← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. GEORGIOS BAIMPOURNTIDIS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5317/22, 23/10/2023

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. GEORGIOS BAIMPOURNTIDIS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5317/22, 23/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5317/22 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v.

  1. GEORGIOS BAIMPOURNTIDIS
  2. KONSTANTINOS AFANASOV Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: Ο κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος αρ. 1: Παρών ΠΟΙΝΗ (σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1) Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 (που στο εξής θα καλείται και ο Κατηγορούμενος) βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), το αδίκημα της κλοπής (2η κατηγορία), το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος (3η κατηγορία) και τέλος το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος (4η κατηγορία). Ουσιαστικά αυτό που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο και έχει παραδεχθεί είναι ότι αυτός στις 23 Μαΐου του 2020 στην Κάτω Πάφο έκλεψε από το ανθοπωλείο με την ονομασία ANNIVIA GARDENS μια γυναικεία τσάντα η οποία περιείχε το χρηματικό ποσό των €100, το Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας και διαβατήριο στο όνομα της Daniela Leu, ένα κλειδί καταστήματος και ένα κλειδί διαμερίσματος όλα συνολικής αξίας €200 ιδιοκτησίας του πιο πάνω προσώπου. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεν έτυχαν αμφισβήτησης και διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: Στις 23.05.2020 η παραπονούμενη (Μάρτυρας Κατηγορίας 1) η οποία εργάζεται στο ανθοπωλείο / φυτώριο με την ονομασία Annivia Gardens κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 1300 πήγε στην εργασία της στο πιο πάνω ανθοπωλείο και άφησε την τσάντα της στην είσοδο του μαγαζιού. Στις 1900 την ίδια ημέρα αντιλήφθηκε ότι η τσάντα της κλάπηκε. Εντός της τσάντας περιείχε τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας συνολικής αξίας 200 ευρώ. Από έλεγχο στις κάμερες ασφαλείας διαπιστώθηκε ότι ένας άνδρας εισέρχεται στο φυτώριο στις 1730 και κλέβει την τσάντα της και ακολούθως εγκαταλείπει το χώρο. Στις 23.05.2020 και περί ώρα 2300 μέλη του ΟΠΕ Πάφου μετέβησαν σε οικία στην Πάφο μετά από πληροφορία ότι εκεί υπήρχε κλοπιμέα περιουσία και στο σαλόνι της πιο πάνω οικίας εντοπίστηκε ένα πρόσωπο το οποίο ομοίαζε με το πρόσωπο της κλοπής στο φυτώριο. Σημειώνεται ότι το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης τέθηκε στην διάθεση της Αστυνομίας. Ακολούθως ο Μάρτυρας 2 του κατηγορητηρίου αφού είδε το πρόσωπο που ήταν στην πιο πάνω οικία το οποίο ομοίαζε με τον δράστη της κλοπής στο φυτώριο και έφερε ακριβώς τα ίδια ρούχα ο Μάρτυρας 2 ζήτησε τα στοιχεία του προσώπου αυτού και αφού δεν τα είχε συνελήφθηκε για εξακρίβωση στοιχείων και οδηγήθηκε στον σταθμό όπου και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Στις 23.05.2020 ο Κατηγορούμενος υπέδειξε το φυτώριο και απάντησε πως είναι το φυτώριο που έπιασε την τσάντα το απόγευμα. Στις 24.05.2020 ο Μάρτυρας 3 τον συνέλαβε τον κατηγορούμενο ο οποίος απάντησε πως παραδέχεται και πως έκανε λάθος. Σε θεληματική του κατάθεση ανέφερε πως ενώ πήγαινε βόλτα με κάποιο άλλο φίλο του πέρασε από το φυτώριο και αυτός μπήκε μέσα βρήκε την τσάντα και την έκλεψε και μετά αποχώρησε. Η κα. Μανώλη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ ζήτησε τα τεκμήρια της υπόθεσης παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. Σημείωσε τέλος η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε για πρώτη φορά στις 09.08.2021 και απορρίφθηκε ως ανεπίδοτη με αποτέλεσμα στις 12.08.2022 να καταχωρηθεί εκ νέου η υπό εξέταση υπόθεση. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο κ. Σιαηλής επανέλαβε την παραδοχή και απολογία του πελάτη του ενώ σημείωσε πως του έχει επεξηγηθεί η σοβαρότητα των κατηγοριών την οποία έχει αντιληφθεί πλήρως. Τόνισε πως έγινε παραδοχή πριν την ακρόαση πράγμα που δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια του αφού με την παραδοχή του εξοικονομείτε και πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Χωρίς να αμφισβητεί τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί επισήμανε ότι από αυτά διαφαίνεται ότι ελλείπει ο οποιοσδήποτε προσχεδιασμός ενώ τόνισε τον ερασιτεχνικό τρόπο με τον οποίο έχει διαπράξει τα αδικήματα ο πελάτης του αφού δεν πρόκειται για περίπτωση όπου για να καλύψει τα νώτα του φόρεσε κουκούλα ή χρησιμοποίησε οτιδήποτε άλλο για να μην μπορεί να γίνει αντιληπτός. Τόνισε πως δεν υπήρχε κανένας σχεδιασμός αφού ενώ τυχαία περνούσε από το κατάστημα και ενώ υπήρχε και άλλο πρόσωπο μαζί του που ήταν και ο ιθύνων νους διαπράχθηκε το αδίκημα αποδίδοντας την παραβατική αυτή συμπεριφορά του στο γεγονός ότι το διάστημα εκείνο ήταν χρήστης ναρκωτικών ενώ αντιμετώπιζε αλλά και αντιμετωπίζει μέχρι και σήμερα προβλήματα ψυχικής υγείας (σχετικό πιστοποιητικό παραδόθηκε στο Δικαστήριο Παράρτημα Α). Η κατάσταση της ψυχικής του υγείας και η εξάρτηση του από τα ναρκωτικά τόνισε ο κ. Σιαηλής είχαν σίγουρα επηρεάσει την κρίση του για να υποπέσει σε αυτό το λάθος. Παράδωσε επίσης και έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Παράρτημα Β) υιοθετώντας το περιεχόμενο της. Ο πελάτης του σημείωσε πως αποδέχεται την έκδοση διατάγματος ύψους €300 για αποκατάσταση της ζημιάς που έχει προκληθεί προς την παραπονούμενη ενώ ανέφερε πως από το προϊόν της κλοπής το μόνο που επωφελήθηκε ο ίδιος ήταν το ποσό των €20 ενώ άλλο πρόσωπο παρέλαβε το υπόλοιπο περιεχόμενο της τσάντας. Σημείωσε πως το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο 3 και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων όταν μάλιστα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε εξ αρχής ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών τα όσα του καταλογίστηκαν και προχώρησε και στην υπόδειξη σκηνών. Εισήγηση γίνεται καταληκτικά για αναστολή ενδεχόμενης ποινής στερητικής της ελευθερίας για τους λόγους που με επιμέλεια επεξηγούνται ενώ αναφέρθηκε πως ο πατέρας του είναι καρκινοπαθείς και χρειάζεται την βοήθεια και την στήριξη του Κατηγορούμενου. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και τα οποία στρέφονται κατά της περιουσίας σοβαρά. Ποιο συγκεκριμένα τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί νομοθετικά περιλαμβάνουν τις πιο κάτω μέγιστες ποινές: Σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (2η Κατηγορία) το άρθρο 371 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Συνωμοσία για διάπραξη κακουργήματος
  1. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής (2η Κατηγορία) το άρθρο 262 του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Γενική ποινή κλοπής
  2. Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος (3η Κατηγορία) το άρθρο 372 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Συνωμοσία για διάπραξη πλημμελήματος
  3. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος. Σε σχέση με το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος (4η Κατηγορία) το άρθρο 280 του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, κλπ.
  4. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίσθηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα, γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Η ευκολία και η μεγάλη συχνότητα με την οποία αδικήματα τούτης της φύσεως διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον μου, είναι στοιχεία που ενισχύουν την σοβαρότητα. Τα πιο πάνω σκιαγραφούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αυστηρή αντιμετώπιση που τέτοιας φύσης αδικήματα θα πρέπει να τυγχάνουν, όμως δεν παραγνωρίζω πως το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του, τη βασική αρχή της εξατομίκευσης της ποινής, όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ενδεικτικά αναφέρω την Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272. Η εξατομίκευση της ποινής όμως, σίγουρα δεν απαλείφει τη σοβαρότητα του αδικήματος και δεν οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου. (Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498) Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω θα προχωρήσω με τη διεργασία της επιμέτρησης της ποινής. Προς όφελος του Κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
(1)την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου
(2)την παραδοχή και την συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές
(3)το λευκό ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του (30 ετών)
(4)τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις, όπως αυτές περιλήφθηκαν στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και έτυχαν περιγραφής από τον συνήγορο του
(5)τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων που αφορούν κυρίως την έλλειψη προσχεδιασμού αλλά και τον ερασιτεχνικό τρόπο δράσης
(6)το γεγονός ότι αποδέχεται την πλήρη αποζημίωση της παραπονούμενης όχι μόνο για το ποσό των €200 που έχει κοστολογηθεί η αξία της κλοπιμαίας περιουσίας αλλά για το ποσό των €300 και για το οποίο ζήτησε την έκδοση του σχετικού διατάγματος.
(7)το γεγονός ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αλλά μέχρι και σήμερα αυτός αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής αλλά και εξαρτήσεις από ναρκωτικά.
(8)το ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο 3 και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων.
(9)το γεγονός ότι ο ίδιος επωφελήθηκε μόνο το ποσό των €20 από την κλοπιμέα περιουσία. Έχω υπόψη μου, το καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Όπως επίσης έχω υπόψη μου, ότι το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο, συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος. (Ιωάννου Σταύρος ν. Αστυνομίας.
(2011)2 Α.Α.Δ. 513). Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτοί δεν είναι ικανοί έτσι ώστε να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητικής της ελευθερίας ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την φύση των αδικημάτων που αυτός έχει διαπράξει. Επαναλαμβάνω πως τα αδικήματα και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Σε τέτοιες περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων όπου επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου αρ. 1, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Αυτό διότι επιβλήθηκε ποινή στα ουσιαστικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ότι συνωμότησε με άλλο πρόσωπο (2η Κατηγορία). Όπως υποδείχθηκε στην Χασσάν ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.196/13 ημερ. 10/10/14 δεν συνίσταται η επιβολή ποινής στο αδίκημα της συνωμοσίας και στα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται κάποιος ότι συνωμότησε προς διάπραξη τους. Στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην 3η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Αυτό διότι επιβλήθηκε ποινή στα ουσιαστικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ότι συνωμότησε με άλλο πρόσωπο (4η Κατηγορία). Όπως υποδείχθηκε στην Χασσάν ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.196/13 ημερ. 10/10/14 δεν συνίσταται η επιβολή ποινής στο αδίκημα της συνωμοσίας και στα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται κάποιος ότι συνωμότησε προς διάπραξη τους. Στην 4η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Όμως η παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι μπορεί να τύχει διαχωρισμού από τις σοβαρές παρόμοιου είδους καθότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε πρόσωπο νεαρής ηλικίας, λευκού ποινικού μητρώου το οποίο ενέργησε κατά τρόπο επιπόλαιο αντιμετωπίζοντας μάλιστα προβλήματα ψυχικής υγείας και εξαρτήσεων με ναρκωτικά για να διαπράξει τα αδικήματα που περιγράφονται στο Κατηγορητήριο. To λευκό του ποινικό μητρώο καταδεικνύει πως ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό το οποίο και έλαβε χώρα σε μια στιγμή αδυναμίας του Κατηγορούμενου. Από τις πράξεις του αυτές ουσιαστικά ο ίδιος επωφελήθηκε μόνο το ποσό των €20,00 ενώ αποδέχθηκε και την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης προς όφελος της παραπονούμενης με το ποσό των €300 προς πλήρη αποκατάσταση της. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι καλούμε να επιβάλω ποινή σε αυτόν τρία και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων. Συνεπώς χωρίς σε καμιά περίπτωση να παραγνωρίζεται η σοβαρότητα των κατηγοριών θεωρώ πως το σύνολο των πιο πάνω είναι ικανό να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του Κατηγορούμενου και να αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί σε αυτόν. Υπενθυμίζεται πως η αναστολή επενεργεί ως <<δαμόκλειος σπάθη>> και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει πως αν παρανομήσει ξανά στο μέλλον η φυλάκιση ενδέχεται να ενεργοποιηθεί συνεπώς θα πρέπει να είναι διπλά προσεκτικός. Συνεπώς διατάσσω την αναστολή των ποινών που επέβαλα σήμερα στον 1ο Κατηγορούμενο για περίοδο 3 ετών από σήμερα.[1] Τα Τεκμήρια της υπόθεσης θα παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. (Υπ) .............................. Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επεξηγούνται σε αυτόν οι συνέπειες της αναστολής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.