Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. A.B κ.α., Αρ. Αίτ. 252/23, 25/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη Ε.Δ. Αρ. Αίτ. 252/23 Αναφορικά με το άρθρο 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 και της αίτησης της Αστυνομίας ημερομηνίας 23.10.2023 για έκδοση διατάγματος κράτησης υπόπτων Και Αναφορικά με τους: 1) A.B άλλως ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΔΕΑ ΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 2) M.A.B, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 3) Y.I.A, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 4) K.M, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 5) I.A, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 6) A.Α, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧΧ από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 7) H.A, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 8) M.A, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 9) M.S, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο 10) S.A.J, ΔΕΑ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο Ημερομηνία: 25.10.2023 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία: κος Μ. Παπαγεωργίου Για τους Ύποπτους αρ.1, αρ.2, αρ.5 αρ.6, και αρ.7: κος Αλεξάνδρου Α Για τον Ύποπτο αρ.3: κος Σατολιάς Η. Για τον Ύποπτο αρ.4: κα Π. Σιαηλή Για τον Ύποπτο αρ.8 και 10: κα Παπασάββα Γ. Για τον Ύποπτο αρ.9: κος Δημητρίου Χ. Ύποπτοι: Παρόντες Οι ύποπτοι, εκ Συρίας, συνελήφθηκαν την 23.10.2023 και ώρα 00:30 κατόπιν δικαστικών ενταλμάτων ως ύποπτοι για τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων τα οποία διαπράχθηκαν από τον Ιούνιο του 2019 μέχρι σήμερα στην Κυπριακή Δημοκρατία: 1. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος (Κεφ. 154 άρθρο 371) 2. Συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος (Κεφ. 154 άρθρο 372) 3. Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (Κεφ. 154 άρθρα 63Α) 4. Συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων (Κεφ. 154 63Β) 5. Αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 19(β) και (δ) του Κεφ.105 6. Υποβοήθηση παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής (Κεφ. 105 άρθρα 19Α
(1)και
(2)7. Ειδικές διατάξεις σε σχέση με πρόσωπα που εισέρχονται ή εγκαταλείπουν τη Δημοκρατία (Κεφ. 105 άρθρο 12
(1)- Εμπορία ενήλικων προσώπων (Ν.60(Ι)/2014 άρθρο 6)
- Υποκίνηση, συνέργεια και απόπειρα διάπραξης (Ν.60(Ι)/2014 άρθρα 6 - 11 και 15
(1),
(2))
- Λαθρεμπόριο μεταναστών κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8 του περί Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών και του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων Νόμο του 2003 και κατά παράβαση του Πρωτοκόλλου κατά της λαθραίας διακίνησης μεταναστών που συμπληρώνει τη σύμβαση των Η.Ε κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και
- Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (Ν.188(Ι)/2007, Ν.58(Ι)/2010, Ν.80(Ι)/2012, Ν.192(Ι)/2012 άρθρα 3 - 5) Με την παρούσα αίτηση, η οποία υποβάλλεται από τον κο Α. Ανδρέου που φέρει το βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου ζητείται η παραπομπή και των 10 υπόπτων σε αστυνομική κράτηση για περίοδο 8 ημερών. Η αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 24 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Η ακροαματική διαδικασία άρχισε την 23.10.2023 πλην όμως λόγω αφενός του πολυσέλιδου όρκου και αφετέρου της αντεξέτασης του μάρτυρα της Αστυνομίας από πέντε συνηγόρους δεν κατέστη εφικτό να ολοκληρωθεί αυθημερόν. Συνεχίστηκε η ακρόαση την επόμενη μέρα και όταν ολοκληρώθηκαν και η οι αγορεύσεις περί την 15:30 το Δικαστήριο επεφύλαξε την παρούσα απόφαση του. Μαρτυρία ενώπιον μου προς υποστήριξη του αιτήματος της Αστυνομίας έδωσε ο αστυνομικός εξεταστής, Ανώτερος Αστυφύλακας 4825 Μ. Χαραλάμπους ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (όρκο) ως Τεκμήριο Α την οποία προηγουμένως υιοθέτησε. Στον όρκο του κάνει αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη των υπόπτων σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, αλλά και στα γεγονότα γενικά που περιβάλλουν την υπόθεση. Ανέφερε στο βαθμό που του επιτρέπεται, το ανακριτικό έργο το οποίο έχει μέχρι σήμερα επιτελεσθεί, δίδοντας λεπτομέρειες στοιχείων που συνδέουν (κατά την άποψη του) τον ύποπτο με τα αδικήματα, αλλά και δημιουργούν την αναγκαιότητα κράτησης του για την επιδιωκόμενη περίοδο, με σκοπό να διευκολυνθεί το υπό εκτέλεση ανακριτικό έργο. Αναφέρθηκε περαιτέρω στην ύπαρξη εναπομείναντος ανακριτικού έργου το οποίο σε σχέση με τα υπόλοιπα είναι τέτοιο που δικαιολογεί την κράτηση του υπόπτου για περίοδο 8 ημερών. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατά το μήνα Ιούνιο του 2019 μέχρι και πρόσφατα διαβιβάστηκαν πληροφορίες στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) από συνεργαζόμενες υπηρεσίες της Αστυνομίας αλλά και από αξιόπιστους πληροφοριοδότες, οι οποίες συνίσταντο στο ότι πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται ως M.A.M και είναι καταζητούμενος (εφεξής ο 1ος καταζητούμενος) μαζί με τους ύποπτους αρ.1 έως αρ.8 εμπλέκονταν σε παράνομη διακίνηση λαθρομεταναστών από τη Μερσίνα της Τουρκίας προς τις ελεύθερες περιοχές. Για τους ύποπτους αρ. 9 και αρ.10 και κάποιο άλλο πρόσωπο που αναφέρεται ως ο 5ος καταζητούμενος λήφθηκαν πληροφορίες από άλλη υπηρεσία κατά το μήνα Αύγουστο του 2023 ότι και αυτοί συνεργάζονται με τον 1ο καταζητούμενο στις πιο πάνω καταζητούμενο πρόσωπο στην υπό αναφορά παράνομη μετακίνηση λαθρομεταναστών. Οι φερόμενες πράξεις των υπόπτων φαίνεται να επιβεβαιώνονται από συνεντεύξεις που λήφθηκαν από τους παράνομους μετανάστες που αφίχθηκαν στην Κύπρο σύμφωνα με τους οποίους κατέβαλαν έκαστος από €3000 έως €4.
- Όλες οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν στην ΥΑΜ, ήτοι από τον Ιούνιο του 2019 μέχρι και πρόσφατα, διαβιβάστηκαν στο ΤΑΕ(Ε) του Αρχηγείου Αστυνομίας περί το μήνα Σεπτέμβριο του 2023 καθώς επίσης περί τον Αύγουστο του ίδιου έτους διαβιβάστηκαν πληροφορίες από άλλη υπηρεσία της Αστυνομίας, στη βάση των οποίων διενεργήθηκαν εξετάσεις από το ΤΑΕ (Ε). Από τις εν λόγω πληροφορίες και εξετάσεις προκύπτει ότι ο 1ος καταζητούμενος είναι επικεφαλής κυκλώματος διακίνησης παράνομων μεταναστών από την Τουρκία στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας και ο οποίος συνεπικουρείται από άλλους Σύριους υπηκόους που διαμένουν στη Δημοκρατία και οι οποίοι επιτελούν διάφορους ρόλους όπως εντοπισμό ενδιαφερόμενων προσώπων που επιθυμούν να φέρουν στο έδαφος της Δημοκρατίας φιλικά / συγγενικά πρόσωπα. Στο κύκλωμα αυτό ενεργό ρόλο έχουν και άλλα δυο στενά συγγενικά του πρόσωπα που επίσης καταζητούνται (2ος καταζητούμενος και 3ος καταζητούμενος) ενώ επίσης αναζητείται ακόμα ένας συνεργάτης (4ος καταζητούμενος). Ο 2ος καταζητούμενος έχει το ρόλο του επόπτη και συντονιστή των ενεργειών του παράνομου δικτύου, σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες. Ο ρόλος του 3ου καταζητούμενου προσώπου είναι η διευθέτηση μεταφοράς λαθρομεταναστών με βάρκες στη Δημοκρατία και ο οποίος αφού εισπράξει χρήματα από τους συγγενείς των λαθρομεταναστών τα αποστέλλει στον 1ο καταζητούμενο στην Τουρκία, με τον οποίο επικοινωνεί μέσω των εφαρμογών δικτύωσης VIBER και Whatsapp. Ο 4ος καταζητούμενος είναι το πρόσωπο που εντοπίζει τα συγγενικά πρόσωπα των ενδιαφερόμενων προσώπων που βρίσκονται στη Δημοκρατία ή και στο οποίο τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αποτείνονται για τον πιο πάνω σκοπό. Αναλαμβάνει επίσης την παραλαβή χρημάτων και την αποστολή τους στον 1ο καταζητούμενο. Σύμφωνα με πληροφορίες είναι το πρόσωπο το οποίο είχε βοηθήσει στο παρελθόν τον 1ο καταζητούμενο να μεταβεί στην Τουρκία μετά τη φυγή του από το κέντρο υποδοχής μεταναστών «Πουρνάρα». Περί δε το 2016 είχε συλληφθεί για την παραλαβή 7 παράτυπων μεταναστών από τη θαλάσσια περιοχή «ΧΧΧΧ» μεταξύ των χωριών ΧΧΧΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧΧΧΧ και καταδικάστηκε το 2021 σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών με 3ετή αναστολή. Είναι επίσης ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου (ΧΧΧΧΧΧ Restaurant) στο οποίο, σύμφωνα πάντα με πληροφορίες, μεταβαίνουν άτομα Συριακής καταγωγής για να διευθετήσουν τη μεταφορά συγγενικών προσώπων στη Δημοκρατία. Οι πληροφορίες που υπάρχουν για τον 1ο ύποπτο είναι ότι το εν λόγω πρόσωπο εντοπίζει πρόσωπα συριακής καταγωγής που ενδιαφέρονται να φέρουν τα συγγενικά αυτών πρόσωπα στην Κύπρο δια του αναφερόμενου κυκλώματος διακίνησης παράνομων μεταναστών. Διαμένει στην Κύπρο υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας με άδεια παραμονής μέχρι την 26.09.
- Οι πληροφορίες για τον 2ο ύποπτο φέρουν και αυτόν να συνεργάζεται με τους πιο πάνω και είναι το πρόσωπο που έρχεται σε επικοινωνία με τον καπετάνιο του σκάφους που μεταφέρει τους λαθρομετανάστες στη Δημοκρατία και να τον καθοδηγεί στο μέρος που θα τους αποβιβάσει. Ήρθε παράμονα στην Κύπρο και το 2009 του παραχωρήθηκε το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα. Ο 3ος ύποπτος φέρεται σύμφωνα με τις πληροφορίες να ασχολείται με το μέρος της είσπραξης χρημάτων από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και τα οποία αποστέλνει στον επικεφαλής του κυκλώματος. Στις 26.08.2021 υπέβαλε αίτηση και του παραχωρήθηκε άδεια μέχρι την 07.10.2031 με το καθεστώς του δικαιούχου άδειας παραμονή Ευρωπαίου. Ο ρόλος του είναι η είσπραξη των χρημάτων από τα συγγενικά πρόσωπα των μεταναστών που επιθυμούν να έρθουν στην Κύπρο τα οποία και αποστέλλει στον 1ο καταζητούμενο στην Τουρκία. Το έτος 2014 συνελήφθηκε για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και βάσει πληροφοριών που διαβιβάστηκαν, ο εν λόγω ύποπτος ασχολείτο κατά τα έτη 2014 και 2015 με θέματα λαθρομετανάστευσης, πλαστά διαβατήρια και μεταφορά χρημάτων μέσω του συστήματος «Hawala» το οποίο αποτρέπει οποιοδήποτε έλεγχο μεταφοράς των χρημάτων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες ο 4ος ύποπτος έχει και αυτός το ρόλο της είσπραξης χρημάτων από τα συγγενικά πρόσωπα των μεταναστών τα οποία αποστέλλει στον 1ο καταζητούμενο. Από το Νοέμβριο του 2019 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2023 ταξιδεύει συχνά σε αραβικές χώρες καθώς και στην Αθήνα. Ο 5ος ύποπτος είναι συνεργάτης του 4ου, 6ου και 7ου υπόπτου. Διαμένει στην Κύπρο ως σύζυγος Ευρωπαίου πολίτη από το 2018 με άδεια που ισχύει μέχρι την 21.05.
- Η εμπλοκή του στο αναφερόμενο κύκλωμα είναι ο εντοπισμός Σύριων υπηκόων που διαμένουν στη Δημοκρατία οι οποίο θέλουν να εξασφαλίσουν την παράνομη είσοδο άλλων Σύριων στη Δημοκρατία. Ο 6ος ύποπτος είναι αδελφός και συνεργάτης του 7ου ύποπτου. Η αίτηση του για πολιτικό άσυλο εκκρεμεί μετά από αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του. Ο ρόλος των δυο υπόπτων είναι η είσπραξη χρημάτων από ομοεθνείς του με σκοπό τη διευθέτηση άφιξης των συγγενικών τους προσώπων στην Κύπρο. Με τον τρόπο αυτό γίνεται η συναλλαγή των χρημάτων με την μέθοδο Hawala. Είναι συνιδιοκτήτες του υποστατικού ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Market που βρίσκεται στη ΧΧΧΧΧΧΧΧ της επαρχίας Πάφου, όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες στον 1ο όροφο διατηρούν γραφείο που χρησιμοποιούν για την εξαγωγή συναλλάγματος προς την Τουρκία. Εκεί μεταβαίνουν ομοεθνείς τους που επιθυμούν να μεταφέρουν συγγενικά τους πρόσωπα στη Δημοκρατία και καταβάλλουν στα δυο αδέλφια το ποσό των €3.000 για κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Στη συνέχεια τα εν λόγω αδέλφια διευθετούν την άφιξη των προσώπων αυτών στη Δημοκρατία. Ο 8ος ύποπτος παραμένει στη Δημοκρατία υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Η άδεια του ισχύει μέχρι την 07.09.
- Αυτός φέρεται να εκτελεί χρέη εισπράκτορα από συγγενείς Σύριων παράτυπων μεταναστών που βρίσκονται ήδη στο έδαφος της Δημοκρατίας σε συνεργασία με τον 4ο ύποπτο. Τα ποσά που εισπράττει αφού παραλάβει το μερίδιο του αποστέλλει τα υπόλοιπα αυτών στον 1ο καταζητούμενο Για τον 9ο και 10 ύποπτο οι πληροφορίες φέρουν αυτούς να συνεργάζονται με τον 1ο καταζητούμενο χωρίς όμως να έχει μέχρι σήμερα διευκρινιστεί ο ρόλος τους. Για όλα τα πιο πάνω πρόσωπα έγινε έλεγχος των εισοδημάτων τους για την περίοδο 2019 μέχρι πρόσφατα και καταγράφονται τα ποσά που δηλώθηκαν. Σύμφωνα με πληροφορίες που διαβιβάστηκαν τον Αύγουστο του 2023 και μετέπειτα στο ΤΑΕ (Ε), αναζητείται και 5ο πρόσωπο το οποίο φέρεται να συνεργάζεται με τον 1ο καταζητούμενο. Το εν λόγω πρόσωπο φέρεται να ταξιδεύει συχνά σε διάφορες αραβικές χώρες. Όλοι οι ύποπτοι και καταζητούμενοι φέρεται να έχουν ένα τουλάχιστον αριθμό κυπριακού τηλεφώνου. Εκτός του 1ου καταζητούμενου και του 8ου υπόπτου οι υπόλοιποι είναι κάτοχοι τραπεζικών λογαριασμών σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα στη Δημοκρατία. Ο 4ος καταζητούμενος και οι 3ος, 4ος, 5ος και 10ος ύποπτοι κατέχουν πέραν του ενός λογαριασμού σε τραπεζικά ιδρύματα στη Δημοκρατία. Μετά που εξασφαλίστηκαν εναντίον όλων των πιο πάνω προσώπων, εντάλματα σύλληψης, καθώς και έρευνας για τις οικίες και υποστατικά και οχήματα των 10 υπόπτων και των καταζητούμενων αρ.2 έως και αρ.5, στις 23.10.2023 έγινε συντονισμένη επιχείρηση από το ΤΑΕ (Ε) του Αρχηγείου Αστυνομίας. Συνελήφθηκαν την ίδια μέρα σε διαφορετικές ώρες οι πιο πάνω ύποπτοι ενώ κατασχέθηκαν αριθμός τεκμηρίων που περιγράφονται, από την εκτέλεση των ενταλμάτων έρευνας. Στη συνέχεια του όρκου του αναφέρεται στη σοβαρότητα της υπόθεσης που διερευνάται και στο εναπομείναν ανακριτικό έργο. Ως αναφέρει θα ληφθούν 68 περίπου καταθέσεις από το οικογενειακό, φιλικό και εργασιακό περιβάλλον των υπόπτων, με τη βοήθεια διερμηνέα. Επίσης θα πρέπει να διενεργηθούν εξετάσεις σε πέραν των 20 συσκευών. Περαιτέρω θα επιδιωχθεί έκδοση διατάγματος πρόσβασης σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, διάταγμα αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων, θα διενεργηθούν εξετάσεις για να διαπιστωθεί η προέλευση των χρημάτων που εντοπίστηκαν στις οικίες των 3ου και 4ου υπόπτων, θα μελετηθούν όλες οι σημειώσεις και έγγραφα τα οποία ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν, θα εξεταστούν οι ηλεκτρονικές συσκευές που ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν από τους υπόπτους και θα σταλούν για δικανικές εξετάσεις ενώ θα διενεργηθούν εξετάσεις μέσω εταιρειών αποστολής / παραλαβής χρημάτων. Τέλος αναζητούνται τεκμήρια καθώς και 5 πρόσωπα τα στοιχεία των οποίων έχουν τοποθετηθεί στο ΣΤΟΠ ΛΙΣΤ. Ο μάρτυρας κατάθεσε χειρόγραφο κατάλογο των καταθέσεων που απομένουν να ληφθούν ως μέρος του ανακριτικού έργου ως τεκμήριο αρ.
- Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτεταμένα από όλους τους συνήγορους των υπόπτων. Ανέφερε ότι περίπου τα γεγονότα που αναφέρονται στη γραπτή του μαρτυρία είναι τα όσα ανέφερε κατά την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας. Διευκρίνισε ότι η αφετηρία των πληροφοριών για το κύκλωμα του οποίου είναι επικεφαλής ο καταζητούμενος αρ.1 είναι από τον Ιούνιο του
- Δεν υπάρχει γραπτή κατάθεση για τα όσα επικαλείται στη δήλωση του παρά μόνο πληροφορίες. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 2 και 3 που αποτελούν σετ εγγράφων που απαρτίζουν τις γραπτές πληροφορίες επί των οποίων στηρίζεται το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης. Επί των τεκμηρίων αυτών περιλαμβάνονται πληροφορίες για όλους τους ύποπτους και τους καταζητούμενους. Το τεκμήριο φέρει ημερομηνίας 06.10.2023 και το τεκμήριο 3 απαρτίζεται από αριθμό επιστολών ημερομηνίας 01.09.2023 και προέρχονται από υπηρεσία της Αστυνομίας Κύπρου υποδιεύθυνση διαχείρισης και ανάλυσης πληροφοριών. Επανέλαβε ότι λήφθηκαν στο Αρχηγείο στις 04.09.2023 από άλλη υπηρεσία της Αστυνομίας. Ήταν στα χέρια της Αστυνομίας το 2019, αλλά όχι του Αρχηγείου, ως ανέφερε. Δεν μπορούσε να γνωρίζει γιατί δεν ενημερώθηκε ενωρίτερα το Αρχηγείο για ένα τόσο σοβαρό θέμα, ως το χαρακτήρισε ο κος Αλεξάνδρου, όπως το μεταναστευτικό. Έλαβαν τις πληροφορίες, τις αξιολόγησαν και προέβηκαν στις δέουσες ενέργειες εξ' ου και η αίτηση που υποβλήθηκε για κράτηση των υπόπτων. Τα αδικήματα που διερευνώνται δεν μπορούσαν να καθοριστούν σε ημερομηνίες που αυτά διαπράχθηκαν, καθότι η υπόθεση είναι σε αρχικό στάδιο, αλλά φαίνεται ότι όλοι οι ύποπτοι συμμετείχαν με τον άλφα ή βήτα τρόπο στο παράνομο κύκλωμα και συνεργάζονταν με τον 1ο καταζητούμενο. Όπως επίσης συγκεκριμένα πρόσωπα εναντίον των οποίων διαπράχθηκε το διερευνώμενο αδίκημα της εμπορίας ενήλικων προσώπων. Η όλη υπόθεση υπό διερεύνηση. Πιθανόν τα γεγονότα να διαφοροποιηθούν μέσω των αποτελεσμάτων των εξετάσεων. Περιέλαβε το καθεστώς με το οποίο βρίσκονται οι ύποπτοι στη Δημοκρατία προκειμένου να καταδειχθεί ότι τα πρόσωπα αυτά βρίσκονταν στην Κύπρο όταν διαπράχθηκαν τα αδικήματα ενώ η συμπερίληψη των δηλωμένων στο φόρο εισοδημάτων τους, έγινε προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσο αυτά δικαιολογούνται από τα όσα πράγματι κερδίζουν. Ανέφερε ως παράδειγμα την ανεύρεση ποσού €160.000 στην κατοχή του 4ου υπόπτου. Όσον δε αφορά τη συμπερίληψη τυχόν διώξεων και καταδικών κάποιων εκ των υπόπτων τα περιέλαβε για να υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα στο Δικαστήριο. Η ανεύρεση του πληροφοριοδότη δεν έχει γίνει ακόμα και αναμένεται να ληφθούν σχετικές καταθέσεις. Διαφώνησε στο ότι ο έλεγχος της πληροφορίας ήταν το πρώτο που έπρεπε να γίνει καθότι όλες οι πληροφορίες είχαν ήδη αξιολογηθεί από άλλες υπηρεσίες της αστυνομίας ήτοι την ΥΑΜ και άλλες συνεργαζόμενες υπηρεσίες. Διερεύνηση θα γίνει και για τις αφίξεις των παράτυπων μεταναστών ώστε να διαφανεί η έκταση της εμπλοκής του 2ου υπόπτου. Αρνήθηκε ότι η ύπαρξη κυκλώματος αποτελεί αυθαίρετα συμπεράσματα της Αστυνομίας και ανέφερε ότι ορισμένοι από τους ύποπτους αντιμετώπισαν παρόμοια αδικήματα στο παρελθόν. Ως προς την αναφορά του σε παράνομη εξαγωγή παράνομου συναλλάγματος αυτή έγινε ως αποτέλεσμα των πληροφοριών που έλαβε το ΤΑΕ Αρχηγείου. Τέτοιο αδίκημα όμως δεν διερευνάται προς το παρόν μπορεί όμως αν προκύψει οτιδήποτε από το ανακριτικό έργο να προωθηθούν διαδικασίες και για αυτό. Δεν γνώριζε κατά πόσο υποβλήθηκαν καταγγελίες από πλευράς 2ου υπόπτου εναντίον της Αστυνομίας. Δεν ήταν παρών ο ίδιος κατά τη σύλληψη του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι από της λήψεως των πληροφοριών έλαβαν γνώση για το καθεστώς παραμονής των υπόπτων, για τη διάγνωση των εισοδημάτων τους και τις τυχόν προηγούμενες καταδίκες τους, καθώς και επιβεβαιώσεις των στοιχείων και χώρων διαμονής τους. Κατά την αντεξέταση του από τον κο Σατολιά ανέφερε ότι στα τεκμήρια 2 και 3 περιλαμβάνονται πληροφορίες για όλους τους υπόπτους. Προέβηκε σε σχετική σημείωση επί των τεκμηρίων για όλους τους υπόπτους μετά και από εισήγηση των συνηγόρων των υπόλοιπων υπόπτων. Συμφώνησε ότι ο 3ος ύποπτος ήρθε νόμιμα στη Δημοκρατία, και δεν γνώριζε αν καταδικάστηκε για οποιοδήποτε αδίκημα που αναφέρει στην παράγραφο 29 του όρκου του. Ως εξήγησε δεν κατάφερε να εντοπίσει το αποτέλεσμα και δεν μπορούσε να διαφωνήσει ότι ενδεχόμενα να αθωώθηκε. Επανέλαβε ότι για τη μέθοδο Hawala υπάρχει γραπτή πληροφορία για το συγκεκριμένο ύποπτο. Είναι υπό διερεύνηση ως προς το με ποια άτομα συναλλάχθηκε ή μαρτυρία για συγκεκριμένες συναλλαγές με τη συγκεκριμένη μέθοδο, όμως συνδέεται με αυτή. Αρνήθηκε ότι οι πληροφορίες αφορούν μόνο κάποιες σχέσεις του εν λόγω υπόπτου με τους υπόλοιπους. Για τις πληροφορίες που έλαβαν από τις υπηρεσίες της αστυνομίας έγιναν εξετάσεις και συλλέχθηκαν στοιχεία τα οποία οδήγησαν στην έκδοση ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας. Αυτές κατά τη θέση του εξετάστηκαν και ήταν γνήσιες. Από δε την εκτέλεση των ενταλμάτων έρευνας παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια. Αναμένεται από τη διερεύνηση της υπόθεσης να διαφανεί κατά πόσο τα ποσά που κατασχέθηκαν από τον ύποπτο δικαιολογούνται από τα ποσά που δήλωσε στο φόρο και δεν αποτελούν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες. Ο ύποπτος κατά το χρόνο της κατάσχεσης δεν έδωσε κάποια στοιχεία ως προς την προέλευση τους. Αρνήθηκε ότι οι πληροφορίες που κατείχε δεν ήταν γνήσιες και εύλογες. Η κα Σιαηλή υιοθέτησε την αντεξέταση του κου Αλεξάνδρου στο μέτρο που αφορά τον 4ο ύποπτο που εκπροσωπεί. Το Δικαστήριο ανέφερε στην κα Σιαηλή ότι τα τεκμήρια 2 και 3 που κατατέθηκαν δεν αφορούν τυποποιημένα έντυπα πληροφοριών προερχόμενα από συγκεκριμένη πηγή που να αναφέρει αυτούσια την πληροφορία. Επιβεβαιώθηκε από το μάρτυρα ότι τέτοια έντυπα δεν είχε στην κατοχή του, ο οποίος και δεν γνώριζε πως ακριβώς ήρθαν στην κατοχή των υπηρεσιών της αστυνομίας. Το Αρχηγείο έλαβε μόνο το αποτέλεσμα αυτών. Δεν γνώριζε ούτε το όνομα του πληροφοριοδότη για να το δώσει στο Δικαστήριο ούτε από πόσες πηγές γνώριζαν. Επανέλαβε βέβαια ότι αυτές έτυχαν αξιολόγησης από τις υπηρεσίες που τις περισυνέλλεξαν. Ως σημείωσε από την εκτέλεση των ενταλμάτων έρευνας ειδικά για τον 4ο ύποπτο καταδείχθηκε το βάσιμο των πληροφοριών, εφόσον παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια πλέον ένα χρηματικό ποσό ύψους €160.
- Για το κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία ότι πράγματι διαπράχθηκαν τα αδικήματα που διερευνώνται ανέφερε ότι το ανακριτικό έργο είναι υπό εξέλιξη, καλύπτει όλη την περίοδο από το 2019 και αυτά διερευνώνται στην ολότητα τους και για όλους τους υπόπτους. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει προσωπικές περιστάσεις του 4ου υπόπτου. Ως προς το ποιες ενέργειες της Αστυνομίας θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα, ανέφερε ότι κάθε υπόθεση είναι ξεχωριστή και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενέργειες που έγιναν μέχρι στιγμής είχαν προτεραιότητα. Για τη διενέργεια τους χρησιμοποιήθηκε όλος ο χρόνος από τις 04.09.23 μέχρι την 20.10.23 από τον ίδιο και μόνο. Για τυχόν πρόσθετο προσωπικό, αυτό θα εξαρτηθεί και από το αποτέλεσμα της υπό κρίση υπόθεσης. Θα χρησιμοποιηθεί, ως ανέφερε, ο ανώτατος διαθέσιμος αριθμός για να δημιουργηθεί ομάδα, τον οποίο όμως δεν μπορούσε να προσδιορίσει εφόσον εξαρτάται και από την πορεία και εξέλιξη του ανακριτικού έργου. Για το κατά πόσο μπορεί ο 4ος ύποπτος να επηρεάσει το ανακριτικό έργο που περιγράφει στον όρκο του (πλην δηλ. του τεκμηρίου 1) ανέφερε ότι καταζητούνται πρόσωπα και τεκμήρια τα οποία από τυχόν απόλυση του υπόπτου να επηρεαστούν. Για τα καταζητούμενα πρόσωπα δεν μπορούσε να γνωρίζει αν βρίσκονται στην Κύπρο ούτε και κατά πόσο θα τους εντοπίσουν σε 8 μέρες. Δεν είχε διαθέσιμα τα ονόματα των έξι αλλοδαπών από τους οποίους θα ληφθούν καταθέσεις και οι οποίοι εργάζονταν στο υποστατικό «ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Market». Τα πρόσωπα αυτά αν και είχαν οδηγηθεί στην αστυνομία Πάφου αυτό έγινε για την εξέταση του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης αλλά θα κληθούν για να ληφθούν από αυτούς καταθέσεις για τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Όσον αφορά τις καταθέσεις από το οικογενειακό περιβάλλον των υπόπτων ανέφερε ότι οι δέκα με δεκαπέντε καταθέσεις είναι ενδεικτικός αριθμός. Για τις καταθέσεις από άτομα συριακής καταγωγής ανέφερε ότι δεν θα περιοριστούν στο χωριό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Στο υπόλοιπο μέρος της αντεξέτασης του ανέφερε ότι όλες οι ενέργειες που έγιναν αφορούσαν όλους τους υπόπτους. Διαφώνησε ότι υπήρχε αρκετός χρόνος από την 04.09.2023 να λάβει καταθέσεις από ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Εξήγησε ότι οι 8ος και 10ος ύποπτοι δεν εμπλέκονται στο σύστημα πληρωμών Hawala. Οι 68 καταθέσεις που θα ληφθούν αφορούν όλους τους υπόπτους και δεν λήφθηκαν μέχρι σήμερα γιατί έγιναν κάποιες άλλες προεργασίες. Κατά τη θέση του τα όσα προέκυψαν από την εκτέλεση των ενταλμάτων έρευνας και τα τεκμήρια που έχουν ληφθεί καταδεικνύουν ότι οι πληροφορίες είναι επιβεβαιωμένες και στοχευμένες. Διαφώνησε ότι δεν υπάρχει εύλογη υποψία για αναγκαιότητα της κράτησης των υπόπτων αρ.8 και αρ.10, όπως επίσης και το ότι δεν θα επηρεάσουν το ανακριτικό έργο. Σε ότι αφορά τον 9ο ύποπτο πρόσθεσε ότι αφ' ης στιγμής συνεργάζεται με τον 1ο καταζητούμενο, αυτή αφορά αποκλειστικά παράνομες δραστηριότητες. Το είδος της συνεργασίας θα διαφανεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και ο μέχρι στιγμής ρόλος του στο φερόμενο κύκλωμα είναι άγνωστος. Οι πληροφορίες σε σχέση με το εν λόγω πρόσωπο διαβιβάστηκαν από τον Αύγουστο του 2023 και αναφέρονται σε σημείωμα που όμως παραλήφθηκε στις 04.09.2023 από το Αρχηγείο της Αστυνομίας και όχι από τον Αύγουστο. Διαφώνησε για το αόριστο των πληροφοριών που υφίστανται για τον 9ο ύποπτο. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις θέσεις του και δεν θεωρώ ότι από την αντεξέταση έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του. Άλλο είναι βέβαια αν από τα όσα ανέφερε και από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του μάρτυρα δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους για αγορεύσεις. Ο κος Παπαγεωργίου με αναφορά του σε νομολογία εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Αστυνομία πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για το χρόνο τον οποίο ζητείται στον όρκο. Αντίθετη βέβαια ήταν η θέση όλων των συνηγόρων υπεράσπισης οι οποίοι ανέφερε ότι κανένα απολύτως κριτήριο δεν πληρείται. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσαν σε απάντηση του μάρτυρα ως προς τη διάπραξη των αδικημάτων με αυτόν να αναφέρει ότι αυτά βρίσκονται υπό διερεύνηση. Η αναφορά του αυτή ως εισηγήθηκαν θα πρέπει να οδηγήσει χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο σε απόρριψη της αίτησης. Χαρακτήρισαν τη μαρτυρία που δόθηκε ως γενικόλογη και αόριστη και ως προερχόμενη από ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες οι οποίες ήταν εν πάση περιπτώσει στη διάθεση της αστυνομίας από το
- Για αυτές δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το πως ελέγχθηκε η αξιοπιστία τους και δεν έγινε οποιαδήποτε διαβάθμιση τους. Δεν θα πρέπει, ως εισηγήθηκαν να θεωρηθεί ότι ήρθαν σε γνώση της Αστυνομίας όταν αυτές διαβιβάστηκαν στο ΤΑΕ (Ε) του Αρχηγείου αλλά δεδομένου ότι η Αστυνομία είναι ένα ενιαίο σώμα, όφειλαν να ενεργούσαν επ' αυτών από το έτος εκείνο. Ανέφεραν ότι ακόμα και από την 04.09.2023 να θεωρηθεί ότι όφειλε να ενεργήσει η Αστυνομία το γεγονός ότι παρήλθαν 50 περίπου μέρες χωρίς να ληφθεί ούτε μια κατάθεση φανερώνει την αδυναμία στοιχειοθέτησης εύλογης υπόνοιας για τη διάπραξη των φερόμενων αδικημάτων για τα οποία ζητείται η κράτηση, και συνεπώς ο χρόνος που έχει παρέλθει δεν έχει αξιοποιηθεί σωστά. Εισηγήθηκαν ακόμα ότι δεν υπάρχει ούτε και πληροφορία ότι τα εν λόγω πρόσωπα διέπραξαν οτιδήποτε από τα φερόμενα αδικήματα ή με ποιο τρόπο συνδέονται με αυτά σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, και κατά προέκταση απουσιάζουν τα οποιαδήποτε ενοχοποιητικά στοιχεία επί των οποίων οι πληροφορίες βασίζονται. Επεσήμαναν ότι οι αναφορές του μάρτυρα σε προηγούμενες καταδίκες ορισμένων εκ των υπόπτων έγιναν για σκοπούς εντυπωσιασμού ενώ ειδικότερα στην περίπτωση του 3ου ύποπτου δεν αποκαλύφθηκε ότι το πρόσωπο αυτό αθωώθηκε εν τέλει από τις κατηγορίες που του προσάφθηκαν. Όσον αφορά τα τεκμήρια 2 και αρ.3 ανέφερε ότι πρόκειται απλώς περί μηνυμάτων από άλλες υπηρεσίες της αστυνομίας και όχι για «πληροφορία» για την οποία πρέπει να υπάρχει ειδικό έντυπο. Τέλος εισηγήθηκαν ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε αναγκαιότητα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εφόσον η αστυνομία αδράνησε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα Είναι υπόψιν του Δικαστηρίου ότι έχει λεχθεί καθώς και η νομολογία που με έχουν παραπέμψει οι δυο πλευρές. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το καθετί που αναφέρθηκε από τους συνηγόρους. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης, περιέχεται στο άρθρο 24 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι πρόνοιες του οποίου πρέπει να διαβάζονται και ερμηνεύονται υπό το φως των προνοιών του Άρθρου 11 του Συντάγματος, καθώς επίσης και του Άρθρου 5
(1)(γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε το 1962 με το Νόμο 39/62. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ατόμου χάριν των αστυνομικών ανακρίσεων, συγκεφαλαιώνονται στην υπόθεση Stamataris v Police
(1983)2 C.L.R. 107 και αντανακλούνται σε μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως η Aeroporos & Another v Police
(1987)2 C.L.R. 232, Khoury v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 56, Συμιλλίδης v Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1997)2 ΑΑΔ 160 και Συμιλλίδης v Αστυνομίας (Αρ. 2)
(1997)2 ΑΑΔ 165, Δημητριάδης v Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 312, Πέτρου κ.α. ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679, Χ. Αγαθοκλέους ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 7, Άνκα Ζαφίροβα ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 284, Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 375, Ποιν. Εφ. 181/2013 κ.α., Τσακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 396, Ποιν. Εφ. 7650 Βενιζέλος Ζανέτου κ.α. ν Αστυνομίας, ημερ. 10.10.2013, Αριστοδήμου κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 196/2014 κ.ά., ημερ. 25 Σεπτεμβρίου 2014 και Χρίστος Χριστοδουλίδης ν. Αστυνομίας ημερ. 15/02/2018 Π.Ε 206/2016 Οι αρχές αυτές συνίστανται στο ότι το βάρος είναι στην Αστυνομία να αποδείξει ότι:
- Υπάρχει μαρτυρία που να αποκαλύπτει τη διάπραξη κάποιου αδικήματος.,
- Υπάρχει μαρτυρία που να δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι ο ύποπτος συνδέεται με αυτά,
- Υπάρχει ανακριτικό έργο που δεν συμπληρώθηκε, και
- Η απόλυση του υπόπτου είναι δυνατό να επηρεάσει τις ανακρίσεις, όπως π.χ. τη μαρτυρία ή την εξαφάνιση τεκμηρίων ή η κράτηση του να είναι αναγκαία για διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων Οι πιο πάνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πρώτο, ότι οι υπόνοιες της αστυνομίας είναι γνήσιες και ειλικρινείς και ότι η κράτηση του υπόπτου δεν επιδιώκεται για αλλότριους σκοπούς και δεύτερο, ότι οι υποψίες είναι εύλογες, έχοντας υπόψη τα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση των αστυνομικών αρχών (Khoury v Police [1989] 2 C.R.L. 56). Όπως υποδεικνύεται στην Συμιλλίδης ν Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 6331, ημερ. 06.06.1997: «Περί υπονοιών ο λόγος. Ό,τι αποτιμάται, στο στάδιο της αίτησης για προσωποκράτηση, δεν είναι η αποδεικτική αξία των στοιχείων ή η δραστικότητά τους και αν αυτά συνθέτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Όπως καθορίζει η νομολογία, κριτήριο είναι το εύλογο της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα.» Περαιτέρω στην Τσακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 396 αναφέρονται τα εξής: «Να επαναλάβουμε για πολλοστή φορά, πως η διαδικασία, σαν αυτή που εξετάζουμε, αφορά συγκεκριμένο θέμα: αν δηλαδή στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύεται εύλογη υπόνοια, ότι ο καθ' ου ενέχεται στο υπό διερεύνηση αδίκημα, στη συγκεκριμένη περίπτωση της παράνομης κατοχής περιουσίας. Το Δικαστήριο, εφόσον διαπιστώσει το πιο πάνω βασικό και ουσιαστικό στοιχείο, προχωρεί να εξετάσει αν για τη συμπλήρωση των ανακρίσεων είναι αναγκαία η κράτηση του καθ' ου. Και ανάλογα με το περιεχόμενο των ανακρίσεων, και την πορεία τους, ποιο είναι τα απαραίτητο χρονικό διάστημα της κράτησης. Επίσης, και τούτο αποφασίζεται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κατά πόσο το αίτημα της Αστυνομίας γίνεται καλόπιστα. Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται η διαδικασία για αλλότριους σκοπούς, όπως π.χ η ταλαιπωρία κάποιου ανθρώπου». Αντικείμενο της διαδικασίας προσωποκράτησης είναι η διακρίβωση της γνησιότητας και του εύλογου των υπονοιών των αστυνομικών αρχών για τη συμμετοχή ή σύμπραξη του υπόπτου στην διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων εξού και ως αναφέρθηκε και στην Δημητριάδης v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 6361 ημερ. 31.7.97 τα επίδικα θέματα αίτησης για προσωποκράτηση πρέπει να περιορίζονται στην γνησιότητα και το εύλογο των υπονοιών της Αστυνομίας και την αναγκαιότητα της κράτησης για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων. Δεν αξιολογούνται στο στάδιο αυτό η μαρτυρία και η αποδεικτική της αξία ή η δραστικότητά της, ούτε εάν όντως οι ύποπτοι έχουν διαπράξει τα αδικήματα ή όχι (βλ. Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας ανωτέρω, Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 7907, ημερ. 12.4.2005, και άλλες). Στοιχεία μη συμπερασματικά αφ' εαυτών για τη δημιουργία εύλογης υπόνοιας, εφόσον σχετίζονται με την έρευνα, μπορεί να συνεκτιμηθούν με άλλα, και αθροιστικά αποτιμούμενα να οδηγήσουν σε συμπεράσματα στα οποία δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν μεμονωμένα. Δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας που να αποδεικνύει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε μαρτυρία που να καταδεικνύει σε οποιονδήποτε άλλο βαθμό και επίπεδο τη σύνδεση του υπόπτου με τη διάπραξη των αδικημάτων (βλ. Στέλλα Λουκαΐδου Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 375). Στη Νικολαΐδης ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 551, το διάταγμα ανανέωσης προσωποκράτησης ακυρώθηκε, αφού η μαρτυρία ήταν γενική και αόριστη και τα αδικήματα που τελούσαν υπό διερεύνηση δεν συγκεκριμενοποιούνταν. Όπως το θέμα τέθηκε στην Aeroporos and Another v Police [1987] 2 C.L.R. 232: «Η έννοια της "εύλογης υποψίας" δεν θα μπορούσε να επεκταθεί ώστε να σημαίνει την διάπραξη του αδικήματος γιατί θα ήταν παράλογο για τους σκοπούς της διαδικασίας προσωποκράτησης να απαιτείται ο προσδιορισμός και η απόδειξη του αδικήματος εφόσον αυτός είναι ο σκοπός της ανάκρισης .. Εύλογη υποψία σημαίνει ότι υπήρχαν λόγοι για να υποψιάζεται κάποιος». Σε περίπτωση που η αίτηση της Αστυνομίας αφορά σε περισσότερα αδικήματα ή και σε περισσότερους υπόπτους, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν οφείλει να προβεί σε ξεχωριστή σύνδεση εκάστου των υπόπτων με έκαστο από τα αδικήματα, ούτε και ενδείκνυται μικροσκοπική εξέταση κάθε αδικήματος ξεχωριστά (βλ. Ζανέτου κ.α v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 181/2013, σχετ. με 182/2013 και 183/2013 ημερ. 10/10/2013). Το ποια τελικά είναι η πραγματική διάσταση των πραγμάτων και εάν υπάρχει μαρτυρία που να μπορεί να στοιχειοθετήσει αδικήματα, είναι κάτι που θα διαπιστωθεί μέσα από τις έρευνες της Αστυνομίας, λόγος για τον οποίον, ακριβώς, ζητείται η κράτηση. Νοείται ότι, η απλή διατύπωση υπονοιών, όσο καλόπιστες και εάν είναι, εντελώς θεωρητικές ή υποθετικές και χωρίς ενοχοποιητικά στοιχεία δεν αρκεί. Από τη μια εξισορροπείται η αναγκαιότητα για προστασία της ελευθερίας του ατόμου, και από την άλλη η παροχή λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές αρχές να διαλευκάνουν αποτελεσματικά το έγκλημα. Όπως λέχθηκε στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 495 ημερ. 30.12.1998 (υπογράμμιση δική μου): «Η πίστη των Αστυνομικών αρχών, ως προς την ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα πρέπει να είναι καλοπροαίρετη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αστυνομικές αρχές έδωσαν, όπως κατατέθηκε, πίστη στην πληροφορία που πήραν. Η παρατήρηση που θέλουμε να κάνουμε είναι ότι δεν πρέπει να δίδεται αβασάνιστα πίστη σε πληροφορίες, μη θεμελιωμένες σε ενοχοποιητικά γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, η καλόπιστη υπόνοια και μόνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση. Η υπόνοια πρέπει να είναι εύλογη. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα, όπως επισημάναμε στη Stamataris v Police
(1983)2 CLR 107 σελ. 113, «εάν μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας εύλογα συνδέει τον ύποπτο με τη διάπραξη του εγκλήματος υπό διερεύνηση». Όπως εξηγήσαμε στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, δεν αξιολογείται στο στάδιο της πρωσοποκράτησης η αποδεικτική αξία των στοιχείων στη διάθεση της Αστυνομίας ή η δραστικότητά τους. Ό,τι εξετάζεται είναι το εύλογο, υπό το φως των στοιχείων, της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα. Δεν δημοσιοποιούνται οι καταθέσεις στα χέρια της Αστυνομίας, όπως υπέδειξε το Εφετείο στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, γεγονός που «είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσει ή να εξουδετερώσει για ευνόητους λόγους το σκοπό της αστυνομικής ανάκρισης». Πρέπει, όμως, τα στοιχεία αυτά να υπάρχουν και σ' αυτά να θεμελιώνεται το αίτημα της Αστυνομίας. Σε ότι αφορά το «γνήσιο» της υποψίας, αυτή δεν πρέπει να αναδύεται από κατάχρηση εξουσίας ή να προσβλέπει προς μια τέτοια κατεύθυνση, σε κράτηση για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους επιτρέπεται τέτοιου είδους περιορισμός της ελευθερίας. Αναφορικά με την αναγκαιότητα της κράτησης, το ζήτημα εξετάζεται σε συνάρτηση με τη φύση του ανακριτικού έργου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί κίνδυνος επηρεασμού είτε μαρτύρων είτε καταστροφής τεκμηρίων η εν γένει οιοσδήποτε επηρεασμός, τότε δικαιολογείται η κράτηση. Δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί με μαρτυρία ότι πράγματι οι ύποπτοι ήδη επηρέασαν ή προσπάθησαν να επηρεάσουν μάρτυρες ή να καταστρέψουν τεκμήρια. Κριτήριο αποτελεί το κατά πόσον ενυπάρχουν πιθανοί κίνδυνοι και εύλογος δικαιολογημένος φόβος να επηρεαστεί το ανακριτικό έργο (βλ. Πέτρου κ.α ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679). Αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της κράτησης, αυτή μπορεί να συναρτηθεί άμεσα και μόνον με το εναπομείναν ανακριτικό έργο. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τον όγκο του εναπομείναντος έργου και το είδος των ανακριτικών πράξεων. Αυτό, όμως, όχι προς ελάττωση της υποχρέωσης των ανακριτικών αρχών για ταχεία διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου, που θα οδηγήσει στο ξεκαθάρισμα της θέσης των υπόπτων. Είναι καθήκον της Αστυνομίας να περατώσει το ανακριτικό έργο το συντομότερο δυνατό. Εκτίμηση Δικαστηρίου Έχω διέλθει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και έχω λάβει υπόψιν μου ότι αναφέρθηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, από τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέτασή του, αλλά και από τα όσα περιέχονται στα τεκμήρια 2 και 3 δημιουργείται εύλογη υποψία ότι έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση. Ως αναφέρεται στον όρκο του μάρτυρα από τον Ιούνιο του 2019 μέχρι και πρόσφατα υπήρχε σποραδική ροή πληροφοριών για τους υπόπτους και τα καταζητούμενα πρόσωπα των οποίων γινόταν αξιολόγηση, ανάλυση και προσπάθεια αξιοποίησης της κάθε πληροφορίας. Αυτές διαβιβάζονταν στην ΥΑΜ από συνεργαζόμενες υπηρεσίες της Αστυνομίας και η, παράνομη ως χαρακτηρίζεται, δράση των υπόπτων επιβεβαιώθηκε μέσω των συνεντεύξεων που λήφθηκαν από τους παράτυπους μετανάστες που έφθασαν παράνομα στην Κύπρο από μη ελεγχόμενα σημεία. Τα πρόσωπα αυτά ανέφεραν ότι κατέβαλαν συγκεκριμένα ποσά για τη εν λόγω μεταφορά τους, αποτεινόμενοι στο υπό αναφορά παράνομο κύκλωμα. Στο στάδιο της προσωποκράτησης δεν αξιολογείται, ως είναι θεμελιωμένο, η μαρτυρία. Η υπόθεση Αριστοτέλους ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 225, δεν εφαρμόζεται στα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης. Εκεί το εκδοθέν διάταγμα προσωποκράτησης ακυρώθηκε καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο συνάρτησε την απόφασή του κυρίως με τη διερεύνηση αδικημάτων άλλων από εκείνα για τα οποία είχε συλληφθεί ο εκεί εφεσείων. Δεν πρόκειται περί τούτου στην υπό κρίση περίπτωση. Η δε αναφορά του μάρτυρα της αστυνομίας ότι «θα διερευνηθούν τα αδικήματα» δεν ισοδυναμεί με παραδοχή ότι δεν υφίσταται μαρτυρία για εύλογη υποψία διάπραξης των αδικημάτων. Στην Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 375) ο μάρτυρας είχε ερωτηθεί: «Ε. Υπάρχουν δηλαδή συμφωνάς μαζί μου υποψίες ότι διαπράχθηκε αδίκημα;» Με αυτόν να απαντά: « Α. Μα γι' αυτό εξετάζουμε την υπόθεση δεν τη δικάζουμε.» Είμαι, συνεπώς, της άποψης ότι στη βάση των πιο πάνω, η Αστυνομία εξετάζει υπαρκτά και συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα τα οποία και θα πρέπει να διαλευκάνει. Σε ότι αφορά το κριτήριο της ύπαρξης εύλογης υπόνοιας για σύνδεση των υπόπτων με τα υπό διερεύνηση αδικήματα παρατηρώ τα εξής. Το τεκμήριο αρ.2, προέρχεται από συγκεκριμένη αστυνομική υπηρεσία και καταγράφει πληροφορίες αναφορικά τόσο με τα ύποπτα πρόσωπα όσο και με τα καταζητούμενα. Αυτές φέρουν τα ύποπτα πρόσωπα να συνεργάζονται με τον άλφα ή βήτα τρόπο με τον 1ο καταζητούμενο, και επικεφαλή του κυκλώματος διακίνησης μεταναστών. Διερχόμενος αυτού, παρατηρώ ότι περιέχονται και κάποιες πληροφορίες που προέρχονται από διαφορετική αστυνομική υπηρεσία οι οποίες φαίνεται λήφθηκαν εντός της επίδικης περιόδου μόνο αναφορικά με τον 1ο και 6ο ύποπτο. Τόσο όμως το περιεχόμενο αυτών των πληροφοριών όσο και της συγκεκριμένης υπηρεσίας αναφέρεται στον τρόπο δράσης του κυκλώματος χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε οποιοδήποτε περιστατικό. Για τους δε υπόλοιπους υπόπτους γίνεται μια γενική και αόριστη αναφορά σε εμπλοκή τους στο κύκλωμα αποδίδοντας τους κάποιο ρόλο. Ομοίως και στο τεκμήριο 3 γίνεται μια συνοπτική καταγραφή προσωπικών στοιχείων των υπόπτων χωρίς όμως και πάλι οποιαδήποτε χρονική ή τοπική διασύνδεση με την κατ' ισχυρισμό χρονική περίοδο διάπραξης των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Το πιο εκπληκτικό όμως δεδομένο είναι το εξής. Σύμφωνα με το μάρτυρα της Αστυνομίας ενώ διαβιβάστηκε η περισυλλογή πληροφοριών για τα ύποπτα πρόσωπα όσο και για τους καταζητούμενους, αρχικά στην ΥΑΜ και ακολούθως το 2023 στο ΤΑΕ (Ε) Αρχηγείο, καμία ενέργεια δεν έγινε προς την κατεύθυνση επιβεβαίωσης των πληροφοριών είτε υπό τη μορφή λήψης σχετικής μαρτυρίας είτε να τύχουν διερεύνησης από την ίδια την αστυνομία. Περαιτέρω δεν έχει διευκρινιστεί από ποια πηγή προήλθε η πληροφορία αυτή καθ' εαυτή, αν δηλαδή είναι αποτέλεσμα ερευνών της αστυνομίας ή αν την παρείχε τρίτο πρόσωπο. Ο ίδιος ο μάρτυρας της αστυνομίας δέχθηκε ότι δεν γνώριζε από που αντλήθηκαν οι συγκεκριμένες πληροφορίες ενώ επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πως αυτές επιβεβαιώθηκαν. Στηρίχθηκε αποκλειστικά στο δεδομένο ότι εφόσον το σύνολο τους προήλθε από την αστυνομία έγινε και επιβεβαίωση τους. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Μετά την εν τέλει διαβίβαση των πληροφοριών, στο ΤΑΕ (Ε) Αρχηγείου την 04.09.2023, αντί οι ενέργειες του συγκεκριμένου τμήματος να επικεντρωθούν στη διασφάλιση της εγκυρότητας των πληροφοριών, κρίθηκε προτιμότερο να διεξαχθεί έρευνα για τυχόν προηγούμενες καταδίκες των υπόπτων, τις φορολογικές τους δηλώσεις και την επιβεβαίωση των προσωπικών τους στοιχείων. Με αποτέλεσμα μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης την 23.10.23 να μην υπάρχει ούτε μια κατάθεση στο φάκελο της υπόθεσης. Ήταν εμφανής η δύσκολη θέση που περιήλθε ο μάρτυρας στις σχετικές επίμονες ερωτήσεις των συνηγόρων των υπόπτων, επαναλαμβάνοντας συνεχώς ότι παρέλαβαν, ως Αρχηγείο, το σύνολο ή συμπέρασμα των πληροφοριών στις 04.09.
- Πληροφορίες λοιπόν παραλήφθηκαν και σε πληροφορίες βασίστηκε η υπό κρίση αίτηση, οι οποίες μάλιστα δεν φαίνεται να έχουν καταχωρηθεί σε οποιοδήποτε μητρώο ή να έγινε οποιαδήποτε διαβάθμιση τους όπως επισήμανε και η συνήγορος του 4ου υπόπτου. Απογυμνωμένες πλήρως από οποιαδήποτε ενοχοποιητικά στοιχεία, εφόσον καμία μαρτυρία και κανένα στοιχείο δεν συνδέει τα πρόσωπα αυτά με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Τα όσα ανευρέθηκαν στις οικίες ή υποστατικά ή οχήματα των υπόπτων δεν θεωρώ ότι αποτελούν ενοχοποιητικά στοιχεία. Εξαιρουμένων των υπόπτων αρ.3 και αρ.4 σε όλους τους υπόλοιπους βρέθηκαν μόνο κινητά τηλέφωνα και υπολογιστές. Στην περίπτωση του υπόπτου αρ. 3 βρέθηκε ένα χρηματικό ποσό της τάξης των €2745 και 310 δολάρια Αμερικής το οποίο όχι μόνο δεν έχει εξηγηθεί πως τον διασυνδέει με τα υπό διερεύνηση αδικήματα αλλά επιπρόσθετα θεωρώ ότι δικαιολογείται με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματα του στις αρμόδιες αρχές. Σε ότι αφορά τον 4ο ύποπτο ανευρέθηκε το ποσό των €160.000, ως επίσης και μηχανή μέτρησης μετρητών, τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού €10.000 και αριθμός εγγράφων. Απουσιάζει όμως και στην περίπτωση αυτή οποιαδήποτε διασύνδεση των όσων παραλήφθηκαν με τα όσα διερευνώνται εις βάρος του. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για την καταβολή στο πρόσωπο αυτό ποσών από πρόσωπα που ενδιαφέρονταν, ως αναφέρεται στον όρκο, να εισέλθουν στη Δημοκρατία συγγενικά τους πρόσωπα. Σε κάθε περίπτωση η αξιολόγηση και όποιες περαιτέρω εξετάσεις ήθελε διενεργηθούν επί των όσων έχουν παραληφθεί από την Αστυνομία δεν επηρεάζονται από την έκβαση της παρούσας αίτησης. Κρίνω ότι, υπό το φως των όσων λέχθηκαν στην προμνησθείσα απόφαση στην Ιωάννου ν Αστυνομίας, οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να στηρίξουν «εύλογη υπόνοια σύνδεσης των υπόπτων» κατά τα απαιτούμενα βάσει του άρθρου 24 του Κεφ.
- Διαφορετική προσέγγιση, θα ισοδυναμούσε με την αβασάνιστη αποδοχή μαρτυρίας από πλευράς αστυνομίας για δικαιολόγηση κράτησης στη βάση ύπαρξης πληροφορίας και μόνο. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση των λοιπών κριτηρίων. Η αποτυχία της Αστυνομίας να καταδείξει εύλογη υποψία για τη διασύνδεση των υπόπτων με τα υπό διερεύνηση αδικήματα είναι καταλυτική για την τύχη της αίτησης. Προτού αφήσω την απόφαση μου θεωρώ σημαντικό, έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στην αίτηση, να παραθέσω το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Κάππελου αρ. Υπόθεσης: 13575/03 του Προέδρου του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας (ως ήταν τότε) νυν προέδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Α. Λιάτσου: Η συνταγματική κατοχύρωση ανθρώπινου δικαιώματος και η προστασία του πολίτη [...]είναι αγαθά που τίθενται υπεράνω της εξακρίβωσης της αλήθειας και της αποδοχής στοιχείων μαρτυρίας, τα οποία θα οδηγούσαν, ίσως και από μόνα τους, σε καταδίκη. Το τίμημα της κατοχυρωμένης αυτής προστασίας του πολίτη είναι πιθανόν να λαμβάνει κάποτε τη μορφή αθώωσης αδικοπραγούντων. Είναι τίμημα του οποίου την καταβολή τα οργανωμένα σύνολα, μέσω θεσμικών προβλέψεων, έχουν αποφασίσει να αποδεχθούν. Αντιστάθμισμα αυτού του τιμήματος είναι η προστασία, διατήρηση, επιβολή και υπερίσχυση μείζονος σημασίας αγαθών, όπως αυτού της προσωπικής ελευθερίας. Τα Δικαστήρια πάγια και αταλάντευτα προασπίζονται τη μέγιστη αυτή διαχρονική αξία. Στην προσέγγιση αυτή των Δικαστηρίων καμία επίδραση έχει το ποιόν του ατόμου του οποίου τα ατομικά δικαιώματα παραβιάζονται. Το καθήκον του Δικαστηρίου για επιβολή του Νόμου, όπως ο Νόμος είναι και στα πλαίσια και υπό τους όρους που ο ίδιος ο Νόμος επιτάσσει, είναι κάτω από όλες τις περιπτώσεις απόλυτο και καλύπτει κάθε πρόσωπο: Είτε αυτό είναι αμαρτωλό, είτε άγιο. Εγκληματίας ή αμόλυντος. Κακούργος ή άσπιλος. Οι συνέπειες και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος εκφεύγουν των στενών ορίων συγκεκριμένου ατόμου, καλύπτοντας το δημόσιο συμφέρον γενικότερα. Ο πλήρης σεβασμός στους Νόμους και στα δικαιώματα που αυτοί καθορίζουν, είναι υπέρτατο καθήκον όλων και ιδίως των εντεταλμένων με την εξυπηρέτηση τους οργάνων της Πολιτείας. Η υπέρβαση εξουσίας οδηγεί σε κατάχρηση της και το προσωρινό και περιορισμένο όφελος που προκύπτει από τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι, σε τελική ανάλυση, σαφώς υποδεέστερο και ασύγκριτα λιγότερης αξίας από τη ζημιά που θα υποστεί το κοινωνικό σύνολο από τυχόν επικρότηση, ως αποδεκτής, συμπεριφοράς αντιβαίνουσας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Κατάληξη Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω και με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία, η αίτηση απορρίπτεται. Οι ύποπτοι να αφεθούν άμεσα ελεύθεροι. Τα πρωτότυπα έγγραφα που δόθηκαν από τον ανακριτικό φάκελο στο Δικαστήριο για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής, τεκμήρια 1, 2 και 3, να επιστραφούν στην Αστυνομία, και να αντικατασταθούν με φωτοαντίγραφα. (Υπ.) ............................................... Μ. Μυτίδης Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο