← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. PIOTR DOMINIK TOKARSKI, Υπόθεση υπ' αρ.: 6880/23, 28/7/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. PIOTR DOMINIK TOKARSKI, Υπόθεση υπ' αρ.: 6880/23, 28/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. M. Παπαλλά, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 6880/23 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- PIOTR DOMINIK TOKARSKI Κατηγορουμένου ---------- [Απευθείας Παραπομπή Κατηγορουμένου Σε Δίκη Από το Κακουργιοδικείο Που Συνεδριάζει στην Πάφο - Άρθρο 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 Το Ζήτημα της Απόλυσης ή Κράτησης του Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κα Γ. Παπασάββα Κατηγορούμενος, Παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες οι οποίες αφορούν την κατηγορία της ένοπλης ληστείας (κατηγορία 1), της διάρρηξης κτιρίου η οποία του καταλογίζεται ότι έγινε στις 18 Ιουνίου 2023 (κατηγορία 2), την κατηγορία της κλοπής (κατηγορία 3), την κατηγορία του παράνομου τραυματισμού (κατηγορία 4), της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας (κατηγορία 5), την κατηγορία της διάρρηξης κτιρίου η οποία του καταλογίζεται ότι έγινε την 13-14 Ιουνίου 2023 (κατηγορία 6), την κατηγορία της κλοπής η οποία επίσης του καταλογίζεται ότι έγινε την 13-14 Ιουνίου 2023 (κατηγορία 7), και την κατηγορία την κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύκτας (κατηγορία 8). Μετά από σχετική διαδικασία ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου το οποίο θα συνεδριάσει στις 09/10/2023. Η κατηγορούσα αρχή αιτήθηκε την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την έναρξη της δίκης του στο Κακουργιοδικείο και επικαλέστηκε τον κίνδυνο της μη προσέλευσης του στη δίκη. Προς υποστήριξη του πρώτου λόγου, ήτοι του κινδύνου φυγοδικίας, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, Τεκμήριο Α και Τεκμήριο Β. Είναι η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού σε συνδυασμό με την ανυπαρξία δεσμών του εν λόγω κατηγορουμένου με την Κυπριακή Δημοκρατία, δικαιολογούν το αίτημα κράτησης. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τον κατηγορούμενο έφερε ένσταση στην κράτηση του. Ως γνωστό, το ενδεχόμενο κράτησης συναρτάται με οποιονδήποτε από τους τρεις πιο κάτω παράγοντες: (α) την πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη (β) την πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος (γ) τη δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Όπως λέχθηκε στη Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 σελίδες 133, 134: «Η πιθανότητα μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη είναι ο βασικός παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης τους. Κατά τη στάθμιση του παράγοντα αυτού λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης του στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων και το ύψος της ποινής που προβλέπεται. Όμως ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και το μοναδικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, καθώς και η δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλοι οι παράγοντες, αλλά ένας ή περισσότεροι από αυτούς μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)CLR 50, Michael Apostolou Tsouka v. The Police
(1962)CLR 261). Κάθε παράγοντας θα πρέπει να εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Ακριβώς στην υπόθεση Κλεάνθης Γεωργίου Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 6248, ημερ. 10.1.1997 τονίστηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης των αδικημάτων για τα οποία κάποιος κατηγορείται, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη νομολογία.» Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει ένα αίτημα όπως αυτό της Κατηγορούσας Αρχής, είναι σημαντικό να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος εκτός εάν καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι, προσέγγιση που είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφ' όσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας ενός προσώπου. Ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92). Αναφέρω από τώρα πως έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Έχω μελετήσει, για σκοπούς του παρόντος αιτήματος, και το μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α και Β) που τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς εξέτασης του λόγου για τον οποίο αιτείται την κράτηση η Κατηγορούσα Αρχή. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στην πρόγνωση για το ενδεχόμενο μη προσέλευσης και υπαγωγής του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη (Χριστοδούλου κ.α. v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, Γιωργαλλίδης v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 526). Στη Θεοδωρίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 τονίστηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη. Το ίδιο και στην Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 A.A.Δ. 450, όπου λέχθηκε ότι: «Είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης.» Ομοίως στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 149 όπου το Εφετείο επισήμανε ότι όσο πιο μεγάλη είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και όσο πιο αυστηρή μπορεί να είναι η ποινή τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου στη δίκη. Ωστόσο έχει πλειστάκις τονιστεί από τη νομολογία ότι ο παράγων αυτός δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε να επενεργήσει από μόνος του και αυτομάτως στην κρίση του Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου. Παράλληλα με την εξέταση της πιθανότητας - κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, λαμβάνονται υπ' όψη παράγοντες, στοιχεία και δεδομένα που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και γενικότερα θέματα υγείας ((βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968), Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 444). Στην υπόθεση Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, υποδεικνύεται ότι «. σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησομένη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.» Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Σιδερένος κ.α.,
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Εκείνο που εξετάζεται είναι η πιθανότητα να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Ταυτόχρονα σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεχτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί του παραβάτη με την Κύπρο δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (Σάββα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 176/2017 ημερ. 20.09.17, Μαρκίδη και άλλος v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 50/2017 ημερ. 22.03.17, Φλεριανού v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 13/16 ημερ. 03.03.16 και Πολυδώρου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 114/16 ημερ. 07.07.16). Όπως ακόμη τονίστηκε στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 οι επιπτώσεις κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Παράλληλα λαμβάνεται υπ' όψη και ο χρόνος κράτησης υποδίκου, ο οποίος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται στο σύνολο του και ανάλογα να σταθμίζεται ως παράγοντας που θα δικαιολογούσε τυχόν διαφορετική προσέγγιση ως προς περαιτέρω κράτηση του, συνυπολογιζόμενος έτσι μαζί με όλες τις υπόλοιπες σχετικές παραμέτρους (xxx Shoaib v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 35/2020 ημερ. 14.04.20). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρές ενόψει και των ποινών που προβλέπονται από το Νόμο. Για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας, ο νομοθέτης προβλέπει ότι αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά τον χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου. (283 Π.Κ) Σε σχέση με τις κατηγορίες των διαρρήξεων τις οποίες αντιμετωπίζει, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Για το αδίκημα της Κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή των πέντε ετών. Σε σχέση με τις κατηγορίες της κλοπής, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Τέλος σε σχέση με το αδίκημα του Τραυματισμού και ανάλογες πράξεις, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος ιδιαίτερα όσον αφορά την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει, οι ποινές που θα του επιβληθούν, θα είναι αυστηρές και αποτρεπτικής φύσεως υπό την έννοια ότι, κατά κανόνα, επιβάλλονται πολυετείς ποινές φυλάκισης, κάτι εξάλλου που υποδεικνύεται μέσα από τη νομολογία. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το εγχείρημα αυτό περιορίζεται σε αντικειμενική πιθανολόγηση και τίποτε περισσότερο. Στο στάδιο αυτό δεν τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων ή οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα (M. Ashkar Ali κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 237-241/2019 και 28 & 29/2020 ημερ. 24.03.20 και Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32). Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (βλ. Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στη Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας Ποινική έφεση 114/15, απόφαση ημερομηνίας 19.6.2015, λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». Παρόλο ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αδικήματα ναρκωτικών ουσιών εντούτοις το σκεπτικό της εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση. Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου μόνο για σκοπούς του παρόντος αιτήματος. Θα αναφερθώ πιο κάτω σε αυτό. Όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, ο κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση αντιμετωπίζει δυο διαφορετικούς ποινικούς φακέλους. Η μια υπόθεση αφορά ένοπλη ληστεία, διάρρηξη καταστήματος και κλοπή όπως επίσης και μαχαιροφορία η οποία κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε στις 18/06/2023 με επίκεντρο συγκεκριμένο κατάστημα οπτικών (κατάστημα Elean) και η δεύτερη υπόθεση αφορά την διάπραξη αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής που έχουν ως επίκεντρο άλλο κατάστημα οπτικών (κατάστημα Kyrsof) στην Πάφο, κατά την περίοδο 13-14 Ιουνίου
  1. Ξεκινώντας από την κατάθεση του κατηγορούμενου (κυανού 24) αυτό το οποίο προκύπτει για σκοπούς εξέτασης του παρόντος αιτήματος είναι η αναφορά του ότι διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 12 χρόνια , και ότι στο παρελθόν διέμενε αρκετά χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής καθώς και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Στην Κύπρο όπως αναφέρει διαμένει με τη συμβία του και τον 9 ετών γιο του. Ανέφερε τον αριθμό τηλεφώνου του, ήτοι τον χχ-χχχ157, τον οποίο χρησιμοποιεί μόνο ο ίδιος και ότι εργάζεται τον τελευταίο μήνα σε συγκεκριμένη εταιρεία. Το ζήτημα της χρήσης του συγκεκριμένου αριθμού τηλεφώνου φαίνεται να συνδυάζεται με τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει η ιδιοκτήτρια του καταστήματος οπτικών (κατάστημα Elean), ότι στις 21/06/2023, την επισκέφθηκε συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι ο κατηγορούμενος ο οποίος επιθυμούσε να του κάνει οπτομέτρηση και ο οποίος της συστήθηκε με το όνομα Piotr και ο οποίος της έδωσε το πιο πάνω αναφερόμενο τηλέφωνο επικοινωνίας. Η συγκεκριμένη παραπονούμενη, όπως προκύπτει από την κατάθεση της (κυανούν 21), επειδή είχε κατά νου το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που είδε την νύχτα που κατ' ισχυρισμό έγινε η ένοπλη ληστεία στο κατάστημα της, και το οποίο ήταν συνδεδεμένο με το κινητό της και έβλεπε ζωντανά τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την διάρρηξη και το όλο περιστατικό, αναγνώρισε το συγκεκριμένο πρόσωπο ως το πρόσωπο το οποίο είχε κάνει την διάρρηξη του καταστήματος της στις 18/06/
  2. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη συμπληρωματική της κατάθεση (κυανούν 42) επαναλαμβάνει τα πιο πάνω ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του καταστήματος ως το πρόσωπο το οποίο τις προηγούμενες ημέρες είχε διαρρήξει το κατάστημα της και τον οποίο επίσης αναγνώρισε πίσω από τον μονοδρομικό υαλοπίνακα στην αστυνομία ως το πρόσωπο που ήρθε στο κατάστημα της αλλά και ως το πρόσωπο που κτύπησε τον γιό της. Επίσης σύμφωνα και την κατάθεση της συγκεκριμένης παραπονούμενης (κυανούν 12) , στις 18/06/2023 γύρω στις 0449 ενώ βρισκόταν στο σπίτι της και κοιμόταν έλαβε μήνυμα στο κινητό της ότι κτυπά ο συναγερμός στο μαγαζί της. Αμέσως ξύπνησε τον σύζυγο της και προσπάθησε να δει τις κάμερες που υπήρχαν εγκατεστημένες στο μαγαζί. Ενώ τις έλεγχε είδε ένα πρόσωπο να βρίσκεται μέσα στο μαγαζί και αμέσως ξεκίνησε να φωνάζει και ξύπνησαν ο γιος της και ο σύζυγος της που βρίσκονταν στο σπίτι. Το πρόσωπο αυτό που ήταν εντός του μαγαζιού έβαζε γυαλιά μέσα σε χάρτινα κιβώτια και μετά άνοιξε το ταμείο και πήρε χρήματα από μέσα. Επίσης σύμφωνα με την κατάθεση του Λοχ.3070 (κυανούν 22), αυτός ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα του ανέφερε η παραπονούμενη και ότι ουσιαστικά η παραπονούμενη αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Περαιτέρω και ο συγκεκριμένος μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση του, ότι τόσο από την σχετική παρακολούθηση του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του συγκεκριμένου καταστήματος όσο και από τη φωτογραφία που κατάφερε η παραπονούμενη να τραβήξει τον κατηγορούμενος όταν αυτός επισκέφθηκε μεταγενέστερα το κατάστημα της για να του κάνει οπτομέτρηση, διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον δράστη της πιο πάνω περιγραφόμενης διάρρηξης και κλοπής, όσο και άλλης υπόθεσης διάρρηξης και κλοπής από άλλα καταστήματα οπτικών που έγιναν μεταξύ των ημερομηνιών 13-14 Ιουνίου
  3. Σε σχέση με τον προαναφερόμενο αριθμό τηλεφώνου τον οποίο ο κατηγορούμενος έδωσε ως στοιχεία επικοινωνίας στην παραπονούμενη μετά την οπτομέτρηση, έκανε σχετική έρευνα στο μηχανογραφημένο σύστημα της αστυνομία και το ταύτισε με τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Επίσης από έρευνα την οποία έχει κάνει στην κατοικία του κατηγορούμενου, εντόπισε συγκεκριμένη ζακέτα η οποία ομοιάζει με τη ζακέτα που φορούσε το πρόσωπο το οποίο σχετίζεται με τα αδικήματα που αφορούν το υποστατικό της πιο πάνω παραπονούμενης. Στη συνέχεια και σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε στον αστυνομικό σταθμό μέσω μονοδρομικού υαλοπίνακα και αναγνωρίστηκε από συγκεκριμένο πρόσωπο ως το πρόσωπο που του επιτέθηκε με το μαχαίρι και τον τραυμάτισε στις 18/06/23 όπως επίσης αναγνωρίστηκε και από τον πατέρα του πιο πάνω προσώπου ως το πρόσωπο που του επιτέθηκε και τον τραυμάτισε. Επίσης σύμφωνα με την κατάθεση της συμβίας του (κυανού 5), φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος εργαζόταν σε εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων από την οποία όμως σταμάτησε. Παλαιότερα διατηρούσε κατάστημα οπτικών το οποίο το έχουν κλείσει λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος. Της υποδείχθηκαν όπως αναφέρει τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης των δυο καταστημάτων και ανέφερε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο. Υποστήριξε επίσης ότι αυτός αντιμετωπίζει διάφορα ψυχολογικά προβλήματα. Επίσης σύμφωνα με το κυανού 9, ήτοι την κατάθεση του γιού της παραπονούμενης ιδιοκτήτριας της πρώτης αναφερόμενης διάρρηξης, περιγράφονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τους ξύπνησε η μητέρα του μετά τη διαπίστωση της διάρρηξης στο υποστατικό της. Αμέσως σηκώθηκε και με τον πατέρα του μετέβησαν στο μαγαζί. Όταν έφτασαν δεν είχαν δει κάποιον μέσα στο μαγαζί, όμως προχώρησαν στην στοά που υπάρχει στο σημείο όπου είδαν ένα άντρα να βγαίνει από χωράφι κρατώντας στο χέρι του ένα μαχαίρι και ο οποίος προσπαθούσε με μανία να τους καρφώσει και στην προσπάθεια του να αμυνθεί, το πρόσωπο αυτό τον κτύπησε. Στο κυανού 38, ο μάρτυρας αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον είχε κτυπήσει, πράγμα που έγινε μέσω του ειδικού μονοδρομικού πίνακα. Ο σύζυγος της παραπονούμενης και πατέρας του πιο πάνω προσώπου, στο κυανού 8, περιγράφει τα όσα έζησε μαζί με τον γιο του και την επίθεση που κατ' ισχυρισμό δέχθηκε από τον κατηγορούμενο τραυματίζοντας τον γιο του με μαχαίρι. Συμπληρωματικά αναφέρει ότι τον είδε να κρατάει μια πλαστική τσάντα η οποία φαινόταν να ήταν γεμάτη με γυαλιά ηλίου. Αναγνώρισε στη συνέχεια σύμφωνα με το κυανούν 41, τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που επιτέθηκε στον γιο του και τον κτύπησε με μαχαίρι, μέσω του μονοδρομικού υαλοπίνακα στην Αστυνομία. Σε σχέση τώρα με τη δεύτερη ισχυριζόμενη διάρρηξη, του άλλου καταστήματος οπτικών η οποία αναφέρεται ότι έγινε την 13-14 Ιουνίου 2023, η συμβία του σύμφωνα με το κυανού 5, αλλά και τα όσα αναφέρει ο Αστ. 739 στο κυανούν 32, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο τον οποίο δείχνουν τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης του εν λόγω υποστατικού να ρίχνει πέτρα στο γυαλί και ακολούθως με κασμά να κτυπά επανειλημμένα στο γυαλί. Από το εν λόγω κατάστημα κλάπηκαν γυαλιά ηλίου μεγάλης αξίας. Από τα πιο πάνω θεωρώ ότι η πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου είναι υπαρκτή. Και το λέω αυτό υπογραμμίζοντας ιδιαίτερα ότι αυτή η διαπίστωση γίνεται χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας και σίγουρα σε καμιά περίπτωση την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων σε σχέση με τις επίδικες κατηγορίες, έργο το οποίο επιτελείται στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Τονίζω, με άλλα λόγια, ότι το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου έχει εκτιμηθεί μόνο στην όψη του και χωρίς οποιοδήποτε συμπέρασμα οριστικό, με ένα μοναδικό σκοπό, να διαπιστώσω κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη και χωρίς βεβαίως να υπεισέρχομαι σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας, αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αντιφάσεων κτλ, ζητήματα τα οποία θα εξεταστούν και ανάγονται στο πεδίο εξέτασης από το Δικαστήριο στο στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι το μαρτυρικό υλικό που έχουν στα χέρια τους οι αστυνομικές αρχές και τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το οποίο και το μελέτησε στην όψη του, είναι αρκετό προς ενίσχυση της πιθανολόγησης για καταδίκη του Κατηγορουμένου. Ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423, δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου.» Σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται το μαρτυρικό υλικό στα στάδιο αυτό και κατά πόσο αυτό είναι τέτοιο που να ικανοποιεί την προϋπόθεση της πιθανότητας καταδίκης, παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την Χριστόδουλος Νικήτα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 A.A.Δ. 54: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις . Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος Ως εκ τούτου, χωρίς να αγνοώ τις απόψεις της υπεράσπισης (Ευαγγέλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 108/19 και 109/19, απόφαση ημερομηνίας 02.10.2019), βρίσκω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του. Δεν μου διαφεύγουν οι τοποθετήσεις της συνηγόρου υπεράσπισης με τις οποίες υπέδειξε κατά την γνώμη της κενά και αδυναμίες στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και προβληματισμούς της οποίους έθεσε, πλην όμως άπτονται της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, η οποία διεξάγεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο αυτό. Εξετάζοντας τώρα τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου και γενικότερα τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως προκύπτουν από τα όσα αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους αλλά και από το ίδιο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, παρατηρώ τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 55 ετών και κατάγεται από την Πολωνία και διαμένει τα τελευταία περίπου 11 χρόνια στην Κύπρο. Διέμενε για αρκετά χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής καθώς και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες ως αναφέρει ο ίδιος και στην κατάθεση του. (β) Διαμένει με τη συμβία του και τον εννιάχρονο γιο του σε κατοικία στην Πάφο, με την οποία φαίνεται ότι αντιμετωπίζει προβλήματα σύμφωνα με την κατάθεση της και οι σχέσεις τους δεν είναι καλές, θέση την οποία και η συνήγορος υπεράσπισης προώθησε. (γ) Ο κατηγορούμενος διατηρούσε στο παρελθόν κατάστημα με οπτικά το οποίο έχει κλείσει. Σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου, (κυανού 24) εργάζεται τον τελευταίο μήνα σε συγκεκριμένη εταιρεία ενοικίαση αυτοκινήτων. Σύμφωνα με τη συνήγορο του, έχασε πλέον αυτή την δουλεία ένεκα του ότι είχε τεθεί υπό κράτηση στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος διαθέτει κάποιους δεσμούς με την Κύπρο. Ωστόσο δεν δημιουργούν ισχυρές σχέσεις και δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να θεωρείται απομακρυσμένο το ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής του κατηγορουμένου είτε στο εξωτερικό είτε σε περιοχές μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Στην υπόθεση Mingxia Hua v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 152 η εφεσείουσα είχε αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, ο κύπριος σύζυγος της είχε υιοθετήσει τη θυγατέρα της που φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στη Λευκωσία και είχε αποκτήσει και αυτή κυπριακή υπηκοότητα, η ίδια διέμενε στην Κύπρο δέκα χρόνια και ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας εγγεγραμμένης στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην όμως αυτά δεν θεωρήθηκαν ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο ώστε να εξουδετερώσουν κάθε σκέψη της για διαφυγή στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κράτηση της από το πρωτόδικο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω δεδομένα επενεργούν θετικά στην σκέψη του κατηγορουμένου για φυγοδικία από μέρους του και κατ' επέκταση εύλογα αυξάνουν το κίνητρο του για φυγοδικία από μέρους του. Στη Δράκος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 449, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες που αφορούσαν σε απαγωγή και βιασμό ανήλικης. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση αφού έλαβε υπόψη του ότι «Η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο, απόπειρας διαφυγής του εφεσείοντος, προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει». Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο, χωρίς να αγνοώ τους δεσμούς αυτούς και τις προσωπικές - οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου, δεν βρίσκω ότι αυτά τα δεδομένα αλλά και οι συνέπειες που θα έχει η κράτησή του μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, είναι τόσο εξαιρετικά ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση ημερομηνίας 16.7.2019, Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 81/19 - 83/19, «Με μόνη την προσθήκη ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στις επισημάνσεις που έγιναν στις Φλεριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 13/2016 ημερ. 3.3.2016 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 14/2016 ημερ. 7.7.2016.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.α.
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορούμενου εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν την σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Την ίδια στιγμή έχω εξετάσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αφεθεί ελεύθερος με τους περιοριστικούς όρους που έχει εισηγηθεί η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης και κρίνω ότι δεν διασφαλίζουν την παρουσία του πελάτη της στη δίκη της υπόθεσης του (Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130). Επομένως βρίσκω ότι η ατομική ελευθερία του κατηγορουμένου θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημόσιου συμφέροντος. Επίσης είναι η θέση της συνηγόρου του κατηγορούμενος ότι ενώ ο κατηγορούμενος απολύθηκε από το Ψυχιατρείο Αθαλάσσας και κυκλοφορούσε ελεύθερος, συνεργάστηκε με την Αστυνομία όταν κλήθηκε να παρουσιαστεί στον Αστυνομικό σταθμό άμεσα, ενώ υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να φυγοδικήσει. Σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς, κρίνω ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο το οποίο να εξαλείφει τον κίνδυνο φυγοδικίας. Ο κατηγορούμενος ναι μεν κλήθηκε και παρουασιάστηκε στην Αστυνομία, δεν ήταν όμως σίγουρα σε θέση να γνωρίζει επ' ακριβώς το κατηγορητήριο που θα αντιμετώπιζε στη συνέχεια στο Δικαστήριο όταν αυτό καταχωρήθηκε. Τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν διαφοροποιούν τα δεδομένα. Δηλαδή δεν εξαλείφει τον κίνδυνο φυγοδικίας και ούτε διαγράφει από την σκέψη του κατηγορούμενου προσπάθεια να φύγει, ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, την πιθανότητα καταδίκης του και το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής ποινής. Το πιο πάνω, δεν, μπορεί να άρει στο μυαλό του Δικαστηρίου την όποια αμφιβολία τυχόν έχει για την εμφάνιση του στο Δικαστήριο την ημέρα που θα παρουσιαστεί ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου ιδιαίτερα ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που πλέον αντιμετωπίζει. Σε σχέση με τα πιο πάνω παραπέμπω στη Μαυρομιχάλη ν. Αστυνομίας
(2014)2(Α) Α.Α.Δ. 256, όπου ο εφεσείων, πατέρας τριών παιδιών, ο οποίος αναζητείτο από τις Κυπριακές Αρχές για τέσσερα χρόνια και επέστρεψε στην Κύπρο οικειοθελώς με σκοπό να παραδοθεί, διατάχθηκε η κράτηση του και η απόφαση για την κράτηση του επικυρώθηκε λόγω κινδύνου φυγοδικίας. Επίσης παραπέμπω και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου F.S v Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 10/20 ημερ. 3.3.20 στην οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αλλοδάπος αντιμετώπιζε σοβαρές κατηγορίες ενώπιον του Κακουργιοδικείου διέμενε μόνιμα στην Δημοκρατία, όπου η υπεράσπιση αναφέρθηκε ειδικά στο ζήτημα της συνέπειας που επέδειξε ο Εφεσείων στις υποχρεώσεις του να παρουσιάζεται στην Αστυνομία όταν καλείτο για ανάκριση, εισηγούμενος ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας. Το Εφετείο αφού συνεκτίμησε τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όσο και την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετώπιζε έκρινε ότι η απόφαση για κράτηση που είχε διατάξει προηγουμένως το Πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ορθή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του για τον λόγο που υποστηρίχτηκε επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την 09/10/2023 ημερομηνία που έχει οριστεί η παρούσα υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου. (Υπ.) ........................... Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.