← Κύπρος

ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ Α. A. M ν. -, Αρ. Αίτησης 254/23, 26/10/2023

ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ Α. A. M ν. -, Αρ. Αίτησης 254/23, 26/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 254/23 ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ Του Α. A. M ARC [ ...] (11ος Ύποπτος) Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία / Αιτητές: κ. Σ. Χρυσοστόμου Για τον 11ο Ύποπτο / Καθ ού η Αίτηση: καμία εμφάνιση Ύποπτος / Καθ ου η Αίτηση: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25.10.2023 τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αίτημα για παραπομπή σε Αστυνομική Κράτηση για περίοδο 8 ημερών του πιο πάνω προσώπου ο οποίος συνελήφθηκε στις 25.10.2023 και ώρα 07:28 στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Σύμφωνα με την αίτηση διερευνώνται εναντίον του τα ακόλουθα αδικήματα: 1. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος (Κεφ. 154 άρθρο 371) 2. Συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος (Κεφ. 154 άρθρο 372) 3. Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (Κεφ. 154 άρθρα 63Α) 4. Συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων (Κεφ. 154 63Β) 5. Αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 19(β) και (δ) του Κεφ.105 6. Υποβοήθηση παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής (Κεφ. 105 άρθρα 19Α

(1)και
(2)7. Ειδικές διατάξεις σε σχέση με πρόσωπα που εισέρχονται ή εγκαταλείπουν τη Δημοκρατία (Κεφ. 105 άρθρο 12
(1)
  1. Εμπορία ενήλικων προσώπων (Ν.60(Ι)/2014 άρθρο 6)
  2. Υποκίνηση, συνέργεια και απόπειρα διάπραξης (Ν.60(Ι)/2014 άρθρα 6 - 11 και 15
(1),
(2))
  1. Λαθρεμπόριο μεταναστών κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8 του περί Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών και του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων Νόμο του 2003 και κατά παράβαση του Πρωτοκόλλου κατά της λαθραίας διακίνησης μεταναστών που συμπληρώνει τη σύμβαση των Η.Ε κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και
  2. Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (Ν.188(Ι)/2007, Ν.58(Ι)/2010, Ν.80(Ι)/2012, Ν.192(Ι)/2012 άρθρα 3 - 5) Η αίτηση υποβλήθηκε από βαθμούχο στέλεχος της Αστυνομίας και συγκεκριμένα από τον Αστυνόμο Α' κ. Μ. Νικολεττή και υποστηρίχθηκε από την γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 1) του Αστυφύλακα 35 Γ. Ορφανού. Σημειώνεται πως ο όρκος ένεκα της έκτασης αυτού μεταφράστηκε πριν την έναρξη της διαδικασίας από διερμηνεία που ομιλεί την Αραβική Γλώσσα στον ύποπτο κάτι το οποίο ο τελευταίος έχει επιβεβαιώσει. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται πως ο Ύποπτος δεν επιθυμούσε τον διορισμό δικηγόρου για την εκπροσώπηση του στην διαδικασία και εξέφρασε την επιθυμία να την χειριστεί μόνος του. Στο αίτημα της κράτησης με την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα και δίδοντας του το δικαίωμα να αντεξετάσει ανέφερε με την βοήθεια του διερμηνέα πως έφερε ένσταση στο αίτημα για την κράτηση του και πως ο ίδιος δεν έχει πράξει αυτά που του καταλογίζονται με τον μάρτυρα να απαντά πως είναι στη βάση πληροφοριών που διαβιβάστηκαν στο Αρχηγείο Αστυνομίας από αξιόπιστες πηγές σύμφωνα με τις οποίες τόσο ο 11ος ύποπτος όσο και οι υπόλοιπο 10 που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 έχουν εμπλοκή στην διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία γίνεται αναφορά στην αίτηση και διερευνώνται από την Αστυνομία. Ο ύποπτος επίσης ανέφερε πως ο ίδιος δεν γνώριζε πως τον αναζητά η Αστυνομία εδώ και δύο ημέρες και πως συνελήφθηκε το πρωί της 25.10.2023 ενώ μετέβαινε στην εργασία του. Δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε αντεξέταση του μάρτυρα πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ο κ. Χρυσοστόμου αγόρευσε προς υποστήριξη έγκρισης του αιτήματος επικαλούμενος την μη αντεξέταση του μάρτυρα από τον ύποπτο με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να παραμείνει κατά τον συνήγορο αναντίλεκτη και τις προϋποθέσεις να πληρούνται. Το Δικαστήριο απευθυνόμενο προς την πλευρά της Αστυνομίας ζήτησε να τύχει ενημέρωσης για την τύχει του αιτήματος προσωποκράτησης για το οποίο γίνεται αναφορά στην 15η σελίδα του Τεκμηρίου 1 σε σχέση με τους ύποπτους 1 μέχρι και 10 με τον Αστυφύλακα 35 Γ. Ορφανό να ενημερώνει το Δικαστήριο πως το αίτημα της Αστυνομίας έχει απορριφθεί με απόφαση του Δικαστηρίου (κάτω από άλλη σύνθεση) στις 25.10.
  3. Ο ύποπτος δεν επιθυμούσε να προσθέσει οτιδήποτε άλλο στην διαδικασία όταν του δόθηκε ο λόγος για την δική του αγόρευση. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές. Το αίτημα για προσωποκράτηση υπόπτου είναι εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 11
(2)(γ) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ασκείται όπως ορίζεται στις παραγράφους
(5)&
(6)αυτού, αλλά και όπως ορίζεται στο Άρθρο 24 του Κεφ. 155. Το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος προσωποκράτησης υπόπτου έχει κατά νου την ανάγκη διασφάλισης ενός ορθολογιστικού ισοζυγίου μεταξύ της ανάγκης προστασίας της ατομικής ελευθερίας αφενός και της ανάγκης παροχής λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές αρχές για να διερευνήσουν τα ποινικά αδικήματα και να προσάγουν τον παραβάτη ενώπιον της Δικαιοσύνης, αφετέρου (Stamataris v Police [1983] 2 C.L.R. 107, & Συμιλλίδης v Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6361 ημερ. 6.6.97). Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ατόμου χάριν των αστυνομικών ανακρίσεων, συγκεφαλαιώνονται στην απόφαση στην υπόθεση Stamataris v Police
(1983)2 CLR 107 και αντανακλούνται σε μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως η Χ. Αγαθοκλέους ν Αστυνομίας Π.Ε. 6677, ημερ. 14.1.2000, Θεόδωρος Αριστοδήμου κ.α. v Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 196/2014 και 197/2014, ημερ. 25.9.2014. Οι αρχές / προϋποθέσεις που καθιερώθηκαν από την προμνησθείσα νομολογία συνίστανται στο ότι η Αστυνομία - αιτούσα την κράτηση - φέρει το βάρος να αποδείξει ότι׃ (α) υπάρχει μαρτυρία που να αποκαλύπτει ότι έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση και (β) υπάρχει μαρτυρία που να δημιουργεί εύλογη υπόνοια ότι ο ύποπτος εμπλέκεται με αυτά και (γ) οι ανακρίσεις της Αστυνομίας για τα υπό διερεύνηση αδικήματα να βρίσκονται σε εξέλιξη και να μην έχουν συμπληρωθεί και (δ) η απόλυση του υπόπτου δυνατόν να επηρεάσει τις αστυνομικές ανακρίσεις, όπως π.χ. τη μαρτυρία, ή δυνατόν να οδηγήσει στην εξαφάνιση τεκμηρίων ή στη διαφυγή του υπόπτου στο εξωτερικό ή εκτός των ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχών. Όλα τα πιο πάνω πρέπει να υποστηρίζονται από την παρασχεθείσα μαρτυρία και να συντρέχουν σωρευτικά. Στην πρόσφατη Ποινική Έφεση αρ. 71/2019 ημερομηνίας 26.6.2019 ΚΙΤΣΙΟΣ v AΣΤΥΝΟΜΙΑ επαναλήφθηκε από το Εφετείο ότι κατά την διάρκεια της προσωποκράτησης δεν αξιολογείται επισταμένα η μαρτυρία που υπάρχει εναντίον υπόπτου ως να ήταν η δίκη του διότι περί υπονοιών και μόνο ο λόγος και τίποτε άλλο Όπως αναφέρθηκε και στην Ποινική Έφεση 6643, Παντελή Ιωάννου ν Αστυνομίας ημερομηνίας 30.12.1998, δεν αξιολογείται στο στάδιο της προσωποκράτησης η αποδεικτική αξία των στοιχείων που βρίσκονται στη διάθεση της Αστυνομίας ή η δραστικότητά τους. Ό,τι εξετάζεται είναι το εύλογο, υπό το φως των στοιχείων, της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα. Δεν δημοσιοποιούνται οι καταθέσεις στα χέρια της Αστυνομίας, όπως υπέδειξε το Εφετείο στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, γεγονός που «είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσει ή να εξουδετερώσει για ευνόητους λόγους το σκοπό της αστυνομικής ανάκριση. Πρέπει, όμως, τα στοιχεία αυτά να υπάρχουν και σ' αυτά να θεμελιώνεται το αίτημα της Αστυνομίας. Στην Ελαντίν Τσακαρίδης v Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ 396, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης, αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά που αφορούν την διαδικασία εξέτασης αιτήματος παραπομπής σε αστυνομική κράτηση: ''Να επαναλάβουμε, για πολλοστή φορά, πως η διαδικασία, σαν αυτή που εξετάζουμε, αφορά συγκεκριμένο θέμα: αν δηλαδή στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύεται εύλογη υπόνοια ότι ο καθ' ου ενέχεται στο υπό διερεύνηση αδίκημα, στη συγκεκριμένη περίπτωση της παράνομης κατοχής περιουσίας. Το Δικαστήριο, εφόσο διαπιστώσει το πιο πάνω βασικό και ουσιαστικό στοιχείο, προχωρεί να εξετάσει αν για τη συμπλήρωση των ανακρίσεων είναι αναγκαία η κράτηση του καθ' ου. Και ανάλογα με το περιεχόμενο των ανακρίσεων, και την πορεία τους, ποιο είναι το απαραίτητο χρονικό διάστημα της κράτησης. Επίσης, και τούτο αποφασίζεται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κατά πόσο το αίτημα της Αστυνομίας γίνεται καλόπιστα. Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται η διαδικασία για αλλότριους σκοπούς, όπως π.χ. η ταλαιπωρία κάποιου ανθρώπου.'' Σε σχέση με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (α) ανωτέρω, πρέπει να υπογραμμισθεί, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τεθεί μαρτυρία που να πείθει, ότι έχει διαπραχθεί κάποιο συγκεκριμένο αδίκημα και να είναι τέτοια που να δημιουργεί λογικές υποψίες ότι υφίστανται όλα τα συστατικά στοιχεία τέτοιου αδικήματος. Σε σχέση με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (β) ανωτέρω, που αφορά το ζήτημα της ύπαρξης «μαρτυρίας», η οποία να είναι ικανή να δημιουργήσει «εύλογες» υποψίες σύνδεσης των υπόπτων με τα αδικήματα εκείνο που αναζητείται είναι κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξη διάπραξης των αδικημάτων από τους υπόπτους. Στην Aeroporos and Another v Police [1987] 2 C.L.R. 232 αναφέρθηκε ότι ''Η έννοια της ΄΄εύλογης υποψίας'' δεν θα μπορούσε να επεκταθεί ώστε να σημαίνει την διάπραξη του αδικήματος γιατί θα ήταν παράλογο για τους σκοπούς της διαδικασίας προσωποκράτησης να απαιτείται ο προσδιορισμός και η απόδειξη του αδικήματος εφόσον αυτός είναι ο σκοπός της ανάκρισης .. Εύλογη υποψία σημαίνει ότι υπήρχαν λόγοι για να υποψιάζεται κάποιος'' Η υπόνοια είναι εύλογη εφόσον η μαρτυρία στην διάθεση της Αστυνομίας τείνει κατά λογική προέκταση, να συνδέσει τον ύποπτο με τη διάπραξη του αδικήματος (Iωάννου v Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 495 & Lomjanidje v Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 401) Η καλόπιστη υπόνοια και μόνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση. Η υπόνοια πρέπει να είναι εύλογη δηλαδή το ερώτημα προς απάντηση είναι κατά πόσον η Αστυνομία κατέχει στα χέρια της μαρτυρία που εύλογα συνδέει τον ύποπτο με τη διάπραξη του υπό διερεύνηση εγκλήματος. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Khoury v Police [1989] 2 C.R.L. 56 στη σελ. 59 η διατύπωση και μόνο υπονοιών από μέρους της Αστυνομίας, δεν δικαιολογεί την έκδοση εντάλματος προσωποκράτησης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί, ότι: (α) οι υπόνοιες της Αστυνομίας είναι ειλικρινείς και ότι η κράτηση του υπόπτου δεν επιδιώκεται για αλλότριους σκοπούς και (β) ότι οι υποψίες είναι εύλογες λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή των ανακριτικών αρχών Κατά συνέπεια το αντικείμενο της διαδικασίας προσωποκράτησης είναι η διακρίβωση της γνησιότητας και του εύλογου των υπονοιών των αστυνομικών αρχών για τη συμμετοχή ή σύμπραξη του υπόπτου στην διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων εξου και ως αναφέρθηκε και στην Ποινική Έφεση 6361 ημερ. 31.7.97 Δημητριάδης v Αστυνομίας τα επίδικα θέματα αίτησης για προσωποκράτηση πρέπει να περιορίζονται στην γνησιότητα και το εύλογο των υπονοιών της Αστυνομίας και την αναγκαιότητα της κράτησης για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας σχετικά με τις συγκρουόμενες εκδοχές που προβάλλονται ενώπιον του Khoury v Police [1989] 2 C.R.L. 56 σελ. 60. Όπως αναφέρθηκε και στην Ποινική Έφεση 6643, Παντελή Ιωάννου ν Αστυνομίας ημερομηνίας 30.12.1998 ''Στοιχεία, τα οποία δεν μπορεί, αφ' εαυτών, να διεγείρουν υπόνοιες, μπορεί, όπως επισημάναμε στην υπόθεση Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6331, 6/6/97, να προσλάβουν διαφορετική υφή, αθροιστικά θεωρούμενα. Αυτό μπορεί να επέλθει, εφόσον υπάρχει συνεκτικός κρίκος, ο οποίος τείνει να τα συνδέσει. Εφόσον τέτοια στοιχεία ανάγονται σε κοινό ενοχοποιητικό παρονομαστή, μπορεί να προσμετρήσουν ως επιβαρυντικά.'' Σε σχέση με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ) ανωτέρω, πρέπει για σκοπούς εξέτασης αίτησης για προσωποκράτηση υπόπτου, το ανακριτικό έργο να μην έχει συμπληρωθεί, εφόσον ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο ζητείται τέτοιο διάταγμα, είναι η διευκόλυνση του ανακριτικού έργου. Τέλος σε σχέση με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (δ) είναι απαραίτητο οι ανακριτικές αρχές να παρουσιάζουν στο Δικαστήριο μαρτυρία, ότι η κράτηση του υπόπτου είναι αναγκαία για την διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων. Αναγκαία θεωρείται η κράτηση ενός υπόπτου, για τους σκοπούς αποφυγής κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων, ή αποφυγής καταστροφής μαρτυρίας και μαρτυρικού υλικού γενικότερα ή ακόμη για την παρεμπόδιση πιθανής εξαφάνισης του υπόπτου (Σιημητράς κ.α. v Αστυνομίας [1990] 2 Α.Α.Δ. 397 σελ 400]). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Σιημητράς κ.α. v Αστυνομίας (πιο πάνω) το Δικαστήριο με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό των μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι. Σκοπός της κράτησης είναι η διευκόλυνση των ανακρίσεων και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Πέτρου κ.α. v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 679, δεν θα ήταν καν δυνατό να προκαθοριστεί τι ακριβώς οι ανάγκες εύλογα απαιτούν κατά περίπτωση. Ότι πρέπει να υπάρχει είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων είναι αφ' εαυτής ικανοποιητική αιτία για την έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης. Το κριτήριο είναι η ύπαρξη πιθανού κινδύνου. Στρεφόμενος προς το περιεχόμενο του όρκου διαπιστώνω ότι σε αυτόν γίνεται στην 1η και 2η σελίδα αναφορά σε 10 υπόπτους και στην συνέχεια έγινε προσθήκη τους 11ου υπόπτου με χειρόγραφη αναγραφή. Πρόκειται ως ο μάρτυρας διευκρίνισε για το πρόσωπο που αναγράφεται στην 4η σελίδα του εγγράφου και συγκεκριμένα στην 5η παράγραφο ως A. A. M. (ARC [ .]) ο οποίος περιγράφεται ως 3ος Καταζητούμενος αλλά τελικά αυτός εντοπίστηκε και συνελήφθηκε στις 25.10.2023 και ώρα 07:
  1. Δεν θα προβώ σε εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο του όρκου και θα περιοριστώ να παρουσιάσω πολύ συνοπτικά τα γεγονότα ως προβάλλονται από πλευράς της Αστυνομίας. Σε αυτόν αναφέρεται ότι από τον μήνα Ιούνιο του 2019 μέχρι και πρόσφατα άρχισαν να διαβιβάζονται πληροφορίες στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) από άλλες συνεργαζόμενες υπηρεσίες της Αστυνομίας αλλά και από αξιόπιστους πληροφοριοδότες ότι ο 1ος Καταζητούμενος μαζί με τους υπόπτους 1 έως 8 εμπλέκονται σε υπόθεση παράνομης διακίνησης λαθρομεταναστών από την Μερσίνα της Τουρκίας προς τις ελεύθερες περιοχές. Σε σχέση με τους υπόπτους 9 και 10 και τον 5ο Καταζητούμενο λήφθηκαν πληροφορίες από άλλη υπηρεσία κατά το μήνα Αύγουστο 2023 ότι και αυτοί συνεργάζονται με τον 1ο καταζητούμενο για την παράνομη μετακίνηση λαθρομεταναστών. Σύμφωνα με την Αστυνομία οι πράξεις αυτές φαίνεται να επιβεβαιώνονται από συνεντεύξεις που λήφθηκαν από τους παράνομους μετανάστες που αφίχθηκαν στην Κύπρο σύμφωνα με τους οποίους κατέβαλαν έκαστος από €3000 έως €4.
  2. Όλες οι πληροφορίες αυτές έτυχαν διαβίβασης στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας (ΤΑΕ) περί το μήνα Σεπτέμβριο του 2023 καθώς επίσης τον Αύγουστο του 2023 στη βάση των οποίων διενεργήθηκαν εξετάσεις από το ΤΑΕ. Από τις εν λόγω πληροφορίες προκύπτει κατά τον ομνυούντα ότι ο 1ος καταζητούμενος είναι επικεφαλής κυκλώματος διακίνησης παράνομων μεταναστών από την Τουρκία στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας και ο οποίος συνεπικουρείται από άλλους Σύριους υπηκόους που διαμένουν στη Δημοκρατία και οι οποίοι επιτελούν διάφορους ρόλους όπως εντοπισμό ενδιαφερόμενων προσώπων που επιθυμούν να φέρουν στο έδαφος της Δημοκρατίας φιλικά / συγγενικά πρόσωπα. Στο κύκλωμα αυτό ενεργό ρόλο έχουν και άλλα δυο στενά συγγενικά του πρόσωπα που επίσης καταζητούνται (2ος καταζητούμενος και ο A. A. M. (11ος Ύποπτος)) ενώ επίσης αναζητείται ακόμα ένας συνεργάτης (4ος καταζητούμενος). Ο 2ος καταζητούμενος έχει το ρόλο του επόπτη και συντονιστή των ενεργειών του παράνομου δικτύου, σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες. Ο ρόλος του A. A. M. (11ος Ύποπτος)) είναι η διευθέτηση μεταφοράς λαθρομεταναστών με βάρκες στη Δημοκρατία και ο οποίος αφού εισπράξει χρήματα από τους συγγενείς των λαθρομεταναστών τα αποστέλλει στον 1ο καταζητούμενο στην Τουρκία, με τον οποίο επικοινωνεί μέσω των εφαρμογών δικτύωσης VIBER και Whatsapp. Ο 4ος καταζητούμενος είναι το πρόσωπο που εντοπίζει τα συγγενικά πρόσωπα των ενδιαφερόμενων προσώπων που βρίσκονται στη Δημοκρατία ή και στο οποίο τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αποτείνονται για τον πιο πάνω σκοπό. Αναλαμβάνει επίσης την παραλαβή χρημάτων και την αποστολή τους στον 1ο καταζητούμενο. Σύμφωνα με πληροφορίες είναι το πρόσωπο το οποίο είχε βοηθήσει στο παρελθόν τον 1ο καταζητούμενο να μεταβεί στην Τουρκία μετά τη φυγή του από το κέντρο υποδοχής μεταναστών «Πουρνάρα». Περί δε το 2016 είχε συλληφθεί για την παραλαβή 7 παράτυπων μεταναστών από τη θαλάσσια περιοχή «ΑΚΤΗ» μεταξύ των χωριών Πηγένια και Κάτω Πύργου Τυλληρίας και καταδικάστηκε το 2021 σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών με 3ετή αναστολή. Είναι επίσης ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου ( [..]) στο οποίο, σύμφωνα πάντα με πληροφορίες, μεταβαίνουν άτομα Συριακής καταγωγής για να διευθετήσουν τη μεταφορά συγγενικών προσώπων στη Δημοκρατία. Οι πληροφορίες που υπάρχουν για τον 1ο ύποπτο είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο εντοπίζει πρόσωπα συριακής καταγωγής που ενδιαφέρονται να φέρουν τα συγγενικά αυτών πρόσωπα στην Κύπρο δια του αναφερόμενου κυκλώματος διακίνησης παράνομων μεταναστών. Διαμένει στην Κύπρο υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας με άδεια παραμονής μέχρι την 26.09.
  3. Οι πληροφορίες για τον 2ο ύποπτο φέρουν και αυτόν να συνεργάζεται με τους πιο πάνω και είναι το πρόσωπο που έρχεται σε επικοινωνία με τον καπετάνιο του σκάφους που μεταφέρει τους λαθρομετανάστες στη Δημοκρατία και να τον καθοδηγεί στο μέρος που θα τους αποβιβάσει. Ήρθε παράνομα στην Κύπρο και το 2009 του παραχωρήθηκε το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα. Ο 3ος ύποπτος φέρεται σύμφωνα με τις πληροφορίες να ασχολείται με το μέρος της είσπραξης χρημάτων από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και τα οποία αποστέλλει στον επικεφαλής του κυκλώματος. Στις 26.08.2021 υπέβαλε αίτηση και του παραχωρήθηκε άδεια μέχρι την 07.10.2031 με το καθεστώς του δικαιούχου άδειας παραμονή Ευρωπαίου. Ο ρόλος του είναι η είσπραξη των χρημάτων από τα συγγενικά πρόσωπα των μεταναστών που επιθυμούν να έρθουν στην Κύπρο τα οποία και αποστέλλει στον 1ο καταζητούμενο στην Τουρκία. Το έτος 2014 συνελήφθηκε για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και βάσει πληροφοριών που διαβιβάστηκαν, ο εν λόγω ύποπτος ασχολείτο κατά τα έτη 2014 και 2015 με θέματα λαθρομετανάστευσης, πλαστά διαβατήρια και μεταφορά χρημάτων μέσω του συστήματος «Hawala» το οποίο αποτρέπει οποιοδήποτε έλεγχο μεταφοράς των χρημάτων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες ο 4ος ύποπτος έχει και αυτός το ρόλο της είσπραξης χρημάτων από τα συγγενικά πρόσωπα των μεταναστών τα οποία αποστέλλει στον 1ο καταζητούμενο. Από το Νοέμβριο του 2019 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2023 ταξιδεύει συχνά σε αραβικές χώρες καθώς και στην Αθήνα. Ο 5ος ύποπτος είναι συνεργάτης του 4ου, 6ου και 7ου υπόπτου. Διαμένει στην Κύπρο ως σύζυγος Ευρωπαίου πολίτη από το 2018 με άδεια που ισχύει μέχρι την 21.05.
  4. Η εμπλοκή του στο αναφερόμενο κύκλωμα είναι ο εντοπισμός Σύριων υπηκόων που διαμένουν στη Δημοκρατία οι οποίο θέλουν να εξασφαλίσουν την παράνομη είσοδο άλλων Σύριων στη Δημοκρατία. Ο 6ος ύποπτος είναι αδελφός και συνεργάτης του 7ου ύποπτου. Η αίτηση του για πολιτικό άσυλο εκκρεμεί μετά από αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του. Ο ρόλος των δυο υπόπτων είναι η είσπραξη χρημάτων από ομοεθνείς του με σκοπό τη διευθέτηση άφιξης των συγγενικών τους προσώπων στην Κύπρο. Με τον τρόπο αυτό γίνεται η συναλλαγή των χρημάτων με την μέθοδο Hawala. Είναι συνιδιοκτήτες του υποστατικού [ ] που βρίσκεται στη [ ] της επαρχίας Πάφου, όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες στον 1ο όροφο διατηρούν γραφείο που χρησιμοποιούν για την εξαγωγή συναλλάγματος προς την Τουρκία. Εκεί μεταβαίνουν ομοεθνείς τους που επιθυμούν να μεταφέρουν συγγενικά τους πρόσωπα στη Δημοκρατία και καταβάλλουν στα δυο αδέλφια το ποσό των €3.000 για κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Στη συνέχεια τα εν λόγω αδέλφια διευθετούν την άφιξη των προσώπων αυτών στη Δημοκρατία. Ο 8ος ύποπτος παραμένει στη Δημοκρατία υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Η άδεια του ισχύει μέχρι την 07.09.
  5. Αυτός φέρεται να εκτελεί χρέη εισπράκτορα από συγγενείς Σύριων παράτυπων μεταναστών που βρίσκονται ήδη στο έδαφος της Δημοκρατίας σε συνεργασία με τον 4ο ύποπτο. Τα ποσά που εισπράττει αφού παραλάβει το μερίδιο του αποστέλλει τα υπόλοιπα αυτών στον 1ο καταζητούμενο Για τον 9ο και 10 ύποπτο οι πληροφορίες φέρει αυτούς να συνεργάζονται με τον 1ο καταζητούμενο χωρίς όμως να έχει μέχρι σήμερα διευκρινιστεί ο ρόλος τους. Σε σχέση με τον 11 Ύποπτο σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτός εμπλέκεται στο παράνομο κύκλωμα δια της διευθέτησης μεταφοράς λαθρομεταναστών με βάρκες στην Κύπρο για λογαριασμό συγγενών τους που ήδη βρίσκονται στο έδαφος της Δημοκρατίας με τον ύποπτο αφού εισπράξει τα χρήματα από τους συγγενείς των λαθρομεταναστών στην συνέχεια τα αποστέλλει στον πατέρα του δηλαδή 1ο Καταζητούμενο στην Τουρκία ο οποίος και διευθετεί την άφιξη τους από την Τουρκία στην Κύπρο με βάρκες με τα πρόσωπα αυτά να επικοινωνούν μαζί τους με viber και whatsapp. Μάλιστα σημειώνεται πως και πάλι σύμφωνα με πληροφορίες ο 11ος Ύποπτος κατά το έτος 2017 έτυχε επίθεσης από Σύριους υπηκόους που διέμεναν στην Επαρχία Λεμεσού ενώ αυτός βρισκόταν έξω από το σπίτι του καθότι του κατέβαλαν το ποσό των 2000 δολαρίων με σκοπό να διευθετήσει την άφιξη συγγενικών τους προσώπων στην Κύπρο με βάρκα που αφίχθηκε στον Πύργο Τυλληρίας την ίδια χρονική περίοδο αλλά όπως φάνηκε τους ξεγέλασε με τον 11ο Ύποπτο να τους υπόσχεται ότι θα διευθετούσε την μεταφορά των συγγενών τους με άλλην βάρκα που επρόκειτο να αφιχθεί στην Κύπρο και σε αντίθετη περίπτωση πως θα τους επέστρεφε τα χρήματα που είχαν καταβάλει. Για όλα τα πιο πάνω πρόσωπα έγινε έλεγχος των εισοδημάτων τους για την περίοδο 2019 μέχρι πρόσφατα και καταγράφονται τα ποσά που δηλώθηκαν. Σύμφωνα με πληροφορίες που διαβιβάστηκαν τον Αύγουστο του 2023 και μετέπειτα στο ΤΑΕ, αναζητείται και 5ο πρόσωπο το οποίο φέρεται να συνεργάζεται με τον 1ο καταζητούμενο. Το εν λόγω πρόσωπο φέρεται να ταξιδεύει συχνά σε διάφορες αραβικές χώρες. Όλοι οι ύποπτοι και καταζητούμενοι φέρεται να έχουν ένα τουλάχιστον αριθμό κυπριακού τηλεφώνου. Εκτός του 1ου καταζητούμενου και του 8ου υπόπτου οι υπόλοιποι είναι κάτοχοι τραπεζικών λογαριασμών σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα στη Δημοκρατία. Ο 4ος καταζητούμενος και οι 3ος, 4ος, 5ος και 10ος ύποπτοι κατέχουν πέραν του ενός λογαριασμού σε τραπεζικά ιδρύματα στη Δημοκρατία. Μετά που εξασφαλίστηκαν εναντίον όλων των πιο πάνω προσώπων, εντάλματα σύλληψης, καθώς και έρευνας για τις οικίες και υποστατικά και οχήματα των 10 υπόπτων και των καταζητούμενων αρ.2 έως και αρ.5, στις 23.10.2023 έγινε συντονισμένη επιχείρηση από το ΤΑΕ του Αρχηγείου Αστυνομίας. Συνελήφθηκαν την ίδια μέρα σε διαφορετικές ώρες οι πιο πάνω ύποπτοι 1 έως 10 ενώ κατασχέθηκαν αριθμός τεκμηρίων που περιγράφονται, από την εκτέλεση των ενταλμάτων έρευνας. Μάλιστα σημειώνεται πως στις 23.10.2023 οι ύποπτοι 1 μέχρι και 10 παρουσιάστηκαν ενώπιον Δικαστηρίου και ζητήθηκε η παραπομπή τους σε Αστυνομική κράτηση με την απόφαση του Δικαστηρίου να προγραμματίζεται να δοθεί στις 25.10.2023 και ώρα 11:
  6. Αναφορά γίνεται και στην σύλληψη του A. A. M. (11ος Ύποπτος)) στις 25.10.2023 και ώρα 07:28 ο οποίος μέχρι τότε ήταν ο 3ος Καταζητούμενος. Στο τέλος του όρκου γίνεται αναφορά στην σοβαρότητα της υπόθεσης που διερευνάται και στο εναπομείναν ανακριτικό έργο. Ως αναφέρει θα ληφθούν 68 περίπου καταθέσεις από το οικογενειακό, φιλικό και εργασιακό περιβάλλον των υπόπτων, με τη βοήθεια διερμηνέα. Επίσης θα πρέπει να διενεργηθούν εξετάσεις σε πέραν των 20 συσκευών. Περαιτέρω θα επιδιωχθεί έκδοση διατάγματος πρόσβασης σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, διάταγμα αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων, θα διενεργηθούν εξετάσεις για να διαπιστωθεί η προέλευση των χρημάτων που εντοπίστηκαν στις οικίες των 3ου και 4ου υπόπτων, θα μελετηθούν όλες οι σημειώσεις και έγγραφα τα οποία ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν, θα εξεταστούν οι ηλεκτρονικές συσκευές που ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν από τους υπόπτους και θα σταλούν για δικανικές εξετάσεις ενώ θα διενεργηθούν εξετάσεις μέσω εταιρειών αποστολής / παραλαβής χρημάτων. Τέλος αναζητούνται τεκμήρια καθώς και 4 πρόσωπα τα στοιχεία των οποίων έχουν τοποθετηθεί στο ΣΤΟΠ ΛΙΣΤ. Σημειώνεται πως ο μάρτυρας αυτός oυσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από τον A. A. M. (11ος Ύποπτος)) σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, παρά το γεγονός όμως αυτό το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσον από την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία ικανοποιούνται σωρευτικά οι απαιτούμενες από τον νόμο και νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής παραπομπής σε Αστυνομική κράτηση του υπόπτου αφού το ζήτημα άπτεται του περιορισμού Συνταγματικού Δικαιώματος αυτό της ελευθερίας. Συμπεράσματα: Τα υπό διερεύνηση αδικήματα είναι σοβαρά. Ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε ότι η Αστυνομία εξετάζει υπαρκτά και συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα τα οποία καλείται να διαλευκάνει. Συνεπώς ικανοποιούμε ότι η 1η προϋπόθεση πληρείται από τα όσα περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  7. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί στην υπό εξέταση περίπτωση είναι το κατά πόσον η Αστυνομία έχει καταφέρει να καταδείξει την ύπαρξη εύλογης υποψίας για την διασύνδεση του A. A. M. (11ος Ύποπτος) με τα υπο διερεύνηση αδικήματα. Υπενθυμίζεται ότι η απλή διατύπωση υπονοιών, όσο καλόπιστες και εάν είναι, εντελώς θεωρητικές ή υποθετικές και χωρίς ενοχοποιητικά στοιχεία δεν αρκεί. Από τη μια εξισορροπείται η αναγκαιότητα για προστασία της ελευθερίας του ατόμου, και από την άλλη η παροχή λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές αρχές να διαλευκάνουν αποτελεσματικά το έγκλημα. Όπως λέχθηκε στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 495 ημερ. 30.12.1998 (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου): «Η πίστη των Αστυνομικών αρχών, ως προς την ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα πρέπει να είναι καλοπροαίρετη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αστυνομικές αρχές έδωσαν, όπως κατατέθηκε, πίστη στην πληροφορία που πήραν. Η παρατήρηση που θέλουμε να κάνουμε είναι ότι δεν πρέπει να δίδεται αβασάνιστα πίστη σε πληροφορίες, μη θεμελιωμένες σε ενοχοποιητικά γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, η καλόπιστη υπόνοια και μόνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση. Η υπόνοια πρέπει να είναι εύλογη. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα, όπως επισημάναμε στη Stamataris v Police
(1983)2 CLR 107 σελ. 113, «εάν μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας εύλογα συνδέει τον ύποπτο με τη διάπραξη του εγκλήματος υπό διερεύνηση». Όπως εξηγήσαμε στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, δεν αξιολογείται στο στάδιο της πρωσοποκράτησης η αποδεικτική αξία των στοιχείων στη διάθεση της Αστυνομίας ή η δραστικότητά τους. Ό,τι εξετάζεται είναι το εύλογο, υπό το φως των στοιχείων, της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα. Δεν δημοσιοποιούνται οι καταθέσεις στα χέρια της Αστυνομίας, όπως υπέδειξε το Εφετείο στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, γεγονός που «είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσει ή να εξουδετερώσει για ευνόητους λόγους το σκοπό της αστυνομικής ανάκρισης». Πρέπει, όμως, τα στοιχεία αυτά να υπάρχουν και σ' αυτά να θεμελιώνεται το αίτημα της Αστυνομίας. Στρεφόμενος στην εξέταση διαπιστώνω ότι στο σύνολο του περιεχομένου του όρκου γίνεται αναφορά στην περισυλλογή πληροφοριών που αφορούν τόσο τον 1ο καταζητούμενο κατ ισχυρισμό επικεφαλή του κυκλώματος διακίνησης μεταναστών όσο και τους υπόλοιπους υπόπτους και καταζητούμενους μάλιστα με αυτές να χρονολογούνται από το έτος 2019 όπου κατέληγαν σε διάφορα τμήματα της Αστυνομίας. Οι πληροφορίες όμως αυτές αναφέρονται κατά τρόπο περιγραφικό στον κατ ισχυρισμό τρόπο δράσης του κυκλώματος χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε οποιοδήποτε περιστατικό. Μάλιστα για τους υπόπτους συμπεριλαμβανομένου και του 11ου Υπόπτου γίνεται μια γενική αναφορά στην εμπλοκή τους στο κύκλωμα αποδίδοντας του κάποιο ρόλο. Το αξιοσημείωτο της υπόθεσης αποτελεί το γεγονός ότι παρά την ύπαρξη παραδοχής για την διαβίβαση των πληροφοριών για τα ύποπτα αυτά πρόσωπα αρχικά στην ΥΑΜ από το 2019 και στην συνέχεια το 2023 στο ΤΑΕ Αρχηγείου καμία κατεύθυνση δεν φαίνεται να έγινε προς επιβεβαίωση των πληροφοριών αυτών δια της λήψης σχετικής μαρτυρίας ή γενικά να τύχουν διερεύνησης από την ανακριτική ομάδα. Περαιτέρω δεν φαίνεται να διευκρινίζεται από ποια πηγή προήλθε η πληροφορία αυτή καθ' εαυτή, αν δηλαδή είναι αποτέλεσμα ερευνών της αστυνομίας ή αν την παρείχε τρίτο πρόσωπο. Παρά την διαβίβαση από τις 04.09.2023 των πληροφοριών στο ΤΑΕ Αρχηγείο αντί να λάβουν χώρα έρευνας σε σχέση με την διασφάλιση της εγκυρότητας των πληροφοριών κρίθηκε σκόπιμο να διεξαχθεί έρευνα που αφορά τις φορολογικές τους δηλώσεις, επιβεβαίωση προσωπικών στοιχείων και για προηγούμενες καταδίκες με αποτέλεσμα μέχρι και τις 25.10.2023 να μην ληφθεί οποιαδήποτε κατάθεση για μια τόσο σοβαρή διερευνώμενη υπόθεση. Αποτέλεσμα των παραλήψεων αυτών ήταν το παρόν αίτημα να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε πληροφορίες οι οποίες δεν έχουν μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί με άλλη μαρτυρία και να εμπλέκει έκαστο εμπλεκόμενο πρόσωπο στα υπό διερεύνηση αδικήματα συμπεριλαμβανομένου και του 11ου Υπόπτου. Υπενθυμίζεται καταληκτικά η απάντηση που ο μάρτυρας έδωσε κατά την περιορισμένη αντεξέταση του στην θέση που εξέφρασε ο 11ος Ύποπτος ότι δεν σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα με τον μάρτυρα να απαντά ''πως είναι στη βάση πληροφοριών που διαβιβάστηκαν στο Αρχηγείο Αστυνομίας από αξιόπιστες πηγές σύμφωνα με τις οποίες τόσο ο 11ος ύποπτος όσο και οι υπόλοιπο 10 που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 έχουν εμπλοκή στην διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία γίνεται αναφορά στην αίτηση και διερευνώνται από την Αστυνομία'' χωρίς όμως να υπάρχει η οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση από μέρους της Αστυνομίας. Ούτε καν καταθέσεις έχουν ληφθεί για τα όσα αναφέρονται στην 5η σελίδα του Τεκμηρίου 1 (παραγράφοι 11 και 12) που αφορούν τον 11ο Ύποπτο παρά την αναφορά του Αστυφύλακα στην ύπαρξη πληροφοριών με συγκεκριμένο μάλιστα περιεχόμενο που χρονολογείται από το 2017. Καταλήγω λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν αναφερθεί στην Ιωάννου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 495 ημερ. 30.12.1998 (γίνεται αναφορά ανωτέρω) ότι οι πληροφορίες που ισχυρίζεται ότι έχει η Αστυνομία με τον τρόπο που αυτές έχουν παρουσιαστεί και στην απουσία επιβεβαιωτικής μαρτυρίας οποιασδήποτε μορφής δεν μπορούν να στηρίξουν εύλογη υπόνοια σύνδεσης του 11ου Υπόπτου με τον τρόπο που το άρθρο 24 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και η σχετική με αυτό νομολογία επιτάσσει καθότι οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση θα είχε ως αποτέλεσμα την αβασάνιστη αποδοχή μαρτυρίας από πλευράς των αιτητών για δικαιολόγηση κράτησης στη βάση ύπαρξης πληροφορίας και μόνο. Συνεπώς η Αστυνομία έχει αποτύχει να αποδείξει την ύπαρξη της εύλογης υποψίας ότι ο 11ος Ύποπτος εμπλέκεται στα υπό διερεύνηση αδικήματα και κατ επέκταση ένεκα της κατάληξης αυτής η εξέταση των υπόλοιπων λόγων κράτησης (3η & 4η προϋπόθεση) θα είχε απλά και μόνο ακαδημαϊκή σημασία ως εκ τούτου δεν προχωρώ στην εξέταση τους. Συνεπώς για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω το αίτημα της Αστυνομίας δεν μπορεί να εγκριθεί και αναπόφευκτα απορρίπτεται. Ο 11ος Ύποπτος να αφεθεί άμεσα ελεύθερος. (Υπ.) ............ Ν. Φακοντής Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.