← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 638/2020, 23/5/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 638/2020, 23/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 638/2020 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23/05/2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Α. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 26/03/2019 στην Κολώνη της Επαρχίας Πάφου, προκάλεσε τρόμο στον Δημητράκη Χαραλάμπους από την Πάφο, απειλώντας τον με βία ή παράνομη πράξη, δηλαδή του είπε «Ντάμπου ρε άχρηστε επήγες και εκατάγγειλες με στην Αστυνομία; Άμα ξανάρτεις τζει κάτω έννα σε κατακόψω» Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κο Δημητράκη Χαραλάμπους, παραπονούμενο ΜΚ1. Με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο αποφάσισε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση. Περαιτέρω η πλευρά της υπεράσπισης κάλεσε δυο μάρτυρας υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν επτά
(7)τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 από κοινού ως παραδεκτό γεγονός κατατέθηκε η κατάθεση του Αστ. 2821, Μιχάλη Νικολάου στην οποία αναφέρεται ότι στις 28/03/2019 συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε του λόγους σύλληψης του απάντησε ότι «εγώ δεν απείλησα κανένα». Επίσης ως Τεκμήριο 2, από κοινού ως παραδεκτό γεγονός, κατατέθηκε η κατάθεση του Αστ. 3142 Πανίκκου Ζωττή στην οποία αναφέρεται ότι στις 28/03/2019 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, όπου αφού τον πληροφόρησε για την υπόθεση την οποία διερευνούσε εναντίον του, του υπέβαλε επτά
(7)ερωτήσεις, στις οποίες έδωσε ισάριθμες απαντήσεις, αρνήθηκε ενοχή και πρόβαλε τους δικούς του ισχυρισμούς. Στις 28/03/2019 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και απάντησε «Δεν παραδέχομαι είναι όλα ψέματα». Από κοινού ως προς την λήψη της ως Τεκμήριο 3, κατατέθηκε η κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 28/03/2019 στην οποία ουσιαστικά αρνείται την κατηγορία. Ο ΜΚ1 ήταν ο παραπονούμενος, Δημήτρης Χαραλάμπους, μέρος της μαρτυρίας του οποίου ήταν η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 26/03/2019 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του η οποία προκύπτει από την γραπτή κατάθεση του, μπορεί να λεχθεί ότι στις 25/03/2019 στις 0900 το πρωί μετέβη στο χωράφι του και είδε το άλογο του γείτονα του και κατηγορούμενου να βρίσκεται μέσα στο χωράφι του. Τότε πήγε στην Αστυνομία και το κατάγγειλε καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Πήρε την αστυνομία στο χωράφι του και ο αστυνομικός είδε το άλογο και έκανε παρατήρηση του Κατηγορούμενου. Την 26/03/2019 κατά τις 0630 πήγε στην καφετέρια της «Κυρίας Στέλλας» που βρίσκεται στην Κολώνη και ο κατηγορούμενος ήταν εκεί και τον απείλησε λέγοντας του «Ντάμπου ρε άχρηστε επήγες και εκατάγγειλες με στην Αστυνομία; Άμα ξανάρτεις τζει κάτω έννα σε κατακόψω» , και ήρθε προς το μέρος του απειλητικά σηκώνοντας το χέρι του προς το μέρος του. Τότε ο ΜΚ1 σύμφωνα με τον ίδιο του μίλησε ήρεμα και έφυγε και πήγε να τον καταγγείλει. Περαιτέρω κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι σηκώθηκαν οι υπόλοιποι θαμώνες της καφετέριας και τους χώρισαν. Επίσης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μετά από σχετικές ερωτήσεις του κου Νεοκλέους, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ήρεμος και ήταν νευριασμένος, όπως και ο τόνος της φωνής του ήταν δυνατός. Σε περαιτέρω ερώτηση για το πώς ένιωσε ουσιαστικά από την επικαλούμενη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, υποστήριξε ότι ένιωσε ταχυπαλμίες , έχασε τις δυνάμεις του και φοβήθηκε. Υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος βάζει τακτικά τα άλογα του στο χωράφι του τα οποία του προκαλούν ζημίες και ότι έκανε πολλές καταγγελίες στην Αστυνομία. Τέλος υποστήριξε ότι πάει με το αυτοκίνητο του στο χωράφι του αλλά δεν μπορεί να κατεβεί κάτω να περιποιηθεί τα δέντρα του αφού ο κατηγορούμενος περνά με γεωργικά κοπτικά μηχανήματα μέσα από το χωράφι του τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα τον «κατακόψει» εννοώντας προφανώς το επίδικο περιστατικό για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι την 25/03/2019 είδε εντός του χωραφιού του ένα άλογο ενώ άλλες ημέρες έβλεπε περισσότερα. Την ημέρα εκείνη που είχε δει το ένα άλογο ειδοποίησε την Αστυνομία και πήγε και το εντόπισε μέσα. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο το ακίνητο του οποίο είναι γειτονικό , ανέφερε ότι αυτός έχει περίπου 30 άλογα και ασχολείται με την γεωργία. Το άλογο που βρήκε μέσα στο χωράφι του έτρωγε το «σιφωνάρι» . Επανέλαβε ότι μόλις αντιλήφθηκε το άλογο εντός του χωραφιού του, πήγε αμέσως στην Αστυνομία. Επίσης υποστήριξε ότι ουσιαστικά πριν αντιληφθεί το άλογο εντός του χωραφιού του, είχε κατεβεί κάτω από το αυτοκίνητο του και είχε στιχομυθία με φίλο - κουμπάρο του κατηγορούμενου ο οποίος του πρόσφερε φαγητό και το οποίο ο ΜΚ1 αποδέχθηκε. Μόλις αντιλήφθηκε όμως το άλογο εντός του χωραφιού του, αφού αρχικά δεν το είχε δει, έγινε όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «έξω φρενών» και πήγε και κατήγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία. Στο ερώτημα κατά πόσο την ώρα που πήγε να φάει μαζί τους, εάν είχε αντιπαράθεση μαζί τους ανέφερε ότι προσπάθεια του ήταν να συμφιλιωθεί μαζί του. Εξήγησε ότι πολλές άλλες φορές βρήκε άλογα στο χωράφι του, όμως στις 25/03/2019, ένα άλογο βρισκόταν εντός του τεμαχίου του και για το οποίο προέβη σε καταγγελία. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό που αφορά την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και το οποίο σύμφωνα με την κατάθεση του έγινε στις 26/03/2019, δηλαδή την επομένη της καταγγελίας που έκανε στην Αστυνομία, εξήγησε ότι αυτό έγινε στις 0630 σε καφετέρια. Προσπάθησε ο κατηγορούμενος να τον κτυπήσει και κάποιοι τον απώθησαν για να μην το πράξει. Από την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι έτρεμε, ζαλίστηκε και φοβήθηκε και σχεδόν να πέσει κάτω ένεκα του ότι έχει και προβλήματα υγείας όπως ανέφερε. Επέμεινε ότι ο κατηγορούμενος τον απείλησε και ότι του είπε ότι «εάν έρτεις τζικάτω θα σε κατακόψω» και μάλιστα αυτά λέχθηκε σε πολύ έντονο ύφος. Ανέφερε ότι όλοι άκουσαν τον κατηγορούμενο και οι περισσότεροι ήταν φίλοι του και ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης της ιδιοκτήτριας του καφέ. Αφού έγινε το περιστατικό που όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος τον απείλησε, έμεινε εκεί λίγα λεπτά και έφυγε και πήγε στην αστυνομία και προέβη στην σχετική καταγγελία. Τέλος απέρριψε σχετικές υποβολές ότι λέει ψέματα. Ο Κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 3 στην οποία ουσιαστικά δεν παραδέχεται την κατηγορία. Ανέφερε ότι τα άλογα τα οποία έχει τα επιτηρούν και ότι κάποια από αυτά βρίσκονται σε κλουβιά και τα υπόλοιπα βρίσκονται εντός περίφραξης. Τα άλογα του απέρριψε ότι μπορούν να πάνε σε γειτονικό χωράφι αφού βρίσκονται μέσα σε περίφραξη. Με τον παραπονούμενο γνωρίζονται χρόνια, συνεργάζονταν για πολλά χρόνια και έχουν καλές σχέσεις όπως ανέφερε. Ουδέποτε δεν του έκανε όπως ανέφερε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τα άλογα του. Εξήγησε ότι στις 26/03/2019 και ώρα 0630 βρισκόταν στην καφετέρια με περίπου 15 -20 άτομα. Ο παραπονούμενος όπως ανέφερε ήρθε μετά και του φώναξε ο κατηγορούμενος για να του κεράσει καφέ αλλά αυτός δεν ήθελε. Σε ερώτηση εάν έγινε κάποιο περιστατικό με τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι του φώναξε για να του κεράσει καφέ, πράγμα που απέρριψε ο παραπονούμενος. Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος τα πιο κάτω: «..είπα του την περίπτωση που έγινε την προηγούμενη ημέρα, ετρώαμε τζιαί πίναμε, ήρτε τζιαί τζείνος τζιαί έκατσε να φάμε ας πούμε τζιαί μετά έφυε που τζιαμέ, ήρτεν η αστυνομία να δούμε την περίπτωση, λαλώ της αστυνομίας πάμε να δούμε που μπήκε το άλογο μέσα στο χωράφι, αφού είπε είναι άλογο. Ήρταν οι Αστυνομικοί τζιαμέ, δεν είδαν τίποτε, λαλεί μου «Δεν έσιει τίποτε» τζιαι εφύαν» και αρνήθηκε ότι τον απείλησε ούτε ότι είχε πρόθεση να τον απειλήσει. Σε ερώτηση για το πώς ήταν η σχέση τους καθ' όλη της διάρκεια που κάθονταν όλοι μαζί, απάντησε ότι ήταν φιλική. Απέρριψε ότι υπήρξε οποιοδήποτε άλλο θέμα μεταξύ τους. Εξήγησε ότι στις 25/03/2019, την προηγούμενη δηλαδή του ισχυριζόμενου περιστατικού που κατ' ισχυρισμό έγινε στην καφετέρια, ήταν μαζί με τον παραπονούμενο, αφού ερχόταν πάντα στη φάρμα και καθόντουσαν εκεί στη φάρμα που διατηρεί και έπιναν καφέ. Στην περιοχή όπως ανέφερε υπάρχουν και άλλα άλογα τα οποία είναι για περίπατο και όχι για ιππόδρομο. Ο παραπονούμενος έφτασε στο χώρο το πρωί στις 25/03/2019, και έκατσε στο χώρο και ξαφνικά έφυγε από το χώρο και ακολούθησε η αστυνομία η οποία όπως ανέφερε δεν εντόπισε οτιδήποτε . Επίσης την ημερομηνία εκείνη πέθανε και η θεία του παραπονούμενου. Ως εκ τούτου στην καφετέρια του ανέφερε επίσης «που ήταν να πάμε στη κηδεία της θείας σου τζιαί επήες τζιαί έφερες την Αστυνομία» Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι υπάρχουν και άλλα άλογα στην περιοχή τα οποία χρησιμοποιούν τουρίστες και τα οποία του προκάλεσαν και του ίδιου ζημιές και ότι οι τουρίστες μπαίνουν και μέσα στα χωράφια. Ο παραπονούμενος ήρθε στη φάρμα στις 25/03/2019 και κάθονταν και έτρωγαν το πρόγευμα τους. Στις 26/03/2019 και ώρα 0600 βρισκόταν στο καφενείο. Την προηγούμενη ημέρα ήρθε ο αστυνομικός ο οποίος δεν εντόπισε οτιδήποτε στο χωράφι ότι μπήκαν μέσα ζώα. Η αστυνομία όπως υπολόγισε ήρθε μεταξύ 1100 με 1130, αφού στις 1200 θα έπρεπε να πάνε στην κηδεία της θείας του παραπονούμενου. Σε ερώτηση κατά πόσο συμφωνεί ότι ήταν πολλές οι φορές που τον κατάγγειλε , το απέρριψε. Στη συνέχεια όμως ανέφερε ότι η αστυνομία ήρθε δυο με τρεις φορές και έλεγξε το χώρο και δεν έβρισκαν οτιδήποτε το ενοχοποιητικό. Μετά το περιστατικό της 25/03/2019, ετοιμαζόταν να πάει στην κηδεία της θείας του παραπονούμενου και μετά να πάει στην Λευκωσία. Ισχυρίστηκε ότι επέστρεψε αργά το βράδι από την Λευκωσία περί τις 2200 το βράδι και δεν συζήτησε το περιστατικό με την αστυνομία με κανένα. Ούτε στην καφετέρια ανέφερε οτιδήποτε, μέχρι να έρθει ο παραπονούμενος. Ανέφερε ότι δεν απείλησε τον παραπονούμενο και το μόνο που του ανέφερε ήταν ότι «ετρώαμεν, επίναμεν τζιαμέ, έφυες που τζιαμέ επήες εκατέγγειλες με στην Αστυνομία, την στιγμή που βιαζούμαστουν να πάμε να θάψουμε την θεία σου». Ο παραπονούμενος όπως ανέφερε έφτασε στο χώρο, έκατσε στο τραπέζι, δεν ήρθε να του κεράσει ο κατηγορούμενος και παράγγειλε καφέ. Όταν του ανέφερε τα πιο πάνω, δεν του άρεσε και έφυγε χωρίς να πιεί τον καφέ του. Απέρριψε τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι φώναζε απειλητικά σε ψηλό τόνο και ότι μόλις μπήκε μέσα ο παραπονούμενος τον απείλησε και επενέβησαν οι φίλοι του για να τον κρατήσουν να μην τον κτυπήσει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι πήγε μετά από ένα μήνα και έδωσε κατάθεση. Σε υποβολή ότι κατάθεση έδωσε μετά από δυο ημέρες ανέφερε ότι μπορεί να έκανε λάθος. Σε υποβολή ότι στο τεκμήριο 3, ήτοι την κατάθεση του, δεν αναφέρει οτιδήποτε από τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι είπε του Αστυνομικού ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο και ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε από αυτά καθώς δεν πήρε στα σοβαρά την υπόθεση. Υποστήριξε τέλος ότι έκαναν ένα διάλογο και δεν τον απείλησε, αφού με τον κατηγορούμενο όπως εξήγησε δεν χρειαζόταν να θυμώσει, ενώ αν ήταν άλλος εκτός από τον κατηγορούμενο θα μπορούσε να θυμώσει. Ανέφερε επίσης ότι ο παραπονούμενος επειδή τον ξέρει μπορεί να το πήρε «ανάποδα» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ο ΜΥ1, Ζακχαίος Κωνσταντίνος, υιοθέτησε την κατάθεση του, τεκμήριο 6 στην οποία αναφέρει τα πιο κάτω: «Έχω δύο άλογα τα οποία βρίσκονται στη φάρμα του Τσαγγαρά στην περιοχή της Αχέλειας. Στις 25/03/2019 και περί ώρα 0900 ήμουν στην φάρμα του Τσαγγαρά και περνούσε από εκεί ο παραπονούμενος ΜΚ1, που έχει χωράφι δίπλα από τη φάρμα και του φωνάξαμε και ήρθε και κάθισε μαζί μας να προγευματίσει. Μετά από λίγες ώρες ο Τσαγγαράς μου είπε ότι ο Δημήτρης τον κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι ένα άλογο μπήκε στο χωράφι του. Την επόμενη ημέρα και περί ώρα 0615 ήμουν στο καφέ της Στέλλας στην Κολώνη. Εκεί ήταν και ο Τσαγγαράς και μετά από λίγα λεπτά ήρθε και ο Δημήτρης. Μόλις μπήκε μέσα ο Δημήτρης, άρχισαν να συζητούν με τον Τσαγγαρά για το περιστατικό με το άλογο. Μετά από ένα - δυο λεπτά ο Δημήτρης έφυγε χωρίς να γίνει οτιδήποτε. Δεν άκουσα να υβριστούν, ούτε απειλές ούτε και χτυπήθηκαν. Αυτά γνωρίζω για την υπόθεση». Στη συνέχεια της Κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο συνεργάζονται αφού ο ΜΥ1 έχει άλογα στη φάρμα του. Σε σχέση με τον παραπονούμενο ανέφερε ότι δεν έχουν ιδιαίτερες σχέσεις. «Απλώς ξέρω τον φατσικώς, πίνουμε κανένα καφέ..» Ανέφερε επίσης ότι στις 25/03/2019 το πρωί ήταν στη φάρμα του κατηγορούμενου και περνούσε από εκεί ο παραπονούμενος και του φώναξε να έρθει και αυτός να προγευματίσει , όπως και έγινε για περίπου μισή ώρα. Σε ερώτηση κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν θυμωμένος ή εκνευρισμένος όταν του ανέφερε το περιστατικό με την καταγγελία που έκανε ο παραπονούμενος, απάντησε ότι «ο τρόπος του πάντα έτσι ένι, ελέγε το τζιαί γελούσε θέμα». Την επόμενη ημέρα ήτοι στις 26/03/2019 βρισκόταν στο καφέ της Στέλλας με τον κατηγορούμενο και άλλα περίπου 10 -15 άτομα όπου πηγαίνουν εκεί καθημερινά. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ήρθε μετά στο συγκεκριμένο καφενείο ήτοι περί τις 0630 και όταν ήρθε του φώναξαν να του κεράσουν καφέ. Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο, μιλούσα όμορφα και ωραία, ούτε ύβρις άκουσε, ούτε απειλές, ούτε τίποτα και σε καμιά στιγμή δεν ήταν έντονος ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος, και σε ερώτηση για το τι εννοεί ότι μιλούσαν όμορφα και ωραία ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο, ανέφερε ότι τώρα δεν θυμάται τι έλεγαν διότι πέρασαν χρόνια. Ο κατηγορούμενος όπως ανέφερε του είπε για το περιστατικό για το οποίο τον κατάγγειλε ο παραπονούμενος περί τις 1930 με 2000 της ίδιας ημέρας, περιστατικό το οποίο συζήτησαν και την επομένη το πρωί που έκατσαν στο ίδιο τραπέζι. Σε ερώτηση εάν γελούσε ο κατηγορούμενος όταν το ανέφερε απάντησε: «Ρε κουμπάρε, μπορεί να είναι θυμωμένος, εγώ ήμουν τζιαμέ παρών, δεν έκαμε κίνηση να τον απειλήσει, έκαμε τούτο το πράγμα» Σε ερώτηση για το πόσο θυμωμένος ήταν, απάντησε «ήταν λλίο μουτρωμένος το πρωί.» αλλά δεν θυμόταν τι είπαν μεταξύ τους. Σε ερώτηση για το ποιος του πρότεινε να του κεράσει καφέ, απάντησε ο Ντίνος. Σε ερώτηση κατά πόσο άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει για το επεισόδιο που κατήγγειλε στην Αστυνομία ο παραπονούμενος, απάντησε ότι δεν άκουσε τίποτα. Ανέφερε ότι έχει άλογα στην φάρμα του Κατηγορούμενου και παίρνει εκεί τα παιδιά του. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος δεν έχει σώας τας φρένας του και ο κατηγορούμενος ήταν πικραμένος από το όλο περιστατικό με την αστυνομία και το παράπονο του παραπονούμενου. Ο ΜΥ2, Γιώργος Παντελή, υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 7 στην οποία αναφέρει τα πιο κάτω: «..Τον Δημήτρη Χαραλάμπους και τον Χρίστο Τσαγγαρά τους γνωρίζω πολύ καλά αφού είμαστε φίλοι. Την περασμένη Τρίτη στις 26/03/2019 και γύρω στις 0630 το πρωί ήμουν στην καφετέρια «Στέλλα» στην Κολώνη. Στο καφέ ήταν ο Τσαγγαράς (κατηγορούμενος) και σε κάποια φάση ήρθε ο Δημήτρης και τους άκουσα να συζητούν έντονα για ένα θέμα που έχουν μεταξύ τους με ένα κουτσό άλογο που έχει ο Τσαγγαράς. Σε καμμιά περίπτωση δεν άκουσα τον Τσαγγαρά να βρίζει ή να απειλά τον Δημήτρη, αλλά ούτε και το αντίθετο.» Κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος λογομάχησαν για ένα κουτσό άλογο και μετά ο παραπονούμενος αποχώρησε. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι δεν ξέρει αν υπάρχει κουτσό άλογο. Σε περαιτέρω ερώτηση για το πώς ήταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι του παραπονούμενου, αυτός απάντησε «εντάξει μιλούσαν λίγο έντονα, αλλά όχι σε υπερβολή..» και δεν άκουσα οποιαδήποτε απειλή. Σε διευκρινιστική ερώτηση για το τι εννοεί όταν λέει ότι λογομάχησαν, απάντησε ότι έκαναν διάλογο. Σε διευκρίνηση κατά πόσο ο διάλογος ήταν έντονος, απάντησε «Κανονικά». Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ξέρει τι διάθεση είχε ο κατηγορούμενος πριν έρθει ο παραπονούμενος στο καφενείο που σύχναζαν. Μόλις ήρθε ο παραπονούμενος όπως ανέφερε, άρχισαν την λογομαχία. Υποστήριξε επίσης ότι δεν αντιλήφθηκε αν ο κατηγορούμενος ήταν νευριασμένος. Ανέφερε επίσης ότι ενδιαφέρθηκε και ρώτησε για ποιο πράγμα μιλούσαν και του είπαν για ένα κουτσό άλογο, μετά που έφυγε ο παραπονούμενος και δεν ρώτησε οτιδήποτε επιπλέον. Δεν άκουσε όπως ανέφερε τον κατηγορούμενο να απειλεί τον παραπονούμενο , ούτε το αντίθετο. Σε υποβολή ότι συζητούσαν έντονα και ότι φώναζε ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, ούτε ο ένας φώναζε ούτε ο άλλος , μιλούσαν λίγο έντονα. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία (Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13). Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ο Παραπονούμενος (ΜΚ1) έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο αφού στις τοποθετήσεις του που αφορούσαν την εκδοχή του ως προς τα επίδικα γεγονότα ήταν ουσιαστικά σταθερός και συνεπής. Απαντούσε με τον δικό του αυθόρμητο και φυσικό τρόπο και κρίνω ότι ήταν ένας ειλικρινής μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε καμία περίπτωση δεν αντιλήφθηκα ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο κατασκευάζοντας μαρτυρία. Αντίθετα αυτό που αβίαστα εισέπραξα ήταν ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα που απαντούσε με αυθορμητισμό, θετικότητα και χωρίς τάση υπεκφυγής ο οποίος με έπεισε για το περιστατικό το οποίο βίωσε. Με σεβασμό στην αλήθεια ο παραπονούμενος ήλθε και κατέθεσε τα γεγονότα εκείνα που είχε βιώσει και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητο μέχρι το τέλος, με αποτέλεσμα να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Ως προς τη θέση που εξέφρασε ότι αυτός πήγε πρώτος στην καφετέρια που έγινε το επίδικο περιστατικό η οποία έρχεται σε αντίθεση με την θέση που αναφέρει στην κατάθεση του και είναι ταυτόχρονα και θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ήταν ήδη εκεί στην καφετέρια, κρίνω ότι αυτό δεν αποτελεί ουσιώδη αντίφαση η οποία να μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του. Αντίθετα αυτό αποτελεί και ζήτημα το οποίο λόγο και της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τα επίδικα γεγονότα, να συνέβαλε προς αυτή την κατεύθυνση. Επίσης κρίνω ότι αυτό ενδυναμώνει την ειλικρίνειά του και δείχνει ότι δεν προσχεδίασε την εκδοχή που μετέφερε στο Δικαστήριο. Δείγμα παράλληλα της ειλικρίνειας του ΜΚ1 αποτελεί και το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση δεν αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε παρά την κίνηση στην οποία ο κατηγορούμενος φαίνεται να προέβη προς αυτή την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση εξήγησε ξεκάθαρα με τον δικό του αυθόρμητο και παραστατικό τρόπο για το πώς ένιωσε από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου αλλά και κυρίως ότι φοβήθηκε από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι τη μαρτυρία του παραπονούμενου, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6 που αποτελεί μέρος της, ως αληθή και αξιόπιστη και ότι εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Ο Kατηγορούμενος, όπως ήδη λέχθηκε, κατέθεσε ενόρκως. Ως μάρτυρας έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν έκδηλο ότι δεν ενδιαφερόταν να εξιστορήσει τα γεγονότα όπως πραγματικά εκτυλίχτηκαν αλλά να παρουσιάσει μία εικόνα ευνοϊκή για την υπόθεση του. Δεν απαντούσε ευθέως αλλά ούτε και με σαφήνεια. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις και αντιφάσεις με αποτέλεσμα να προβάλλονται διαφοροποιημένες εκδοχές από μέρους του και γενικά από τους μάρτυρες που κάλεσε προς υπεράσπιση του. Δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας την αλήθειας, ούτε με έπεισε για την εκδοχή την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο, εκδοχή την οποία σε κάθε περίπτωση ουδέποτε ανέφερε στην κατάθεση του. Προσπάθησε να παρουσιάσει μια εικόνα των γεγονότων που έγιναν η οποία δεν συνάδει με τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος ο οποίος όπως εξηγώ και ανωτέρω με έπεισε ως προς την ειλικρίνεια του για τα όσα βίωσε. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Ενώ υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση μετά που του την υπέδειξε η δικηγόρος του στην οποία ουσιαστικά απλά αρνείται την κατηγορία και χαρακτηρίζοντας ουσιαστικά τα όσα του αποδίδονται ως ψέματα, τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση του προβάλλει ισχυρισμούς οι οποίοι ουδέποτε αναφέρθηκαν στην κατάθεση του. Εκτός από το γεγονός ότι δεν περιγράφει τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με τα όσα έγιναν την προηγούμενη ημέρα στη φάρμα του και τις θέσεις του ότι ουσιαστικά ο παραπονούμενος πήγαινε στο χώρο για καφέ, δεν ανέφερε επίσης οτιδήποτε σε σχέση με το επίδικο περιστατικό που έγινε στις 26/03/2019 στην καφετέρια όπου έγινε το περιστατικό της ισχυριζόμενης απειλής του παραπονουμένου. Προβάλλει για πρώτη φορά, προφανώς για να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν απείλησε τον παραπονούμενο, ότι μόλις αντίκρισε τον παραπονούμενο προθυμοποιήθηκε να τον κεράσει καφέ και ότι ουσιαστικά είχαν ένα διάλογο μεταξύ τους ως προς την καταγγελία που είχε κάνει ο παραπονούμενος σχετικά με την είσοδο στο χωράφι του ενός αλόγου, χωρίς να είναι θυμωμένος. Εύλογα γεννάται το ερώτημα, εφόσον είχε ενημερωθεί κατά την λήψη κατάθεσης από αυτόν σχετικά με την καταγγελία του παραπονούμενου για την απειλή, γιατί δεν έδωσε τότε την θέση του και ισχυρίστηκε απλά ότι ήταν ψέματα οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου. Επίσης η θέση του ότι είπε στον αστυνομικό ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, δεν αποτυπώνεται στην κατάθεση του , την οποία υιοθέτησε και κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Ξεκινώντας από την θέση του ότι προσφέρθηκε να κεράσει καφέ στον παραπονούμενο, η θέση του αυτή καταρρίπτεται από τα όσα ο ίδιος ο μάρτυρας υπεράσπισης ΜΥ1 αναφέρει σχετικά με το ποιος προθυμοποιήθηκε να κεράσει καφέ τον παραπονούμενο, παραπέμποντας ο μάρτυρας αυτό σε κάποιο κο Ντίνο. Επίσης ενώ ισχυρίστηκε ότι είπε στον παραπονούμενο «ρε Δημήτρη, καθούμασταν τζιαμέ ετρώαμε , επίναμε, εσηκώστηκες επήες , έφερες την αστυνομία ότι ήταν το άλογο μέσα, αφού δεν είχε άλογο μέσα, την ώρα που ήταν να θάψουμε την θεία σου» και αυτό δεν άρεσε του παραπονούμενου, και έφυγε, (χωρίς ουσιαστικά να αναφέρει ότι υπήρξε συζήτηση), οι ίδιοι οι μάρτυρες υπεράσπισης και ιδιαίτερα ο ΜΥ2 υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση του ότι λογομάχησαν και ότι συζητούσαν έντονα. Επίσης ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι συζήτησαν όμορφα και ωραία. Τελικώς εύλογα γεννάτε το ερώτημα, ποια τελικώς είναι η αλήθεια. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι ουσιαστικά ανέφερε τα πιο πάνω στον παραπονούμενο και αυτός έφυγε, τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 ότι συζήτησαν όμορφα και ωραία, ή τα όσα ανέφερε ο ΜΥ2 ότι ουσιαστικά λογομάχησαν και συζητούσαν έντονα. Σημειώνω επίσης ότι η πιο πάνω ισχυριζόμενη αναφορά του προς τον παραπονούμενο, δεν τέθηκε στον ίδιο παραπονούμενο για να μπορεί και αυτός να τοποθετηθεί για εν λόγω θέμα και κατά πόσον πράγματι λέχθηκε αυτό ή όχι. Η αρχή ότι κατά την αντεξέταση πρέπει να τίθεται στους μάρτυρες η υπόθεση που θα προωθηθεί από τον αντίδικο και ότι παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει τις θέσεις που θα προβληθούν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του αντιδίκου, έχει υιοθετηθεί κατ' επανάληψη στη νομολογία. Η προαναφερόμενη αρχή επαναλήφθηκε στην απόφαση Πέτρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 41/2015 ημερ. 25.10.
  1. Επίσης τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος αρχικά ότι δεν υπήρξε ξανά οποιοδήποτε θέμα μεταξύ τους, έρχεται ο ίδιος να τα αναιρέσει στη συνέχεια αναγνωρίζοντας ότι ακόμα δυο με τρεις φορές ήρθε η αστυνομία σε σχέση με καταγγελίες του παραπονούμενου ότι άλογα του κατηγορούμενου εισέρχονται στο κτήμα του. Επίσης ενώ απορρίπτει τη θέση ότι είχε ένα κουτσό άλογο, ο ίδιος ο ΜΥ2 στην κατάθεση του αναφέρεται στην ύπαρξη ενός τέτοιου αλόγου. Τέλος ο κατηγορούμενος ενώ ανέφερε ότι ουσιαστικά δεν συζήτησε το όλο περιστατικό προηγουμένως με κανένα, ένεκα του ότι είχε να μεταβεί σε κηδεία αλλά και λόγω του ότι βρισκόταν στην Λευκωσία, προφανώς για να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν έδωσε τόση σημασία και δεν ενοχλήθηκε από την καταγγελία την οποία είχε κάνει ο παραπονούμενος για την είσοδο του αλόγου στο κτήμα του, ο ίδιος ο μάρτυρας υπεράσπισης που κάλεσε, ήτοι ο ΜΥ1 τον διαψεύδει, αναφέροντας ουσιαστικά ότι συζήτησαν το όλο θέμα την ίδια ημέρα περί τις 1930 με
  2. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στην καφετέρια και την εκδοχή του ότι δεν απείλησε τον παραπονούμενο. Η όλη παρουσία του μάρτυρα και ο τρόπος που απαντούσε τις ερωτήσεις δεν με έχουν πείσει για την ειλικρίνεια του και συνεπώς ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ο ΜΥ1, επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση, δεν με έχουν πείσει ότι σκοπός του ήταν να πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εντύπωση προκαλεί η προσπάθεια του να παρουσιάσει μια κατάσταση πραγμάτων όπως διαμορφώθηκε στο χώρο συνάθροισης που συναντήθηκαν ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος και για το πως εξελίχθηκε το όλο επίδικο περιστατικό. Ενώ στην κατάθεση του ουδεμία αναφορά κάνει ως προς τον τρόπο που συζήτησαν ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο, κατά τη μαρτυρία που έδινε ενώπιον του Δικαστηρίου προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτοί συζήτησαν «όμορφα» και «ωραία» , πράγμα που ουδέποτε ανέφερε στην κατάθεση του. Επίσης αυτό έρχεται σε σύγκρουση και με τα όσα τόσο ο ΜΚ1 υποστήριξε και κρίθηκε αξιόπιστος, αλλά και από τα όσα ο ίδιος ο μάρτυρας υπεράσπισης ΜΥ2 ανέφερε στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος συζήτησαν έντονα και λογομάχησαν. Επίσης ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο συζήτησαν για το περιστατικό με το άλογο, αντεξεταζόμενος και στην προσπάθεια του να υποβαθμίσει την οποιαδήποτε συζήτηση είχαν μεταξύ τους οι πιο πάνω, υποστήριξε ότι δεν άκουσε τίποτα σε σχέση με το επεισόδιο που καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τον παραπονούμενο. Στη βάση των πιο πάνω αλλά και της συνολικής εικόνας που αποκόμισα από τον τρόπο που ο μάρτυρας απαντούσε στις ερωτήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέληξα ότι ο μάρτυρας δεν είπε όλη την αλήθεια το Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ο ΜΥ2 επίσης δεν μου έκανε θετική εντύπωση. Η γενική εικόνα την οποία αποκόμισα επί της ουσίας των επίδικων γεγονότων, ήταν ότι αυτός προσπαθούσε να αποκρύψει την αλήθεια και πως εκτυλίχθηκαν τα επίδικα περιστατικά. Τα πιο πάνω προκύπτουν από τον τρόπο που απαντούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αφού με τα όσα ανέφερε δεν με έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια. Ενώ αναφέρει στην Κυρίως Εξέταση του ότι λογομάχησαν ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο και ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι συζητούσαν έντονα μεταξύ τους, στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν έντονος με τον παραπονούμενο. Το τι τελικά ισχύει , σύμφωνα με τα όσα ανέφερε δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια. Η εντύπωση που αποκόμισα ήταν ότι προσπαθούσε με τις απαντήσεις του να προστατεύσει τον κατηγορούμενο από την εντύπωση που θα μπορούσε να δημιουργηθεί ως προς τον τρόπο που συζήτησε με τον παραπονούμενο. Συγκεκριμένα όταν αντιλήφθηκε ότι προφανώς η αναφορά του σε λογομαχία, ενδεχομένως να ήταν εις βάρος του φίλου του, ήτοι του κατηγορουμένου, στη συνέχεια , σε διευκρίνηση για το τι εννοεί λογομάχησαν , αναφέρθηκε σε «κανονικό διάλογο και δεν ήταν έντονος ο κατηγορούμενος» . Στη συνέχεια αναφέρθηκε και πάλι ότι μιλούσαν λίγο έντονα αλλά όχι σε υπερβολή. Με όλο το σεβασμό προς τον μάρτυρα, τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, δεν με έχουν πείσει για τις ειλικρινείς του προθέσεις και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στα όσα ανέφερε έτσι ώστε να αποδεχθεί την εκδοχή του κατηγορουμένου. Άλλωστε σημειώνω και επαναλαμβάνω, ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ότι ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος συζήτησαν έντονα και λογομάχησαν έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα που προσπάθησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος να περάσει στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή δεν υπήρξε καμία ένταση ή επεισόδιο με τον παραπονούμενο. Ένεκα των πιο πάνω δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του ΜΥ2 και ως εκ τούτου την απορρίπτω αφού δεν με έπεισε για την αλήθεια των όσων ανέφερε. Ευρήματα: Ο παραπονούμενος στις 25/03/2019 στις 0900 το πρωί μετέβη στο χωράφι του και είδε το άλογο του κατηγορούμενου να είναι εντός αυτού. Αφού το είδε μετέβη στην αστυνομία και προέβη σε καταγγελία καθώς δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβη αυτό. Την 26/03/2019 κατά τις 0630, ο παραπονούμενος πήγε στην καφετέρια της κας Στέλλας και ο κατηγορούμενος τον απείλησε λέγοντας του, «Ντάμπου ρε άχρηστε επήγες και εκατάγγειλες με στην Αστυνομία; Άμα ξανάρτεις τζει κάτω έννα σε κατακόψω» και ο οποίος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του σηκώνοντας το χέρι του προς το μέρος του. Οι υπόλοιποι θαμώνες της καφετέριας σηκώθηκαν και τους χώρισαν. Επίσης ο κατηγορούμενος δεν ήταν ήρεμος και ο τόνος της φωνής του ήταν δυνατός. Από την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος ένιωσε ταχυπαλμίες, έχασε τις δυνάμεις του και φοβήθηκε. Μετά το πιο πάνω περιστατικό πήγε στην αστυνομία και κατήγγειλε το περιστατικό. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της Απειλής, στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη.
  2. Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Mε βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, θεωρώ ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής : «το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής». Στρεφόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση από τη μαρτυρία που έχω ήδη αποδεχτεί προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος απείλησε τον παραπονούμενο με την φράση, «Ντάμπου ρε άχρηστε επήγες και εκατάγγειλες με στην Αστυνομία; Άμα ξανάρτεις τζει κάτω έννα σε κατακόψω». Με βάση την όλη συμπεριφορά που επέδειξε είχε δίχως άλλο πρόθεση να εκφοβίσει τον ΜΚ1. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι τα όσα αποδέχομαι ότι του είπε, αυτή εμπεριέχει παράνομη πράξη και συνεπώς συνιστά απειλή. Μάλιστα από τη μαρτυρία που έχω αποδεχτεί προκύπτει ότι ο ΜΚ1 από την απειλή που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε, φοβήθηκε. Στην παρούσα περίπτωση η απειλή του κατηγορούμενου ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει, στην οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.