ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Ραφαήλ Χρίστου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7032/23, 29/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7032/23 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- Samuil Simeonov Georgiev
- Ραφαήλ Χρίστου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο 2: κα Ρ. Ξιναρή Κατηγορούμενος 2: Παρών ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ 2 Οι κατηγορίες στις οποίες βρέθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος 2, κατόπιν δικής του παραδοχής, είναι οι πιο κάτω: - Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- (1η κατηγορία) - Κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός επί σκοπώ τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 20, 21 και 296(γ) του Κεφ. 154 (3η κατηγορία) - Συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Κεφ. 154 (4η Κατηγορία) - Απαγόρευση μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 82
(2), 85 και 86 του Κεφ.
- (5η Κατηγορία) - Παράνομη Κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, και 309 του Κεφ.
- (6η κατηγορία) Τα γεγονότα όπως ανέφερε ο συνήγορος της κατηγορούσας Αρχής είναι ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο , στις 27 Ιουλίου του 2023, συνωμότησαν για να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή το αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Συγκεκριμένα φαίνεται ότι ο 2ος κατηγορούμενος , ενώ καταδικάστηκε προηγουμένως σε ποινές φυλάκισης για κακουργήματα κατά της περιουσίας , στις 27/07/2023 στην οδό Χριστόδουλου Πολυδώρου στην Χλώρακα, μαζί με άλλο πρόσωπο, κατά τη διάρκεια της νύκτας, είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά εργαλεία , δηλαδή ένα λιβέρι μάρκας Parkside και ένα μικρό κατσαβίδι άνευ νομίμου δικαιολογίας, επί σκοπώ διάπραξης κακουργήματος. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 2 μαζί με άλλο πρόσωπο, στις 27 Ιουλίου 2023 , συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή μετέφεραν μαχαίρια που κατέληγαν σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας τους ή της αυλής τους, δηλαδή μετέφερε τρία μαχαίρια μήκους 13, 5 και 7,5 εκατοστών. Τέλος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο κατηγορούμενος 2, μαζί με άλλο πρόσωπο , στις 27 Ιουλίου του 2023 στην πιο πάνω αναφερόμενη οδό στην Χλώρακα είχαν στην κατοχή τους περιουσία για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία , ήτοι μια τσάντα χρώματος μπλε, μια θήκη τάμπλετ χρώματος μαύρου, δυο κιάλια , δυο γυαλιά ηλίου, δυο φακέλους με εκατοντάδες γραμματόσημα, ένα κουτί με μικρούς φακέλους, ένα ημερολόγιο, ένα κινητό τηλέφωνο, ένα ρολόι χειρός, δυο μολύβια πινέλα, ένα μαύρο πορτοφόλι μάρκας, δυο κλειδιά αυτοκινήτου και μια τσιμπίδα φρυδιών. Περαιτέρω ο συνήγορος της κατηγορούσας Αρχής ειδικά ως προς το λιβέρι, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2, άμεσα παραδέχθηκε ότι είναι δικό του στην Αστυνομία. Τέλος σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, αυτός βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Α, ο Κατηγορούμενος 2, στην ποινική υπόθεση 7240/18 του Ε.Δ Πάφου με ημερομηνία καταδίκης 09/03/2022 καταδικάστηκε σε ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 9 μηνών στην κατηγορία της Διάρρηξης Καταστήματος για τις οποίες διατάχθηκε τριετής αναστολή. Επίσης σύμφωνα με το Τεκμήριο Β στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 130/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με ημερομηνία καταδίκης 29/03/2023 επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 6 μηνών για το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης. Σημειώνω ότι στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης λήφθηκαν υπόψη και οι ποινικές με αριθμό 182/23 και 7422/
- Όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας Αρχής, θέση την οποία υιοθέτησε και συνήγορος υπεράσπιση του Κατηγορουμένου 2, ο Κατηγορούμενος 2, έκτισε μέρος της ποινής που του επιβλήθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης, και μετά από χάρη που έλαβε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, υπολείπονται 48 ημέρες. Η πιο πάνω ποινή έτυχε αναστολής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για περίοδο 3 ετών, δηλαδή η αναστολή δόθηκε κάτω από τον όρο ότι αν διαπράξει αδίκημα εντός 3 ετών, στο οποίο θα του επιβαλλόταν ποινή φυλάκισης, θα ενεργοποιείτο αυτόματα το υπόλοιπο μέρος της ποινής, το οποίο ανέρχεται σε 48 ημέρες. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 2 κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες: 1) Την παραδοχή του και την απολογία του. 2) Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι τα όσα ανευρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος 2, δεν ήταν κρυμμένα. 3) Την άμεση παραδοχή του ότι το λιβέρι ήταν δικό του. 4) Το ότι η κατοχή των διαρρηκτικών εργαλείων δεν συνδέθηκε ουσιαστικά με οποιοδήποτε άλλο αδίκημα κατά της περιουσίας. 5) Υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρεται ότι, ο Κατηγορούμενος 2, κατάγεται από την Πάφο και είναι ο μεσαίος από 3 αδέλφια. Η μητέρα του είναι άνεργη 52 ετών ενώ ο πατέρας του 58 ετών, δεν έχει σταθερή εργασία και εργάζεται περιστασιακά σε οικοδομές. Πρόσφατα όπως αναφέρει έχει γνωρίσει τις δυο μεγαλύτερες ετεροθαλής αδελφές του που αποκτήθηκαν από το πρώτο γάμο του πατέρα του. Φοίτησε στην Τεχνική Σχολή στον κλάδο μηχανικός αυτοκινήτων, αλλά δεν έλαβε απολυτήριο λόγω παραβατικής συμπεριφοράς. Πήρε απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά λόγω χρήσης ουσιών. Ενώ προσπάθησε να εργαστεί όπως αναφέρει, δεν κατάφερε να παραμείνει μόνιμα σε μια δουλειά, λόγω της σύλληψης του από την Αστυνομία. Εδώ και 7 μήνες διατηρεί σχέση με συγκεκριμένη γυναίκα 33 ετών, υπάλληλο σε πιτσαρία. Από την ηλικία των 16 ετών, έχει εκτίσει 7 φορές ποινή φυλάκισης, 2 φορές ως κατάδικος ενώ τις υπόλοιπες ως υπόδικος. Παραδέχεται την χρήση χόρτου από την ηλικία των 13 ετών ενώ έχει ενταχθεί 3 φορές σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Παραμένει καθαρός εδώ και 8 μήνες όπως αναφέρεται και επιθυμεί να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Πριν από τη σύλληψη του, φιλοξενείτο από τη συμβία του. Δεν φαίνεται να έχει εισοδήματα, ούτε ακίνητη ή κινητή περιουσία, όπου ούτε και χρέη. 6) Το ότι έχει νοσηλευτεί στο ψυχιατρείο Αθαλάσσας 7 φορές, θέση η οποία δεν αμφισβητείται από την Κατηγορούσα Αρχή. 7) Τις προσπάθειες που κατέβαλε για απεξάρτηση παρά το γεγονός ότι δεν τα κατάφερε ένεκα του νεαρού της ηλικίας του. 8) Την πρόθεση του να ενταχθεί εκ νέου σε πρόγραμμα απεξάρτησης έτσι ώστε να αλλάξει την ζωή του. 9) Το ότι είναι χρήστης ναρκωτικών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). To γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, o οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, είναι, φυλάκιση μέχρι πέντε έτη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για τη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» Συγκεκριμένα, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154, επισύρει ποινή φυλάκισης επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. (1η κατηγορία). Το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια της νύκτας επισύρει, με βάση το άρθρο 296(γ) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 5 ετών. Αν όμως ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε προηγουμένως για κακούργημα που αφορά περιουσία, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση 7 χρόνων όπως στην περίπτωση του κατηγορουμένου 2. (Κατηγορία 3). Σε σχέση με την κατηγορία της Συνωμοσίας προς διάπραξη πλημελλήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Κεφ. 154, σύμφωνα με τη γενική ποινή για πλημμελήματα που προβλέπεται στο άρθρο 35 του Κεφ. 154, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες, ή και με τις δύο αυτές ποινές. (4η κατηγορία) Όσον αφορά την κατηγορία της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας με βάση τα άρθρα 82
(2), 85 και 86 του Κεφ. 154, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου και ανεξάρτητα οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης των άρθρων 29, 32 και 33, υπόκειται σε κατώτατο όριο σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο, λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα, ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα (5η Κατηγορία). Το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας , επισύρει με βάση το άρθρο 309 του Κεφ. 154, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. (Κατηγορία 6). Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, όλα σχεδόν τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι διέπραξε εμπίπτουν στην κατηγορία των σοβαρών αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα με τον νομοθέτη να δείχνει τη σοβαρότητα που τους αποδίδει μέσω της θέσπισης των προβλεπομένων ποινών στην κείμενη νομοθεσία. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η εγκληματικότητα στην Κύπρο όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική στάση (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη και συνάμα να δημιουργηθεί ρήγμα στην πίστη που αυτός εναποθέτει στις αρμόδιες αρχές και εξουσίες της πολιτείας που είναι υπεύθυνες για την προστασία του ιδίου αλλά και της περιουσίας του. Αδικήματα διάρρηξης, κλοπής, παράνομης κατοχής περιουσίας και κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία και άλλων ομοειδών αδικημάτων, θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που συχνά καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης τέτοιων αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Εξίσου όμως ανησυχητικό και συνάμα θλιβερό είναι το γεγονός ότι σημειώνεται αυξητική τάση κρουσμάτων διάπραξης τέτοιων σοβαρών αδικημάτων και ειδικότερα στην Πάφο. Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Η πολιτεία οφείλει μέσω τη θέσπισης και εφαρμογής ποινικών νομοθεσιών αλλά και άλλων κατάλληλων μηχανισμών να διασφαλίσει το δικαίωμα σεβασμού της απρόσκοπτης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα. Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Σε σχέση ειδικότερα με την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων, κατά την επιβολή ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του, ως επιβαρυντικούς παράγοντες, που προσμετρούν στην κατηγοριοποίηση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου ως σοβαρής, αν ο κατηγορούμενος διέπραξε, με το εν λόγω όργανο, διάρρηξη ή διαρρήξεις ή συνελήφθη ενώ επιχειρούσε διάρρηξη. Η ποινική ευθύνη κατηγορούμενου που εντοπίζεται να κατέχει όργανο με σκοπό να προβεί σε διάρρηξη, γενικά, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη διάρρηξη ή επιχειρούμενη διάρρηξη, θα πρέπει να κατηγοριοποιείται ως η πιο ήπια μορφή διάπραξης του αδικήματος. Όπου το αδίκημα επομένως, συνδυάζεται με την διάπραξη διάρρηξης ή κλοπής η ποινή φυλάκισης είναι η ενδεδειγμένη (βλ. ενδεικτικά, MICHAL BUKOWSKI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2011)2 ΑΑΔ 92 και Glodan Andrian Petrica ν. Αστυνομίας
(2013)2 A.A.Δ.278). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Ως προς το είδος και ύψος της αρμόζουσας ποινής, πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 2. Θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, παρότι δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν καθώς και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183, ECLI:CY:AD:2017:D183. Καμιά υπόθεση δεν είναι ακριβώς όμοια με άλλη, οπότε, κατ' ακολουθία της νομολογίας δεν είναι απόλυτα σχετικές οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες υποθέσεις (βλ. Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/2014, ημερ. 19.4.2016). Στην υπόθεση MICHAL BUKOWSKI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2011)2 ΑΑΔ 92, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός την οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν μαζί με κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, απόπειρας κλοπής, κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία και εγκληματικής επέμβασης. Οι εφεσείοντες οι οποίοι ήταν Πολωνοί υπήκοοι, ζούσαν και εργάζονταν στην Κύπρο ως οικοδόμοι. Ο κατηγορούμενος 1, ήταν ηλικίας 23 ετών και ο κατηγορούμενος 2 ηλικίας 32 ετών και ήταν παιδί διαλυμένης οικογένειας. Και οι δυο κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Το Εφετείο επεσήμανε, ότι αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που επιβάλλει τη, διά μέσου και των ποινών, αποτροπή τους. Το Δικαστήριο θεώρησε τη συμπεριφορά των εφεσειόντων να στρέφεται εναντίον όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας αλλά και της έννομης τάξης, γενικά. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: επτά, πέντε, εννέα, τριών και τριών μηνών αντίστοιχα ― Η ποινή φυλάκισης των εννέα μηνών, χαρακτηρίστηκε αυστηρή, όμως δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική, ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου για μείωσή της. Στην υπόθεση Glodan Andrian Petrica ν. Αστυνομίας (ΠΕ 159/2012, ημερ. 28.3.2013) όπου ο εφεσείων, μετά από δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε δύο κατηγορίες, μια για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής καταστήματος χρυσαφικών αξίας 500 ευρώ εν καιρώ νυκτός και μια για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα το Ανώτατο Δικαστήριο ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών της υπόθεσης (ο εφεσείοντας είχε καταδικαστεί προηγουμένως σε άλλες υποθέσεις παρόμοιας φύσης όπου η υπό κρίση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη) με μεγάλο δισταγμό όπως ανέφερε μείωσε την επιβληθείσα στην κατηγορία της διάρρηξης ποινή φυλάκισης των 2 χρόνων σε 15 μήνες αφήνοντας την επιβληθείσα ποινή του ενός χρόνου στην κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων. Στην υπόθεση Μιχαήλ κ.α. v. Αστυνομία Ποινικές Εφέσεις Αρ. 145/2014 και 146/2014 ημερ. 15.04.2016, ποινή φυλάκισης τριών μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο επικυρώθηκε από το Εφετείο. To αδίκημα αφορούσε κατοχή εργαλείων εν καιρώ νύχτας, εντούτοις το σκεπτικό που διέπει τη διάπραξή του ταυτίζεται με το αδίκημα της δικής μας περίπτωσης. Επίσης στην υπόθεση Huseyin Vedat v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 142/2012, ημερομηνίας 22.11.12 ποινή φυλάκισης 4 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας σε σχέση με ποσό €955,00 το οποίο ανευρέθηκε στο πρόσωπο του εφεσείοντα και για το οποίο υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Για προσδιορισμό, λοιπόν, της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα των αδικημάτων, καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας, αλλά και ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξης τους. Σε σχέση με την ύπαρξη των προηγούμενων καταδικών, ο κατηγορούμενος 2 δεν μπορεί να αναμένει την επιείκεια που δικαιούται πρόσωπο λευκού μητρώου. Βεβαίως, αυτός δεν θα τιμωρηθεί ξανά για αδικήματα, για τα οποία του έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Η σημασία της προηγούμενης καταδίκης έγκειται στο ότι είναι ενδεικτική της στάσης του έναντι της νομιμότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος 2 όχι μόνο έδειξε να μη σωφρονίζεται, αλλά επανήλθε σε παράνομη συμπεριφορά. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο κατηγορούμενος 2 αφού είχε καταδικαστεί στα πλαίσια της 7240/18 του Ε.Δ Πάφου στις 09/03/2022 σε ποινές φυλάκισης με τριετή αναστολή, με μεγαλύτερη αυτή των 9 μηνών, και ενώ επίσης καταδικάστηκε στα πλαίσια της 130/23 του Ε.Δ Πάφου επίσης σε ποινές άμεσης φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 6 μηνών και ενώ του δόθηκε Προεδρική χάρη με επίσης τριετή αναστολή, μετά την αποφυλάκιση του με την απονομή χάριτος υπέπεσε, και πάλιν στην διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Γενικά όμως λαμβανομένων υπόψη των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2, καταδεικνύει ότι ουδόλως επηρεάστηκε από την προσαγωγή του ενώπιον Δικαστηρίων, ούτε και την επιβολή ποινών. Επιβλήθηκαν σε αυτόν ποινές άμεσης φυλάκισης στις οποίες λήφθηκαν υπόψη άλλες υποθέσεις και για τις οποίες ουσιαστικά έλαβε προεδρική χάρη, ενώ σε προγενέστερο χρόνο, οι ποινές που του επιβλήθηκαν και στην 7240/18 είχαν ανασταλεί από το Δικαστήριο. Φαίνεται όμως ότι τίποτε από αυτά δεν τον έχει επηρεάσει σε βαθμό ώστε να νιώθει την υποχρέωση για οποιουσδήποτε λόγους να τηρεί τους Νόμους. Ο κατηγορούμενος 2 δεν εκμεταλλεύτηκε τις πιο πάνω ευκαιρίες που του δόθηκαν και διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα κατά την περίοδο της αναστολής. Από την άλλη, προς όφελος του Κατηγορουμένου 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής του στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο αλλά και στις Αστυνομικές Αρχές με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (β) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε στο Δικαστήριο δια της συνηγόρου του. (γ) Παράλληλα είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι χρήστης ναρκωτικών και εκφράζει την επιθυμία του και την πρόθεση του να απεξαρτηθεί, μέσω προγράμματος αποκατάστασης. Δεν αμφισβητώ τη θέση αυτή την οποίαν και δεν αγνοώ. Σε κάθε περίπτωση εφόσον πράγματι ο κατηγορούμενος 2 έχει την πρόθεση να συνεχίσει την προσπάθεια του αυτή την οποία το Δικαστήριο βεβαίως επικροτεί, δεν θεωρώ ότι εμποδίζεται να το συνεχίσει σε περίπτωση φυλάκισης του και εντός των κεντρικών φυλακών. (Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 513, Καρακάννας v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463 και Τσιάκκα κ.α. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282). Εν πάση περιπτώσει, εάν ο κατηγορούμενος καταφέρει να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά, ο πρώτος που θα ωφεληθεί θα είναι ο ίδιος. Όπως έχει νομολογηθεί, σε σχέση με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν έχει μόνο το αν ο χρήστης τελικά απέτυχε ή όχι, αλλά το αν προσπάθησε και πως και, όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει.» Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη την πρόθεσή του να υποβληθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης, παρά την αρχική αποτυχία του σε προηγούμενα προγράμματα απεξάρτησης. (δ) Τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει αφού σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν νοσηλεύτηκε ήδη 7 φορές στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Εντούτοις, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382, τέτοιου είδους προβλήματα, αν και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προς μετριασμό της ποινής ενός κατηγορουμένου, δεν πρέπει να οδηγούν σε ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου και του χαρακτήρα της ποινής, ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις αδικημάτων η διάπραξης των οποίων είναι σε έξαρση και επιβάλλεται, για σκοπούς αποτροπής, η αυστηρή τιμωρία τους προς προστασία της κοινωνίας: «Ενόψει του γεγονότος ότι η ψυχολογική κατάσταση του εφεσείοντα λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο ο λόγος αυτός της έφεσης δεν μπορεί να ευσταθήσει. Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο .... Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. (Βλέπε: Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και από την ευπαίδευτη συνήγορο υπεράσπισης, όμως δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας, έτσι ώστε με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). (ζ) Το γεγονός ότι τελεί υπό κράτηση από τις 31/07/2023. (η) Το ότι όλα τα αντικείμενα που αφορούν την παράνομη κατοχή περιουσίας και την κλοπή βρίσκονται στην κατοχή πλέον της αστυνομίας και ουσιαστικά αυτά θα επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. (θ) Το ότι δεν έχει αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος ή κέρδος. Στην Ποινική Έφεση αρ.227/09 Θεόδωρος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, το Εφετείο μείωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών στους 6 μήνες για αδίκηματα φυσικά της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, αφού δέχθηκε την θέση του Εφεσείντα ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε κέρδος από την παράνομη πράξη του. Όπως αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, παρέχονται περιθώρια για επιεικέστερη μεταχείριση εκεί όπου εν τέλει ο κατηγορούμενος δεν αποκομίζει οποιασδήποτε μορφής όφελος. (ι) Τα όσα γενικότερα αναφέρθηκαν ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. (κ) Δεν παραβλέπω επίσης ότι μέσα από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων είναι προφανές πως η παρούσα δεν συγκαταλέγεται στις σοβαρότερες μορφές αφού από τα γεγονότα δεν διαφαίνεται ότι τα όργανα που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος 2 χρησιμοποιήθηκαν για τη διενέργεια διάρρηξης ή οποιουδήποτε άλλου αδικήματος. Περαιτέρω δεν προέκυψε ότι τα τρία μαχαίρια που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος 2 είχε πρόθεση να τα χρησιμοποιήσει για εγκληματική ενέργεια πλην όμως αυτό δεν μειώνει τη σοβαρότητα της αξιόποινης πράξης του λόγω της επικινδυνότητας που έχει η μεταφορά τέτοιων αντικειμένων σε περίπτωση χρήσης τους. Προς τούτο σημειώνω εδώ ότι στην υπόθεση Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.333 λέχθηκε ότι: «οι ευρύτερες παράμετροι της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών λαμβάνονται βεβαίως υπόψη. Η κατοχή όπλων και πυρομαχικών χωρίς ιδιαίτερο κίνητρο για εγκληματική ενέργεια, όπως και η συναισθηματική φόρτιση κάτω από την οποία επιτελείται εγκληματική πράξη αποτελούν στοιχεία μετριαστικά της παράνομης ενέργειας, (Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 169 και R. v. Julia Ann French
(1994)15 Cr. App. R. 194).». Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο την ανάγκη για αποτροπή και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προανέφερα, κρίνω ότι η επιβολή στον κατηγορούμενο 2 ποινής στερητικής της ελευθερίας του προβάλλει ως αναπόφευκτη, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί έσχατο μέτρο τιμωρίας, όπου άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη και ότι αναμφίβολα η επιβολή ποινή φυλάκισης θα έχει επιπτώσεις στους ίδιους τους κατηγορούμενους. Το ύψος της ποινής θα αντανακλά το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου, αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον κατηγορούμενο 2 όσο και σε νέους επίδοξους παραβάτες. Οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο 2 οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 να συντρέχουν. Έχοντας στο μυαλό πως ηγέρθη θέμα ενεργοποίησης του υπολοίπου της ποινής του κατηγορουμένου το οποίο αναστάλθηκε μετά από προεδρική χάρη , εξέτασα (ενώ αποφάσισα για το είδος και ύψος της ποινής), το κατά πόσον το σύνολο της ποινής που θα προκύψει μετά από την ενεργοποίηση τού υπολοίπου της φυλάκισης του κατηγορουμένου 2 (48 μέρες), θα παραβίαζε την αρχή της συνολικότητας. Στη συνέχεια προχώρησα και εξέτασα κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης των 9 μηνών που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην ποινική υπόθεση με αριθμό 7240/18 αφής στιγμής τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν εντός της περιόδου αναστολής της προηγούμενης αυτής καταδίκης. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου και τα όσα αναφέρθηκαν στην Παπαχρίστου ν Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 62, 66, όπου το Εφετείο υπέμνησε και τούτα: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255)». Συνεκτιμώ επίσης και τα όσα ειπώθηκαν στην Τζιάμα ν Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 17/17, ημ. 18.12.17, όπου το Εφετείο είπε και αυτά: «Ο εφεσείων έτυχε του πλεονεκτήματος της προεδρικής χάρης με την αναστολή της ποινής για περίοδο τριών ετών, το Νοέμβριο του 2013. Σύμφωνα με τους όρους κάτω από τους οποίους αποφυλακίστηκε, εάν οποτεδήποτε προ της παρόδου της περιόδου αναστολής των τριών ετών διαπράξει νέο αδίκημα και καταδικαστεί γι΄ αυτό σε ποινή φυλάκισης, η ανασταλείσα ποινή θα ενεργοποιηθεί αυτόματα εις τρόπο ώστε μετά την έκτιση της οποιασδήποτε τέτοιας ποινής, ο κατάδικος να εκτίσει στη συνέχεια το υπόλοιπο της ανασταλείσας ποινής. Ο εφεσείων δεν εκμεταλλεύτηκε τη χάρη που του δόθηκε και διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα κατά την περίοδο της αναστολής. Η ενεργοποίηση του υπόλοιπου της ποινής που ανερχόταν σε 295 μέρες είναι υποχρεωτική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, λόγω του ότι θα προχωρούσε σε ενεργοποίηση του υπόλοιπου της ποινής που αναστάληκε, εξέτασε τη νομολογία επί του ζητήματος της συνολικότητας της ποινής, έτσι ώστε αυτή να μην είναι υπερβολική». Οι εξουσίες του Δικαστηρίου αναφορικά με ποινή φυλάκισης με αναστολή, μετά από καταδίκη σε άλλο αδίκημα καθώς και ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης τους, καθορίζονται στο άρθρο 4 του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως σε Ωρισμένες Περιπτώσεις Νόμου 95/72, το οποίο προβλέπει τα εξής: «4.
(1)Οσάκις πρόσωπον κατεδικάσθη, διαρκούσης της περιόδου της εφαρμογής του διατάγματος, δι' αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσίν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων - (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολόβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του». Με βάση την πιο πάνω διάταξη το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να επιβάλλει ποινή για το αδίκημα το οποίο εκδικάζει. Σε δεύτερο στάδιο, σε σχέση με την ανασταλείσα ποινή, εξετάζει όλα τα περιστατικά και ασκεί την εξουσία του δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου, λαμβάνοντας ένα από τα μέτρα που προβλέπονται από αυτό (βλ. και Σύμκασης ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 1 και Χριστοδούλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 443). Διάταγμα δε για ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)εκδίδεται, εκτός αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι θα ήταν άδικο έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την αναστολή της ποινής και τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε το νέο αδίκημα. Από το λεκτικό του άρθρου 4
(1)φαίνεται δε ότι ο ουσιώδης χρόνος είναι ο χρόνος καταδίκης στο μεταγενέστερο αδίκημα που πρέπει να είναι μέσα στην περίοδο εφαρμογής του διατάγματος και όχι ο χρόνος διάπραξής του (βλ. Χριστούδκιας ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 52). Το άρθρο 4
(1)του Νόμου 95/72, αντανακλά την πολιτική του Νόμου σε σχέση με τις συνέπειες παράβασης των όρων της αναστολής και θεωρεί την ενεργοποίηση της ποινής σαν τον κανόνα και την υιοθέτηση των υπαλλακτικών μέτρων σαν την εξαίρεση. Όπου οι όροι της αναστολής παραβιάζονται, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για να μην ενεργοποιηθεί η ποινή φυλάκισης εξαφανίζεται. Το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση των όρων είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα της μειωμένη εξ αιτίας οποιωνδήποτε ελαφρυντικών περιστάσεων. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης. Στην απουσία κατάλληλων περιστάσεων που μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης των όρων της αναστολής, ενεργοποίηση πρέπει, σαν κανόνας, να διατάσσεται (βλ. Dimitri Parashou Louka v. The Police
(1986)2 C.L.R. 141, Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 409 και Χριστούδκιας ανωτέρω). Η ενεργοποίηση ανασταλείσας ποινής συνδέεται κατ' εξοχή με τους λόγους για τη μη τήρηση των όρων κάτω από τους οποίους η ποινή είχε ανασταλεί και όχι με την ομοιότητα μεταξύ του νέου αδικήματος και εκείνου για το οποίο είχε ανασταλεί η ποινή (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 251). Όσον αφορά την άσκηση της σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και το τι άλλο λαμβάνεται υπόψη, ενδεικτικό είναι το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62. Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται είτε η ποινή φυλάκισης είχε ανασταλεί από το Δικαστήριο, είτε μεταγενέστερα, δυνάμει απόφασης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατ' ενάσκηση συνταγματικού του δικαιώματος. Μεταξύ των δύο υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα επιβολή ποινής για το νέο αδίκημα, χωρίς να επηρεάζεται στην απόφαση του ως προς το είδος και την έκταση της ποινής, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό περίοδο αναστολής έκτισης ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί προηγουμένως. Αξιολογεί κάθε σχετικό παράγοντα και επιβάλλει την κατάλληλη ποινή, η οποία αρμόζει τόσο στο αδίκημα όσο και στον αδικοπραγούντα. Συνεπώς το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία ως προς το εάν και κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ποινή φυλάκισης που είχε ανασταλεί προηγουμένως από Δικαστήριο και έχει επίσης διακριτική εξουσία ως προς το εάν και κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ολόκληρη ή ένα μικρό ή μεγάλο μέρος αυτής. Στην δεύτερη όμως περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να πράξει οτιδήποτε σε σχέση με την ανασταλείσα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ποινή, εφόσον δεν μπορεί να εξετάσει είτε μη ενεργοποίηση της είτε ενεργοποίηση της για μικρότερο χρονικό διάστημα. Αντίθετα υποχρεούται να εκλάβει ως δεδομένο ότι αν επιβάλει ποινή φυλάκισης για το νέο αδίκημα τότε αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί και η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, την οποία ο κατηγορούμενος υποχρεωτικά θα εκτίσει διαδοχικά με την επιβληθείσα για το νέο αδίκημα ποινή και σε όλη την έκτασή της που είχε απομείνει πριν την αναστολή της. Γι' αυτό δε το λόγο, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός της ύπαρξης ανασταλείσας με προεδρικό ένταλμα ποινής, έτσι ώστε να σταθμίσει τις επιπρόσθετες σοβαρές επιπτώσεις που θα έχει ενδεχόμενη νέα ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Παραπέμπω για τα πιο πάνω στην Σωτηριάδου v. Αστυνομίας
(2009)2 A.A.Δ. 356. Την ευθύνη λοιπόν για την πληροφόρηση του Δικαστηρίου για το γεγονός ενεργοποίησης ανασταλείσας ποινής, φέρει τόσο η Κατηγορούσα Αρχή όσο και η Υπεράσπιση. Στην παρούσα φαίνεται να προκύπτει τόσο θέμα ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης, η έκτιση της οποίας αναστάληκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όσο και θέμα ενεργοποίησης ποινής που αναστάληκε στα πλαίσια της 7240/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Όσον αφορά το θέμα της ενεργοποίησης της ποινής στα πλαίσια της 130/23 Ε.Δ Πάφου για την οποία δόθηκε αναστολή ποινής φυλάκισης για τρία χρόνια και απομένουν σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο ακόμα 48 ημέρες, αυτή ενεργοποιείται αυτόματα αφού το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να πράξει οτιδήποτε σε σχέση με την ανασταλείσα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ποινή, εφόσον δεν μπορεί να εξετάσει είτε μη ενεργοποίηση της είτε ενεργοποίηση της για μικρότερο χρονικό διάστημα. Εξετάζοντας λοιπόν περαιτέρω και το θέμα ενεργοποίησης της προαναφερόμενης ανασταλείσας ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στα πλαίσια της 7240/18 του Ε.Δ Πάφου, αναφέρεται πως δεν έχει δοθεί καμιά δικαιολογία για την παράβαση των όρων αναστολής από τον κατηγορούμενο 2 στην παρούσα, ούτε έχω εντοπίσει από τα γεγονότα της υπόθεσης οιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη. Αντιθέτως είναι εμφανές από την εν γένει εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 ότι αυτός δεν αντιλήφθηκε καθόλου την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο διαπράττοντας νέα σοβαρά αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά στα οποία είχε καταδικαστεί. Ως εκ τούτου, το υπόβαθρο για την αναστολή και οι λόγοι μη ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής δεν υφίστανται πλέον. Κρίνω δε ότι η μη ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης στην παρούσα, θα έχει ως αποτέλεσμα, η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημά της και να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της. Περαιτέρω κρίνω ότι η συνολική ποινή δεν θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση μέρους της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στα πλαίσια της 7240/18 του Ε. Δ Πάφου σε συνάρτηση με την αυτόματη ενεργοποίηση της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης στα πλαίσια της 130/23 του Ε.Δ Πάφου. Με την επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης στην παρούσα υπόθεση με μέγιστη ποινή αυτή των 6 μηνών και την συνεπακόλουθη αυτόματη ενεργοποίηση των 48 ημερών που ανεστάλησαν από τον Πρόεδρο , το σύνολο της ποινής ανέρχεται ήδη σε 6 μήνες συν 48 ημέρες. Έχω υπ' όψιν ότι οποιοδήποτε μέρος ενεργοποιηθεί από την ανασταλείσα υπό του Δικαστηρίου (7240/18 του Ε. Δ Πάφου) παλαιότερη ποινή θα εκτιθεί επίσης επιπροσθέτως της ποινής που επιβάλλεται σήμερα και του υπολοίπου που είχε ανασταλεί από τον Πρόεδρο. Έχοντας λοιπόν υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αναστολή της ποινής μέχρι τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αυτές είναι τέτοιες που καθιστούν άδικη με οποιονδήποτε τρόπο την ενεργοποίηση της ποινής. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι είναι δίκαιο όπως ενεργοποιήσω μέρος της προηγούμενης ποινής στα πλαίσια της 7240/18 του Ε. Δ Πάφου που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2, και με γνώμονα και την αρχή της συνολικότητας της ποινής, διατάσσω, επομένως, την ενεργοποίηση της, ήτοι για περίοδο 2 μηνών. Η έκτιση αυτής θα είναι διαδοχική της ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Η έκτιση της ποινής να αρχίζει από τις 31/07/2023 ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος 2 τέθηκε υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο