουν τη μουσική. Η μουσική κατά διαστήματα χαμήλωνε και κάποτε ακουγόταν σε δυνατό τόνο. Κάλεσε τότε την αστυνομία και ήρθε στο μέρος μετά από πάροδο λίγης ώρας, χωρίς αργοπορία. Μετά την άφιξη της αστυνομίας, η μουσική δεν ακουγόταν καθόλου, αλλά ακούγονταν φωνές μεταξύ των ατόμων και διάφορα ουρλιαχτά. Όπως τον ενημέρωσε η αστυνομία, εντός της κατοικίας υπήρχαν οκτώ
(8)άτομα. Κάποιο από αυτά τα άτομα που βρισκόταν στο σπίτι, τον αποκάλεσε «γαουρόσπορο» και το όνομα αυτού ήταν Βαλεντίνος (ο Κατηγορούμενος), ο οποίος βρισκόταν στον χώρο της κατοικίας του. Ο ΜΚ1 εκείνη την στιγμή βρισκόταν στην αυλή της οικίας του. Το σπίτι του Βαλεντίνου βρίσκεται πάνω στο ύψωμα και διαχωρίζεται από τον δημόσιο δρόμο. Τα άλλα άτομα που είδε του είναι άγνωστα και δεν τα ξαναείδε. Στη συνέχεια και μετά την πάροδο μιας ώρας, άκουσε δυνατές φωνές εντός του χώρου του σπιτιού του Κατηγορούμενου και κάποιον να φωνάζει «Λούκα τζιοιμήθου» και συγκεκριμένα «Πήαινε πέσε, μαμμόθρεφτε. Μάμα πάμε να πέσουμε, γαουρόσπορε». Την στιγμή αυτή, βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού του και δεν γνωρίζει ποιος είπε τα πιο πάνω αφού δεν τον είδε. Η μουσική εξακολουθούσε μετά να ακούγεται δυνατά μέχρι τις 12:30 τα μεσάνυχτα. Μετά τις συστάσεις της αστυνομίας κάποιοι μετά την πάροδο κάποιων λεπτών, δυο άτομα, έβηχαν έξω από το σπίτι του ΜΚ1 και βρίσκονταν μέσα στον δρόμο. Ακολούθως ο ένας εκ των δύο τον χαιρέτησε και τον ρώτησε εάν έκανε φασαρία και τον αποκάλεσε «Πουστοπεζέβεγκε». Τους δυο αυτούς άντρες δεν τους γνωρίζει και δεν τους ξαναείδε. Περαιτέρω, στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην βεράντα του όταν τον εξύβρισε και ο ίδιος στην αυλή του η οποία είναι ακριβώς απέναντι, πέντε μέτρα και τους χωρίζει δημόσιος δρόμος της κοινότητας. Βρίσκονταν σε απόσταση όπως ανέφερε περί τα 5 με 6 μέτρα και τον έβλεπε όταν τον εξύβρισε, προσδιορίζοντας ότι αυτό έγινε περί τις 22:00 - 22:30 το βράδυ, όμως υπήρχε περιμετρικός φωτισμός αλλά και φωτιστικό στο ταβάνι της βεράντας του Κατηγορούμενου. Παρούσα ήταν και η μητέρα του όπως υποστήριξε αλλά του είπε ο αστυνομικός να μην την φέρουν να μαρτυρήσει καθώς είναι ηλικιωμένη. Στο σημείο επίσης ανέφερε ότι βρίσκονταν δέκα αυτοκίνητα. Καθορίζοντας χρονικά την εξέλιξη των γεγονότων, όπως αυτός τα επικαλείται, ανέφερε ότι στις 22:10 ήρθε η Αστυνομία και μετά την πάροδο 10 λεπτών βγήκαν έξω και φώναζαν τα άγνωστα πρόσωπα «Μαμμόθρεφτε, πήαινε πέσσε. Μάμα, πάμε να πέσουμε» και μετά από δύο λεπτά φώναξε και ο Κατηγορούμενος, αφού ήταν μαζί τους. Μετά ακολούθησε το επεισόδιο που τον αποκάλεσαν «πουστοπεζέβεγκε». Η Αστυνομία ήρθε τρεις φορές και έγινε η ώρα 01:10 μετά τα μεσάνυχτα. Ο λόγος, όπως ανέφερε, που κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στην Αστυνομία, ήταν διότι έβαζε μουσική και συνέχιζαν μέχρι τις 01:30 και αφού μετά που ήρθε η αστυνομία τρεις φορές στο χώρο του είπε η αστυνομία να πάει να κάνει γραπτή καταγγελία. Επανέλαβε ότι ήταν και η μητέρα του παρούσα κατά το πρώτο περιστατικό που φώναζαν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε , αλλά όταν το ανέφερε στον Αστυνομικό αυτός ούτε ήθελε να ακούσει σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας. Επίσης ανέφερε ότι ο αστυνομικός ήταν εριστικός και προκλητικός. Ανέφερε επίσης ότι δεν είναι η πρώτη φορά που έγιναν αυτά αφού και στο παρελθόν όπως ανέφερε ερχόταν και ο πατέρας της συνηγόρου υπεράσπισης μιας και είναι συγγενείς. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε που βρισκόταν την ημέρα εκείνη, που ήταν η επόμενη των Χριστουγέννων και ανέφερε ότι βρισκόταν στην Πόλις Χρυσοχού και ήρθε σπίτι του για να κοιμηθεί. Ήρθε σπίτι του στις 20:00 και αυτοί σύμφωνα με ενημέρωση που έλαβε από τη μητέρα του, είχαν μαζευτεί στο σπίτι στις 19:
- Σε υπόδειξη ότι εάν υπήρχε τόσο δυνατή μουσική, δεν θα μπορούσε να ακούσει αυτός που του φώναξε για να χαμηλώσει τη μουσική (8η γραμμή της κατάθεση του), απάντησε ότι το πρόσωπο αυτό βρισκόταν πάνω στη βεράντα και ήρθε στην κατοικία του πατέρα της συνηγόρου υπεράσπισης για να πιάσει πράγματα και μάλιστα όπως υποστήριξε εκεί βρισκόταν και η συνήγορος υπεράσπισης και ο άντρας της. Απέδωσε επίσης στη συνήγορο υπεράσπισης ότι βρισκόταν εκεί και έτρεξε να μπει στο σπίτι του πατέρα της για να «γλιτώσει το πρόστιμο», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Την αστυνομία την κάλεσε περί τις 21:30 και ήρθαν στις 22:
- Σε ερώτηση ως προς το ποιος αστυνομικός ήρθε στο σημείο, ανέφερε ότι δεν θυμάται το όνομα του και ο άλλος ήταν ένας Λοΐζος ΧΧΧΧΧΧΧ. Ανέφερε επίσης ότι η αστυνομία ήρθε τρεις φορές. Τη δεύτερη φορά ήρθαν κατά ή περί την 23:
- Σε υπόδειξη ότι δεν αναφέρει στην κατάθεση του ότι η αστυνομία ήρθε τρεις φορές, ανέφερε ότι το είπε του Αστυνομικού αλλά δεν το έγραψε στην κατάθεση του, τον οποίο τον κατάγγειλε και στην Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων της Αστυνομίας. Υποστήριξε επίσης ότι υπήρχε στον χώρο και ένα αυτοκίνητο με ξένους αριθμούς εγγραφής και το οποίο άνηκε σε κάποιο Ιάκωβο από την Λευκωσία. Πέρασε καιρός και αναζητούσαν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο και κατάγγειλε τον αστυνομικό πολλές φορές μέχρι να βρουν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Σε σχέση με την καταγγελία του, ανέφερε ότι πήρε απάντηση ότι δεν εντοπίστηκε κάτι μεμπτό εναντίον του Αστυνομικού που κατήγγειλε. Σε υπόδειξη ότι δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε εναντίον του αστυνομικού που κατήγγειλε γι' αυτό δεν προχώρησε οτιδήποτε, απάντησε ότι έστειλε την φωτογραφία του αυτοκινήτου, ο κάτοχος του οποίου τον αποκάλεσε «πουστοπεζέβεγκε», όμως δεν τον βρήκαν ούτε τον έφεραν, παρά το ότι τον αναγνώρισε όταν μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο με τους συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής. Του υποδείχθηκε ότι προηγουμένως ανέφερε ότι χρονικά πρώτα τον έβριζαν κάποια άτομα και μετά τον έβρισε ο Κατηγορούμενος με την φράση γαρουρόσπορε και συμφώνησε. Σε υποβολή ότι ψεύδεται αφού ουσιαστικά η σειρά των ισχυριζόμενων γεγονότων στην κατάθεση του είναι διαφορετική, επικαλέστηκε την πάροδο χρόνου. Ερωτηθείς πως μπόρεσε να καταλάβει ότι ήταν ο Κατηγορούμενος, υποστήριξε ότι καταλαβαίνει τη φωνή του. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εντός της κατοικίας του καθώς ήταν χειμώνας και δεν τον είδε, απάντησε: «Ήταν έξω, είχε ψησταριά έψηναν σούβλες. Βάρτα λουκάνικα πάνω, γαουρόσπορο». Ερωτηθείς από το Δικαστήριο εάν του είπε έτσι απάντησε καταφατικά. Στη συνέχεια ερωτηθείς γιατί να του πει «Βάρτα λουκάνικα πάνω», απάντησε «δεν είναι εμένα που ελάλε, εν του φίλου του, αλλά βάρτα λουκάνικα πάνω, γαουροσπορο και επέμενε, είπε το τρεις φορές». Αυτά όπως ανέφερε συμβαίνουν από το
- Σε ερώτηση για το πώς κατάλαβε ότι τον αφορούσε η φράση «γαουρόσπορε» , υποστήριξε ότι του φώναξε «Λούκα γαουρόσπορε». Σε υπόδειξη ότι δεν λέει κάτι τέτοιο στην κατάθεση του, ότι δηλαδή τον αποκάλεσε ονομαστικά, επέμενε ότι έτσι του είπε και μάλιστα κοίταξε προς το μέρος του, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι το είπε του αστυνομικού. Σε υποβολή ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο αφού αυτός βρισκόταν εντός του σπιτιού του όλη τη νύχτα, απάντησε με ερώτηση προς τη συνήγορο υπεράσπισης «Εσύ που το ξέρεις ότι ήταν, έψηναν σούβλες». ΜΚ2 ήταν ο Αστυφύλακας 3136, Κυριάκος Παύλου, ο οποίος ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, εργαζόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλις Χρυσοχού. Πήρε κατάθεση και κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο για το υπό εκδίκαση αδίκημα, ο οποίος απάντησε, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, πως «ότι έχει να πει, θα το πει στο Δικαστήριο». Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 4, την κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο. Υιοθέτησε και κατέθεσε την κατάθεση του ημερομηνίας 30/12/2020 η οποία καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 5 και στην οποία, αναφέρει τα πιο κάτω: Την 27/12/2020 και περί ώρα 02:00, του καταγγέλθηκε από τον ΜΚ1, ότι ενώ βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα της οικίας του, που βρίσκεται στο Σκούλι, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν στην οικία του, τον εξύβρισε με την φράση «Γαουρόσπορε». Ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι αιτία του περιστατικού ήταν ότι ο Κατηγορούμενος μετέδιδε μουσική και τον ενοχλούσε. Την 30/12/2020 κατέγραψε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και ο οποίος δεν απάντησε σε οτιδήποτε το ουσιώδες. Την ίδια ημέρα κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο και απάντησε πως, ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Επίσης ο ΜΚ1 του κατήγγειλε ότι τον εξύβρισαν με διάφορες φράσεις άγνωστα του άτομα για τα οποία ο ΜΚ2 έκανε διάφορες εξετάσεις για εντοπισμό τους αλλά δεν τα εντόπισε. Αναφέρθηκε στις ενέργειες τις οποίες έκανε συγκεκριμένα σχετικά με ένα αυτοκίνητο τύπου τζιπ το οποίο καταγγέλθηκε ότι βρισκόταν πλησίον της κατοικίας του Κατηγορούμενου και από έρευνες που έγιναν άνηκε σε πρόσωπο από χωριό της Επαρχίας Λευκωσίας και έφερε αγγλικούς αριθμούς εγγραφής και διαπιστώθηκε ότι ο ιδιοκτήτης του δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον συγκεκριμένο χώρο κατά τον επίδικο χρόνο. Η διερεύνηση για το εν λόγω όχημα προέκυψε αφού ο ΜΚ1 είχε κάνει παράπονο στην Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά την Αστυνομίας και ειδοποιήθηκε ο ΜΚ2 όπως διερευνήσει εάν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ενέχεται στην παρούσα υπόθεση. Ο παραπονούμενος ΜΚ1 έκανε παράπονο στην Αστυνομία ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο βρισκόταν εκεί τη συγκεκριμένη νύκτα και ότι πιθανόν να προέκυπταν τροχαία αδικήματα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το πρόσωπο που είχε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο υπό την ευθύνη του, ήταν στρατιωτικός και υπηρετούσε σε συγκεκριμένο στρατόπεδο και τεκμηριώθηκε η παρουσία του από τον Διοικητή του και το αυτοκίνητο του δεν είχε καμιά σχέση με τον συγκεκριμένο τόπο που έγιναν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Τέλος ανέφερε ότι πήγε και ο ίδιος στο μέρος και αυτό το αυτοκίνητο δεν το είχε δει κατά τον επίδικο χρόνο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει και τον Κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο, αφού αποδέχεται παράπονα στον σταθμό τα οποία υποβάλλονται από τον ΜΚ
- Ο ΜΚ1 κάνει παράπονα όχι μόνο για τον Κατηγορούμενο αλλά για άλλους και ο ίδιος δέχεται αρκετά από αυτά. Κάποιες από τις καταγγελίες για τις οποίες υπάρχουν εύλογες υποψίες, αυτές προωθούνται. Ένεκα των πολλών παραπόνων που δέχθηκε πήγε πολλές φορές στον χώρο της γειτονιάς. Προσδιόρισε την απόσταση των δυο κατοικιών στα 40 μέτρα και το σπίτι του Κατηγορούμενου είναι σε ύψωμα. Υποστήριξε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν μπορεί να δει όταν βρίσκεται στο σπίτι του ΜΚ1, ποιος βρίσκεται στο σπίτι του Κατηγορούμενου καθώς υπάρχουν εμπόδια. Όπως ανέφερε, λογικά ο ΜΚ1 δεν θα μπορούσε εάν βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του να δει από το σπίτι του κάποιον που βρίσκεται στο σπίτι του Κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος κάλεσε στην Αστυνομία γύρω στις 19:00 και τους είπε ότι βρισκόταν στο σπίτι του και τους ανέφερε ότι υπήρχε δυνατή μουσική. Πήγε τότε στην σκηνή για να διερευνήσει το περιστατικό και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οχληρία ούτε υπήρχε δυνατή μουσική. Μετέβη αμέσως μετά την υποβολή του παραπόνου, ήτοι μετά από 15-20 λεπτά. Εκείνη τη νύκτα πήγε στο σημείο δύο φορές. Όταν πήγε ο Κατηγορούμενος ήταν εντός της κατοικίας του και εξωτερικά στις βεράντες δεν υπήρχαν φώτα. Ούτε οποιοσδήποτε άλλος περίοικος τους εξέφρασε το οποιοδήποτε παράπονο. Ούτε κόσμος υπήρχε στο σημείο, ούτε περιπλανήθηκε κάποιος άλλος στο σημείο. Όταν έφτασε στο σημείο η συζήτηση που είχε με τον ΜΚ1, ήταν για να τους υποβάλει παράπονο ότι υπήρχε δυνατή μουσική. Κτύπησε το κουδούνι του Κατηγορούμενου και δεν είδε κάποιον να περιπλανιέται στον δρόμο. Όταν έφτασε στο σπίτι του ΜΚ1 ήταν μόνο αυτός εκεί και δεν είδε τη μητέρα του. Ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν ο δρόμος στο σημείο είναι ιδιωτικός. Επανεξεταζόμενος, ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ κτύπησε το κουδούνι ή φώναξε στον Κατηγορούμενο, ο οποίος άνοιξε την πόρτα της κύριας εισόδου και συνομίλησε μαζί του. Έβλεπε μέσα στο σπίτι του και αν υπήρχαν άλλα πρόσωπα θα τα έβλεπε. Ο παραπονούμενος ΜΚ1 είναι τον ίδιο που κατήγγειλε στην Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων εναντίον της Αστυνομίας. Ως ΜΚ3 κατέθεσε η κα Α. Χριστοδούλου, μητέρα του παραπονούμενου ΜΚ1 με τον οποίο διαμένουν μαζί στο χωριό Σκούλι. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ο οποίος είναι γείτονας τους στο Σκούλι. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ο Κατηγορούμενος έφερε ξένους στο σπίτι του και έκαναν σούβλες και έβαζαν το ράδιο όπως χαρακτηριστικά ανέφερε να παίζει, το οποίο ήταν τόσο έντονο που νόμιζε ότι γινόταν σεισμός. Ο γιος της λόγω της δυνατής μουσικής, βγήκε έξω από το σπίτι και ζήτησε από ένα πρόσωπο το οποίο ήταν στο σημείο να χαμηλώσει τη μουσική, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Τότε ο γιος της, ΜΚ1, κάλεσε την Αστυνομία λόγω της μουσικής. Μόλις ήρθε η Αστυνομία, οι μισοί από αυτούς έτρεξαν και πήγαν στο σπίτι της συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Η Αστυνομία ήρθε στις 22:00, μπήκε στο σπίτι τους και τους κάλεσε να σταματήσουν και αποχώρησαν. Στις 22:30 βγήκαν ξανά έξω και ξεκίνησαν να φωνάζουν «Ρε γαουρόσπορε» για τον γιο της. H ίδια δεν ανέφερε οτιδήποτε και συνέχισαν για πολλή ώρα. Όταν έφυγε η αστυνομία «αρκέψασιν ότι είναι γαουρόσπορος».Τους βλέπει όπως ανέφερε από το σπίτι της στη βεράντα τους. Ερωτηθείσα ως προς το ποιος άρχισε να εξυβρίζει, ανέφερε, «ο κύριος Βαλεντίνος τζιαί μετά τα κοπέλια που ήρταν μαζί τους εγώ γνώριζα κανέναν;». Όταν έφυγε η αστυνομία «φωνάζασιν, Ρε γαουρόσπορε, ρε γαουρόσπορε». Ανέφερε ότι γενικά δεν μπορεί να καταλάβει τι έχουν με τον γιο της αυτοί οι άνθρωποι και ότι κάθε εβδομάδα τους βλέπει πάνω στη βεράντα, μιλούν, έρχεται κόσμος και παίζουν μουσική και ότι γενικότερα ενοχλούν. Στο ερώτημα από που τους βλέπει, απάντησε ότι τους βλέπει από την αυλή της τόσο την ημέρα όσο και τη νύκτα. Υπάρχουν φώτα από στύλο και περιμετρικά έχει φωτάκια πάνω στη βεράντα και ανέφερε ότι κρατά φωτογραφίες που τις έβγαλε η ίδια. Όταν της υποδείχθηκαν όμως οι φωτογραφίες έτσι ώστε να τοποθετηθεί ως προς το τι απεικονίζουν, ζήτησε διευκρινήσεις ως προς τι απεικονίζουν για να τοποθετηθεί χωρίς άμεσα να τις αναγνωρίζει. Μετά αναφέρει ότι τις φωτογραφίες τις έβγαλε ο γιος της. Όπως στέκεται μέσα στην αυλή της μπορεί να δει τη βεράντα του σπιτιού του Κατηγορούμενου και τη νύκτα εκείνη, έκαναν σούβλες. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται καθόλου. Εκείνη τη νύκτα ο γιος της πήγε στην Πόλις, επέστρεψε και άκουσε να τον λένε «Ρε γαουρόσπορε» επίσης ακόμα δυο άτομα τον είπαν «ρε πουστοπεζέβεγκε». Όχι μόνο αυτός, αλλά και οι άλλοι φώναζαν «ρε γαουρόσπορε». «Αν ελαλούσαν γαουρόσπορε, ήταν να πούμε εν κάποιου άλλου, αλλά «Ρε Λούκα γαουρόσπορε, πέσε σκουλλίστου». Ρε Λούκα γαουρόσπορε..» διερωτώμενη τι έχει αυτό το παιδί μαζί τους. Τη νύκτα του επίδικου περιστατικού ανέφερε ότι κάθονταν στο καθιστικό τους. Σε ερώτηση εάν βγήκε καθόλου έξω, απάντησε «Βέβαια. Άμα ακούεις μουσικές να μεν φκείς και να πέσεις στο κρεβάτι σου κοιμάσαι;» Τη συγκεκριμένη ημέρα στις 19:00 κάθονταν στο καθιστικό τους. Την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος είχε «καμιά δεκαπενταριά» στο σπίτι του χωρίς να τους μετρήσει. Μέτρησε πολλά αυτοκίνητα που βρίσκονταν εκεί έξω, αναφέροντας ότι «βουρήσετε εσείς ποδά και ήρτεν ο άλλος να σου φέρει να φάεις λουκουμάδες είναι σωστο;»( απευθυνόμενη στη συνήγορο υπεράσπισης) Ερωτηθείσα κατά πόσο μέσα σε τόση μουσική ως ανέφερε, πως άκουσε ότι εξύβρισαν τον γιο της, απάντησε «Γιατί ούλλη νύχτα «γαρόσπορε, πέσε σκουλίστου» τζιαί εβάλλαν πιο δυνατή της μουσική, έτσι». Σε υποβολή ότι ήρθε για να υποστηρίξει τον γιο της ο οποίος δεν έχει κανένα άλλο μάρτυρα αφού δεν ήταν κανένας παρών στο ισχυριζόμενο περιστατικό, απάντησε «Εγώ εν κάθε λλίο που άμα επιστρέψει ο γιός μου με το αυτοκίνητο, «Γαουρόσπορε» Σε ερώτηση γιατί δεν πήγε να δώσει κατάθεση, απάντησε ότι πήγε και έδωσε ο γιος της και ότι σήμερα βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε υποβολή ότι ο λόγος που δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, είναι διότι ποτέ δεν άκουσε τον Κατηγορούμενο να βρίζει, ούτε τον είδε εκείνη την ημέρα, απλά ήρθε για να υποστηρίξει τα ψέματα του γιού της, απάντησε ότι ούτε ο γιος της ούτε η ίδια δεν λένε ψέματα. Ερωτηθείσα με βάση τη φωτογραφία που κατέθεσε, πως μπορεί να δει τον Κατηγορούμενο από την αυλή της απάντησε, «εγώ ακούω τον που την φωνή και καταλάβω τον, δεν θέλω να τον βλέπω». Απέρριψε υποβολή ότι η αστυνομία δεν βρήκε τίποτα το μεμπτό και ότι ο γιος της εκδικητικά κάνει την καταγγελία. Ανέφερε ότι ακούει τη φωνή και τον καταλαβαίνει και δεν χρειάζεται να τον βλέπει. Ανέφερε όμως ότι τον είδε. Ερωτήθηκε που ήταν ο γιος της την ώρα που ισχυρίστηκε ότι τον εξύβρισε και απάντησε, «ήταν σπίτι, αφού ήταν νύκτα». Βρίσκονταν έξω στη βεράντα και κάθονταν έξω στην αυλή. Και οι δυο βρίσκονταν στην αυλή. Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε το τεκμήριο 3, ήτοι την γραπτή του κατηγορία και το Τεκμήριο 4, ήτοι την κατάθεση του ημερομηνίας 30/12/
- Στην κατάθεση του τεκμήριο 4, αρνείται ουσιαστικά την κατηγορία ότι εξύβρισε τον ΜΚ1, όπως επίσης και τον ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι επισκέπτες που είχε στην οικία του ο ΜΚ1 τον εξύβρισαν. Αρνήθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι μετέδιδε μουσική την 26/12/2020 και περί ώρα 19:00 στην οικία του στο Σκούλλι και ότι έκανε πάρτι με καλεσμένους. Κατά την κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι με τον παραπονούμενο, δεν επιδίωξε ποτέ να έχει σχέσεις καθώς από τους συγχωριανούς, τους θείους και τους γονείς του, γνώριζε ότι ο ΜΚ1 δημιουργεί πάντα προβλήματα. Συνεπώς δεν μιλούσε μαζί του όποτε πήγαινε στο χωριό. Ο ΜΚ1 τον κατήγγειλε περίπου 10 - 15 φορές, χωρίς όμως να έχει εναντίον του γι' αυτές τις καταγγελίες κάποια ποινική υπόθεση. Αναφερόμενος ως προς το τι έκανε τη συγκεκριμένη ημέρα για την οποία κατηγορείται, υποστήριξε ότι πήγε από το μεσημέρι με την αρραβωνιαστικιά του στο εξοχικού για να διαμείνουν. Σε κάποια χρονική στιγμή ήρθαν οι κουμπάροι τους γύρω στις 18:00, όπου έκατσαν και μιλούσαν. Δεν είχαν μουσική και είχαν μόνο την τηλεόραση. Σε κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και ήταν ο αστυνομικός και τον ρώτησε αν γίνεται κάποιο πάρτι εκεί, όπου του ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι απλά κάθονται μέσα. Δεν βγήκε από το σπίτι καθώς ήταν κρύο λόγω του χειμώνα. Κάθονταν σπίτι και παρακολουθούσαν τηλεόραση και μιλούσαν. Ούτε σούβλες έψησαν. Οι κουμπάροι του βρίσκονταν μαζί του στο καθιστικό μαζί με τη γυναίκα του. Την ημέρα εκείνη δεν είχε δει καθόλου τον ΜΚ1, ούτε είχαν την όποια συνομιλία. Σε σχέση με το γιατί ο παραπονούμενος προέβη στην σχετική καταγγελία, ανέφερε ότι ο ΜΚ1 καταγγέλλει εκδικητικά στην αστυνομία τους γείτονες, τους θείους του, τους γονείς του, ένα κέντρο δεξιώσεων που υπάρχει και γενικά δημιουργεί προβλήματα. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι ο ΜΚ1, του έχει φέρει την αστυνομία με τη δικαιολογία είτε ότι μιλούν δυνατά, είτε διότι παρκάρει το αυτοκίνητο του στον δημόσιο δρόμο. Επίσης όταν βάφτισε την κόρη του ο Κατηγορούμενος και ήρθαν οικογενειακώς στο σπίτι τους και έκατσαν στην αυλή αφού ήταν Αύγουστος και έκαναν τραπέζι, βγήκε έξω και τους έβριζε και τους κατάγγειλε στην Αστυνομία, όμως δεν του έδωσαν καμιά σημασία. Ανέφερε γενικά ότι τους καταγγέλλει για τους ίδιους λόγους συνέχεια τόσο τον ίδιο όσο και τους θείους και τον πατέρα του. Το συγκεκριμένο βράδυ ήρθε και ο κουμπάρος του επίσκεψη περί τις 18:00, κάθισαν έβλεπαν τηλεόραση, μιλούσαν και έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια και έφυγαν περί τις 23:
- Απέρριψε υποβολές ότι κάλεσε 10-15 άτομα, άναψε σούβλες πάνω στη βεράντα και διασκέδαζαν. Απέρριψε επίσης υποβολές ότι μπορεί κάποιος να δει από το ένα σπίτι στο άλλο, υποστηρίζοντας ότι μετά την ψησταριά του ως φαίνεται στις φωτογραφίες τεκμήριο 7 δεν μπορεί να τον δει κάποιος στο σπίτι του. Σε υπόδειξη από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι εκεί που τελειώνει η ψησταριά του, βλέπει ότι υπάρχει βεράντα, ανέφερε ότι πρόκειται για κολόνα άλλου σπιτιού και επανέλαβε ότι η ψησταριά του, κρύβει τη βεράντα του και δεν μπορεί κάποιος να δει πίσω από την ψησταριά του. Σε σχέση με το πόσα άτομα βρίσκονταν στο σπίτι του το συγκεκριμένο βράδυ υποστήριξε ότι σε αυτό βρίσκονταν τέσσερα άτομα συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου. Ήρθε ο αστυνομικός ο οποίος του κτύπησε την πόρτα. Ο αστυνομικός δεν μπήκε μέσα στο σπίτι και έμεινε στο προαύλιο. Έξω στο προαύλιο βγήκε μόνο ο Κατηγορούμενος για να συναντήσει τον αστυνομικό ο οποίος τον ρώτησε εάν γίνεται κάποιο πάρτι εκεί, του απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και τότε ο αστυνομικός αποχώρησε. Σε σχέση με την κατηγορία της εξύβρισης, υποστήριξε ότι ο ΜΚ1 φαντάστηκε ότι τον εξύβρισε, διότι πάντα όποτε έρχεται η αστυνομία, επειδή ουσιαστικά πότε δεν προκύπτει κάτι, φαντάστηκε την εξύβριση έτσι ώστε να δημιουργηθεί η παρούσα υπόθεση. Απέρριψε εκ νέου υποβολές ότι το σπίτι του ήταν γεμάτο κόσμο και είχε βάλει δυνατά μουσική, όπως και το ότι εξύβρισε τον παραπονούμενο. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή του παραπονούμενου και του Κατηγορουμένου, αλλά και των άλλων ατόμων που τοποθετούνται στην σκηνή την στιγμή του περιστατικού. Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. O ΜΚ1 δημιούργησε φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Από τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι μεταξύ του εν λόγω προσώπου και του Κατηγορούμενου φαίνεται να υπάρχουν χρόνιες διαφορές. Η μαρτυρία του ήταν συγκεχυμένη ενώ παράλληλα παρουσιάζει σημαντικά κενά και αδυναμίες. Σημειώνω επίσης ότι έχασε σε αρκετές περιπτώσεις και την ψυχραιμία του, γεγονός το οποίο έχει δημιουργήσει αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν ο εν λόγω μάρτυρας δεν απαντούσε με θετικότητα και αυθορμητισμό. Αντίθετα μέσα από τις απαντήσεις του, σε ορισμένες από τις οποίες έδωσε την εντύπωση ότι υπέκφευγε, παρέμειναν σκιές σε καίρια ζητήματα της υπόθεσης. Επιπλέον, στην μαρτυρία του ΜΚ1 εντοπίζονται αντιφάσεις που η παρουσία τους πλήττει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ΜΚ1 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά και ούτε και προηγουμένως στην αστυνομία. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν θεωρεί τη μαρτυρία του ΜΚ1 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 αληθή και αξιόπιστη. Συγκεκριμένα ενώ στην κατάθεση του Τεκμήριο 1, αναφέρει ότι στις 26/12/2020 και ώρα 19:00, βρισκόταν στην οικία του και άκουσε μουσική να προέρχεται από το σπίτι του Κατηγορουμένου, αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι επέστρεψε στο σπίτι του στις 20:00 το βράδυ και τον είχε ενημερώσει η μητέρα του ότι στο συγκεκριμένο σπίτι είχαν μαζευτεί από τις 19:
- Ενώ επίσης στην κατάθεση του, ουδεμία αναφορά γίνεται για την μητέρα του, τόσο ως προς την παρουσία της στην σκηνή αλλά και γενικά ότι αυτή τον ενημέρωσε για την ισχυριζόμενη κατάσταση που διαμορφώθηκε, αντεξεταζόμενος ενέταξε τη μητέρα του εντός των αναφερόμενων γεγονότων έτσι ώστε να μπορεί προφανώς να την καλέσει ως μάρτυρα για να στηρίξει τις θέσεις του. Παρά το γεγονός ότι φαίνεται ότι η κατάθεση του τεκμήριο 1 είναι αφηγηματικού χαρακτήρα, ουδέν ανέφερε για εμπλοκή της μητέρας του ή την παρουσία αυτής στον χώρο. Παράλληλα προέβαλε ισχυρισμούς ότι ο αστυνομικός δεν τον άφησε να την καλέσει ως μάρτυρα. Διερωτώμαι όμως, εφόσον ήταν αφηγηματικού χαρακτήρα η ίδια του η κατάθεση, για ποιο λόγο δεν ανέφερε ότι ήταν παρούσα η μητέρα του ή ότι η μητέρα του τον ενημέρωσε για την κατάσταση που ισχυρίζεται ότι διαμορφώθηκε στις 19:00 με τη δυνατή μουσική. Επιπλέον στοιχεία των υπερβολών του μάρτυρα, στην προσπάθεια του να στηρίξει τις θέσεις του, αποτελούν και οι αναφορές στις οποίες προέβη αντεξεταζόμενος, ότι στον χώρο βρισκόταν και η συνήγορος υπεράσπισης μαζί με τον σύζυγο της. Ενώ στην κατάθεση του τεκμήριο 1, αναφέρει ότι τα άλλα άτομα που κατ' ισχυρισμό είδε προφανώς στον χώρο της οικίας του Κατηγορουμένου, του είναι παντελώς άγνωστα και δεν τους ξαναείδε, αντεξεταζόμενος προέβαλε τη θέση ότι παρόντες ήταν και η συνήγορος υπεράσπισης με τον σύζυγο της. Με όλο τον σεβασμό προς τον μάρτυρα, κρίνω ότι οι αναφορές του αυτές είναι εκ των υστέρων σκέψεις με τις οποίες προσπαθεί να εμπλουτίσει ανεπιτυχώς τη θέση του ότι βρισκόταν πολύς κόσμος στον χώρο. Τι τελικά ισχύει, ότι δεν γνώριζε κανένα από τους παρευρισκόμενους ή τελικά ήταν παρούσα και η συνήγορος υπεράσπισης μαζί με τον σύζυγο της στο ισχυριζόμενο περιστατικό. Προφανώς η γραμμή που ακολούθησε τόσο ο παραπονούμενος όσο και η ΜΚ3 μητέρα του, ήταν ότι γνώριζαν τη συνήγορο υπεράσπισης της οποία ο πατέρας διατηρεί γειτονική κατοικία με αυτούς. Συνεπώς εφόσον ανέφερε στην κατάθεση του ότι δεν γνώριζε οποιοδήποτε πρόσωπο από αυτά που ήταν εκεί, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ήταν εκεί η συνήγορος με τον σύζυγο της, ειδικά όταν φαίνεται γενικότερα ότι την γνώριζαν αφού διατηρεί στο σημείο γειτονική κατοικία ο πατέρας της. Επίσης οι αναφορές ότι η συνήγορος έτρεξε στο σπίτι του πατέρα της για να γλιτώσει το πρόστιμο αφού ήταν η περίοδος που υπήρχαν απαγορεύσεις στις συναθροίσεις λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και κάποιος ανέφερε ότι «Ελάτε να φάμε λουκουμάδες ξέρουμε τους αστυνομικούς, μεν φοάστε», επίσης κρίνω ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις τις οποίες ουδέποτε υποστήριξε στην κατάθεση του, ούτε στην κυρίως εξέταση του. Αντίθετα ήταν θέσεις οι οποίες προβλήθηκαν αμέσως κατά την έντονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης. Οι εν λόγω αναφορές αποτελούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σκέψεις οι οποίες τέθηκαν από τον ΜΚ1 ένεκα της δύσκολης θέσης την οποία εισέπραξα ότι βρέθηκε μετά τις ερωτήσεις που δέχθηκε από τη συνήγορο. Θα ανέμενετο όλα τα πιο πάνω, ειδικά μέσα από μια αφηγηματική κατάθεση, να είχαν αναφερθεί όταν αυτή δίνεται στην αστυνομία. Συνεπώς απορρίπτω και αυτό το μέρος της μαρτυρίας του για του λόγους που εξηγώ ανωτέρω. Επίσης, οι αναφορές του ότι υπήρχε κόσμος στο σπίτι του Κατηγορούμενου αλλά και ότι η Αστυνομία του ανέφερε ότι εντός της οικίας υπήρχαν οκτώ άτομα, φαίνεται να διαψεύδονται από τον ίδιο τον ΜΚ2 ο οποίος όταν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι μετέβη στην σκηνή μετά την πάροδο 15 - 20 λεπτών από την υποβολή του παραπόνου, όπου δεν διαπίστωσε να υπάρχει οχληρία, ούτε δυνατή μουσική, ούτε υπήρχε κόσμος και ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός της κατοικίας του. Συνεπώς από τα πιο πάνω, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται η αναφορά του ΜΚ1 , ότι η Αστυνομία που έφτασε στην σκηνή, ήτοι ο ΜΚ2 τον ενημέρωσε ότι εντός της κατοικίας υπήρχαν οκτώ άτομα. Ούτε η αναφορά του ανεξεταζόμενος, ότι το πρόσωπο στο οποίο φώναξε για να χαμηλώσει την μουσική μετέβη στο γειτονικό σπίτι, φαίνεται να αναφέρεται στην κατάθεση του ,όπως επίσης ούτε και η αναφορά του ότι υπήρχαν περί τα δέκα αυτοκίνητα στο σημείο αναφέρθηκε στην κατάθεση του. Εν πάση περιπτώσει οι αναφορές του δεν επιβεβαιώνονται ούτε από τον Αστυνομικό ΜΚ2 ο οποίος επισκέφθηκε την σκηνή. Επιπλέον αντεξεταζόμενος και μετά από υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός της κατοικίας του ένεκα του ότι ήταν χειμώνας, για πρώτη και πάλι φορά ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν έξω από το σπίτι ψήνοντας μάλιστα σούβλες στη βεράντα του όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, εκστομίζοντας μάλιστα διάφορες επαναλαμβανόμενες φράσεις προς φίλους του ήτοι «βάρτα λουκάνικα πάνω γαουρόσπορε» . Τα πιο πάνω ουδέποτε επίσης αναφέρθηκαν στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ο ΜΚ1 και συνεπώς ένεκα και της γενικότερης εικόνας που αποκόμισα από τον μάρτυρα, κρίνω ότι αποτελούν εκ των ύστερων σκέψεις, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει τη θέση του. Σημειώνω ακόμα ότι και να δεχόμουν τη θέση του ότι λέχθηκαν τα πιο πάνω, εύλογα δημιουργείται η αμφιβολία, κατά πόσον η λέξη που κατ' ισχυρισμό ακούστηκε, ήτοι το «γαουρόσπορε», αφορούσε το πρόσωπο του παραπονούμενου και όχι κάποιο φίλο του Κατηγορούμενου στα πλαίσια των ισχυριζόμενων δραστηριοτήτων τους, με το ψήσιμο σούβλας. Σε σχέση επίσης με την αναφορά του αντεξεταζόμενος ότι υπήρχε στον χώρο και ένα αυτοκίνητο με ξένους αριθμούς εγγραφής και τις καταγγελίες που έκανε για να εντοπιστεί ο κάτοχος του αυτοκινήτου αυτού, εκτός από το γεγονός ότι και πάλι δεν το ανέφερε στην κατάθεση του, παραδέχθηκε ότι παρά την καταγγελία που είχε κάνει στην Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων εναντίον της Αστυνομίας, δεν εντοπίστηκε κάτι μεμπτό εναντίον του Αστυνομικού που κατήγγειλε, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, ανέφερε στο Δικαστήριο όταν έδωσε μαρτυρία (ΜΚ2) ότι δεν βρισκόταν το εν λόγω αυτοκίνητο ούτε ο ιδιοκτήτης του στο σημείο σύμφωνα με την έρευνα η οποία είχε γίνει και στην οποία θα αναφερθώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρία του ΜΚ
- Αντίθετα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έστειλε μάλιστα και φωτογραφία του εν λόγω αυτοκινήτου, ο κάτοχος του οποίου τον αποκάλεσε «πουστοπεζέβεγκε». Προφανώς με βάση τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 δεν εντοπίστηκε κάτι μεμπτό για τον κάτοχο του εν λόγω οχήματος από έρευνες που είχαν γίνει και μάλιστα ο ίδιος ο ΜΚ1 παραδέχθηκε όπως έχω προαναφέρει, ότι η ίδια η αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά της Αστυνομίας δεν εντόπισε κάτι μεμπτό, προφανώς στην διερεύνηση που έκανε ο ίδιος ο Αστυνομικός. Συνεπώς διερωτώμαι κατά πόσο έγινε πράγματι και το ίδιο το περιστατικό το οποίο ανέφερε ο ΜΚ1 σε σχέση με το πρόσωπο το οποίο τον αποκάλεσε «πουστοπεζέβεγκε», τόσο γιατί δεν ανέφερε οτιδήποτε για τον συσχετισμό του εν λόγω προσώπου με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στην κατάθεση του, πράγμα που έκανε μετά αντεξεταζόμενος, αλλά και ένεκα της διερεύνησης που έγινε και η οποία δεν οδήγησε σε συσχετισμό του εν λόγω οχήματος και του ιδιοκτήτη του με τον χώρο που διαδραματίστηκαν τα επίδικα περιστατικά. Συνεπώς κρίνω τον ΜΚ1 και για αυτό τον λόγο πλήρως αναξιόπιστο. Συνεχίζοντας για πρώτη και πάλι φορά υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος του φώναξε «Λούκα Γαουρόσπορε» και μάλιστα κοίταξε προς το μέρος του. Σημειώνω ότι και πάλι στην κατάθεση του δεν ανέφερε αυτό το στοιχείο, ότι δηλαδή αναφέρθηκε ονομαστικά σε αυτόν. Στην κατάθεση του αναφέρεται ότι το άτομο που τον εξύβρισε, του είπε «Γαουρόσπορε». Η εκ των υστέρων ονομαστική του αναφορά, κρίνω ότι γίνεται έτσι ώστε να ενισχύσει την θέση του ότι είναι ο κατηγορούμενος που τον εξύβρισε και μάλιστα τον ίδιο. Επιπλέον αναφέρει στην κατάθεση του ότι κάποιο από τα άτομα που βρίσκονταν στο σπίτι του τον αποκάλεσε «γαουρόσπορε» , κατονομάζοντας τον Κατηγορούμενο. Ακόμα όμως και να δεχόμουν την εκδοχή του, ότι άκουσε την φράση «γαρουρόσπορε», πως το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια ότι η φράση αυτή απευθύνεται προς τον ίδιο, όταν προηγουμένως ως πιο πάνω αναφέρω, ισχυρίστηκε ότι μεταξύ τους όταν έψηναν κατά τον ίδιο λουκάνικα στην ψησταριά και άκουγε την φράση «βάρτα λουκάνικα πάνω, γαουροσπορε», ανέφερε ότι απευθυνόταν προς τους φίλους του. Οι αναφορές του αυτές εκτός από το ότι δεν αναφέρθηκαν καν στην κατάθεση του, είναι και συγκεχυμένες, ως προς το ότι εάν αυτά αποδίδονται από τον Κατηγορούμενο στον ίδιο ή στους φίλους του. Στοιχείο επίσης το οποίο φανερώνει τόσο την υπερβολή όσο και το ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια αποτελεί και η απάντηση που έδωσε στη συνήγορο υπεράσπισης σε σχέση με την υποβολή που του έκανε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του σπιτιού του όλη τη νύχτα. Ο ΜΚ1 ενώ προηγουμένως επικαλέστηκε ότι τόσο η ίδια η συνήγορος υπεράσπισης όσο και ο σύζυγος της βρίσκονταν στο σημείο, στην εν λόγω υποβολή απάντησε προς τη συνήγορο «εσύ που το ξέρεις ότι ήταν, έψηναν σούβλες». Με όλο τον σεβασμό προς τον ΜΚ1, ποια τελικά είναι η αλήθεια. Ότι η συνήγορος βρισκόταν στον χώρο με τον σύζυγο της ή ότι δεν μπορεί να ξέρει που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος; Αφού είναι η θέση του ότι η συνήγορος βρισκόταν στον χώρο, πως είναι δυνατόν να μην ήταν σε θέση να γνωρίζει που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος. Επίσης πρώτη φορά αναφέρεται ότι έψηναν σούβλες, πράγμα που δεν αναφέρθηκε ποτέ στην γραπτή του κατάθεση. Επίσης η σειρά των γεγονότων ως τα ανέφερε στην κατάθεση του, τεκμήριο 1, δεν είναι η ίδια με βάση τα όσα ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού επικαλείται ως πρώτο περιστατικό στην προφορική του μαρτυρία το περιστατικό το οποίο επικαλείται ως δεύτερο στην κατάθεση του. Επίσης σημειώνω ότι ενώ στην κατάθεση του το ισχυριζόμενο ως δεύτερο περιστατικό αναφέρεται ότι έγινε μετά την πάροδο μιας
(1)ώρας από το πρώτο περιστατικό, στην μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο, αναφέρει ότι το πρώτο με το δεύτερο περιστατικό έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα. Ερωτηματικά δημιουργούνται επίσης γιατί περίμενε τόσες ώρες για να καταγγείλει το ισχυριζόμενο περιστατικό εξύβρισης. Επίσης στη σελίδα 6 των πρακτικών ημερομηνίας 19/06/2023 της κυρίως εξέτασης του, υποστήριξε ότι η μητέρα του ήταν στο πρώτο επεισόδιο που «φώναζαν», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Με όλο το σεβασμό προς τον μάρτυρα, το πρώτο επικαλούμενο περιστατικό με βάση την κατάθεση του, αναφέρει ότι μόνο ο Κατηγορούμενος του φώναξε την φράση «γαουρόσπορε» και όχι πολλά πρόσωπα. Αντίθετα στο δεύτερο περιστατικό με βάση πάλι την κατάθεση του τεκμήριο 1, επίσης αναφέρεται σε ενικό αριθμό, ότι κάποιος του φώναξε τις φράσεις «Λούκα τζοιμήθου...», χωρίς να γνωρίζει ποιος του τα είπε. Η δε ΜΚ3 επικαλείται διαφορετικά τα γεγονότα όπως θα φανεί και κατά την αξιολόγηση της και αναφέρεται σε πολλά πρόσωπα. Ένεκα των ανωτέρω κρίνω τον μάρτυρα αναξιόπιστο και απορρίπτω πλήρως την μαρτυρία του. Η όλη ροή των όσων ανέφερε σε συνάρτηση με τις αντιφάσεις και τις υπερβολές που διαπίστωσα, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποδεχθεί την εν λόγω μαρτυρία ως αξιόπιστη και ούτε μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα και ευρήματα τα οποία να οδηγήσουν σε ενοχή που Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ2 ήταν ο αστυνομικός - εξεταστής, ο οποίος στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης προέβη στην λήψη συγκεκριμένων ενεργειών. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες αυτές ενέργειες που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα υπό την ιδιότητα του αστυνομικού μέλους, η οποία μαρτυρία περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε συμμετέχοντας στη διερεύνηση αυτή της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 5 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση η εικόνα που αποκόμισα από τον μάρτυρα ήταν ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο στα πλαίσια των καθηκόντων του, με ειλικρίνεια διερεύνησε την καταγγελία του παραπονούμενου και με ειλικρίνεια υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα διαπίστωσε. Αποδέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε και τα οποία δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης σε σχέση με το τι διαπίστωσε όταν μετέβη στον χώρο μετά από την καταγγελία στην οποία προέβη ο ΜΚ1 και ειδικότερα το ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε οχληρία ή κόσμο στον χώρο όπου κατ' ισχυρισμό έγιναν τα επίδικα γεγονότα. Ουδεμιά ουσιαστική αμφισβήτηση δεν έτυχε η μαρτυρία του από την υπεράσπιση αλλά ούτε και κλονίστηκαν οι θέσεις του κατά την επανεξέταση του. Άλλωστε και η ίδια η πλευρά της υπεράσπισης τον αποδέχεται ως αξιόπιστο μάρτυρα, παρά το ότι αυτός παρουσιάστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Ως προς το θέμα το οποίο τέθηκε προς διευκρίνηση κατά την επανεξέταση του σε σχέση με το εάν ήταν αυτός το πρόσωπο το οποίο ο παραπονούμενος κατήγγειλε στην Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων εναντίον της Αστυνομίας, δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δημιουργεί την εντύπωση ότι ο μάρτυρας ενήργησε με οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο εναντίον της υπόθεσης την οποία κατήγγειλε ο ΜΚ
- Άλλωστε όπως φαίνεται και από τα όσα ο ίδιος ο ΜΚ1 παραδέχθηκε, δεν προέκυψε κανένα ζήτημα εναντίον του ΜΚ2 μετά τη διερεύνηση του παραπόνου του ΜΚ1 εναντίον του. Συνεπώς δεν διακρίνω ότι ο ΜΚ2 είχε οποιοδήποτε εκδικητικό κίνητρο εναντίον του ΜΚ
- Δεν αποδέχομαι τα όσα ανέφερε ότι η απόσταση μεταξύ των δύο κατοικιών είναι 40 μέτρα αφού σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα αυτή καθορίζεται στα 30 μέτρα, ούτε αποδέχομαι την γνώμη που εξέφρασε σε σχέση με το κατά πόσο ο ΜΚ1 δεν θα μπορούσε εάν βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του να δει από το σπίτι του, κάποιον που βρίσκεται στο σπίτι του Κατηγορούμενου, αφού είναι μάρτυρας γεγονότων και όχι γνώμης. Ως προς το ότι δεν διαπίστωσε να υπήρχαν άλλα πρόσωπα στην κατοικία του Κατηγορουμένου, αποδέχομαι ότι αυτός είχε πράγματι διαπιστώσει ο ίδιος με τις αισθήσεις του, σε κάθε όμως περίπτωση, ένεκα τις αξιόπιστης μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, ότι εντός αυτού βρισκόταν με τη σύζυγο του και τους κουμπάρους του, ήτοι τέσσερα άτομα, προβαίνω σε εύρημα ότι εντός της οικίας του Κατηγορούμενου υπήρχαν τέσσερα άτομα. Εν πάση περιπτώσει με τα όσα ανέφερε δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του ΜΚ1 ότι η αστυνομία του ανέφερε ότι στην κατοικία υπήρχαν οκτώ άτομα, ούτε διαπίστωσε να υπήρχαν τα αναφερόμενα από τον ΜΚ1 αυτοκίνητα. Συνεπώς ένεκα των ανωτέρω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη, εκτός από τις πιο πάνω αναφορές. Η μαρτυρία της ΜΚ3, μητέρας του ΜΚ1 με προβλημάτισε αρκετά. Με τον τρόπο που απαντούσε ενώπιον του Δικαστηρίου, διακρίνεται ότι υπάρχει ένσταση στις σχέσεις της ίδιας με τους γείτονες της και δη με τον Κατηγορούμενο και τον πατέρα της συνηγόρου υπεράσπισης από την ισχυριζόμενη κατά την ίδια οχληρία την οποία προκαλούν από διάφορες δραστηριότητες στους οποίους αποδίδει. Η μαρτυρία της περιέχει ερωτηματικά τα οποία δημιουργούν αίσθημα αμφιβολίας ως προς την αλήθεια της. Εκτός αυτού συγκρούεται με μαρτυρίες άλλων μαρτύρων κατηγορίας. Ως μάρτυρας η ΜΚ3 δεν απαντούσε αυθόρμητα και θετικά. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε είναι ότι η μάρτυρας αυτή δεν επιθυμούσε την εξιστόρηση της αλήθειας αλλά ενδιαφερόταν μόνο για την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Από τα όσα ανέφερε, με όλο το σεβασμό προς τη μάρτυρα, δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια ως προς τα πραγματικά γεγονότα τα οποία έγιναν κατά τον επίδικο χρόνο. Από τον τρόπο που έδινε μαρτυρία σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς τους οποίους έθεσε, φαίνεται ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τις θέσεις του ΜΚ1 χωρίς όμως το Δικαστήριο να εισπράξει ότι αυτή έλεγε την αλήθεια ή έστω την πραγματική εξέλιξη των γεγονότων, χωρίς να είναι επηρεασμένη από τα όσα ήδη προηγουμένως κατέθεσε ο γιος της ΜΚ
- Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό που δικαιολογημένα δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί πάνω στη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα για να εξάγει με ασφάλεια τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Πέραν από τα όσα έχω διαπιστώσει ότι η ίδια με βάση την γραπτή κατάθεση του ΜΚ1, δεν τοποθετείται στην σκηνή του ισχυριζόμενου αδικήματος από τον ίδιο, η ΜΚ3 εμφανίστηκε στην ακροαματική διαδικασία, χωρίς να είχε δώσει κατάθεση κατά τον επίδικο χρόνο. Το γεγονός αυτό από μόνο του σίγουρα δεν μειώνει την αξιοπιστία της μάρτυρα. Ο προβληματισμός όμως σε σχέση με τις προθέσεις της δημιουργείται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 όπως έχω προαναφέρει δεν την τοποθετεί στον χώρο του επίδικου περιστατικού. Ο λόγος που προέβαλε ο ΜΚ1 ήταν ότι ο αστυνομικός που του έλαβε κατάθεση, δεν του επέτρεψε ουσιαστικά να το αναφέρει, ισχυρισμός οποίος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός για τους λόγους που εξηγώ στην αξιολόγηση του ΜΚ
- Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν είχε υποβληθεί ούτε ως θέση προς τον ΜΚ
- Εάν αυτό κατά την κρίση μου ίσχυε, ο ΜΚ1 εφόσον είχε κάνει ήδη καταγγελία στην Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, θα μπορούσε να καταγγείλει και την ισχυριζόμενη προσπάθεια του αστυνομικού να μην ληφθεί κατάθεση από τη μητέρα του. Από τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η ισχυριζόμενη καταγγελία αφορούσε μόνο την κατ' ισχυρισμό μη διερεύνηση της παρουσίας συγκεκριμένου αυτοκινήτου στον χώρο του επίδικου συμβάντος. Εν πάση περιπτώσει όπως έχει προαναφερθεί, ουδέν προέκυψε σύμφωνα και με τον ίδιο τον ΜΚ1 σε σχέση με το εν λόγω αστυνομικό. Συνεπώς τόσο η απουσία αναφοράς από τον ΜΚ1 στην κατάθεση του, ότι εκεί βρισκόταν και η μητέρα του ΜΚ3 , αλλά και το γεγονός ότι η ίδια απέδωσε ως λόγο το ότι δεν έδωσε κατάθεση διότι απλά είχε δώσει ο γιος της, κρίνω ότι δημιουργούν αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου, κατά πόσο η εν λόγω μάρτυρας παρουσιάστηκε για να αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο και όχι για να ενισχύσει τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος δεν παρουσίασε την πιο καλή εικόνα με τα όσα είχε πει στο Δικαστήριο. Επιπλέον στοιχείο το οποίο φανερώνει την προσπάθεια της να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του γιου της, τους οποίους ο ίδιος δεν ανέφερε στην κατάθεση του, αποτελούν τα όσα υποστήριξε, ότι δηλαδή στο σπίτι του Κατηγορούμενου το επίδικο βράδυ έκαναν σούβλες και ότι μετακινήθηκαν, μετά την άφιξη της αστυνομίας στο σπίτι της συνηγόρου υπεράσπισης. Επαναλαμβάνω ότι οι εν λόγω αναφορές δεν είχαν αναφερθεί καθόλου στην κατάθεση του ΜΚ1 που έδωσε κατά τον επίδικο χρόνο και ήταν αναφορές τις οποίες προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, τρία σχεδόν χρόνια μετά το επίδικο περιστατικό. Επίσης οι αναφορές της οι οποίες αφορούν την ισχυριζόμενη εξύβριση την οποία δέχθηκε ο γιος της ΜΚ1, παραπέμπουν σε πολλά πρόσωπα τα οποία κατ' ισχυρισμό ανέφεραν την φράση «ρε γαουρόσπορε» προς τον γιο της και μάλιστα ήταν αναφορές οι οποίες συνέχισαν όπως υποστήριξε για πολλή ώρα. Ναι μεν στη συνέχεια της μαρτυρίας της εμπλέκει και τον Κατηγορούμενο στην εν λόγω φράση, φράση την οποία όπως η ίδια υποστήριξε συνέχισαν και τα άλλα πρόσωπα που ήταν μαζί του. Αντίθετα ο ίδιος ο ΜΚ1 ο οποίος κατ' ισχυρισμό δέχθηκε τη συγκεκριμένη εξύβριση, στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε άλλο πρόσωπο, τον αποκάλεσε «γαουρόσπορο». Για το συγκεκριμένο περιστατικό, ουδέν ανέφερε στην κατάθεση του ο ΜΚ1 ότι εξυβρίστηκε από άλλα άτομα πέραν του Κατηγορουμένου και μάλιστα ουδέν ανέφερε ότι αυτό έγινε κατ' επανάληψη όπως η ίδια η ΜΚ3 ανέφερε στη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς ποια τελικά είναι η αλήθεια; Αυτό που προώθησε ο παραπονούμενος ΜΚ1, ή το ότι πολλά πρόσωπα και μάλιστα πολλές φορές, περιλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου εξύβρισαν τον ΜΚ1 με την λέξη «γαουρόσπορε» ως ανέφερε η μητέρα του, ΜΚ
- Σημειώνω επίσης ότι σε σχέση με τις αναφορές της στην σελίδα 11 των πρακτικών ημερομηνίας 23/06/2023, αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι πολλοί φώναζαν «Ρε Λούκα Γαουρόσπορε, πέσε σκουλίστου». Επαναλαμβάνω ότι από τον τρόπο που απάντησε η ΜΚ3, προκύπτει ότι πολλοί φώναζαν την λέξη «γαουρόσπορε» ενώ για πρώτη φορά εισάγει μαζί με τη συγκεκριμένη λέξη και το όνομα του ΜΚ1, στην προσπάθεια της να ενισχύσει την θέση της ότι εξυβρίστηκε ο γιος της. Επαναλαμβάνω ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος, ο ΜΚ1, ανέφερε ότι μόνο ο Κατηγορούμενος του φώναζε με την λέξη «γαουρόσπορε», ενώ η μητέρα του αναφέρει ότι πολλοί φώναζαν μαζί με τον Κατηγορούμενο την λέξη αυτή. Ως προς το ότι χρησιμοποιήθηκε και το όνομα του ΜΚ1 μπροστά από την λέξη, κρίνω ότι είναι εκ των ύστερων σκέψεις, αφού και ο ΜΚ1 ανεπιτυχώς προσπάθησε να εισάγει τη διαφοροποίηση αυτή αντεξεταζόμενος, ενώ στην κατάθεση του ουδέν ανέφερε. Σε κάθε περίπτωση στην προσπάθεια της η ΜΚ3 να υποστηρίξει τις θέσεις του ΜΚ1, φαίνεται ότι έχει μπερδέψει και τα ισχυριζόμενα από τον ΜΚ1 περιστατικά. Εάν ακόμα το Δικαστήριο θεωρούσε ότι εννοεί το δεύτερο ισχυριζόμενο περιστατικό που ανέφερε ο ΜΚ1 στο οποίο κάποιος του είπε, «Λούκα τζιοιμήθου», «Πίαινε πέσε μαμμόθρεφτε. Μάμα πάμε να πέσουμε, γαουρόσπορε», η ΜΚ3 ανέφερε ότι πολλοί εξύβριζαν τον παραπονούμενο, μεταξύ των οποίων και ο Κατηγορούμενος, ενώ ο ίδιος ο ΜΚ1 για το συγκεκριμένο περιστατικό, ανέφερε ότι ένα άτομο εκστόμισε τα πιο πάνω ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος το έκανε, ούτε στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι η μητέρα του είχε αναγνωρίσει για το συγκεκριμένο περιστατικό τον Κατηγορούμενο. Τέλος σε σχέση με τις φωτογραφίες που επιχείρησε να καταθέσει η ΜΚ3 έτσι ώστε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς της και του ΜΚ1 ότι ουσιαστικά μπορούσαν να δουν από την αυλή τους το σπίτι του Κατηγορούμενου και τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, κρίνω ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε οριστικό συμπέρασμα σε σχέση με αυτές, αφού πρώτον δεν αποτυπώνουν σύμφωνα με τα όσα η ΜΚ3 ανέφερε, τον επίδικο χρόνο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο περιστατικό. Άλλωστε και από τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, η ύπαρξη ψησταριάς στον χώρο της βεράντας του, εμποδίζει την ορατότητα προς το σπίτι του και τη βεράντα του. Επίσης σημειώνω ότι προκαλεί αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο, το γεγονός ότι ενώ αρχικά η ΜΚ3 ανέφερε ότι η ίδια ετοίμασε τις φωτογραφίες, στη συνέχεια ανέφερε ότι τις είχε βγάλει ο γιος της ΜΚ1 ο οποίος δεν τις είχε καταθέσει όταν έδινε κατάθεση. Στη συνέχεια όπως προκύπτει μέσα από τα ίδια τα πρακτικά ενώ κατέθετε δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει κάποιες από τις φωτογραφίες τις οποίες κατέθεσε και έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να καλύψει κενά της μαρτυρίας του γιου της ΜΚ
- Σε κάθε περίπτωση, οι φωτογραφίες που κατετέθηκαν, παρά το γεγονός ότι έγινε προσπάθεια να καταδείξουν ότι υπάρχει σχετική ορατότητα από το ένα σπίτι στο άλλο, δεν μπορούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου να καταδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι υπήρχε πράγματι ορατότητα το επίδικο βράδυ, αφού δεν προκύπτει με σαφήνεια ούτε σε ποιο σημείο της αυλής του βρισκόταν τόσο ο ΜΚ1 όσο και η ΜΚ3 ως οι ισχυρισμοί τους , ούτε που ακριβώς στεκόταν σύμφωνα πάντα με τα όσα ανέφεραν οι ΜΚ1 και ΜΚ3 ο Κατηγορούμενος ενόψει και της ύπαρξης της ψησταριάς του στη βεράντα του. Ένεκα των πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ ούτε στην μαρτυρία της ΜΚ3 αφού από την όλη εικόνα της εισέπραξα ότι προσπάθησε να βοηθήσει τον παραπονούμενο ΜΚ1 να υποστηρίξει τις θέσεις του και προσπαθώντας να ενισχύσει ισχυρισμούς τους οποίους ο ίδιος δεν είχε αναφέρει καν στην κατάθεση του που έδωσε κατά τον επίδικο χρόνο. Ως εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία της ΜΚ3 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν σαφής και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του, σε αντίθεση με τους μάρτυρες κατηγορίας ΜΚ1 και ΜΚ
- Επιπρόσθετα δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Απεναντίας, ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Σε σχέση με το ότι, σε ερώτηση που του τέθηκε όταν έδωσε κατάθεση σε σχέση με το ποιοι είναι οι επισκέπτες που είχε στην οικία του και, απάντησε ότι «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο», κρίνω ότι το γεγονός τούτο δεν είναι ικανό από μόνο του να κλονίσει την αξιοπιστία του, αφού είχε απόλυτο δικαίωμα να απαντήσει με τον τρόπο αυτό. Από τα όσα ανέφερε, αλλά και σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο, προκύπτει πράγματι ότι υπάρχουν διαφορές με τους ΜΚ1 και ΜΚ3 οι οποίες φαίνεται να μην επιτρέπουν στο να υπάρχουν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Αυτό όμως, δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι το επίδικο περιστατικό έγινε στην πραγματικότητα. Οι θέσεις του ειδικότερα ότι δεν είχε διοργανώσει ουσιαστικά σύναξη τόσων ατόμων και δεν υπήρχε οχληρία στον χώρο, επιβεβαιώνονται και από τον ΜΚ2 ο οποίος επισκέφθηκε το σπίτι του και δεν διαπίστωσε να βρισκόταν σε αυτό κόσμος ως οι ΜΚ1 και ΜΚ3 υποστήριξαν, ούτε να υπήρχε ολχηρία μέσω μουσικής. Προκύπτει ότι όσες φορές επισκέφθηκε ο ΜΚ2 το σημείο δεν είχε εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό, ούτε ακόμα και οποιοσδήποτε άλλος αστυνομικός παρουσιάστηκε στην υπόθεση από την Κατηγορούσα Αρχή και ο οποίος να επιβεβαιώνει τα όσα ανέφεραν οι ΜΚ1 και ΜΚ
- Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο παραπονούμενος ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος διατηρούν έκαστος κατοικίες στο χωριό Σκούλι της επαρχίας Πάφου. Η απόσταση των δυο κατοικιών μεταξύ τους είναι 30 μέτρα και ο δρόμος που βρίσκεται μπροστά από αυτές είναι δημόσιος. Ο Κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ βρισκόταν στην κατοικία του με τους κουμπάρους του και τη σύζυγο του, ήτοι σύνολο τέσσερα άτομα. Από εξετάσεις που έκανε ο ΜΚ2 δεν διαπιστώθηκε η οποιαδήποτε οχληρία. Ούτε από τις εξετάσεις που έγιναν από τον ΜΚ2 προέκυψε ότι υπήρχε στο σημείο το αναφερόμενο από τον ΜΚ1 αυτοκίνητο. Από την καταγγελία την οποία έκανε ο ΜΚ1 προς τον ΜΚ2 , δεν προέκυψε οτιδήποτε εναντίον του ΜΚ
- Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι εξύβρισε τον ΜΚ1. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης διέπεται από το άρθρο 99 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου ρητά αναφέρουν τα πιο κάτω: " Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος εξυβρίζει τον ΜΚ1, (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον 'δημόσιο χώρο' η έννοια του όρου οριοθετείται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας και έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, μέσα από τα οποία σημειώνεται πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, 'δημόσια διάβαση' καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 υποδείχτηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την κατηγορούσα αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της εξύβρισης είναι πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος εξύβρισε οποιονδήποτε με την λέξη που σημειώνεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας του παρόντος κατηγορητηρίου. Κατά συνέπεια, με την υπάρχουσα αποδεκτή μαρτυρία δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Κατηγορουμένου, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο