← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. TIM ROTHE, Αρ. Υπόθεσης: 3387/23, 4/10/2023

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. TIM ROTHE, Αρ. Υπόθεσης: 3387/23, 4/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3387/23 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. TIM ROTHE Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 04 Οκτωβρίου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Ε. Πατσαλίδου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ (μετά από διάλειμμα) O Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί το αδίκημα της Μέθης (1η κατηγορία), της μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου (3η κατηγορία), το αδίκημα της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας (4η κατηγορία) και το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς (5η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης , 2ης και 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 08 Μαΐου του 2023 στην οδό Διαγόρου στην Κάτω Πάφο σε δημόσιο χώρο ενώ τελούσε σε κατάσταση μέθης συμπεριφερόταν οχλαγωγικά και άτακτα ενώ στην κατοχή του βρέθηκε ένα σιδερένιο σφυρί με ξύλινη χειρολαβή καθώς και δύο μαχαίρια μήκους 9 εκατοστών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 4ης Κατηγορίας αυτός κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται ανωτέρω εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά άγνωστης αξίας στην γυάλινη προθήκη καθώς και σε ένα φωτιστικό της κτηνιατρικής κλινικής με την ονομασία AAW&CCP VETERINARY CLINIC που βρίσκεται στην οδό Διαγόρου 30 στην Κάτω Πάφο ιδιοκτησίας της Christine Panagiotou. Tα γεγονότα που διέπουν τις κατηγορίες έχουν εκτεθεί με λεπτομέρεια από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχουν αμφισβητηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Τέλος ο κ. Αντωνίου ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Η κα. Πατσαλίδου αγορεύοντας για τον μετριασμό της ποινής αναφέρθηκε κυρίως στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του πελάτη της καθώς και στο φιλανθρωπικό του έργο. Σε σχέση με τις κατηγορίες αναφέρθηκε στο γεγονός πως ο Κατηγορούμενος όντας μεθυσμένος ένοιωθε πίκρα για τον χαμό του σκύλου του τον οποίο περιέθαλψε η Κτηνιατρική Κλινική στην οποία προκλήθηκε η κακόβουλη ζημιά γεγονός όμως το οποίο έχει μετανιώσει και παρά τις προσπάθειες που έκανε για πληρωμή αποζημίωσης η παραπονούμενη δεν το αποδέχθηκε. Εισήγηση γίνεται καταληκτικά για αναστολή ενδεχόμενης ποινής στερητικής της ελευθερίας για τους λόγους που με επιμέλεια η συνήγορος υπεράσπισης επεξήγησε. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ποιο συγκεκριμένα τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί νομοθετικά περιλαμβάνουν τις πιο κάτω μέγιστες ποινές: Σε σχέση με το αδίκημα της μέθης (1η Κατηγορία) το άρθρο 94 του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Μέθη 94.-
(1)Όποιος σε δημόσια διάβαση ή σε δημόσιο χώρο, είτε είναι κτίριο ή όχι, είναι σε κατάσταση μέθης, συμπεριφέρεται οχλαγωγικά ή χωρίς τάξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών. Σε σχέση με το αδίκημα της μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου (3η Κατηγορία) το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 159 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Απαγόρευση της μεταφοράς επιθετικών όπλων χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία 3.-
(1)Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου. Σε σχέση με το αδίκημα της απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας το άρθρο 82
(2)του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Απαγόρευση μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας 82.-
(1)Όποιος έχει πάνω του ή μεταφέρει μαχαίρι που δεν καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου.
(2)Όποιος έχει πάνω του ή μεταφέρει μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου και ανεξάρτητα οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης των άρθρων 29, 32 και 33, υπόκειται σε κατώτατο όριο σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο, λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα, ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα. Σε σχέση με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς (4η Κατηγορία) το άρθρο 324
(1)του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Ποινή για κακόβουλη βλάβη γενικά και σε ειδικές περιπτώσεις 324.-
(1)Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Τα αδικήματα μεταφοράς επιθετικών όπλων ή οργάνων ή μαχαιριών είναι σοβαρά καθότι από την φύση τους και μόνο περικλείουν κίνδυνο επειδή εμπλέκουν ενέργειες ανθρώπων οι οποίες είναι απρόβλεπτες. Είναι δηλαδή αδικήματα που εκ φύσεως ενέχουν στοιχεία επικινδυνότητας ακριβώς επειδή ουδείς μπορεί να ελέγξει το βαθμό και την έκταση των ανθρώπινων ενεργειών που ενδεχομένως να εκδηλωθούν μέσα από την παράνομη χρήση τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300 η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων είναι πρόδηλη ενόψει της απειλής της οποίαν συνεπάγονται προς την έννομη τάξη. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται επίσης στο γεγονός ότι η διάπραξη τους όταν συνοδεύεται με παράνομη πράξη υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία, καταρρακώνουν την προσωπικότητα ατόμων, δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους νομιμόφρονες πολίτες και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών, στοιχεία που δεν έχουν θέση σε μια δημοκρατική κοινωνία. Στην Ποινική Έφεση 230/2012 μεταξύ Κυριάκου Τσίβικου v Αστυνομίας ημερ. 11.07.2014 αναφέρθηκαν από τον Δικαστή Παμπαλή τα ακόλουθα: ''Σε μια πολιτισμένη κοινωνία, όπως θέλουμε να θεωρούμε τη δική μας, η επίλυση διαφορών με τη βία ή την οπλοφορία με σκοπό την πρόκληση τρόμου σαφώς και δεν μπορεί να γίνει ανεχτή. Στην υπόθεση Vak. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854, φυλάκιση έξι μηνών για το εν λόγω αδίκημα της οπλοφορίας του Άρθρου 80, κρίθηκε ως ορθή. Βεβαίως τα γεγονότα εκεί ήταν πολύ διαφορετικά και σοβαρότερα από την υπό εξέταση υπόθεση. Το είδος της ποινής, όμως, δεν αμφισβητήθηκε.'' Η ευκολία και η μεγάλη συχνότητα με την οποία αδικήματα τούτης της φύσεως διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον μου, είναι στοιχεία που ενισχύουν την σοβαρότητα. Τα πιο πάνω σκιαγραφούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αυστηρή αντιμετώπιση που τέτοιας φύσης αδικήματα θα πρέπει να τυγχάνουν, όμως δεν παραγνωρίζω πως το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του, τη βασική αρχή της εξατομίκευσης της ποινής, όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ενδεικτικά αναφέρω την Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272. Η εξατομίκευση της ποινής όμως, σίγουρα δεν απαλείφει τη σοβαρότητα του αδικήματος και δεν οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου. (Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498) Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω θα προχωρήσω με τη διεργασία της επιμέτρησης της ποινής. Προς όφελος του Κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
(1)την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου
(2)το λευκό ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του (24 ετών)
(3)τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις, όπως έχουν εκτεθεί από την συνήγορο του
(4)τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων
(5)το γεγονός ότι δήλωσε πρόθυμος να αποζημιώσει την προκληθείσα από μέρος του ζημιά με την παραπονούμενη όμως να μην το αποδέχεται[1] Έχω υπόψη μου, το καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Όπως επίσης έχω υπόψη μου, ότι το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο, συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος. (Ιωάννου Σταύρος ν. Αστυνομίας.
(2011)2 Α.Α.Δ. 513). Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτοί δεν είναι ικανοί έτσι ώστε να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητικής της ελευθερίας ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την φύση των αδικημάτων που αυτός έχει διαπράξει. Επαναλαμβάνω πως τα αδικήματα και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Σε τέτοιες περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων όπου επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μήνα Στην 3η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών Στην 4η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην 5η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Όμως η παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι μπορεί να τύχει διαχωρισμού από τις σοβαρές παρόμοιου είδους καθότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή πρόσωπο νεαρής ηλικίας και λευκού ποινικού μητρώου το οποίο έχει άμεσα παραδεχθεί τις εναντίον του κατηγορίες ενώ μάλιστα δήλωσε και πρόθυμος πληρωμής αποζημίωσης κάτι το οποίο δεν αποδέχθηκε η παραπονούμενη. Συνεπώς κρίνω πως θα πρέπει να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία εκτός φυλακών να αποδείξει ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και δεν θα επαναλάβει παρόμοια συμπεριφορά. Από τον ίδιο εξαρτάται να αδράξει την ευκαιρία αυτή. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Επεξηγούνται σε αυτόν οι συνέπειες της αναστολής. Τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και καταστραφούν. (Υπ) .............................. Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η παραπονούμενη δήλωσε πως δεν επιθυμεί αποζημίωση αλλά να διαταχθεί να προσφέρει κοινοτική εργασία στο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα το οποίο διατηρεί στην Πάφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.