← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. VANO JOKHARIDΖE, Αρ. Υπόθεσης: 2527/23, 13/9/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. VANO JOKHARIDΖE, Αρ. Υπόθεσης: 2527/23, 13/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2527/23 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. VANO JOKHARIDΖE Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Β. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις πιο κάτω κατηγορίες: 1) Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Κεφ. 154 (Κατηγορίες 1 μέχρι 10) 2) Απαγόρευση μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 82

(2), 85 και 86 του Κεφ.
  1. (11η κατηγορία) 3) Απαγόρευση μεταφοράς επιθετικών όπλων χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ.
  2. (12η κατηγορία) 4) Κλοπή μετά από προηγούμενη καταδίκη, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 272
(1)του Κεφ. 154 (13η κατηγορία) 5) Είσοδος στη Δημοκρατία από απαγορευμένο μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ) και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου, Κεφ. 105 . (14η κατηγορία) 6) Παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του περί αλλοδαπών και μεταναστεύσεων Νόμου Κεφ. 105. (15η κατηγορία) 7) Παράνομη Είσοδος στη Δημοκρατία δια μέσου μη εγκεκριμένου λιμανιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 12
(1)
(2)
(5)και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.
  1. (16η κατηγορία) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος: (α) Την 21/08/2019 έκλεψε διάφορα αρώματα αξίας €346,20 από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 1), (β) Την 21/08/2019, έκλεψε διάφορα είδη ρουχισμού συνολικής αξίας €153, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 2), (γ) Σε άγνωστο χρόνο, έκλεψε δυο ταπελίτσες φανελών , συνολικής αξίας €171,80, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 3), (δ) Σε άγνωστο χρόνο, έκλεψε μια φανέλα χρώματος γκρίζου , συνολικής αξίας €15, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 4), (ε) Σε άγνωστο χρόνο, έκλεψε διάφορα είδη ρουχισμού , συνολικής αξίας €46,97, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 5), (στ) Σε άγνωστο χρόνο, έκλεψε διάφορα είδη ρουχισμού , συνολικής αξίας €300, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 6), (ζ) Σε άγνωστο χρόνο, έκλεψε διάφορα είδη ρουχισμού , συνολικής αξίας €120, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 7), (η) Σε άγνωστο χρόνο, έκλεψε διάφορα είδη ρουχισμού , συνολικής αξίας €38, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 8), (θ) Σε άγνωστο χρόνο, έκλεψε διάφορα είδη ρουχισμού , συνολικής αξίας €105, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 9), (ι) Σε άγνωστο χρόνο μεταξύ των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 2019, έκλεψε δυο ασύρματα ακουστικά και δυο ενσύρματα ακουστικά, όλα συνολικής αξίας €439,90, από συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο (κατηγορία 10), (κ) Την 01/09/2019 είχε πάνω του ένα μαχαίρι χρώματος μαύρου ανοιγόμενο με μηχανισμό που κατέληγε σε μυτερή άκρη μήκους 9,5 εκατοστών εκτός της κατοικίας του (κατηγορία 11). (λ) Την 03/09/2019 στην Λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στην Πάφο, χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, είχε μαζί του σε δημόσιο χώρο επιθετικό όπλο, δηλαδή μια μεταλλική σωλήνα, μήκους ενός μέτρου. (Κατηγορία 12) (μ) Την 15/03/2023 στην Κάτω Πάφο, έκλεψε από υπεραγορά διάφορες μπουκάλες με αλκοολούχα ποτά συνολικής αξίας €156,40, και πριν την διάπραξη της πιο πάνω κλοπής, καταδικάστηκε για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις υποθέσεις με αριθμό 7359/19 και 4090/
  2. (Κατηγορία 13) (ν) Την 25/03/2023, στην Πάφο, ενώ ήταν αλλοδαπός από την Γεωργία, ο οποίος απελάθηκε από τη Δημοκρατία μέσω του Αερολιμένα Λάρνακας βάσει διατάγματος κράτησης και απέλασης την 19/05/2018 και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο STOP - LIST με ένδειξη ως απαγορευμένος μετανάστης, ευρέθη στη Δημοκρατία. Ο κατηγορούμενος αφίχθηκε για δεύτερη φορά στη Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών και στις 20/08/2019 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία, αίτημα το οποίο αποσύρθηκε στις 19/10/
  3. Ακολούθως δεν υπέβαλε οποιαδήποτε προσφυγή στο Δ.Δ.Δ.Π. Με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα εισηγήθηκε την μη ποινική του δίωξη στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 4591/22 και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης και στις 30/08/22 απελάθηκε για δεύτερη φορά. Στις 26/12/22 συνελήφθηκε για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου και παράμονης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας και τις 24/01/2023 απελάθηκε για τρίτη φορά με βάση διατάγματα κράτησης και απέλασης και στις 25/03/2023, βρέθηκε εκ νέου στη Δημοκρατία (Κατηγορία 14). (ξ) Την 24/01/2023 μέχρι 25/03/2023 στην επικράτεια της Δημοκρατίας, ενώ είναι αλλοδαπός από την Γεωργία, διέμενε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. (Κατηγορία 15) (ο) Την 24/01/2023 μέχρι 25/03/2023, στην επικράτεια της Δημοκρατίας, ενώ είναι αλλοδαπός από την Γεωργία, εισήλθε δια μέσου μη εγκεκριμένου λιμανιού, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. (Κατηγορία 16) Όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούρας Αρχής υιοθέτησε τις λεπτομέρειες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο οι οποίες συνοπτικά έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Περαιτέρω ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 25/03/2023 στην Πάφο και μετά από διερεύνηση διαφάνηκε ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο το οποίο είχε ήδη απελαθεί με σχετικά διατάγματα κράτησης και απέλασης στις 19/05/2018, 30/08/2022 και στις 24/01/
  4. Κατά τον χρόνο απέλασης του εκκρεμούσαν υποθέσεις εναντίον του, τις οποίες αντιμετωπίζει με το παρόν κατηγορητήριο σήμερα. Ο κατηγορούμενος είχε απελαθεί τρεις φορές από την Κύπρο με σχετικά διατάγματα κράτησης και απέλασης και στις 25/03/2023 εντοπίστηκε ξανά στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου αφού βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 7357/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με ημερομηνία καταδίκης την 23/03/20, υπόθεση η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων, κατηγορίες κλοπής, παράνομης κατοχής περιουσίας, Αλήτες και Περιπλανόμενοι, παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, απαγορευμένου μετανάστη στην Κύπρο, απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, με μεγαλύτερη ποινή να του είχε επιβληθεί στην κατηγορία του απαγορευμένου μετανάστη, ύψους 12 μηνών φυλάκισης, κατά παράβαση του άρθρου 2, 6
(1)(θ), 19
(2)Κεφ.105. (Σχετικό είναι το έγγραφο 1). Επίσης ο κατηγορούμενος βαρύνεται και με ακόμα μια προηγούμενη καταδίκη, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 4090/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με ημερομηνία καταδίκης την 09/11/2021, υπόθεση η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων κατηγορίες κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη, είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, με μεγαλύτερη ποινή που του είχε επιβληθεί, αυτή των 6 μηνών φυλάκισης στην κατηγορία της κλοπής. (Σχετικό είναι το έγγραφο 2) Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας (Έγγραφο 3). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 41 ετών, και κατάγεται από τη Γεωργία και έχει ακόμα 5 αδέλφια. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν 27 χρόνια και η μητέρα του είναι οικοκυρά. Φοίτησε για 9 χρόνια σε σχολείο στη χώρα του και στη συνέχεια ουδέποτε εργάστηκε, χωρίς να δίνει πληροφορίες για το πως συντηρείτο. Ήρθε στην Κύπρο το 2016 και έκτοτε συντηρείται από παράνομες δραστηριότητες όπως ο ίδιος ανέφερε. Έχει εκτίσει ποινές φυλάκισης κυρίως για κλοπές. Σε ηλικία 17 ετών παντρεύτηκε αλλά ο γάμος διήρκησε μόνο ένα χρόνο. Από το γάμο του απέκτησε το γιο του ο οποίος εργάζεται και σπουδάζει στην Ιταλία μάγειρας. Οι σχέσεις με το γιο του είναι καλές. Υπέβαλε αίτηση για νομική αρωγή λόγω του ότι δεν έχει εισοδήματα όπως υποστήριξε. Δεν αναφέρθηκαν προβλήματα υγείας στο γραφείο Ευημερίας αλλά παραδέχθηκε την χρήση ουσιών από 12 ετών. Δεν έχει ενταχθεί ουδέποτε σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Φιλοξενείται από φίλους του και δεν αναφέρθηκαν εισοδήματα, είτε ακίνητη ή κινητή περιουσία, ούτε χρέη. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το ότι ο κατηγορούμενος παραδέχεται και απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του.
(2)Την μεταμέλεια του.
(3)Το ότι αναγκάστηκε να διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων που είχε στη χώρα του αφού ήταν εναντίον της κυβέρνησης και είχε απειληθεί η ζωή του πάρα πολλές φορές. Ένεκα της κατάστασης αυτής αναγκάστηκε να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής του και να έρθει στην Κύπρο. Προσπάθησε να νομιμοποιηθεί χωρίς το αίτημα του να εγκριθεί από την υπηρεσία ασύλου.
(4)Προσπάθησε να εξεύρει εργασία χωρίς να υπάρξει οποιοδήποτε αποτέλεσμα , και έτσι αναγκάστηκε να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες για να μπορέσει να ζήσει και να βρει κάτι να φάει.
(5)Την ηλικία του.
(6)Ότι είναι πατέρας ενός παιδιού 22 ετών με τον οποίο διατηρεί πολύ καλές σχέσεις.
(7)Υιοθέτησε επίσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής του, το περιεχόμενο της Έκθεσης του γραφείου ευημερίας το περιεχόμενο της οποία περιγράφεται ανωτέρω. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 262 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 3 ετών . Στην περίπτωση του αδικήματος της κλοπής, μετά από προηγούμενη καταδίκη, δυνάμει του άρθρου 272
(1)του Κεφ. 154, ο Κατηγορούμενος υπόκειται σε ποινή φυλάκισης 5 ετών. Περαιτέρω για το αδίκημα της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας, ο κατηγορούμενος υπόκειται δυνάμει του άρθρου 82
(2)του Κεφ. 154 σε φυλάκιση ενός χρόνου και ανεξάρτητα οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης των άρθρων 29, 32 και 33, υπόκειται σε κατώτατο όριο σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο, λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα, ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα. Όσον αφορά το αδίκημα της Απαγόρευσης μεταφοράς επιθετικών όπλων χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση κατά παράβαση του Περί Επιθετικών όπλων , Κεφ. 159, ο Κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου. Τώρα σε σχέση με την κατηγορία της εισόδου στη Δημοκρατία από απαγορευμένο μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ) και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου, Κεφ. 105, ο κατηγορούμενος, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και στις δύο τις ποινές της φυλάκισης και του πρόστιμου. (46(Ι)/2021) Όσον αφορά την κατηγορία την παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου Κεφ.105, ο κατηγορούμενος υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο τις ποινές της φυλάκισης και του προστίμου. Τέλος όσον αφορά την κατηγορία της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία δια μέσου μη εγκεκριμένου λιμανιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 12
(1)
(2)
(5)και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, ο Κατηγορούμενος, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και του προστίμου. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, όλα σχεδόν τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε εμπίπτουν στην κατηγορία των σοβαρών αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα με τον νομοθέτη να δείχνει τη σοβαρότητα που τους αποδίδει μέσω της θέσπισης των προβλεπομένων ποινών στην κείμενη νομοθεσία. Μέρος των αδικημάτων αυτών, ήτοι η 14η κατηγορία, είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και με βάση το Άρθρο 24
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 δεν εκδικάζονται συνοπτικά. Ωστόσο, σύμφωνα με συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποφασίστηκε και εκδικάζονται από το Δικαστήριο συνοπτικά, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 24
(2)του Νόμου 14/
  1. Αυτό σημαίνει ότι, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να επιβάλει στον Κατηγορούμενο, για οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, ποινή φυλάκισης που να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή χρηματική ποινή που να υπερβαίνει τις €85.
  2. Είναι ζήτημα δικαιοδοτικό. Δηλαδή, εξουσίας την οποία το Δικαστήριο αντλεί από τον Νόμο. Εντούτοις, αυτό, ως δεδομένο, δεν καθιστά το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, λιγότερο σοβαρό. Για σκοπούς ταξινόμησης της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, για σκοπούς τιμωρίας, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του, τη σοβαρότητα που δίδεται στα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορουμένου και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της . Τα αδικήματα κλοπής, και άλλα ομοειδή αδικήματα, θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στην Κύπρο. Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Το δε αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη, το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της παράνομης εισόδου, στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος παραμένει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και για ποιο λόγο, πέραν του γεγονότος ότι προκαλούνται προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Αδικήματα αυτής της μορφής, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρουσιάζουν έξαρση στον τόπο μας, αφού αποτελούν καθημερινό φαινόμενο με αλυσιδωτές επιπτώσεις. Δεν θα ήταν υπερβολή εάν έλεγα ότι το φαινόμενο αυτό προσλαμβάνει διαστάσεις επιδημίας στη χώρα μας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του Νόμου, οφείλουν να επιβάλουν αποτρεπτικές ποινές για την πάταξη του φαινομένου καθώς επίσης και για ευρύτερη προστασία της κυπριακής κοινωνίας από τις επιπτώσεις που παρατηρούνται. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
  1. Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
  2. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Επίσης, στην υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231 τονίστηκε ότι η παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την ίδια υπόθεση αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου. Mohamed και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.:- «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke 'Introduction to International Law', 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων..»" Το στίγμα της υπόθεσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς,οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Αναφορικά με τα αδικήματα του απαγορευμένου μετανάστη και της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, παραπέμπω στις υποθέσεις Khlef κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203, Tutunciyan ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 524 και Al Najjar v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 828, στις οποίες καθιερώθηκε πως τέτοιας φύσης αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης λόγω της σοβαρότητας του αλλά και του στοιχείου της αποτροπής που προέχει εφόσον αυτό παρουσιάζει εντεινόμενη συχνότητα διάπραξης. Όσο αφορά τα αδικήματα της μεταφοράς μαχαιριών και άλλων επιθετικών όπλων είναι σοβαρά καθότι από την φύση τους και μόνο περικλείουν κίνδυνο επειδή εμπλέκουν ενέργειες ανθρώπων οι οποίες είναι απρόβλεπτες. Είναι δηλαδή αδικήματα που εκ φύσεως ενέχουν στοιχείο επικινδυνότητας ακριβώς επειδή ουδείς μπορεί να ελέγξει το βαθμό και την έκταση των ανθρώπινων ενεργειών που ενδεχομένως να εκδηλωθούν μέσα από την παράνομη χρήση τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300 η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων είναι πρόδηλη ενόψει της απειλής της οποίαν συνεπάγονται προς την έννομη τάξη. Σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ( HUSEYIN VEDAT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Π.Ε. 142/12 ημερ. 22.11.12 2ΑΑΔ 787) επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ύψους 18 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κλοπής χρηματικού ποσού ύψους €370 ευρώ. Η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή ήταν αυτή των 3 ετών. Στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προηγούμενη διαγωγή του Εφεσείοντα και ότι αυτός ουσιαστικά δεν είχε ανταποκριθεί στην επιείκεια που του είχε δοθεί αφού βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα εκ των οποίων στη μία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ύψους 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε επίσης στην απόφαση του, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα ο οποίος είχε οικογενειακές υποχρεώσεις αφού είχε αποκτήσει 5 παιδιά δεν μπορούσαν από μόνες να καθορίσουν υπερβολικότητα στην ποινή. Όσον αφορά το γεγονός ότι τα κλαπέντα είχαν επιστραφεί, αυτό σύμφωνα με το Εφετείο δεν αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αφού στη μία περίπτωση ο Εφεσείων είχε συλληφθεί από την αστυνομία επ' αυτοφώρο. Η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου σε σχέση ειδικά με αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά της περιουσίας καταγράφεται να είναι πλούσια αφού από το ίδιο το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει έντεκα
(11)διαφορετικές κατηγορίες κλοπής, ενώ δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι για τις δυο προηγούμενες καταδίκες στα πλαίσια των ποινικών υποθέσεων 7357/19 και 4090/21 έχει καταδικαστεί για κλοπές σε τρεις
(3)και έξι
(6)μήνες φυλάκισης. Συνεπώς, σύμφωνα με το ποινικό του μητρώο αλλά και το παρών κατηγορητήριο παρατηρείται από τον κατηγορούμενο μία συστηματική και κατ' εξακολούθηση εγκληματική συμπεριφορά, δεδομένα που επιβαρύνουν τη θέση του. Ακόμη στην υπό εξέταση περίπτωση η σοβαρότητα του αδικήματος της 14ης κατηγορίας, επαυξάνεται από το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος επανήλθε τρεις φορές στην Κύπρο αφού είχε προηγηθεί η καταχώρηση του στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας , καθότι είχε κριθεί ως απαγορευμένος μετανάστης και απελάθηκε τρεις φορές για τη χώρα του. Παρά το ότι μπορεί να γίνει αντιληπτή από το Δικαστήριο η προσπάθεια του κατηγορούμενου να έλθει στην Κύπρο για τους λόγους που ανέφερε μέσω της συνηγόρου του, θα πρέπει όμως, να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα πρόσωπα που επιθυμούν να έλθουν στην Κύπρο, οφείλουν να το πράττουν με το νόμιμο τρόπο και σεβόμενοι τους νόμους της Κυπριακής πολιτείας. Η είσοδος και η παραμονή τους στην Κύπρο θα πρέπει να γίνονται στα πλαίσια της νομιμότητας. Η πιο πάνω συμπεριφορά του, καταδεικνύει την πλήρη περιφρόνηση του προς τους νόμους και τους κανόνες της πολιτείας της οποίας επεδίωξε και επιθυμεί τη φιλοξενία και δεν πρέπει να γίνει ανεκτή, και γι' αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα αυστηρότητα. Επιπλέον επισημαίνω ότι η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου επεδείχθη μετά που είχε ήδη καταδικαστεί, όπως έχει αναφερθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής στις 23/03/2020 στα πλαίσια της 7357/19 για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του απαγορευμένου μετανάστη σε συντρέχουσες ποινές 4 και 12 μηνών αντίστοιχα. Τα πιο πάνω, αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να έχουν αντίκρισμα στην ποινή που θα επιβληθεί. Στην υπόθεση Ahmat Al Kawaret v. Αστυνομίας
(2008)2 Α Α Δ 851, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για τα αδικήματα της εισόδου στη Δημοκρατία ενώ είχε απελαθεί και της διαμονής του ως απαγορευμένου μετανάστη στην Δημοκρατία. Κατ' έφεση ζήτησε να του επιδειχθεί επιείκεια και να μειωθεί η ποινή εν' όψει των προσωπικών του περιστάσεων. Έγινε αναφορά στην οικογένειά του που ζούσε στην Συρία και ανέμενε οικονομική στήριξη από τον ίδιο και, που, όπως είχε αναφέρει, περιλάμβανε και δύο παιδιά. Με αναφορά στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στη Δημοκρατία ενώ είχε ήδη προηγηθεί η απέλασή του, στοιχείο που αποτελούσε, σύμφωνα με το Εφετείο, ιδιαίτερα επιβαρυντική παράμετρο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, ότι αν και οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν αυστηρές, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως έκδηλα υπερβολικές ή ότι επιβλήθηκαν λόγω κάποιου σφάλματος αρχής. Ακολούθως, απέρριψε την έφεση. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Al Najjar v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 828 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δεκαπέντε μηνών για παράνομη είσοδο στην Κύπρο ενώ ο εφεσείων ήταν ήδη απαγορευμένος μετανάστης ώστε η είσοδός του να μην επιτρέπεται και τριών μηνών στην κατηγορία της εισόδου στην Κύπρο χωρίς τη συγκατάθεση του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση, η έξαρση που παρατηρείται αναφορικά με τη διάπραξη του αδικήματος οπωσδήποτε δικαιολογεί τέτοια αντιμετώπιση αλλά και η ίδια η φύση των αδικημάτων τα οποία ουσιαστικά καταργούν την έννομη τάξη σε σχέση με τη διαρκή διάθεση της Δημοκρατίας να ελέγχει τους εισερχόμενους σε αυτή. Ο Εφεσείων, έχοντας καταστεί απαγορευμένος μετανάστης, αγνόησε πλήρως αυτή τη θεμελιακή διάσταση των πραγμάτων και επεδίωξε με εντελώς παράνομο τρόπο να επανέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Δεν υποτιμήθηκαν τα όσα είχαν λεχθεί σε σχέση με την κατάσταση στη Συρία, η οποία συνεχίζει για πολύ καιρό και η οποία οπωσδήποτε ωθεί ανθρώπους οι οποίοι δεν θέλουν να μετέχουν στα όσα συμβαίνουν να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Αυτό όμως δεν είχε την παραμικρή σημασία στην προκειμένη περίπτωση, αφού, ο Εφεσείων είχε εξέλθει από τη Συρία, αφήνοντας πίσω του τον κίνδυνο ο οποίος υπήρχε, μεταβαίνοντας στην Τουρκία όπου ασφαλώς ο κίνδυνος δεν υπήρχε. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε για την ποινή που είχε επιβληθεί : «Δεν εντοπιζόταν οτιδήποτε στα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Εφετείου που να δικαιολογούσε παρέμβαση στην ποινή. Με βάση τη νομολογία, δεν βρισκόταν καν στο ανώτατο όριο ώστε να αγγίζει τα επίπεδα της υπερβολικότητας». Σημειώνω ότι για το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη, τότε ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, υπόκειτο σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα πoυ δεν υπερέβαινε τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο πoυ δεv υπερέβαινε τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο τις ποινές της φυλάκισης και τoυ πρόστιμου. Τώρα ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα πoυ δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη ή σε πρόστιμο πoυ δεv υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και στις δύο τις ποινές της φυλάκισης και τoυ πρόστιμου (46(Ι)/2021), γεγονός που δείχνει την αυστηρότητα με την οποία πλέον ο νομοθέτης αντιμετωπίζει τέτοια αδικήματα. Παράλληλα αναφέρω ότι δεν μου διαφεύγει ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138). Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1). Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες που αφορούν στη διάπραξη τόσο της ίδιας φύσης αδικημάτων που στρέφονται κατά της περιουσίας όσο και αδικήματα διαφορετικής φύσης, δηλαδή παράνομης παραμονής όπως επίσης και το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη. Οι πιο πάνω καταδίκες του Κατηγορούμενου αδιαμφισβήτητα δεν στάθηκαν αποτρεπτικές ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να μην επιδείξει ξανά άλλη παρόμοια παραβατική συμπεριφορά. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο βαθμός επιείκειας που θα μπορούσε να επιδειχθεί στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο να μειώνεται ουσιωδώς. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στη βάση των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών που τα διέπουν καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Η ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής δημιουργεί τις συνθήκες για επιβολή ποινής στερητικής ελευθερίας του παραβάτη. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν όντως σοβαρά. Συγκεκριμένα, φαίνεται τόσο από το ίδιο το κατηγορητήριο όσο και από τις ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ότι τουλάχιστον από το 2019 μέχρι το 2023, προέβη σε κλοπές από διάφορους χώρους και καταστήματα. Μπορεί τουλάχιστον οι αξίες των κλοπιμαίων της κάθε περίπτωσης να μην ήταν τεράστιες, σε κάθε περίπτωση όμως φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει μια επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά σε σχέση ειδικά με τα αδικήματα της κλοπής. Περαιτέρω, όχι μόνο επέστρεψε στην Κύπρο τρεις φορές όπου η είσοδος του στο νησί απαγορευόταν και αφού είχε ξανά καταδικαστεί σχετικά από Δικαστήριο, προέβη και στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Η προαναφερόμενη παράνομη δράση του Κατηγορουμένου, εντάσσεται και καλύπτει, μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο, τεσσάρων περίπου χρόνων, και έγινε όταν ο Κατηγορούμενος ήταν ώριμος ηλικιακά και όταν στην Δημοκρατία αυτός βρέθηκε και διέμενε, παράνομα, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης. Σαφώς ο κατηγορούμενος επέδειξε συστηματική, σύνθετη και συνάμα επικίνδυνη αλλά και επιζήμια για το κοινό αξιόποινη συμπεριφορά. Σίγουρα η συχνότητα και ευκολία με την οποία ο κατηγορούμενος προέβηκε στη διάπραξη των πολύ σοβαρών αδικημάτων είναι επιβαρυντικός παράγοντας για τον ίδιο. Εν γνώση του ότι είχε απελαθεί από την Κύπρο και η εκ νέου είσοδος του στο νησί απαγορευόταν, επέστρεψε στην Κύπρο και μάλιστα τρεις φορές, περιφρονώντας πλήρως την απόφαση των αρμοδίων αρχών αλλά και τις αποφάσεις των Δικαστηρίων. Ο κατηγορούμενος μέσα από την στάση και συμπεριφορά του επέδειξε θράσος και έκδηλα υποτίμησε τους νόμους, κανονισμούς και θεσμούς ενός δημοκρατικού κράτους όπως είναι η Κύπρος. Όλα τα πιο πάνω επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο μέσω της οποία εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος. (β) Την απολογία του και την μεταμέλεια του όπως αυτή εκφράστηκε στο Δικαστήριο δια της συνηγόρου του. (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και όπως η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο για να λάβει υπόψη του .Όμως δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας, το δε νεαρό της ηλικίας κάποιου δεν αποτελεί ασπίδα αποφυγής των συνεπειών σοβαρών εγκληματικών πράξεων του, έτσι ώστε με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Τα δε οικονομικά προβλήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας, όπως την παρούσα, ως τέτοιος ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Σχετική είναι η υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερομηνίας 26.03.13, στην οποία και παραπέμπω. (δ) Το ότι τελεί υπό κράτηση από την 28/03/2023 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (ε) Τις συνθήκες τις οποίες αντιμετώπισε στη χώρα του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Δεν υποτιμήθηκαν σίγουρα τα όσα είχαν λεχθεί σε σχέση με την κατάσταση στη χώρα του. Ειδικά όμως για τα αδικήματα της κλοπής τα οποία διέπραξε στην Κύπρο, αυτό δεν έχει την παραμικρή σημασία στην προκειμένη περίπτωση αφού ο Κατηγορούμενος προφανώς, είχε ήδη εγκαταλείψει την χώρα του και δεν τίθετο σε κίνδυνο. (ζ) Τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων. (η) Τα όσα γενικά ανέφερε η συνήγορος υπεράσπισης για σκοπούς μετριασμού της ποινής του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη , την επαναλαμβανόμενη παράνομη συμπεριφορά του, αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 9η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 10η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 16 μηνών 11η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 12η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 13η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 18 μηνών 14η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2,5 ετών 15η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 16η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω ότι δεν έγινε η οποιαδήποτε σχετική εισήγηση για αναστολή της ποινής. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της ποικιλόμορφης παράνομης δράσης του, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχει περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Γενικότερα όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 28/03/2023, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση ως υπόδικος. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.