Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΖΩΝΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 5627/19, 3/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 5627/19 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΖΩΝΙΑΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 03.10. 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Παπαγεωργίου Για τον κατηγορούμενο: κος Αλεξάνδρου Α. Κατηγορούμενος παρών -------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε τις δυο ακόλουθες κατηγορίες: α) Της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 80
(1)/2000 και την ΚΔΠ 312/2007 και β) Της αποφυγής παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 ως έχει τροποποιηθεί και του άρθρου 20Α του Ν.86/72 Ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί αμφότερες τις κατηγορίες όμως κατά την 15.07.2022 άλλαξε στην 1η κατηγορία απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή. Έτσι προχώρησε σε εκδίκαση μόνο η 2η κατηγορία Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούσας αρχής το Δικαστήριο με από έδρας απόφαση έκρινε ότι ενώπιον του υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία και κατά συνέπεια κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία. Η υπόθεση για την πρώτη κατηγορία ορίζεται για γεγονότα και επιβολή ποινής κατ' ακολουθία της εξέλιξης της ακροαματικής διαδικασίας. Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δυο μάρτυρες ήτοι ήτοι τον Αστ. 1142 Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ.1), και τον Αστ. 2329 Ν. Πολυκάρπου (ΜΚ.2). Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής, έχει, συνοπτικά, ως ακολούθως: ΜΚ.1 Ο ΜΚ.1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αρχικά προβαίνει στην απαρίθμηση των προσόντων που κατέχει και εκπαιδεύσεων που έτυχε. Στις 08.02.2019 και περί ώρα 23:30 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος που έλαβε χώρα στο κυκλικό κόμβο των λεωφόρων Αθηνών και Ευρώπης όπου εντόπισε τους ενεχόμενους οδηγούς καθώς και τα οχήματα τους τα οποία είχαν μετακινηθεί από τις αρχικές τους θέσεις. Τα οχήματα ήταν το [ ] που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το [ ] που οδηγείτο από κάποιο Στέφανο Κωνσταντίνου με συνοδηγό την Αναστασία Σωκράτους. Σύμφωνα με τα όσα του αναφέρθηκαν, ο κατηγορούμενος οδηγούσε επί της λεωφόρου Αθηνών με κατεύθυνση τη Γεροσκήπου ενώ ο Κωνσταντίνου είχε πορεία από τη λεωφ. Ευρώπης προς τη λεωφ. Δημοκρατίας. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ του ζήτησε όπως παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο, αφού του επέστησε και την προσοχή του στο νόμο. Με τη συνεργασία του κατηγορούμενου η ένδειξη της συσκευής κατέδειξε 108 αντι 22mg. Του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στο νόμο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Ίδια εξέταση διενεργήθηκε και στον οδηγό του [ ] με μηδενική όμως ένδειξη. Στην σκηνή κατέφθασε περιπολικό για σκοπούς διενέργειας τελικής εξέτασης. Παρά το ότι επεξηγήθηκε στον κατηγορούμενο ο ορθός τρόπος λειτουργίας της συσκευής εντούτοις αυτός φυσούσε και σταματούσε με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη συσκευή να εκδώσει έντυπο αποτέλεσμα με ένδειξη «Insufficient specimen» (μη ικανοποιητικό δείγμα). Αφού τον πληροφόρησε για το αποτέλεσμα και του επεστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε: «Είχαμε πάρτι και ήπια λίγο». Στη σκηνή κλήθηκε και ασθενοφόρο καθότι ο Κωνσταντίνου είχε τραυματιστεί και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου. Ο μάρτυρας, προηγουμένως, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα στο οποίο σημείωσε τις πορείες των δυο οχημάτων καθώς και το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα «Χ». Στο εν λόγω σημείο υπήρχαν σπασμένα γυαλιά από το παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού του [ ]. Αυτό υπογράφηκε από τον Κωνσταντίνου από τον οποίο ξημερώματα της επόμενης μέρας (09.02.2019) στην τροχαία Πάφου έλαβε κατάθεση. Επίσης στο ίδιο μέρος, έλαβε κατάθεση από τη συνοδηγό του την 19.02.2019, και στις 18.03.2019 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ο οποίος επιπλέον, υπέγραψε ως ορθό το πρόχειρο σχεδιαγράφημα. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία και μεταξύ των ωρών 17:50 - 18:00 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο με τον τελευταίο να απαντά: «Απολογούμαι». Στην κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρεται στις ζημίες των δυο οχημάτων καθώς και στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη σύγκρουση. Επίσης γίνεται αναφορά στις αποστάσεις που διένυσαν τα δυο οχήματα εισερχόμενα στο κυκλικό κόμβο καθώς και τη θέση που είχαν το ένα σε σχέση με το άλλο. Στη συμβολή της λεωφόρου Αθηνών προς τον κυκλικό κόμβο υπάρχει άσπρη διακεκομμένη γραμμή στο αλτ. Κατά το υπόλοιπο μέρος της κυρίως εξέτασης του ο μάρτυρας κατέθεσε την εκτύπωση του αποτελέσματος της συσκευής ελέγχου αλκοόλης ως Τεκμήριο 2, το έντυπο με διακριτικά «Αστ.94» στο οποίο κατέγραψε τις ενέργειες του σε σχέση με τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ως Τεκμήριο 3, πιστοποίηση της ηλεκτρομηχανολογικής υπηρεσίας αναφορικά με τις συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης ως Τεκμήρια 4 και 5, την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο ως Τεκμήριο 6, καθώς και σετ εγγράφων (αντίγραφο) των εβδομαδιαίων διαταγών της Αστυνομίας Κύπρου με ημερομηνία 22.05.2000 ως Τεκμήριο
- Στο εν λόγω τεκμήριο ο μάρτυρας υπέδειξε στη σελίδα 256 παράγραφο Δ τη συμπερίληψη του ονόματος του στα πρόσωπα που έτυχαν εκπαίδευσης στη χρήση προκαταρκτικής και τελικής συσκευής εξέτασης αλκοόλης. Στη συνέχεια κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα έλαβαν χώρα κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος σε σχέση με την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για ανίχνευση αλκοόλης στον κατηγορούμενο. Ήταν ο ίδιος που κάλεσε επιτόπου περιπολικό το οποίο είχε εγκατεστημένο σε αυτό συσκευή τελικής εξέτασης. Ανέφερε ότι ενώ ο κατηγορούμενος άρχισε να φυσά στη συσκευή δεν έδινε συνεχόμενο αέρα στην εκπνοή του. Δηλαδή διέκοπτε και το επαναλάμβανε. Μετά από αρκετές διακοπές η συσκευή δεν πήρε την απαραίτητη ποσότητα αέρα εντός των 3 λεπτών που παρέχει χρόνο και έτσι εκδόθηκε το υπό αναφορά αποτέλεσμα. Δεν του είχε αναφερθεί από τον κατηγορούμενο οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε, ούτε και του προσκομίστηκε οποιοδήποτε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Πρόσθεσε ότι μόλις οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης τεθούν σε λειτουργία προχωρούν σε αυτοέλεγχο. Στη διαδικασία αυτή δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παρέμβαση από το χειριστή. Αφού ολοκληρωθεί αυτή τότε προχωρούν στο στάδιο της ένδειξης ότι είναι έτοιμες προς χρήση. Σε αντίθετη περίπτωση, ως ανέφερε, δεν είναι δυνατή η διεξαγωγή ελέγχου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι υπό αναφορά συσκευές ελέγχονται από το Τμήμα Δ του Αρχηγείου Αστυνομίας, όμως η πιστοποίηση λειτουργίας τους (όπως αποτελεί το τεκμήριο 5), η οποία εξηγεί τι είναι η συσκευή, εκδίδεται από την ηλεκτρομηχανολογική υπηρεσία. Η συσκευή που αναφέρεται στο τεκμήριο 4 είναι η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης του κατηγορούμενου. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν αυτή χρησιμοποιείτο από το 2002 καθότι στο τμήμα του ήλθε αργότερα και δεν μπορούσε να γνωρίζει πότε και από ποιόν έτυχε ελέγχου. Η ίδια ήταν η θέση του και για τη συσκευή τελικής εξέτασης. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του διευκρίνησε ότι δεν εκτυπώνεται κάποια αναφορά για απουσία προβλήματος των συσκευών παρά μόνο αν δια πιστωθεί κάποιο σφάλμα. Στον προκαταρκτικό έλεγχο δεν εκδίδεται οποιαδήποτε απόδειξη από τη συσκευή και το αποτέλεσμα απλά υποδεικνύεται στο υπό έλεγχο πρόσωπο επί της συσκευής. Η διόρθωση που υπάρχει επί του τεκμηρίου 3 έγινε ιδιόχειρα από τον ίδιο το μάρτυρα για να φαίνεται ευδιάκριτα η ώρα που διενεργήθηκε η (τελική) εξέταση. Στις περιπτώσεις που η τελική συσκευή βρίσκεται εντός οχήματος, και συγκεκριμένα στο χώρο των αποσκευών (καπό), και ο έλεγχος θα γίνει στη σκηνή το υπό έλεγχο πρόσωπο στέκεται στο δρόμο. Δεν ζήτησε ο ίδιος από τον κατηγορούμενο να του προσκομίσει ιατρική βεβαίωση όμως στη σκηνή δεν είχε βήχα (ως αναφέρει στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος) ούτε και του είχε αναφέρει κάποιο πρόβλημα υγείας. Σε τέτοια περίπτωση θα τον μετέφεραν στο νοσοκομείο για λήψη δείγματος αίματος. Στην υποβολή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος είχε λοίμωξη του αναπνευστικού του ο μάρτυρας επέμενε στη θέση του ότι δεν του είχε αναφερθεί οτιδήποτε ενώ παράλληλα διερωτήθηκε για το ότι ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι κατανάλωσε αλκοόλ. Αρνήθηκε ότι όφειλε να διερευνήσει τον ισχυρισμό που έδωσε στην κατάθεση του για λήψη αντιβίωσης. Ήταν η θέση του πως η απόκριση του κατηγορούμενου με τη λέξη «απολογούμαι» στην απαγγελία των κατηγοριών, φανέρωνε αποδοχή τους. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι το Τμήμα Υποστήριξης από το οποίο ως ανέφερε γίνεται ο έλεγχος των συσκευών και το Τμήμα Δ' αφορούν την ίδια υπηρεσία. ΜΚ.2 Ο επόμενος και τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Αστ. 2329, ο οποίος υπηρετεί στον κλάδο Τηλεπικοινωνιών του τμήματος τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κύρια καθήκοντα του είναι ο έλεγχος, η επιδιόρθωση και συντήρηση των συσκευών ανίχνευσης αλκοόλης των συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης. Παρουσίασε σετ εγγράφων (Τεκμήρια 9Α έως Λ) για τα προσόντα που κατέχει και τις εκπαιδεύσεις που έχει τύχει. Σύμφωνα με το μητρώο τεχνικού ελέγχου της τροχαίας Πάφου το οποίο είχε στην κατοχή του, είχε διενεργηθεί έλεγχος στη συσκευή τελικής εξέτασης την 06.12.2018 πριν την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο σελίδας του εν λόγω μητρώου. Για τη συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης, ο αμέσως προηγούμενος του αδικήματος έλεγχος έγινε την 16.02.
- Αντίγραφο της σχετικής σελίδας του μητρώου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στη συνέχεια εξήγησε πως γίνεται ο έλεγχος των υπό αναφορά συσκευών τον οποίο και διενήργησε. Η διαπίστωση του κάθε φορά ήταν ότι οι συσκευές λειτουργούσαν κανονικά. Ειδικότερα για τη συσκευή τελικής εξέτασης υπάρχει σχετική ένδειξη στο έντυπο αποτέλεσμα του αυτοελέγχου που διενεργεί. Επιθεωρώντας το τεκμήριο 2 (έντυπο αποτέλεσμα συσκευής τελικής εξέτασης) ανέφερε ότι το υπό έλεγχο άτομο απέτυχε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής και αυτό φαίνεται από τους χρόνους που αναγράφονται στη δεξιά στήλη του εντύπου. Ερωτηθείς σχετικά, είπε πως ο όρος «calibration date» που αναγράφεται επί του εντύπου αναφέρεται στην τελευταία ημερομηνία βαθμονόμησης της συσκευής. Διευκρίνισε ότι ο τρόπος αναγραφής της ημερομηνίας είναι αμερικάνικου τύπου, δηλαδή πρώτα γράφεται ο μήνας και μετά η ημέρα και τέλος η χρονιά. Συνεπώς η ημερομηνία, όπως είναι γνωστή, είναι η 09.11.2017 Κατά την αντεξέταση του από τον κο Λεοντίου, συμφώνησε ότι ο τελευταίος έλεγχος της προκαταρκτικής συσκευής έγινε στις 16.02.2018 στην τροχαία Πάφου και άρα ένα χρόνο πριν την ημερομηνία διάπραξης του υπό κρίση αδικήματος. Συμπλήρωσε ότι ακολούθησε ένας έλεγχος στις 04.06.19 κατά τον οποίο προέκυψε ότι η συσκευή εργαζόταν κανονικά και σε περίπτωση που υπήρχε κάποιο πρόβλημα θα φαινόταν στον έλεγχο αυτό. Ο λόγος που δεν ελέγχθηκε ξανά πριν την 16.02.2019 ήταν γιατί κατά τον προγραμματισμένο έλεγχο της 06.12.19, η συσκευή δεν βρισκόταν στην τροχαία Πάφου. Απέδωσε το γεγονός αυτό στο ενδεχόμενο κατοχής της από κάποιο άλλο αστυνομικό ενώ αν είχε πρόβλημα θα την απέστελλαν στο τμήμα του. Ο σκοπός των εν λόγω συσκευών, ως εξήγησε, είναι να δίδεται μια πρώτη ένδειξη για το κατά πόσο το ελεγχόμενο πρόσωπο έχει αλκοόλ στον οργανισμό του. Σε σχέση με την συσκευή τελικής εξέτασης ο τελευταίος, πριν την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, έλεγχος, έγινε από τον ίδιο στις 06.12.18, καθώς και 12 μήνες μετά από αυτή, και διαπιστώθηκε ότι η συσκευή εργαζόταν κανονικά. Πρόσθεσε ότι δεν είναι αναγκαίο να γίνεται συχνά βαθμονόμηση της συσκευής αφ' ης στιγμής γίνονται έλεγχοι ορθής της λειτουργίας. Δεν έχει καταγραφεί κάπου η διαδικασία που ακολουθήθηκε για τον έλεγχο των συσκευών εφόσον κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται και αρκεί η συμπλήρωση του σχετικού μητρώου. Εξ' αυτού δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στοιχεία των ελέγχων. Φαίνονται όμως τα αποτελέσματα επί του τεκμηρίου
- Αυτή ήταν η υπόθεση για την κατηγορούσα αρχή. Στη συνέχεια υποβλήθηκε εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης για απαλλαγή του κατηγορούμενου από τη δεύτερη κατηγορία στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Το Δικαστήριο αφού άκουσε και τους δυο συνηγόρους, με απευθείας από την έδρα απόφαση του, έκρινε πως ενώπιον του υπήρχε τέτοια μαρτυρία που κρινόμενη στο απώγειο της θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του. Συνεπώς αυτός κλήθηκε σε απολογία και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση την οποία συνέταξε σε σχετικό έγγραφο το οποίο καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Σε αυτή αναφέρει ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής κατά τον ουσιώδη χρόνο καθότι υπέφερε από λοίμωξη του αναπνευστικού. Αναφέρει επίσης ότι είχε επισκεφθεί τον ιατρό Δρ. Γ. Παπαέτη από την 04.022019 ο οποίος προέβηκε στη σχετική διάγνωση και του χορήγησε αντιβίωση. Σχετική αναφορά του σε παρουσίαση ιατρικής βεβαίωσης διαγράφηκε εφόσον δηλώθηκε από το συνήγορο του ότι θα επιχειρούσαν να κλητεύσουν τον εν λόγω ιατρό. Παρά ταύτα κατά την επόμενη δικάσιμο η Υπεράσπιση έκλεισε την υπόθεση της χωρίς να παρουσιαστεί οποιοσδήποτε μάρτυρας. Κατάθεση κατηγορούμενου Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης δόθηκε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε από τον ΜΚ.1 ως τεκμήριο
- Σε αυτή αναφέρει ότι είχε μεταβεί μετά την εργασία του σε μια ταβέρνα στη Χλώρακα όπου είχε προσκληθεί για να πιει ποτό. Αφού κατανάλωσε δυο ποτήρια ουίσκι έφυγε από το μέρος με το όχημα του ΕΚΑ 600 για να πάει σπίτι του στη Γεροσκήπου. Όταν εισήλθε στο κυκλικό κόμβο του γηπέδου κατέλαβε την αριστερή λωρίδα, σταμάτησε στο αλτ, και είδε από δεξιά του να έρχεται άλλο όχημα που κινείτο στη δεξιά λωρίδα. Θεωρώντας ότι το όχημα που είδε θα συνέχιζε να κινείται εντός της εσωτερικής (δεξιάς) λωρίδα, ξεκίνησε να εισέρχεται στην αριστερή (εξωτερική) λωρίδα του κόμβου. Όταν αντιλήφθηκε το άλλο όχημα να έρχεται δίπλα του προσπάθησε να το αποφύγει όμως στην προσπάθεια του αυτή του κτύπησε με το δεξιό του φανάρι. Στη συνέχεια ειδοποιήθηκε η αστυνομία η οποία κατέφθασε στο μέρος. Του ζητήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής όμως επειδή ήταν άρρωστος και έπαιρνε αντιβίωση δεν μπορούσε να το πράξει λόγω βήχα. Ο ίδιος δεν τραυματίστηκε και συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα που έκαμε η αστυνομία Αγορεύσεις Από πλευράς συνηγόρου κατηγορούσας αρχής κατατέθηκε γραπτό κείμενο αγόρευσης το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε πλήρως, χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε άλλο. Σε αυτή περιγράφει τη μαρτυρία που δόθηκε καλώντας το Δικαστήριο όπως κρίνει αξιόπιστους τους μάρτυρες κατηγορίας. Με αναφορά στη νομολογία εισηγείται πως έχει πετύχει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή την υπό κρίση κατηγορία και ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στην κατηγορία που εκδικάστηκε. Ο κος Αλεξάνδρου αγόρευσε προφορικά. Ήταν, αρχικά, η εισήγηση του ότι η μαρτυρία του ΜΚ.2 δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο καθότι ο εν λόγω μάρτυρας απέφυγε να απαντήσει σε καίρια ερωτήματα που του τέθηκαν, ενώ και η μαρτυρία του παρουσιάζει κενά, αδυναμίες ενώ υπέπεσε και σε αντιφάσεις. Ανέφερε ως παράδειγμα τη θέση του ότι δεν έχει ερωτηθεί ξανά για καταγραφή της διαδικασίας ελέγχου των συσκευών. Ήταν η θέση του ότι η κατηγορούσα αρχή όφειλε να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την σωστή λειτουργία τόσο της συσκευής προκαταρκτικής εξέτασης όσο και της τελικής. Αναφερόμενος στο τεκμήριο 11 ήταν η θέση του πως αφ' ης στιγμής σε αυτό αναγράφεται ότι για τις συσκευές που ελέχθηκαν την 16.02.2018 διενεργήθηκε εκ νέου έλεγχος, πλην της επίδικης συσκευής, και στις 16.12.2018, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη της αυτή. Όφειλε η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει κάθε πότε ελέγχεται η κάθε συσκευή και η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο τεκμήριο 11 ήταν ότι όφειλε να είχε διενεργηθεί έλεγχος και για τη συσκευή που αφορά την παρούσα περίπτωση. Για το τεκμήριο 10 ήταν η θέση του ότι δεν δόθηκε μαρτυρία κατά πόσο το περιπολικό της τροχαίας Πάφου που μετέβηκε στη σκηνή ήταν κατάλληλο ή κατάλληλα διαμορφωμένο ώστε να μπορεί να διενεργηθεί τελική εξέταση. Επιπρόσθετα, υπέδειξε ότι η συσκευή τελικής εξέτασης πρέπει να τηρεί ένα από τα πρότυπα τα οποία εγκρίνονται με βάση διάταγμα του αρμόδιου υπουργού σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5α του Ν.174/
- Το τεκμήριο 5 που παρουσιάστηκε αφορά το εν λόγω διάταγμα μεν, αλλά η συγκεκριμένη πιστοποίηση λαμβάνει χώρα το 2006 και δεν εξηγήθηκε η ημερομηνία 25.06.18 που αναγράφεται σε τι αφορά. Συνεπώς δεν μπορεί να εξαχθεί με βεβαιότητα η διενέργεια ελέγχου της τελικής συσκευής. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Διατηρώ επίσης υπόψιν μου και την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς[1], και ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη[2], αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται, διαφορετικά μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία τυχόν έφεσης λόγω εσφαλμένης καθοδήγησης[3]. Έχω επίσης κατά νου, πως δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης. Πολύ σημαντική παράμετρος που χρήζει αναφοράς είναι ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συνεκτιμάται, διερευνάται και αντιπαραβάλλεται με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας[4]. Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες δεν καταρρίπτουν αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα[5]. Σε ό,τι αφορά μαρτυρία εμπειρογνωμόνων έχει λεχθεί ότι οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνώμονα όσον και για τους μάρτυρες γεγονότων[6]. Αυτοί προμηθεύουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να αξιολογηθεί η ορθότητα των συμπερασμάτων τους και κατ' επέκταση να καταστεί εφικτό για το Δικαστήριο να σχηματίσει ιδία κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία[7]. Εμπειρογνώμονας μπορεί να καταθέσει την γνώμη του, με βάση την γενική πείρα που διαθέτει, χωρίς να παραβιάζεται ο εξ' ακοής κανόνας (βλ. Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enter Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ή όχι τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα νοουμένου ότι δικαιολογήσει την απόφαση του για αυτό. Αναντίλεκτα η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Στα πλαίσια αξιολόγησης μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη και οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία έχει προσκομιστεί κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Αναφορικά με την αξία της πραγματικής μαρτυρίας της αναφέρθηκε στην υπόθεση Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51: «Η πραγματική μαρτυρία, όπως έχει κατ' επανάληψη τονισθεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στην μαρτυρία τους. Είναι γι' αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας της». ΜΚ.1 Ξεκινώντας από τον εξεταστή της υπόθεσης οφείλω να αναφέρω ότι άφησε άριστη εντύπωση κατά την κατάθεση του στο Δικαστήριο. Κατ' αρχάς τα όσα ανέφερε δια ζώσης συνάδουν πλήρως με τα όσα περιλαμβάνονται στην κατάθεση του. Οι απαντήσεις που έδιδε σε σωρεία ερωτήσεων που του τέθηκαν χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα, σαφήνεια πειστικότητα και σταθερότητα. Έδωσε την εικόνα ενός αμερόληπτου εξεταστή της υπόθεσης χωρίς να διακατέχεται από οποιαδήποτε εμπάθεια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο μάρυτρας μετέφερε επακριβώς τα όσα υπέπεσαν στην αντίληψη του κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο Δικαστήριο. Διερεύνησε επαρκώς και με επαγγελματισμό το χώρο του δυστυχήματος και υπέβαλε τον κατηγορούμενο στην ορθή διαδικασία για έλεγχο αλκοόλης αφού του επεξήγησε τα δικαιώματα του. Τα σχεδιαγραφήματα που ετοίμασε σε σχέση με τη σκηνή, τα έντυπα ζημιών των οχημάτων τις οποίες εξήγησε και δια ζώσης καθώς και οι μετρήσεις που έλαβε επί τόπου δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης και συνεπώς υιοθετούνται και από το Δικαστήριο. Δεν θεωρώ ότι είχε την οποιαδήποτε υποχρέωση κατά τη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου να του ζητήσει την προσκόμιση οποιουδήποτε ιατρικού πιστοποιητικού για την ασθένεια που ανέφερε ότι είχε, και συνεπώς η παράλειψη του αυτή επ' ουδενί δεν συνιστούσε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, ως άφησε να εννοηθεί ο συνήγορος υπεράσπισης. Αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια για εξαγωγή συμπερασμάτων. ΜΚ.2 Άριστη εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο και ο αστυφύλακας
- Κατ' αρχήν αναφέρω ότι τα προσόντα του τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 9Α έως και 9Λ δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Διερχόμενος του περιεχομένου τους διαπιστώνω ότι ο μάρτυρας παρακολούθησε εκπαιδευτικό σεμινάριο στην Αγγλία από την 01.07.2002 μέχρι και την 05.07.2002 σε συσκευές ανάλυσης δείγματος εκπνοής, είναι κάτοχος πιστοποιητικού κατάρτισης αναφορικά με τη συντήρηση, επισκευή, έλεγχο ακριβείας και προγραμματισμό (calibration) τέτοιων συσκευών, μετά από σωρεία εκπαιδευτικών σεμιναρίων που παρακολούθησε στο εξωτερικό. Αποδέχομαι συνεπώς το μάρτυρα ως πραγματογνώμονα ειδικό για όλα τα πιο πάνω. Τη μαρτυρία του την προσεγγίζω ως η νομολογία επιτάσσει[8]. Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια και θετικότητα τις ενέργειες ελέγχου στις οποίες προέβηκε σε αμφότερες τις συσκευές έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα ότι αυτές λειτουργούσαν ορθά. Παρουσίασε αντίγραφα των μητρώων στα οποία καταγράφηκαν τα αποτελέσματα των ενεργειών του τα οποία και δεν αντικρούστηκαν με ανάλογου βάρους επιστημονική μαρτυρία. Δεν θεωρώ ότι ο μάρτυρας όφειλε να καταγράψει με λεπτομέρειες την κάθε ενέργεια στην οποία προέβηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματα των τεκμηρίων 10 και
- Κάτι τέτοιο θα αφορούσε αφόρητη τυπολατρία και σε κάθε περίπτωση δεν υφίσταται οποιαδήποτε νομική προς τούτο υποχρέωση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Είναι βέβαια καλά γνωστό στη νομολογία μας ότι η κρίση των μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν οδηγεί αναπόφευκτα και στην απόδειξη των κατηγοριών Σε ότι αφορά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου αναφέρω τα εξής: Είναι καλά γνωστό στη νομολογία ότι η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του[9] και δεν υπόκειται σε αξιολόγηση[10]. Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία[11]. Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική[12]. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22). Η ανώμοτη δήλωση στην παρούσα, συνίσταται ουσιαστικά στην υιοθέτηση του μέρους της ανακριτικής του κατάθεσης που σχετίζεται με την υπό κρίση κατηγορία. Κρίνω λοιπόν σκόπιμο να εξετάσω το σχετικό περιεχόμενο της κατάθεσης του προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή (βλ. Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/14, ημερ. 22.6.16) Υπάρχει πλούσια νομολογία ως προς τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης γραπτής κατάθεσης ενός κατηγορούμενου στην αστυνομία. Οι αρχές στη βάση των οποίων αξιολογείται κατάθεση κατηγορούμενου συνοψίστηκαν στην Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 96/16 κ.α., ημερ. 28.11.17: «Αναφορικά με το ζήτημα των γραπτών καταθέσεων και της αξιολόγησής τους, είναι αποκρυσταλλωμένο ότι μία γραπτή κατάθεση κατηγορουμένου γίνεται μεν αποδεκτή στο σύνολο του περιεχομένου της ως μαρτυρία, εν τούτοις, κάθε μέρος της κατάθεσης αξιολογείται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Είναι επίσης επιτρεπτό για το Δικαστήριο να απορρίψει ως αναληθές μέρος της κατάθεσης και να αποδεχθεί άλλο (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190).» Συνεπώς κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται και ως προς την αλήθεια αυτών. Αποδοχή της κατάθεσης ή μέρους αυτής, συνιστά αποδεκτή μαρτυρία ως προς την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις[13]. Ο κατηγορούμενος αποδίδει την ανικανότητα του να δώσει δείγμα εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης, στο ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο έπασχε από λοίμωξη του αναπνευστικού. Επικαλείται μάλιστα και διάγνωση συγκεκριμένου ιατρού στην οποία είχε ήδη προβεί από την 04.02.
- Για τους λόγους που θα αναφέρω πιο κάτω κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ το σχετικό μέρος της κατάθεσης του. Σύμφωνα με την πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ.1 ουδέποτε αναφέρθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας του από τον ίδιο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μάλιστα υπάρχει σαφής και θετική μαρτυρία ως προς τον τρόπο που φυσούσε ο κατηγορούμενος η οποία καταδεικνύει ότι εσκεμμένα απέφυγε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Ούτε και προσκομίστηκε είτε τότε είτε κατά την ακροαματική διαδικασία οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό ή άλλη σχετική μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση του αυτή. Έπειτα, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του δεν συμβαδίζει με το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής αμέσως προηγουμένως, κατά την προκαταρκτική του εξέταση. Πρόκειται για προσπάθεια του κατηγορούμενου να δικαιολογηθεί για την παράλειψη του να υποβληθεί σε τελικό έλεγχο αλκοόλης. Κρίνω συνεπώς ότι η ανώμοτη δήλωση του δεν μπορεί να έχει την οποιαδήποτε αξία και συνεπώς αυτή αγνοείται. Ευρήματα Στη βάση της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας, προφορικής και έγγραφης, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων μου σε σχέση με την υπό εκδίκαση κατηγορία Στις 08.02.2019 στο κυκλικό κόμβο των λεωφόρων Αθηνών και Ευρώπης προκλήθηκε δυστύχημα με ενεχόμενα οχήματα το [ ] το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το [ ] που οδηγείτο από τον Στέφανο Κωνσταντίνου με συνεπιβάτιδα την Αναστασία Σωκράτους. Στη σκηνή περί ώρα 23:30 μετέβηκε ο ΜΚ.1 ο οποίος εντόπισε τους ενεχόμενους οδηγούς καθώς και τα οχήματα τους τα οποία είχαν μετακινηθεί από τις αρχικές τους θέσεις. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ του ζήτησε όπως παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο, αφού του επέστησε και την προσοχή του στο νόμο. Με τη συνεργασία του κατηγορούμενου το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης κατέδειξε 108mg αντι 22mg που είναι το επιτρεπόμενο από το νόμο όριο. Του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στο νόμο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Στην σκηνή κατέφθασε περιπολικό για σκοπούς διενέργειας τελικής εξέτασης. Η εν λόγω συσκευή ήταν τοποθετημένη στον αποθηκευτικό χώρο του εν λόγω οχήματος και συνδεδεμένη με το ρεύμα του. Παρά το ότι επεξηγήθηκε στον κατηγορούμενο ο ορθός τρόπος λειτουργίας της συσκευής εντούτοις αυτός φυσούσε και σταματούσε με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη συσκευή να εκδώσει έντυπο αποτέλεσμα με ένδειξη «Insufficient specimen» (μη ικανοποιητικό δείγμα). Αφού τον πληροφόρησε για το αποτέλεσμα και του επεστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε: «Είχαμε πάρτι και ήπια λίγο». Ο ΜΚ.1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα στο οποίο σημείωσε τις πορείες των δυο οχημάτων καθώς και το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα «Χ». Αυτό υπογράφηκε από τον Κωνσταντίνου από τον οποίο, ξημερώματα της επόμενης μέρας (09.02.2019) στην τροχαία Πάφου, έλαβε κατάθεση. Επίσης στο ίδιο μέρος, έλαβε κατάθεση από τη συνοδηγό του την 19.02.2019, και στις 18.03.2019 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ο οποίος επιπλέον, υπέγραψε ως ορθό το πρόχειρο σχεδιαγράφημα. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία και μεταξύ των ωρών 17:50 - 18:00 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο με τον τελευταίο να απαντά: «Απολογούμαι». Η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης για ανίχνευση της ποσότητας ή του ποσοστού αλκοόλης στην εκπνοή, μοντέλο Lion Alcometer SD - 400, με αύξοντα αριθμό 38498 κατά τον επίδικο χρόνο συνείδε με τα πρότυπα που αναφέρονται στο Διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, παράρτημα 3ο ΜΕ ΑΡ. 3405 της 05.05.200, Κ.Δ.Π. 116/
- Για την εν λόγω συσκευή εκδόθηκε η υπό της Αρμοδίας Αρχής Πιστοποίηση (τεκμήριο 4). Η συσκευή τελικής εξέτασης για ανίχνευση της ποσότητας ή του ποσοστού αλκοόλης στην εκπνοή, μοντέλο Lion Intoxilyzer 9000, με αύξοντα αριθμό 90-002874 κατά τον επίδικο χρόνο συνείδε με τα πρότυπα που αναφέρονται στο Διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, παράρτημα 3ο με αρ 4122 ημερομηνίας 21.07.2006, Κ.Δ.Π. 305/
- Και για την εν λόγω συσκευή εκδόθηκε η υπό της Αρμόδιας Αρχής Πιστοποίηση (τεκμήριο 5). Για το αποτέλεσμα της εν λόγω συσκευής εξεδόθη η υπό της Νομοθεσίας προβλεπόμενη γραπτή πιστοποίηση (Τεκμήριο 2). Πριν την 08.02.2019 ο ΜΚ.2, ο οποίος είναι ειδικά καταρτισμένος, είχε διενεργήσει έλεγχο στη συσκευή τελικής εξέτασης κατά την 06.12.
- Ο αμέσως επόμενος έλεγχος διενεργήθηκε στις 04.06.2019 και η συσκευή αυτή σε αμφότερες τις ημερομηνίες λειτουργούσε κανονικά. Για τη συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης, ο αμέσως προηγούμενος του δυστυχήματος έλεγχος έγινε την 16.02.2018 και ο αμέσως επόμενος στις 04.06.
- Σε αμφότερες τις ημερομηνίες η και η εν λόγω συσκευή λειτουργούσε σωστά. Ειδικότερα κατά την ημερομηνία που έγινε προσπάθεια λήψης δείγματος εκπνοής από τον κατηγορούμενο το έντυπο αποτέλεσμα δηλοί ότι η συσκευή πέρασε με επιτυχία το στάδιο της αυτοδιάγνωσης. Ο προηγούμενος του δυστυχήματος έλεγχος βαθμονόμησης της συσκευής τελικής εξέτασης έγινε την 09.11.
- Η διαδικασία ελέγχου των δυο συσκευών δεν έχει καταγραφεί κάπου. Νομική Πτυχή της δεύτερης κατηγορίας Σύμφωνα με το άρθρο 7, εδάφια
(1)και
(4)του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86, προνοούνται τα ακόλουθα:
(1)Προς το σκοπόν διερευνήσεως κατά πόσον οιονδήποτε πρόσωπον, εις δείγμα εκπνοής του οποίου εγένετο προκαταρκτική εξέτασις έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβασιν των διατάξεων του άρθρου 5, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως και των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου τούτου όπως παράσχη δύο δείγματα εκπνοής δια τελικήν εξέτασιν μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών της ώρας από της χρονικής στιγμής κατά την οποίαν είχε παρασχεθή το δείγμα εκπνοής δια την προκαταρκτικήν εξέτασιν 4)«Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το εν λόγω αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί εκτός από άρνηση, και με αποφυγή, με οποιοδήποτε τρόπο, παροχής δείγματος ενώ επίσης περιλαμβάνει την υποχρέωση παροχής δυο δειγμάτων εκπνοής σε συγκεκριμένο χρόνο. Η έννοια του όρου «αποφεύγω» για σκοπούς του άρθρου 7
(4)έτυχε ερμηνείας στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, με αναφορά στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι ή να ξεφύγω από κάτι παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση». Επί τούτου και ανατράπηκε η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση η οποία έδωσε την ερμηνεία ως απομάκρυνσης από το χώρο κάτι το οποίο δεν είχε γίνει σύμφωνα με την ενώπιον του μαρτυρία. Τονίστηκε δε, ότι δεν απαιτείται να καταδειχθεί με ποιο ακριβώς τρόπο έγινε κατορθωτή η αποφυγή ή άρνηση παροχής δείγματος νοουμένου ότι υπάρχει μαρτυρία ότι η επίδικη συσκευή ελέγχου αλκοόλης λειτουργεί κανονικά. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε: «..οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «.δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας». Στο σημείο αυτό αξίζει να λεχθεί ότι το Ανώτατο σε προγενέστερη απόφαση του, ήτοι στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171, ανέφερε ότι θα πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία η αποφυγή (ή άρνηση) παροχής δείγματος εκπνοής με αναφορά στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και η οποία να οδηγεί στο μόνο συμπέρασμα ότι ήταν αυτή ταύτη η συμπεριφορά που οδήγησε στην ένδειξη «insufficient sample» (ανεπαρκές δείγμα) της συσκευής. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά: «Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability).» Με την Αραμπίδης το Ανώτατο, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά στη Δημητρίου, ανατρέπει τα πιο πάνω και ουσιαστικά αποδέχεται ως επαρκή μαρτυρία την ορθή λειτουργία της συσκευής, εφόσον βέβαια κάτι τέτοιο αμφισβητείται. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Δημητρίου η ένδειξη της συσκευής ήταν «insufficient sample», όπως εν προκειμένω, ενώ στην Αραμπίδης, η ένδειξη ήταν «no breath flow detected - no specimen». Είμαι της άποψης ότι η εν λόγω διαφοροποίηση δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία εφόσον το ζητούμενο είναι κατά πόσο το υπό εξέταση (σε ανίχνευση αλκοόλης) πρόσωπο δεν είχε γνήσια βούληση να συνεργαστεί, καίτοι φαινομενικά πρόθυμο, και με κάποιο τρόπο (τέχνασμα) κατορθώνει να μην προκύψει καταγραφή αποτελέσματος (ποσοστού αλκοόλης) στη συσκευή. Να μην δώσει δηλαδή δείγμα εκπνοής ως ήταν και το σκεπτικό στην Αραμπίδης. Τώρα σε ότι αφορά το ποια απόφαση θα πρέπει να ακολουθηθεί, το θέμα απασχόλησε τον αδελφό μου Δικαστή Χρ. Ρασπόπουλο στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Fodotova, Αρ. Υπόθεσης: 12361/16, 20/7/2018, το σκεπτικό του οποίου υιοθετώ. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα:: «Μετά από αυτή την επισήμανση προχωρώ να εξετάσω ποια από τις δύο αποφάσεις θα τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Εν όψει της ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάνω σε ένα ζήτημα (όπως οι αποφάσεις Payiata και Παπαδοπούλλου), οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδική τους δικαιοδοσία, οφείλουν, και τούτο είναι ορθό, να θεωρούν ότι δεσμεύονται και να ακολουθούν την τελευταία, εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη ή τις προηγούμενες. Εξαίρεση μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι τυχόν αποφάσεις της Ολομέλειας που λήφθηκαν per incuriam, δηλαδή εξ αβλεψίας ή εν αγνοία προηγούμενης απόφασης ή αποφάσεων της Ολομέλειας, πάνω στο ίδιο θέμα, ή εν αγνοία νομοθετικής διατάξεως. Σε τέτοια περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής έχει την ευχέρεια να επιλέξει ποια να ακολουθήσει. Όπως παρατηρεί ο Salmond on Jurisprudence, 12th Edition, στη σελίδα 153":- "... The lower court may refuse to follow the later decision on the ground that it was arrived at per incuriam, or it may follow such decision on the ground that it is the latest authority. Which of these two courses the court adopts depends, or should depend, upon its own view of what the law ought to be."» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και με πλήρη σεβασμό προς τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, είναι υποχρεωμένο να καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία επιλέγοντας ποια από τις δύο αποφάσεις θα ακολουθήσει. Χρήσιμη και ίσως βοηθητική παραπομπή σε αντίστοιχες Αγγλικές διατάξεις έχω κάνει σε απόφαση μου στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαριάννας Κωνσταντίνου Αρ. Υπόθεσης 9849/17 ημερομηνίας 14.12.2017. Ερμηνεύοντας λοιπόν την νομοθετική πρόνοια του άρθρου 7 του ν.174/1986 καταλήγω ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της συσκευής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο, μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Αυτό που απομένει στον οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας.» Το Αρθρο 5Α του Νόμου 174/1986 προβλέπει ότι: «5Α.-
(1)Ο Υπουργός, με διάταγμα του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει τα πρότυπα τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης.
(2)Ο Υπουργός δύναται να εκδίδει διατάγματα με τα οποία προστίθενται, ακυρώνονται ή τροποποιούνται πρότυπα για τις συσκευές ανίχνευσης ή προσδιορισμού αλκοόλης στην εκπνοή.
(3)Η πιστοποίηση ότι οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης πληρούν τα πρότυπα τα οποία έχουν καθοριστεί από τον Υπουργό, γίνεται από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης.
(4)Η χρήση κάθε συσκευής προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης γίνεται μόνο αν έχει εκδοθεί γι' αυτήν πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης.» Σύμφωνα με το Άρθρο 2
(1)του ίδιου νόμου, «Αρμόδια αρχή πιστοποίησης σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών ή εκπρόσωπό του». Περαιτέρω το Άρθρο 10
(3)(α) του ιδίου Νόμου, προβλέπει ότι «το έντυπο αποτέλεσμα» που παράγεται αυτόματα από τη συσκευή με την οποία διενεργείται η τελική εξέταση δείγματος εκπνοής, συνοδευόμενο από «πιστοποίηση» επί του εντύπου από τον αστυνομικό, ότι το έντυπο είναι σχετικό προς το δείγμα εκπνοής που δόθηκε κατά τον επίδικο χρόνο από το κατηγορούμενο πρόσωπο. Τέλος σύμφωνα με τις πρόνοιες του ίδιου νόμου για να χρησιμοποιηθεί συσκευή για προκαταρκτικό ή τελικό έλεγχο, θα πρέπει: (α) να εμπίπτει μέσα στα πρότυπα συσκευών που καθορίζει ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων και (β) να φέρει πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή που είναι το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, ότι πληροί τα πρότυπα που καθορίστηκαν από τον Υπουργό. Τέλος το άρθρο 8 του πιο πάνω Νόμου προνοεί υπεράσπιση για το πρόσωπο το οποίο αρνείται να παράσχει δείγμα εκπνοής και αυτή σχετίζεται με ιατρικούς λόγους. Εύλογη αιτία για την οποία πρόσωπο μπορεί να αρνηθεί να δώσει δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία που σχετίζεται με ιατρικούς λόγους, η οποία πιστοποιείται από υπογραμμένη βεβαίωση ιατρικού λειτουργού (άρθρο 8
(1)). Η βεβαίωση θα πρέπει να επιδεικνύεται στον αστυνομικό όταν ζητείται η παροχή δείγματος εκπνοής ή το αργότερο εντός τριών ημερών. Σε αντίθετη περίπτωση, θα τεκμαίρεται ότι το πρόσωπο αυτό αρνήθηκε ή απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής χωρίς εύλογη αιτία (άρθρο 8
(2)). Βάρος Απόδειξης Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη[14] . Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής[15]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας[16]. Συμπεράσματα / Εκτίμηση Δικαστηρίου Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και εφαρμόζοντας παράλληλα τις ως άνω νομικές και νομολογιακές αρχές, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν πρόκειται για περίπτωση άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής. Πρόκειται για περίπτωση αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής, όπως φαίνεται και από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αλλά και από τα γεγονότα που έχουν προκύψει. Στην υπό κρίση υπόθεση, η προσπάθεια λήψης δείγματος εκπνοής έχει διενεργηθεί επιτόπου, δηλ. στη σκηνή του δυστυχήματος. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε οποιαδήποτε πλημμέλεια στη διεξαγωγή της διαδικασίας εκ του ότι και μόνο η συσκευή βρισκόταν σε περιπολικό της αστυνομίας που κατέφθασε αργότερα στη σκηνή. Δεν έχει υποβληθεί οποιαδήποτε θέση περί δυσμένειας ή δυσκολίας την οποία υπέστει ο κατηγορούμενος από την όλη διαδικασία. Ούτε και βέβαια ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στην ανακριτική του κατάθεση. Η θέση του κου Αλεξάνδρου ότι το όχημα που μετέβηκε στη σκηνή δεν ήταν κατάλληλο ή κατάλληλα διαμορφωμένο ώστε να μπορεί να διενεργηθεί τελική εξέταση πέραν από γενική και αόριστη δεν έχει καν υποβληθεί στον ΜΚ.1 για να τοποθετηθεί σχετικά. Εξάλλου εξήγησε ότι η συσκευή βρισκόταν στον αποθηκευτικό χώρο του αυτοκινήτου και ήταν συνδεδεμένη με το ρεύμα. Δεν διαπιστώνω λοιπόν οτιδήποτε το μεμπτό στην όλη διαδικασία και δεν ισοδυναμεί το γεγονός και μόνο ότι η συσκευή βρισκόταν στο καπό του περιπολικού ή ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο δρόμο με ακαταλληλότητα του ελέγχου. Σε ότι αφορά την πιστοποίηση των συσκευών παρατηρώ τα εξής. Πράγματι η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης ελέγχθηκε ένα χρόνο πριν τη λειτουργία της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τούτο όμως δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση αφενός στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέφυγε να παράσχει δείγμα εκπνοής στη συσκευή τελικής εξέτασης και αφετέρου στο ότι λειτουργούσε ορθά κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κατ' αρχή θα συμφωνήσω με τη θέση του ΜΚ.2 ότι ο σκοπός και λειτουργία της προκαταρκτικής συσκευής είναι να παρέχει κάποια ένδειξη ότι το υπό εξέταση πρόσωπο κατανάλωσε αλκοόλ. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Τιμοθέου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 24/2012 ημερ. 23.10.2012 όπου λέχθηκε πως «Το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης, είναι βοηθητικό για να επιβεβαιώσει ο αστυνομικός την εύλογη υποψία του, προτού προχωρήσει σε διερεύνηση, με τελική εξέταση, κατά πόσο το πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, δυνάμει του Άρθρου
- Η προκαταρκτική εξέταση δεν μπορεί να αποτελεί επίδικο θέμα σε κατηγορία δυνάμει του Άρθρου 5 του Νόμου 174/86, εφόσον αυτή καθ' εαυτή η εξέταση δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος». Επιπρόσθετα, εκ του ότι η συσκευή ελέγχθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο και βρέθηκε να λειτουργεί κανονικά όπως και προγενέστερα του δυστυχήματος, προκύπτει κατά λογική ακολουθία ότι όταν αυτή χρησιμοποιήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε σωστά. Όπως ανέφερε και ο ΜΚ.2 αν υπήρχε πρόβλημα θα φαινόταν κατά τον αυτοματοποιημένο έλεγχο της. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα ότι δεν έχει αναγραφεί στο μητρώο τεχνικού ελέγχου η όλη διαδικασία ελέγχου λειτουργίας οποιασδήποτε συσκευής θεωρώ ότι το εν λόγω επιχείρημα είναι αόριστο και αβάσιμο. Δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο έτυχαν επηρεασμού τα όποια δικαιώματα του κατηγορούμενου από τη μη λεπτομερή καταγραφή των ενεργειών του ΜΚ.
- Άλλωστε ο τελευταίος σε γενικές γραμμές πλην επαρκώς εξήγησε στο Δικαστήριο τη διαδικασία και δεν προσκομίστηκε αντικρουστική μαρτυρία. Τέλος σε σχέση με το τεκμήριο 5 που παρουσιάστηκε εκείνο που χρειάζεται πρώτιστα να λεχθεί είναι ότι αφορά πιστοποίηση της τελικής συσκευής που χρησιμοποιήθηκε κατά την διενέργεια λήψης δείγματος εκπνοής από τον κατηγορούμενο και τίποτε άλλο. Ότι δηλαδή η περί ου ο λόγος συσκευή αποτελεί συσκευή τελικής εξέτασης. Δεν έχει συνεπώς, την οποιαδήποτε σημασία το πότε εκδόθηκε η εν λόγω πιστοποίηση ενώ η αναφορά σε αυτή ότι «πληροί το πρότυπο της παραγράφου (γ) του Πίνακα του Υπουργικού Διατάγματος με αριθμό Κ.Δ.Π 305/2006» είναι επαρκής για σκοπούς απόδειξης ότι χρησιμοποιήθηκε εγκεκριμένη προς χρήση συσκευή. Από το περιεχόμενο της εν λόγω Κ.Δ.Π αντιπαραβάλλοντας το με το περιεχόμενο του υπό αναφορά τεκμηρίου διαπιστώνω ότι συμβαδίζουν απόλυτα. Σημειώνω επίσης ότι το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου δεν έχει αμφισβητηθεί καθ' οποιοδήποτε τρόπο. Δεν συμμερίζομαι συνεπώς τη, κατά τ' άλλα γενικόλογη, θέση του κου Αλεξάνδρου περί πρόκλησης σύγχυσης εκ της αναγραφής της ημερομηνίας 25.06.2018 επί της εν λόγω πιστοποίησης ούτε αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ.
- Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι κατά τον χρόνο που του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής ασθενούσε ήδη έχουν εξηγηθεί οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτόν. Επαναλαμβάνω ότι τέτοιος ισχυρισμός προβλήθηκε κατά την ανακριτική του κατάθεση η οποία του λήφθηκε πέραν του ενός μηνός αργότερα, δεν αμφισβήτησε το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής του εξέτασης κατά τον ουσιώδη χρόνο και επιπρόσθετα δεν παρουσίασε στην αστυνομία στην προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία οποιαδήποτε στοιχεία - ούτε και στο Δικαστήριο - για να πλαισιώσει τον ισχυρισμό του. Ήταν ασφαλώς δική του υποχρέωση να το πράξει και όχι να του ζητηθεί από το ΜΚ.1 που του έλαβε κατάθεση όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα του νόμου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι κατά την παροχή του πιο πάνω δείγματος εκπνοής, ο κατηγορούμενος εσκεμμένα διέκοπτε την ροή της εκπνοής του, παρόλο που του υποδείχθηκε από τον ΜΚ1 ο τρόπος που πρέπει να φυσά. Ακόμα όμως και να είχε κάποιο πρόβλημα υγείας σε κάθε περίπτωση αυτό δεν τον εμπόδιζε να φυσήξει στο στόμιο της συσκευής τελικής εξέτασης από τη στιγμή που αμέσως προηγουμένως το έπραξε με την προκαταρκτική συσκευή. Υπό αυτές τις περιστάσεις, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον κατηγορούμενο να ανατρέψει το τεκμήριο στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, κάτι το οποίο ασφαλώς απέτυχε να το πράξει. Συνακόλουθα ενεργοποιείται το τεκμήριο του άρθρου 8 του Ν.174/86, και συνυπολογιζόμενης και της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα απέφυγε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Απόλυτα συμβατή με το πιο πάνω συμπέρασμα μου είναι και η απάντηση «Απολογούμαι» που έδωσε όταν αυτός κατηγορήθηκε γραπτώς, στην οποία θεωρώ υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να αποδοθεί η έννοια της παραδοχής των κατηγοριών εκ μέρους του. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την δεύτερη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν (Υπ.)....................................... Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1998)1 ΑΑΔ 263, και Γενικός Εισαγγελεας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 [2] Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454 [3] Βλ. Χαράλαμπος Τσιντίδης Λτδ (Charalampos Tsintidis Ltd) ν. Χαριδήμου
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2290, και Μελεκίδης ν. Παπαγεωργίου κ.α.
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 832 [4] Βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 AAΔ 1056 [5] Βλ. Μohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009 [6] Βλ. Βασιλείου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1414 [7] Βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746 [8] Βλ. ενδεικτικά Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875 [9] Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129 [10] Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 [11] Βλ. Onisiforou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261 [12] Βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 96/16 ημερ. 28.11.17 και Ευθυμίου και Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 191/2016 ημεερ.06.11.18 [13] Βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 με αναφορά στην Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B430, Ποιν. Έφ. 96/2016, ημερ.28.11.2017 καθώς και Μ. Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 27/2021 ECLI:CY:AD:2022:B97, ημερ. 16.03.2022 [14] Βλ. Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71) [15] Βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401 [16] Βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο