Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. SOUPI CO. TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:7889/2019, 21/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Αρ. Υπόθεσης:7889/2019 Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ Μεταξύ: Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή εναντίον 1. SOUPI CO. TRADING LIMITED 2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 21/06/2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κ. Προδρόμου Γ. Για Κατηγορούμενους: κος Λεοντίου Γ. Κατηγορούμενος αρ.2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά δεκαεννέα
(19)κατηγορίες σχετιζόμενες με αδικήματα παράληψης πληρωμής μισθών, παράνομες αποκοπές μισθών και άρνησης παρουσίασης εγγράφων σε αρμόδιο επιθεωρητή του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων που ζητήθηκαν για σκοπούς διερεύνησης των προαναφερόμενων αδικημάτων, όλες κατά παράβαση του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35(Ι)/
- Το κατηγορητήριο επίσης περιλαμβάνει και μια κατηγορία για παράλειψη αντικατάστασης της περιόδου προειδοποιήσεως με χρηματική αποζημίωση, η οποία εδράζεται στους περί Εργοδοτούμενων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμούς του
- Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, και συγκεκριμένα την 07.12.2022, ενόψει του ότι δεν είχαν εντοπιστεί οι μάρτυρες που θα κατέθεταν αναφορικά με τις κατηγορίες αρ.1, αρ.2, αρ.16 και αρ.17 ο κος Προδρόμου καταχώρησε προφορικά αναστολή ποινικής δίωξης εναντίον των κατηγορούμενων στις εν λόγω κατηγορίες με αποτέλεσμα αυτοί να απαλλαγούν αυτών. Μετά τη διακοπή των πιο πάνω κατηγοριών, η υπόθεση που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι διαμορφώθηκε ως εξής: Α. H κατηγορούμενη αρ.1 ως εργοδότρια και ο κατηγορούμενος αρ. 2 ως συνεργός της (υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής), κατηγορούνται ότι απέκοψαν από το μισθό του Sadak Arif το ποσό των €1.000 καθαρά χωρίς τη συγκατάθεση του (14η και 15η κατηγορία), κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1), 10
(1)(ε) και 20 του Ν.35(Ι)/2007 και του άρθρου 20 του Κεφ.154. Β. Η κατηγορούμενη αρ.1 ως εργοδότρια και ο κατηγορούμενος αρ. 2 ως συνεργός της (υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής) παρέλειψαν να καταβάλουν μισθούς στους εξής τέσσερις εργοδοτούμενους της 1ης κατηγορούμενης («οι παραπονούμενοι»), κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1), και 20 του Ν.35(Ι)/2007 και του άρθρου 20 του Κεφ.154 ως ακολούθως: · Georgiev Martin Evgeniev μισθό ύψους €727 για την περίοδο 01/10/18 - 24/10/18 (3η και 4η κατηγορία). · Nely Kechyan συνολικό μισθό ύψους €831 για την περίοδο 14.09.2018 - 26.10.2018 (6η, 7η, 8η και 9η κατηγορία) · Md Zahirul Islam συνολικό μισθό ύψους €1600 για την περίοδο 01.09.2018 - 29.10.2018 (10η, 11η, 12η και 13η κατηγορία) Γ. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, και ο κατηγορούμενος αρ.2 ως διευθυντής της παρέλειψαν να παρουσιάσουν στο επαρχιακό γραφείο Εργασιακών Σχέσεων καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής των εργοδοτουμένων της 1ης κατηγορούμενης, όπως τους είχε ζητηθεί να το πράξουν (18η και 19η κατηγορία), κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 17, 20
(4)(γ) του Ν.35(Ι)/
- Δ. Η κατηγορούμενη αρ.1 παρέλειψε να καταβάλει στον Georgiev Martin Evgeniev χρηματική αποζημίωση αντί προειδοποίησης και συγκεκριμένα ποσό ύψους €277 το οποίο αντιστοιχεί στις 8 μέρες προειδοποίηση που δικαιούτο (5η κατηγορία) Αμέσως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από κοινού και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: α) η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι νομότυπα εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, β) Ότι ο κατηγορούμενος αρ.2, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης
- γ) Οι παραπονούμενοι που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αρ.1 - 17 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούμενοι της κατηγορούμενης αρ.1 και δ) Κατά τον ουσιώδη χρόνο η κατηγορούμενη αρ.1 λειτουργούσε και διαχειριζόταν το εστιατόριο «Othellos Restaurant» το οποίο βρίσκεται στο Δήμο Πέγειας της επαρχίας Πάφου. Για τα πιο πάνω, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή, κάλεσε έξι μάρτυρες ήτοι την Κ. Παναγιώτου λειτουργό του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων (ΜΚ.1), τους παραπονούμενους MD Zahirul Islam (MK.2), Georgiev Martin (MK.3), Sadak Arif (ΜΚ.4), Nelly Kechyan (ΜΚ.5) και το λειτουργό των κοινωνικών ασφαλίσεων κος Χαραλάμπους Χαράλαμπο (ΜΚ.6) Μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους, αυτοί επέλεξαν, ως ήταν δικαίωμα τους, η μεν κατηγορούμενη 1 να τηρήσει σιωπή, ο δε κατηγορούμενος 2 να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Μαρτυρία ΜΚ.1 Η Μ.Κ1 ετοίμασε γραπτή κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Αφού αναφέρει τη θέση που κατέχει και τη φύση των καθηκόντων της, στη συνέχεια δηλώνει ότι στις 05.10.2018 υποβλήθηκε παράπονο στο τμήμα που εργάζεται από τον Golam Hayder, ο οποίος εργαζόταν ως barman στο εστιατόριο «Othellos Restaurant» (εφεξής «το εστιατόριο») από 01.04.2018 μέχρι την 22.06.
- Αυτό εδραζόταν στο ότι η εργοδότρια εταιρεία (κατηγορούμενη αρ.1) του οφείλει υπόλοιπο μισθού ύψους €
- Επιπλέον υποβλήθηκε παράπονο από τον Georgiev Martin Evgeniev ο οποίος εργαζόταν ως μάγειρας στο εστιατόριο από το Μάρτιο του 2018 μέχρι την 24.10.2018 και συγκεκριμένα ότι η κατηγορούμενη αρ.1 του τερμάτισε την απασχόληση του χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να του καταβάλει το μισθό του για την περίοδο από 01.10.2018 μέχρι 24.10.
- Ζητούσε δε αποζημίωση για περίοδο προειδοποίησης 8 ημερών. Τρίτο παράπονο υποβλήθηκε από τη Nelly Kechyan η οποία εργαζόταν ως καθαρίστρια στο εστιατόριο από τις 14.03.2018 μέχρι τις 26.10.
- Στο γραπτό παράπονο που υπέβαλε ισχυρίστηκε ότι δεν της έχει καταβληθεί μισθός για την περίοδο από 14.09.2018 μέχρι 26.10.
- Ακολούθως, στις 6.11.2018 υποβλήθηκε παράπονο από τον MD Zahirul Islam που εργαζόταν ως barman στο εστιατόριο σύμφωνα με το οποίο η κατηγορούμενη αρ.1 του οφείλει δυο μηνών μισθούς ήτοι για το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του
- Η επικοινωνία με τον κατηγορούμενο αρ.2 έγινε εφικτή περί τον Απρίλιο του 2019 όταν η μάρτυρας μαζί με κάποια άλλη λειτουργό Έφη Ιακώβου επισκέφθηκαν το χώρο του εστιατορίου, όπου και του παρέδωσαν δια χειρός γραπτή επιστολή. Σε αυτή γίνεται αναφορά στους ισχυρισμούς και παράπονα των παραπονούμενων ενώ την ίδια ώρα καλείται η κατηγορούμενη αρ.1 όπως προσκομίσει στοιχεία και αποδεικτικά για την καταβολή ή όχι των οφειλόμενων τους. Ο κατηγορούμενος αρ.2 δέχθηκε την ύπαρξη κάποιων οφειλών και δεσμεύτηκε να τις τακτοποιούσε με το άνοιγμα του εστιατορίου. Ακολούθησαν άλλα δυο παράπονα στο Γραφείο του κατήγορου. Το πρώτο από τον Sadak Arif, ο οποίος εργαζόταν ως λαντζέρης από την 06.03.2019 μέχρι την 09.05.2019 και ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη αρ.1 του οφείλει μισθό €
- Το δεύτερο υποβλήθηκε από τον Boyan Stoychev, ο οποίος εργαζόταν ως μάγειρας από την 05.04.2019 μέχρι την 05.05.2019 και ισχυρίστηκε ότι είχε να λαμβάνει μισθό €1.
- Ο κατηγορούμενος αρ.2 επισκέφθηκε το τμήμα εργασιακών σχέσεων (Τ.Ε.Σ) την 29.05.2019 για να παρουσιάσει στοιχεία για άλλη εκδικαζόμενη και παρόμοια υπόθεση στο Δικαστήριο, όμως μέχρι σήμερα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία για την υπό εκδίκαση υπόθεση, ούτε και κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στους παραπονούμενους. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 έντυπο υποβολής παραπόνου με επισυνημμένο εσωτερικό σημείωμα και χειρόγραφη βεβαίωση που φέρει τη σφραγίδα της κατηγορούμενης αρ.1 και κάποια υπογραφή. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήρια 3Α - 3Δ, δυο έντυπα υποβολής παραπόνου από τον Georgiev Evgeniev, έντυπο βεβαίωσης ημερομηνίας 30.10.2018 και εσωτερικό σημείωμα, αντίστοιχα. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 4Α - 4Γ, το έντυπο υποβολής παραπόνου της Nelly Kechyan μ αντίγραφο εντύπου έναρξης απασχόλησης και εσωτερικό σημείωμα. Επιπρόσθετα κατατέθηκε το έντυπο υποβολής παραπόνου για τον MD Zahirul Islam και εσωτερικό σημείωμα ως Τεκμήρια 5Α και 5Β αντίστοιχα. Στη συνέχεια η μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφο της επιστολής που παρέδωσε με την κα Ιακώβου στον κατηγορούμενο αρ.2, περί τον Απρίλιο του 2019, ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήρια 7Α - 7Γ κατατέθηκαν το έντυπο υποβολής παραπόνου του Sadak Arif, αντίγραφο εντύπου έναρξης απασχόλησης του και εσωτερικό σημείωμα. Τέλος ως Τεκμήρια 8Α - 8Γ κατατέθηκαν το έντυπο υποβολής παραπόνου αναφορικά με τον Boyan Stoychev, αντίγραφο εντύπου έναρξης απασχόλησης, και εσωτερικό σημείωμα. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της η ΜΚ.1 ανέφερε ότι όσες φορές συνομίλησε με τον κατηγορούμενο αρ.2, ο τελευταίος ζητούσε χρόνο να τακτοποιήσει τις οφειλές και έλεγε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που μπορούσε να προσκομίσει. Αυτό έγινε στις 29.05.2019, όταν επισκέφθηκε το γραφείο που εργαζόταν η μάρτυρας. Όμως στη συνέχεια και πολύ αργότερα, προσκομίστηκαν κάποια έγγραφα από τον κατηγορούμενο αρ.
- Επρόκειτο για «κάρτες πληρωμής υπαλλήλου» και αντίγραφα αποδείξεων. Αυτά κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως εξής: · Κάρτα πληρωμής του Zahirul Islam ως Τεκμήριο 9 · Κάρτα πληρωμής του Golam Hayder ως Τεκμήριο 10 · Αντίγραφο απόδειξης ημερ. 05.05.2019 στο όνομα Boyan Stoychev ως Τεκμήριο 11 · Αντίγραφο απόδειξης στο όνομα Neli Kechyan ημερ. 31.10.2019 ως Τεκμήριο 12 · Αντίγραφο απόδειξης στο όνομα Martin Georgiev ημερ. 31.10.2018 ως Τεκμήριο 13 και · Κάρτα πληρωμής του υπαλλήλου Sadar Arif ως Τεκμήριο
- Κατά τη θέση της μάρτυρος τα τεκμήρια 9 έως και 14 δεν είναι ικανοποιητικά καθότι είναι ελλιπή και δεν περιλαμβάνουν τα ελάχιστα που προνοεί ο περί Προστασίας των Μισθών Νόμος στο άρθρο
- Ως προς τη διαδικασία συμπλήρωσης των εντύπων παραπόνων, όταν, όπως στην προκείμενη περίπτωση, οι παραπονούμενοι είναι αλλόγλωσσοι, ανέφερε ότι σε αρχικό στάδιο αξιολογείται από τους λειτουργούς κατά πόσο αυτοί αντιλαμβάνονται την αγγλική γλώσσα, και σε περίπτωση που αυτό συμβαίνει τότε, καταγράφεται το παράπονο, και αφού επεξηγηθεί από τα ελληνικά στα αγγλικά, εφόσον συμφωνεί ο παραπονούμενος το υπογράφει. Στη συνέχεια αυτό καταχωρείται στα ελληνικά τις πλείστες φορές. Αναφερόμενη στην 5η κατηγορία είπε ότι ο παραπονούμενος που αναφέρεται εκεί διεκδίκησε την καταβολή αποζημίωσης έναντι 8 ημερών προειδοποίησης συμφώνως των προνοιών του Νόμου περί Κέντρων Αναψυχής. Μέχρι σήμερα δεν υπήρξε κάποια συμμόρφωση σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι κατά την υποβολή ενός παραπόνου δεν υπάρχει δυνατότητα διασταύρωσης λεπτομερειών και απλά γίνεται καταγραφή του παραπόνου. Στη συνέχεια, όταν η υπόθεση δοθεί σε επιθεωρητή τότε αυτός μπορεί να ελέγξει κάποια στοιχεία με τον παραπονούμενο και να τα επιβεβαιώσει με αυτά που αναφέρθηκαν κατά την προκαταρκτική υποβολή του παραπόνου. Δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση στο σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων την ώρα που γίνεται καταγραφή του παραπόνου για να γίνει επιβεβαίωση, όμως στην πορεία ζητείται από τον ίδιο τον παραπονούμενο να προσκομίσει στοιχεία από την εν λόγω υπηρεσία, αναλόγως της περίπτωσης. Πρόσφατα δόθηκε δυνατότητα πρόσβασης του τμήματος της στο σύστημα αυτό. Ειδικότερα στην περίπτωση του Hayder προσκομίστηκε βεβαίωση ότι είχε εργοδοτηθεί στην κατηγορούμενη αρ.2 με μισθό €1.000 (3η σελ. του τεκμηρίου 2). Γενικότερα, μπορεί οποιοσδήποτε παραπονούμενος, ακόμα και μέσω του διαδικτύου, να υποβάλει το παράπονο του και στην πορεία να εξεταστούν τα στοιχεία σε αντιπαράθεση με αυτά που θα προσκομίσουν οι εργοδότες. Αρνήθηκε υποβολή ότι ως επιθεωρήτρια δεν ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 16.2 του Ν.35(Ι)/
- Οι πλείστοι, αν όχι όλοι των παραπονούμενων υπέβαλαν παράπονο και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για μη καταβολή των ανάλογων εισφορών. Επέμενε στη θέση της ότι με τον κατηγορούμενο αρ.2 επικοινώνησαν πολλές φορές τηλεφωνικά, πήγαν στην επιχείρηση του με την κα Ιακώβου, όταν αυτή άνοιξε, και δεν ήταν σε θέση τότε να τους παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία. Για το τεκμήριο 2 ανέφερε ότι είναι λανθασμένη, λόγω τυπογραφικού λάθους, η αναγραφόμενη ημερομηνία παραλαβής του στο κάτω μέρος της 1ης σελίδας, και σωστή είναι αυτή που αναγράφεται στη σφραγίδα του τμήματος της, δηλ. η 05.10.
- Από εκείνη την ημερομηνία έγιναν προσπάθειες μόνο για τηλεφωνική επικοινωνία και δεν στάλθηκε κάποια επιστολή, πέραν αυτής που δόθηκε ιδιοχείρως στον κατηγορούμενο αρ.2 τον Απρίλιο του
- Του δόθηκε αρκετός χρόνος και δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία. Διαφώνησε με τη θέση του κου Λεοντίου ότι δεν ρωτήθηκαν τα αυτονόητα στους παραπονούμενους. Για τους παραπονούμενους Soychev και Arif δεν δόθηκε άλλη επιστολή, όμως ενημερώθηκε από την ίδια ο κατηγορούμενος αρ.2 κατά την προσέλευση του στο γραφείο της για άλλη υπόθεση που τον αφορούσε. Ουδέποτε αρνήθηκε ότι όφειλε να καταβάλει τα δεδουλευμένα των παραπονούμενων και κάθε φορά ζητούσε να του δοθεί χρόνος να ανοίξει το εστιατόριο. Στην υποβολή ότι η πρώτη φορά που έλαβαν γνώση οι κατηγορούμενοι για τα παράπονα ήταν όταν υπέγραψε την παραλαβή της επιστολής (τεκμήριο 6) η κα Παναγιώτου, συμφώνησε ότι αυτό ίσχυε για το πότε υποβλήθηκαν τα παράπονα στο γραφείο της, ενώ παρέπεμψε στη μαρτυρία των παραπονούμενων ως προς το πότε του ανέφεραν ότι ήθελαν τα οφειλόμενα τους. Ερωτώμενη για το κατά πόσο φαίνεται επί των τεκμηρίων 2 έως και 8 αν έγινε επεξήγηση του περιεχομένου των εντύπων παραπόνων στους παραπονούμενους, όντες αλλοδαποί, απάντησε ότι από τη στιγμή που υπογράφηκαν από αυτούς σημαίνει ότι τους είχαν επεξηγηθεί. Αυτό γίνεται στην αγγλική γλώσσα εφόσον αντιληφθούν ότι την ομιλούν και αντιλαμβάνονται. Διαφορετικά μπορούν να φέρουν οι ίδιοι κάποιο πρόσωπο που μπορεί να τους βοηθήσει με τη μετάφραση στη μητρική τους γλώσσα. Συμφώνησε ότι επί του εντύπου δεν αναγράφεται κατά πόσο έγινε χρήση μεταφραστή. Αναφερόμενη στις αποδείξεις και τις κάρτες πληρωμής που προσκομίστηκαν από τον κατηγορούμενο αρ.2 ανέφερε αρχικά ότι αυτά είναι ελλιπή και δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι υπήρξε συμμόρφωση από τον εργοδότη ή καταδεικνύουν με οποιοδήποτε τρόπο το συμφωνηθέν ποσό. Συμπλήρωσε στη συνέχεια ότι, η ίδια επικοινώνησε με κάποιους από τους παραπονούμενους, προκειμένου να τα θέσει ενώπιον τους και τους ζήτησε να της προσκομίσουν αντίγραφα των εισφορών τους από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Δεν κατάφερε όμως να τους εντοπίσει όλους καθότι κάποιοι εγκατέλειψαν την Δημοκρατία. Για κάποιους εκ των παραπονούμενων έλαβε το τμήμα της στοιχεία από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τ.Κ.Α), εφόσον αυτό είναι πλέον εφικτό δεδομένης της πρόσφατης έγκρισης που τους δόθηκε. Φαίνεται όμως, ως ανέφερε, ότι κάποια από τα στοιχεία που προσκόμισε ο κατηγορούμενος αρ.2 δεν συμφωνούν με αυτά που ισχυρίζονται οι παραπονούμενοι. Οι τελευταίοι υπέβαλαν παράπονο και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για το ότι δεν δηλώθηκαν οι ορθές απολαβές που λάμβαναν κατά την περίοδο που εργάστηκαν στο εστιατόριο. Επανεξεταζόμενη ανέφερε ότι αυτός που δηλώνει κάποιον εργοδοτούμενο στις κοινωνικές ασφαλίσεις είναι ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος δεν γνωρίζει για πιο ποσό μισθού τον δηλώνει. ΜΚ.2 Επόμενος μάρτυρας ήταν ο παραπονούμενος MD Zahirul Islam. Κατάγεται από την Μπαγκλατες και ήρθε στην Κύπρο το
- Το 2018 εργάστηκε στο εστιατόριο από το Μάρτιο μέχρι την 29.10.2018, ως βοηθός στην κουζίνα. Ανέφερε ότι ανέμενε να πληρωθεί μέχρι τις 29 Οκτωβρίου του ίδιου έτους όμως ο κατηγορούμενος αρ.2 δεν πλήρωσε κανένα. Η συμφωνία που είχε για να εργαστεί ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο αρ.
- Ερωτώμενος αν είχε κάποιο συμβόλαιο ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον έβαζε να υπογράφει όταν πληρωνόταν. Κατά την υπόδειξη του τεκμηρίου 5Α αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτό την οποία και υπέδειξε. Διαβάστηκε σε αυτό το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού από το διερμηνέα στην αγγλική και είπε ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενο του. Ο μισθός του ήταν €800 το μήνα καθαρά. Στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις έμαθε ότι ο εργοδότης του τον δήλωνε για €600 όταν είχε λάβει κάποιο έντυπο και υπέβαλε παράπονο. Κατά την υπόδειξη του τεκμηρίου 9 ανέφερε ότι πράγματι έφερε την υπογραφή του όμως όταν την έβαλε δεν έγραφε το ποσό που σήμερα αναγράφει. Ως ανέφερε, αυτό συμπληρωνόταν μετά, αλλά υπέγραφε από πριν γιατί του είχε εμπιστοσύνη. Δεν του είχε δοθεί ποτέ κάποιο χαρτί που να αναγράφει το μισθό του, εκτός από μια φορά που το χρειαζόταν η τράπεζα του, προς επιβεβαίωση του χώρου που εργαζόταν. Για τους μισθούς δυο μηνών που είχε να λαμβάνει μίλησε με τον κατηγορούμενο αρ.2 όμως αυτός κάλεσε την αστυνομία. Έκτοτε δεν του ξαναμίλησε και μέχρι σήμερα δεν πήρε τα λεφτά του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο Τμήμα Εργασίας που πήγε να κάμει παράπονο δεν υπήρχε μεταφραστής. Ερωτώμενος γιατί ανέφερε στο παράπονο του ότι εργαζόταν ως barman ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ήταν λαντζέρης ανέφερε ότι πιθανόν να γράφτηκε από λάθος. Ο κος Λεοντίου υπέδειξε στο μάρτυρα το τεκμήριο 9 στο οποία αναγνώρισε τις υπογραφές του. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο, τις επόμενες φορές που έθετε την υπογραφή του επ' αυτού, δηλ. στις 31.05.2018, 30.06.2018 κ.ο.κ, υπήρχε συμπληρωμένο το ποσό κατά την προηγούμενη υπογραφή του ανέφερε ότι δεν είδε κανένα ποσό εκεί. Ποτέ δεν είχε δει το αναγραμμένο ποσό των €600 και πληρωνόταν σε μετρητά €
- Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν λέει την αλήθεια γιατί κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα υπέγραφε 5 συνεχόμενες φορές χωρίς να βλέπει για ποιο ποσό υπογράφει, επέμενε στη θέση του ότι έπαιρνε πάντα από τον κατηγορούμενο αρ.2 €800 εκτός από τους δυο τελευταίους μήνες. Αντιλήφθηκε ότι τον δήλωνε μόνο για €600 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις μετά που προέκυψε η διαφωνία για την πληρωμή του μισθού του, όπου είχε μεταβεί για να παραλάβει κάποιο έγγραφο. Στην υποβολή ότι το πραγματικό ποσό που του οφείλεται είναι το ποσό των €1.200 ανέφερε ότι σέβεται το Δικαστήριο. ΜΚ.3 Επόμενος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Georgiev Martin Evgeniev. Διαμένει στην Κύπρο περίπου 12 χρόνια και απασχολείται ως μάγειρας. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο αρ.2 ως τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου στο οποίο και εργάστηκε πριν 4 με 5 χρόνια για περίπου 6 μήνες. Συμφωνήθηκε προφορικά όπως εργαστεί κοντά του με μηνιαίο μισθό €1.
- Ο λόγος, ως ανέφερε, ήταν για να μην καταβάλλει ο εργοδότης κοινωνικές ασφαλίσεις. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 3Α που ήταν το γραπτό παράπονο που είχε κάνει στο γραφείο εργασίας και ανέφερε ότι έφερε την υπογραφή του και σε αυτό αναγραφόταν ό,τι τους είχε πει. Επίσης αναγνώρισε την υπογραφή του και στο τεκμήριο 3Β που ήταν άλλο παράπονο του, και επίσης συμφώνησε με το περιεχόμενο του. Παρέμεινε απλήρωτος τις τελευταίες 24 μέρες της εργασίας του, για τον μήνα Οκτώβριο. Ανέφερε ότι μεταξύ της υποβολής των δυο παραπόνων του στο τμήμα εργασίας προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο αρ.2 για το θέμα του μισθού του όμως ο ίδιος τον απέτρεψε λέγοντας του «αφού έκαμες παράπονο, τι θέλεις;», και στη συνέχεια δεν του απαντούσε τα τηλέφωνα. Για τους προηγούμενους μήνες είπε ότι πληρωνόταν με επιταγή και μετρητά αλλά όχι την 1η μέρα κάθε μήνα. Περνούσαν περίπου 15 μέρες. Στη συνέχεια υποδείχθηκε στο μάρτυρα η απόδειξη πληρωμής τεκμήριο 13, και ανέφερε ότι η υπογραφή που φέρει είναι μεν η δική του όμως δεν θυμόταν να υπέγραψε τέτοιο έγγραφο. Ανέφερε ότι φαίνεται σαν να έγινε αντιγραφή της (copy - paste). Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο υπέγραφε όταν πληρωνόταν απάντησε ότι κάποτε ο κατηγορούμενος αρ.2 τους έβαζε να υπογράφουν άδεια χαρτιά με την απειλή ότι αν δεν το έπρατταν δεν θα τους πλήρωνε. Ουδέποτε πήρε τα €800 που αναγράφει η απόδειξη. Την τελευταία φορά που του είχε μιλήσει ήταν η τελευταία μέρα της εργασίας του κοντά του. Ανέφερε ότι υπέβαλε παράπονο και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις από τις οποίες ενημερώθηκε ότι του είχε πληρώσει ακόμα ένα μήνα, «κάποιο από τους τελευταίους». Μέχρι την ημέρα που κατέθετε δεν έλαβε τα οφειλόμενα του. Κατά την αντεξέταση του, υποδείχθηκε στο μάρτυρα επί των τεκμηρίων 3Α και 3Β (δυο έντυπα παραπόνων) ότι στο πρώτο δήλωσε ως καθαρό μισθό €900 ενώ στο δεύτερο δήλωσε €
- Κληθείς να εξηγήσει τη διαφοροποίηση αυτή ανέφερε ότι ο μισθός του ήταν €1.700 όμως στο πρώτο έντυπο δήλωσε €900 επειδή δεν μπορούσε να αποδείξει τα υπόλοιπα. Επέμενε στη θέση του ότι το ποσό των €900 ήταν το μέρος των χρημάτων που πληρωνόταν με επιταγή και τα υπόλοιπα ως μετρητά. Στη συνέχεια του υποδείχθηκε άλλη διαφοροποίηση στα ρηθέντα τεκμήρια, αυτή τη φορά ως προς τη δήλωση του μάρτυρα αν καταβάλει κοινωνικές ασφαλίσεις. Συγκεκριμένα του υποδείχθηκε ότι στο τεκμήριο 3Α δήλωσε ότι καταβάλλει ενώ στο τεκμήριο 3Β ότι δεν καταβάλλει. Για να απαντήσει ο μάρτυρας ότι δεν έχει απαίτηση για τα λεφτά που δεν έχει αποδείξεις (δηλ. όσα πληρωνόταν μετρητά) αλλά μόνο για αυτά που πληρωνόταν με επιταγή. Δεν γνώριζε να απαντήσει αν εξαιρείται από το Κεντρικό Ταμείο Αδειών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, παρά το ότι οι αναφορές του στα δυο έντυπα διαφέρουν και πάλι. Σταμάτησε την εργασία του από το εστιατόριο στις 24.10.2018 και το είχε πληροφορηθεί προφορικά από τον κατηγορούμενο 2 το ίδιο βράδυ στις 22:
- Δέχθηκε ότι συνήθως επιχειρήσεις όπως τα εστιατόρια λειτουργούν περίπου από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο αλλά ποτέ δεν είχε συμφωνηθεί η μέρα που θα έκλειναν. Κάποτε η σεζόν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο. Επέμενε στην θέση του ότι η υπογραφή που φαίνεται ότι είναι δική του στο τεκμήριο 13 δεν την έχει θέσει ο ίδιος αλλά έγινε από κάπου αντιγραφή. Αρνήθηκε ότι πληρώθηκε €800 από τον Κατηγορούμενο αρ.
- ΜΚ.4 Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Sadak Arif. Ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί πριν από 7 χρόνια. Στον κατηγορούμενο εργάστηκε ως λαντζέρης στο εστιατόριο του πριν από 3 με 4 χρόνια για 3 μήνες. Πληρώθηκε μόνο τους δυο μήνες και όταν δεν πληρώθηκε τον τρίτο έφυγε. Δεν υπόγραψε κάποια συμφωνία και προφορικά συμφωνήθηκε τι δουλειά θα κάνει και πόσα θα παίρνει. Για το γεγονός ότι δεν πληρώθηκε τον τελευταίο μήνα εργασίας του υπέβαλε παράπονο στο τμήμα εργασιακών σχέσεων στο οποίο μετέβηκε με κάποιο συνάδελφο του που τον γνώριζε ως «Μπομπι» από τη Βουλγαρία. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο 7Α (έντυπο παραπόνου) και συμφώνησε με το περιεχόμενο του ως του μεταφράστηκε, με τη διευκρίνηση ότι δεν ήταν ο κατηγορούμενος αρ.2 που τον έδιωξε, αλλά έφυγε από μόνος του. Για τους 2 από τους 3 μήνες που δούλεψε πληρώθηκε €1000 κάθε φορά. Εξ' όσων θυμόταν δεν είχε πληρωθεί για το μήνα Μάϊο, χωρίς να είναι σίγουρος για αυτό ή για ποιους μήνες εργάστηκε. Μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί τα δεδουλευμένα του. Κατά την υπόδειξη του τεκμηρίου 14 (κάρτα πληρωμής) ανέφερε ότι όντως φέρει την υπογραφή του όμως όταν είχε πληρωθεί δεν υπέγραψε οτιδήποτε. Πληρωνόταν ολόκληρο το ποσό του μισθού του με επιταγή. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι εργάστηκε για 3 μήνες και όχι 2 που αναγράφεται στο έντυπο παραπόνου. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε τη γλώσσα και πήγε με άλλο συνάδελφο και πιθανόν η λειτουργός στο γραφείο εργασίας να έκανε λάθος. Στην υποβολή ότι εφόσον ο ίδιος ανέφερε ότι πληρώθηκε 2 μήνες οι κατηγορούμενοι δεν του οφείλουν οτιδήποτε απάντησε ότι δεν θυμόταν ποιος ήταν ο τελευταίος μήνας και κάλεσε τον κατηγορούμενο αρ.2 να ορκιστεί στο ευαγγέλιο. ΜΚ.5 Επόμενη μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη Nelly Kechyan. Ήρθε στην Κύπρο το 2011 για εργασία. Και αυτή η μάρτυρας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο αρ.2 ως το πρόσωπο στο οποίο εργάστηκε στο εστιατόριο «Οθέλλος» από το Μάρτιο του 2018 μέχρι τις 26 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου. Εκεί εργαζόταν τις πρωινές ώρες μέχρι το μεσημέρι. Αρχικά καθάριζε το εστιατόριο και στη συνέχεια έκανε τη λάντζα. Η συμφωνία τους ήταν για €600 (προφανώς μηνιαίως) όμως ο κατηγορούμενος αρ.2 δεν ήταν τυπικός στις πληρωμές και πάντα καθυστερούσε. Υπέβαλε παράπονο στις εργασιακές σχέσεις εφόσον δεν πληρώθηκε τα δεδουλευμένα της παρά τις υποσχέσεις του κατηγορούμενου αρ.
- Αναγνώρισε την υπογραφή της στο τεκμήριο 4Α (έντυπο παραπόνου) και συμφώνησε με τα όσα αναγράφονται σε αυτό. Μετά από κάποιους μήνες, πήγε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις πήρε κάποιο έγγραφο που έλεγε ότι δηλωνόταν με μισθό €400 μηνιαίως για περίοδο 3 μηνών. Κατάθεσε σχετική αναλυτική κατάσταση μηνιαίων αποδοχών της ημερ. 05.08.2019 ως Τεκμήριο
- Ερωτώμενη αν υπέγραφε κάποιο χαρτί όταν πληρωνόταν από τον κατηγορούμενο αρ.2 απάντησε καταφατικά. Όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 12 (απόδειξη πληρωμής) ανέφερε ότι η υπογραφή που έφερε δεν ήταν η δική της. Για να συμπληρώσει ότι δεν τον είχε δει μετά που έκλεισε το εστιατόριο. Μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί τα λεφτά της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει γιατί αναγράφηκε στο έντυπο παραπόνου ότι δηλωνόταν στο Τ.Κ.Α για €
- Στην υποβολή ότι ο μισθός της ήταν για €400 ως άλλωστε φαίνεται και από το τεκμήριο 15 που κατέθεσε επέμενε στη θέση της ότι η συμφωνία που είχε ήταν για €600 και για εργασία 6 ωρών. Κλήθηκε στη συνέχεια από τον κο Λεοντίου να συγκρίνει τις υπογραφές στο τεκμήριο 4Α, που είχε αναγνωρίσει ως δική της και στο τεκμήριο
- Η θέση της ήταν ότι αυτές διαφέρουν. Ερωτώμενη γιατί δεν πήγε στην Αστυνομία να κάνει καταγγελία για πλαστογραφία ανέφερε ότι σήμερα ήρθε σε γνώση της το έγγραφο αυτό. Συμφώνησε ότι το ποσό που πρέπει να της καταβληθεί είναι €831 και πιο συγκεκριμένα ποσό €300 για την περίοδο από 14.09.2018 μέχρι 30.09.2018 και €531 για την περίοδο από 01.10.2018 μέχρι 26.10.
- Αρνήθηκε ότι έλαβε ποσό €600 στις 31.10.2018 και ότι το υπόλοιπο μισθού που της οφείλεται είναι €
- Επανεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν είχε επικοινωνήσει μαζί της η κα Παναγιώτου (ΜΚ1) πριν 2 με 3 μήνες για το θέμα των αποδείξεων που προσκόμισε ο Κατηγορούμενος αρ.2, η ίδια δεν τις είχε δει. ΜΚ.6 Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο κος Χαραλάμπους Χ. βοηθός ασφαλιστικός λειτουργός και επιθεωρητής του Τ.Κ.Α. Κατά την περίοδο 2018 και 2019 όταν ένας εργοδότης ήθελε να δηλώσει κάποιο εργοδοτούμενο στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων παρουσίαζε έντυπο πρόσληψης για να γίνει η πρόσληψη του στην εταιρεία. Αυτό μπορούσε να γίνει και μέσω του λογιστή ή άλλου προσώπου νοουμένου ότι είχε στην κατοχή του υπογραμμένη αίτηση του εργοδότη / διευθυντή της εταιρείας. Η υπογραφή του εργοδοτούμενου δεν ήταν απαραίτητη και συνεπώς ήταν για την περίοδο εκείνη πιθανό να μην γνώριζε ο εργοδοτούμενος για πιο ποσό έχει δηλωθεί. Στη συνέχεια ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει αριθμό εντύπων για τους παραπονούμενους που κατέθεσαν στο Δικαστήριο ήτοι τους ΜΚ.2 έως και ΜΚ.
- Τα εν λόγω έντυπα τα εκτύπωσε από το λογισμικό σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων. Αναφορικά με τον ΜΚ.2 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16Α - 16Δ, έντυπο προσωπικών του στοιχείων, κατάλογος εργοδοτών, αναλυτική κατάσταση αποδοχών για το έτος 2018 και λεπτομέρειες υποβολής παραπόνου ημερ. 06.11.2018, αντίστοιχα. Αναφορικά με τον ΜΚ.3 κατατέθηκαν αντίστοιχα έγγραφα ως Τεκμήρια 17Α - 17Δ, και για την ΜΚ.5 ως Τεκμήρια 19Α - 19Δ. Για τον ΜΚ.4 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 18Α - 18Γ έντυπο προσωπικών στοιχείων, κατάλογος εργοδοτών και αναλυτική κατάσταση αποδοχών για το έτος
- Δεν κατατέθηκε έντυπο υποβολής παραπόνου. Ως ανέφερε ο μάρτυρας δεν μπορεί να γνωρίζει για τους παραπονούμενους σήμερα, πότε δηλώθηκε μισθός και πότε καταβλήθηκαν εισφορές γιατί πρέπει να γίνει έρευνα στο σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων για την ημέρα καταχώρισης για τον κάθε μήνα. Αυτό το 2018 γινόταν στο τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων ενώ σήμερα γίνεται ηλεκτρονικά. Ο ΜΚ.2 ήταν δηλωμένος στην κατηγορούμενη αρ.1 από τις 10.03.2018 μέχρι 31.08.
- Για τον Μάρτιο του 2018 ήταν δηλωμένος για το ποσό €400 ακάθαρτο μισθό και για τους μήνες Απρίλιο μέχρι και Οκτώβριο του 2018 €600 ακάθαρτα. Στις 06.11.2018 ο ΜΚ.2 υπέβαλε παράπονο για διαφορά μισθού και συγκεκριμένα ότι έπαιρνε μισθό €600 σε επιταγή και €200 σε μετρητά. Το παράπονο του έτυχε χειρισμού από την επιθεωρήτρια, ενημερώθηκε ο εργοδότης, ο οποίος υπέγραψε τις καταστάσεις εισφορών και αποδοχών και καταχωρήθηκαν οι μισθοί για την περίοδο από Μάρτιο μέχρι Μάιο του
- Στην περίπτωση του ΜΚ.3 από το σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων προέκυπτε ότι εργαζόταν στην κατηγορούμενη αρ.1 για την περίοδο από 14.03.2018 μέχρι 30.09.2018 και ο μισθός του ήταν €500 ακάθαρτα για το μήνα Μάρτιο του 2018 και €900 ακάθαρτα για τους μήνες από Απρίλιο μέχρι και Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Υπέβαλε παράπονο στις 14.11.2018 ότι δηλωνόταν για χαμηλότερο μισθό απ' ότι έπαιρνε και ότι πληρωνόταν με επιταγή €900 και τα υπόλοιπα με μετρητά. Επίσης το παράπονο του αφορούσε τη μη πληρωμή του για το μήνα Οκτώβριο του
- Το παράπονο του έτυχε χειρισμού μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο ενώ για τον Οκτώβριο δεν υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία. Σε περίπτωση που η υπόθεση οδηγηθεί στο Δικαστήριο και προκύψει διαφορά μισθών τότε καλείται ο εργοδότης να τους συμπληρώσει. Για τον ΜΚ.4 ανέφερε ότι εργαζόταν στην κατηγορούμενη αρ.1 για την περίοδο από 06.03.2019 μέχρι την 30.04.2019 και ο μισθός του ήταν για κάθε μήνα €700 ακάθαρτα. Δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε παράπονο. Τέλος αναφορικά με την ΜΚ.5 ανέφερε ότι εργάστηκε στην κατηγορούμενη αρ.1 για την περίοδο από 11.03.2018 μέχρι και 14.10.
- Ο καταχωρημένος μισθός της ήταν για €200 ακάθαρτα για το μήνα Μάρτιο, για τους μήνες από Απρίλιο μέχρι και Σεπτέμβριο ήταν δηλωμένη για €400 ακάθαρτα και για το μήνα Οκτώβριο €200 ακάθαρτα. Υποβλήθηκε παράπονο στις 05.08.2019 ότι ήταν δηλωμένη με μεταγενέστερη ημερομηνία και για 3 μήνες πληρώθηκε €600 μετρητά και ότι της οφείλονταν 2 μήνες και 3 μέρες μισθοί. Για την περίπτωση της παραπονούμενης έγιναν 2 καταχωρήσεις μισθών, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 19Γ, για τους μήνες Μάρτιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του
- Εξηγώντας, ανέφερε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα χειρισμού του παραπόνου της, δηλαδή ενώ αρχικά ήταν μηδενικοί οι αναφερόμενοι μήνες στη συνέχεια προστέθηκαν οι πραγματικοί μισθοί. Στη συνέχεια ο μάρτυρας κλήθηκε από τον κο Προδρόμου να συγκρίνει τα τεκμήρια 15 (κατάσταση αποδοχών της ΜΚ.5 για το έτος 2018 ημερ. 05.08.2019) και 19Γ και να αναφέρει τυχόν διαφορές. Απαντώντας ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει συμφωνία μόνο ως προς τους μήνες Απρίλιο μέχρι Ιούνιο του 2018 κατά τους οποίους ο μισθός της ΜΚ.5 που ήταν δηλωμένος ήταν για ποσό €400 ακάθαρτα. Ερωτώμενος για το πότε καταχωρήθηκαν οι εισφορές για τους μήνες Μάρτιο, και Ιούλιο μέχρι Οκτώβρη (δηλ. εκτός των μηνών που συμφωνούν τα δυο τεκμήρια) ανέφερε ότι σίγουρα έγινε μετά τις 05.08.
- Αυτό ήταν αποτέλεσμα του χειρισμού του παραπόνου που έγινε στις 05.08.2019 το οποίο αφορούσε λογικά διαφορές μισθών, κλήθηκε ο εργοδότης για να διερευνηθεί το παράπονο και καταχωρήθηκαν οι μισθοί. Δεν ήταν όμως σε θέση να προσδιορίσει το ύψος του μισθού για το οποίο έγιναν οι εισφορές. Ανώμοτη Δήλωση Ως λέχθηκε, το Δικαστήριο στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας, εξεταζόμενης στα πλαίσια του εκ πρώτης όψεως, έκρινε ότι δικαιολογείτο η κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία. Δεν κλήθηκαν οποιοιδήποτε μάρτυρες από τους κατηγορούμενους, ενώ ο κατηγορούμενος αρ.2 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Ετοίμασε προς τούτο γραπτό κείμενο το οποίο αφού διάβασε στο Δικαστήριο το κατέθεσε ως Τεκμήριο Α. Την παραθέτω αυτούσια: «Εγώ ο διευθυντής της κατηγορούμενης εταιρείας αρ.1, κατηγορούμενος αρ.2 στην πιο πάνω ποινική υπόθεση δηλώνω τα ακόλουθα: Στην παρούσα υπόθεση δηλώνω ότι σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζω, τόσο εγώ, όσο και η κατηγορούμενη εταιρεία 1 η πραγματική αλήθεια είναι αυτή που θα αναφέρω στο σεβαστό Δικαστήριο. Σε σχέση με τον παραπονούμενο Martin Georgiev Evgeniev και όσα ανέφερε στην Υπηρεσία Εργασιακών Σχέσεων εγώ δεν του οφείλω οποιοδήποτε ποσό. Το ποσό που ελάμβανε κάθε μήνα ήταν 900 ευρώ και εγώ του έδωσα για την περίοδο από 01/10/18 μέχρι την 24/10/18 το ποσό των 800 ευρώ, διότι δεν δούλεψε ολόκληρο τον μήνα, εξαιτίας του ότι το εστιατόριο έκλεισε για να ξεκινήσουν οι χειμερινές διακοπές. Σε καμία περίπτωση δεν οφείλω το ποσό των 277 ευρώ στον παραπονούμενο, ποσό που αντιστοιχεί στις 8 ημέρες προειδοποίηση, διότι με τη λήξη της θερινής περιόδου ο κατηγορούμενος μου ανέφερε ότι θα βρει άλλη εργασία (Τρίτη, Τέταρτη και Πέμπτη κατηγορία. Σε σχέση με την παραπονούμενη Nely Kechyan και όσα ανάφερε στην Υπηρεσία των Εργασιακών Σχέσεων η πραγματικότητα είναι η εξής: O μισθός της ήταν για το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως και σε καμία περίπτωση δεν της χρωστώ τα ποσά που αναφέρει. Εργαζόταν στον εστιατόριο μου με μερική απασχόληση (part time). Της έχω καταβάλει μισθούς για τον Σεπτέμβρη και Οκτώβρη του 2018 για το ποσό των 600 ευρώ, διότι δεν συμπλήρωσε τους προαναφερόμενους μήνες, αφού εργάστηκε λιγότερες μέρες και τα όσα ανέφερε ότι δεν υπόγραψε την επιταγή που της έδωσα σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη κατηγορία). Σε σχέση με τον παραπονούμενο Md Zahirul Islam και όσα ανέφερε στην Υπηρεσία Εργασιακών Σχέσεων η πραγματικότητα είναι η εξής: Εργαζόταν στην κουζίνα του εστιατορίου μου με μερική απασχόληση (part time). Ο μισθός του ήταν για το ποσό των 600 ευρώ κάθε μήνα και όχι 800 ευρώ όπως αναφέρει. Για αυτούς τους μήνες Σεπτέμβρη και Οκτώβρη του 2018 του οφείλω και εγώ και η εταιρεία μου 1.200 ευρώ και όχι το ποσό των 1.600 ευρώ, όπως μας κατηγορεί (Δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη κατηγορία). Σε σχέση με τον παραπονούμενο Sadak Arif και όσα ανάφερε στην Υπηρεσία Εργασιακών Σχέσεων η πραγματικότητα έχει ως εξής: Ο μισθός του ήταν για το ποσό των 700 ευρώ και όχι 1.000 όπως ανέφερε. Δεν οφείλουμε κανένα ποσό στον παραπονούμενο (δέκατη τέταρτη και δέκατη Πέμπτη κατηγορία). Περαιτέρω μόλις εντόπισα τα αποδεικτικά που αφορούσαν τους εργοδοτούμενούς μου τα προσκόμισα στην Υπηρεσία Εργασιακών Σχέσεων». Ακολούθως και αφού η υπεράσπιση έκλεισε την υπόθεση της οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προέβησαν σε τελικές αγορεύσεις. Αγορεύσεις Ο κ. Προδρόμου για την Κατηγορούσα Αρχή, αφού αναφέρθηκε στη σοβαρότητα του ζητήματος της καταβολής μισθών και στη σχετική νομοθεσία που εισήχθηκε για την προστασία των μισθωτών υπέδειξε ότι στην προκείμενη περίπτωση όλοι οι παραπονούμενοι είναι αλλοδαποί και όλοι έχουν παράπονο ότι δεν έλαβαν το μισθό τους. Ανέφερε ότι οι λειτουργοί του γραφείου του κατήγορου έκαναν κάθε προσπάθεια να επιληφθούν του θέματος με τον κατηγορούμενο αρ.2, χωρίς αποτέλεσμα. Δεν ήταν παρά 6 μήνες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας που προσκομίστηκαν τα έγγραφα - αντίγραφα αποδείξεων όπως υπογράμμισε - που ζητήθηκαν με την επιστολή ημερομηνίας 04.04.2019 και ενώ η ποινική δίωξη ασκήθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Δηλαδή 3 χρόνια μετά. Διερωτήθηκε πως είναι δυνατόν τα ποσά που αναγράφονται επί των, φερόμενων αποδείξεων, που προσκόμισε ο κατηγορούμενος αρ.2 να είναι τα ίδια με τα ποσά που δηλώνονταν οι εργοδοτούμενοι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, εφόσον θα έπρεπε να αναγράφεται το καθαρό ποσό του μισθού τους. Επεσήμανε ακόμα ότι ο κατηγορούμενος αρ.2 κατέβαλε εισφορές στις κοινωνικές ασφαλίσεις, για ποσά μισθών που ο ίδιος θεωρούσε ορθά, μετά που υποβλήθηκαν τα παράπονα από τους παραπονούμενους και όχι από μόνος του. Επικαλέστηκε το αξιόπιστο και φιλαλήθες των όσων κατέθεσαν οι παραπονούμενοι λέγοντας ότι αν ήθελαν να πουν ψέματα δεν θα περιορίζονταν σε μη πληρωμές ή μερική πληρωμή μισθών για μόνο ένα με δυο μήνες, αλλά για όλη την περίοδο που εργάστηκαν. Ούτε επίσης θα υπέβαλαν και παράπονο στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Από την άλλη πλευρά ο κος Λεοντίου ανέφερε ότι το μόνο που έγινε από πλευράς της λειτουργού του κατήγορου ήταν η απλή καταγραφή των παραπόνων των κατηγορούμενων χωρίς ουσιαστική διερεύνηση. Επεσήμανε ακόμα ότι θα έπρεπε να υπήρχε διερμηνέας κατά την καταγραφή των παραπόνων ώστε να γίνεται ορθή καταγραφή τους. Σε σχέση με το ΜΚ.2 υποστήριξε ότι οι πραγματικές αποδοχές του, ως διαφάνηκε από την αντεξέταση του, ήταν για το ποσό των €600 και όχι €800 και ότι οι κατηγορούμενοι αποδέχονται ότι του οφείλουν €1.
- Αναφέρθηκε στη συνέχεια και στις διαφοροποιήσεις που υπήρχαν στα έντυπα παραπόνων των άλλων παραπονούμενων όπως επίσης και στο ότι υπέγραφαν, ως ήταν η πρακτική, τις αποδείξεις και συνάμα αρνούνταν ότι ήταν η υπογραφή τους, για να ισχυριστεί ότι δεν ήταν αξιόπιστοι. Για την ΜΚ.5 διαφάνηκε ότι ο μισθός που της δόθηκε για την περίοδο 14.09.2018 με 26.10.2018 ήταν για €600 διότι εργάστηκε ενάμιση μήνα και όχι δυο. Ήταν η θέση του ότι οι προσκομησθείσες αποδείξεις είναι ικανοποιητικές και ο λόγος που άργησε να τις προσκομίσει ήταν η πανδημία και το ότι δεν μπορούσε να τις εντοπίσει ενωρίτερα. Τέλος όσον αφορά τον ΜΚ.4 ανέφερε ότι αυτός βρισκόταν σε σύγχυση και εισηγήθηκε ότι δεν είπε την αλήθεια ούτε στο γραφείο εργασίας ούτε στο Δικαστήριο. Υπέβαλε συνεπώς ο συνήγορος ότι, η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει τη μη καταβολή μισθών, ενώ η εργοδοτική πλευρά απέδειξε ότι οι παραπονούμενοι έλαβαν τους μισθούς τους. Επιπλέον εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης για τις κατηγορίες αρ. 14 και
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, έχοντας κατά νου τις σχετικές νομολογιακές αρχές[1]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους ενόσω αυτή κατέθεταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει το ΜΚ.1 στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, και πιο συγκεκριμένα τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273). Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στη Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Έχω επίσης αντιπαραβάλει τις θέσεις έκαστου μάρτυρα με την πραγματική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). Στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). Κατά την αξιολόγηση των παραπονούμενων είχα πάντοτε κατά νου ότι πρόκειται για τα πρόσωπα που έχουν άμεσο συμφέρον από την υπόθεση υπό την έννοια ότι αυτές, είναι οι υπάλληλοι στους οποίους οφείλονται οι επίμαχοι μισθοί. Αξιολόγηση ΜΚ.1 Αναφορικά με την επιθεωρήτρια του Τ.Ε.Σ, θα πρέπει να αναφέρω ότι άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις που έδιδε ήταν σαφείς και κατατοπιστικές και εδράζονταν στα όσα περιήλθαν στη γνώση της κατά τη διερεύνηση των παραπόνων από τους παραπονούμενους, στην οποία είχε προσωπική εμπλοκή. Δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δεν είχε αποσταλεί άμεσα επιστολή στους κατηγορούμενους αναφορικά με τα παράπονα που υποβλήθηκαν στο γραφείο του κατήγορου και εξήγησε με λεπτομέρειες τους λόγους για το χρόνο και τον τόπο που αυτό έγινε και συγκεκριμένα όταν είχε ανοίξει το εστιατόριο Απρίλιο του 2019 και με προσωπική παράδοση της επιστολής (τεκμήριο 6). Δέχθηκε χωρίς δισταγμό ότι για δυο από τους έξι παραπονούμενους δεν είχε σταλεί επιστολή όμως δικαιολόγησε τη θέση της αυτή εξηγώντας ότι είχε ενημερωθεί ο κατηγορούμενος αρ.2 προφορικά για τις περιπτώσεις των δυο αυτών προσώπων και ότι ο τελευταίος ζητούσε κατ' επανάληψη και επίμονα χρόνο για να συμμορφωθεί. Αυτές οι τοποθετήσεις της δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η μάρτυρας ήταν επίσης πειστική στη θέση της ως προς τη δυνατότητα διασταύρωσης των πληροφοριών που αφορούσαν τα παράπονα που υποβλήθηκαν στο γραφείο του κατήγορου με το γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εξηγώντας τη διαδικασία που ακολουθείται με λεπτομέρειες αλλά και στις ενέργειες που προέβηκε όταν κατέστη εφικτή η πρόσβαση στο σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με ειλικρίνεια επίσης ανέφερε ότι για τα παράπονα αυτά καθ' εαυτά δεν μπορούσε η ίδια να γνωρίζει πότε τα έμαθαν οι κατηγορούμενοι παραπέμποντας στις μαρτυρίες των ΜΚ.2 έως και ΜΚ.
- Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους της μάρτυρος να διαστρεβλώσει την αλήθεια των γεγονότων για να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ούτε και προέκυψε από τα όσα ανέφερε εν σχέση με τη δική της εμπλοκή να ενέργησε πλημμελώς στη διερεύνηση της υπόθεσης. Αντίθετα έπραξε ότι ήταν δυνατό για να εξασφαλίσει την εκδοχή των κατηγορούμενων που ήταν αυτοί που παρέμειναν άπραγοι μέχρι και λίγους μήνες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ούτε και επιχείρησε να εκφράσει άποψη ή να λάβει θέση, αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής της γνώσης και εμπλοκής. Κατέθεσε με αμεροληψία και χωρίς εμπάθεια, χαρακτηριστικά που θεωρώ ότι την διακατείχαν και κατά τη διερεύνηση των παραπόνων. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία της, η οποία επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί, στο σύνολο της ως αξιόπιστη και μπορώ να βασιστώ επ' αυτής για την εξαγωγή συμπερασμάτων Αξιολόγηση ΜΚ.2 Ο ΜΚ.2 επίσης μου άφησε θετική εντύπωση. Ο μάρτυρας κατέθεσε με πραότητα, φυσικότητα και ειλικρίνεια στο Δικαστήριο για τα όσα είχαν συμφωνηθεί κατά την, κοινά αποδεκτή, εργοδότηση του στην κατηγορούμενη αρ.
- Ήταν σταθερός στη θέση του ότι το ποσό που πληρωνόταν ήταν για €800 το μήνα και ουδέποτε €600 ως αναγράφετο στη κάρτα πληρωμής υπαλλήλου, τεκμήριο
- Το δε γεγονός ότι του οφείλονται δυο μισθοί δεν έχει αμφισβητηθεί παρά μόνο το ακριβές ύψος του ποσού ήτοι σύμφωνα με τους κατηγορούμενους αυτό ανερχόταν σε €1.200 ενώ σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα στα €1.
- Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι ο ΜΚ.2 αναγνώρισε την υπογραφή του στο αναφερόμενο τεκμήριο αλλά όπως εξήγησε δεν είχε δει ποτέ ότι αναγραφόταν το ποσό των €600, παρά μόνο ότι το υπόγραφε εν λευκώ. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο που ήρθε στην Κύπρο να εργαστεί, όπως και οι μάρτυρες κατηγορίας αρ.3, αρ.4 και αρ.5 και δεν είχε υπό τις συνθήκες αυτές περιθώρια αμφισβήτησης των όσων του ζητούντο να πράξει. Ακόμα όμως και να αποδεχόμουν ότι κάθε φορά που υπέγραφε τη, φερόμενη, κάρτα υπαλλήλου αναγραφόταν το ποσό των €.600 (και όχι των €800) δεν θεωρώ ότι το έπραττε αποδεχόμενος αυτό ως το πραγματικό ύψος των απολαβών του. Το Δικαστήριο έχει πεισθεί για την ειλικρίνεια του ότι λάμβανε €800 μηνιαίως και καμία άλλη μαρτυρία που να ανατρέπει τον ισχυρισμό αυτό δεν παρουσιάστηκε. Αποδέχομαι τη θέση του πως ήταν μεταγενέστερα που πληροφορήθηκε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι δηλωνόταν για χαμηλότερο ποσό, δεδομένο το οποίο απέδωσε στην επιθυμία του εργοδότη του να καταβάλλει χαμηλότερες εισφορές. Θέση η οποία ενισχύεται και από το τεκμήριο 16Δ που αποτελεί αντίγραφο του εντύπου παραπόνου που υπέβαλε στις κοινωνικές ασφαλίσεις για διαφορά μισθού, και που ως ανέφερε και ο ΜΚ.6 έτυχε του ανάλογου χειρισμού, αλλά και από το τεκμήριο 5Α το οποίο αποτελεί το παράπονο που υπέβαλε στο Τ.Ε.Σ. Υπήρχαν και κάποιες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΚ.2 ειδικότερα ως προς το ότι πληρωνόταν μόνο σε μετρητά ενώ σύμφωνα με το παράπονο που υπέβαλε (τεκμήριο 16Δ) λάμβανε ποσό €600 σε επιταγή και €200, το οποίο θεωρώ ότι είναι και το ορθό, αλλά και ως προς το ότι δήλωσε στο έντυπο παραπόνου του στις εργασιακές σχέσεις ότι εργαζόταν ως μπάρμαν αντι λαντζέρης. Αυτές βέβαια, ούτε μπορούν να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στη διατύπωση τελικών συμπερασμάτων από το Δικαστήριο στις σχετικές κατηγορίες, ούτε όμως είναι ικανές να κλονίσουν τη γενικότερα καλή και θετική εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο το οποίο και έπεισε για την εκδοχή του Αξιολόγηση ΜΚ.3 Στην ίδια περίπου γραμμή κινήθηκε και η μαρτυρία του συγκεκριμένου εργοδοτούμενου. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι και αυτός ο μάρτυρας είπε σε γενικές γραμμές την αλήθεια προς το Δικαστήριο παρά την ύπαρξη κάποιων ανακολουθιών στα έντυπα παραπόνων που υπέβαλε στο Τ.Ε.Σ. Μοναδικό σημείο που δεν αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ήταν η αναφορά του για το ύψος του πραγματικού του μισθού. Ενώ λοιπόν αρχικά δήλωσε ως καθαρό μισθό τα €900 μηνιαίως (τεκμήριο 3Α) τρεις μέρες μετά δήλωσε τα €1700 (τεκμήριο 3Β). Δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ότι η διαφοροποίηση οφειλόταν στο ότι λάμβανε τα €800 σε μετρητά ενώ τα €900 σε επιταγή και νομιζόμενος ότι έπρεπε να αποδείξει το ύψος του μισθού που λάμβανε δεν δήλωσε τον πλήρη μισθό του. Το ότι υποβλήθηκε παράπονο και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις με αναφορά στο σύνολο του πραγματικού του μισθού, κατά την υποβολή του οποίου εξηγήθηκε ο τρόπος καταβολής του, θεωρώ πως δεν μπορεί να έχει επίδραση στη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου. Αν στην πραγματικότητα ο εν λόγω παραπονούμενος λάμβανε €1700 μισθό τότε δεν θα αποδεχόταν ενόρκως και δια ζώσης μια τόσο σημαντική αποκοπή της τάξης των €
- Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές κατηγορίες που προωθούνται έχουν ως σημείο αναφοράς το μισθό των €900 εφόσον το ποσό για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι ότι παρέλειψαν να του καταβάλουν ανέφερε σε €727 για περίοδο 24 ημερών. Είναι επ' αυτού του ποσού (€727) που θα κριθεί η τυχόν ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων. O εν λόγω μάρτυρας δεν αμφισβήτησε ότι το τεκμήριο 13 φέρει την υπογραφή του όμως αμφισβήτησε το γεγονός ότι αυτή τέθηκε από τον ίδιο. Όπως εξήγησε πρόκειται για αντίγραφο και η υπογραφή του πιθανότατα να τέθηκε από αντιγραφή της από άλλο έγγραφο. Και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο πείθεται για τα λεγόμενα του. Καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να ανατρέπει τη θέση του αυτή. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει οποιοδήποτε ποσό από τους κατηγορούμενους σε σχέση με την περίοδο από 01.10.18 μέχρι 24.10.
- Σε σχέση με το ότι στο αρχικό του παράπονο δήλωσε ότι του καταβάλλονταν κοινωνικές ασφαλίσεις ενώ στο δεύτερο του παράπονο δήλωσε το αντίθετο καθώς και στη διαφοροποίηση που υπάρχει ως προς το αν εξαιρείται από το Κεντρικό Ταμείο Αδειών, ευθέως αναφέρω ότι οι εν λόγω ανακολουθίες αφενός δεν είναι ουσιώδους σημασίας ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς τη στοιχειοθέτηση των σχετικών κατηγοριών που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, και αφετέρου δεν είναι ικανές να αλλοιώσουν τη συνολική θετική εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο. Συνακόλουθα γίνονται αποδεκτές οι θέσεις του μάρτυρα πλην του ισχυρισμού του ότι λάμβανε μισθό ύψους €1.700 Αξιολόγηση ΜΚ.4 Ο μάρτυρας αυτός δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Τα όσα κατέθεσε σε σχέση με την περίοδο εργασίας του στην κατηγορούμενη αρ.1 ως και για τον τρόπο που τερματίστηκε η εργασία του, φαίνεται να μην συνάδουν με το παράπονο που υπέβαλε στις Εργασιακές Σχέσεις. Επιπλέον υπήρχαν και αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Ενώ λοιπόν κατά την υποβολή του παραπόνου του ανέφερε ότι εργάστηκε από την 06.03.2019 μέχρι και την 09.05.2019, δηλαδή για δυο μήνες, κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι εργάστηκε τρεις μήνες. Ανέφερε αρχικά ότι ο μήνας που δεν πληρώθηκε ήταν ο Μάιος όμως αναγνωρίζοντας αμέσως μετά ότι ο ίδιος απουσίαζε από την εργασία του με άδεια ασθενείας από τις 2 Μαΐου διαφοροποίησε τη θέση του και ανέφερε ότι δεν είχε πληρωθεί για τον Απρίλιο. Για να αναφέρει στη συνέχεια ότι δεν θυμόταν ποιο μήνα παρέμεινε απλήρωτος. Περαιτέρω ενώ σύμφωνα με το έντυπο παραπόνου του (Τεκμήριο 7α) αλλά και το εσωτερικό σημείωμα που το συνοδεύει (τεκμήριο 7Γ) προκύπτει ότι το παράπονο του εδραζόταν στο ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό μισθού για όλη τη περίοδο εργασίας του στην κατηγορούμενη αρ.1, ήτοι από 06.03.2019 μέχρι και 09.05.2019, συνολικού ύψους €1.000, καταθέτοντας ανέφερε πως πληρώθηκε δυο φορές από €1000 κάθε φορά, ποσό το οποίο του καταβαλλόταν εις ολόκληρο και όχι τμηματικά, και με επιταγή. Δεχόμενος κατ' ουσίαν ότι πληρώθηκε για όλη την περίοδο που εργάστηκε. Επιπρόσθετα ενώ κατά την υποβολή του παραπόνου του δήλωση ότι απολύθηκε από την εργασία του κατά την κυρίως εξέταση του και αφού του διαβάστηκε στη γλώσσα του το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7Α, ανέφερε ότι δεν είχε απολυθεί αλλά ότι έφυγε από μόνος του γιατί ο εργοδότης του τον κορόιδευε. Δεν έδωσε οποιεσδήποτε πειστικές εξηγήσεις για αυτή του τη μεταστροφή, ενώ για το ότι τον κορόιδευε ο εργοδότης του ως εξήγησε αυτό που εννοούσε ήταν ότι τον πλήρωνε πιο αργά από ότι έπρεπε. Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι όταν ρωτήθηκε από τον κο Λεοντίου κατά πόσο μπορεί να έγινε λάθος κατά την καταγραφή του παραπόνου του, ο ίδιος εξέφρασε άγνοια. Η διαφοροποίηση της εικόνας που προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο από τα όσα αρχικά ανέφερε στο Τ.Ε.Σ είναι εμφανής και ουσιαστική. Από μόνη της δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία του μάρτυρα καθιστώντας τη μαρτυρία του αναξιόπιστη. Το Δικαστήριο απορρίπτει τη μαρτυρία του Αξιολόγηση ΜΚ.5 Πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο άφησε και η τελευταία παραπονούμενη στην όλη υπόθεση. Ήταν εξίσου σταθερή και συνεπής στις θέσεις της, όπως και οι ΜΚ.2 και ΜΚ.3 και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από φυσικότητα, γνήσιο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους της για παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Τα όσα κατέθεσε συνάδουν με τα όσα ανέφερε κατά την καταχώρηση του παραπόνου της στο Τ.Ε.Σ. Επίσης επιβεβαιώνεται η θέση της τόσο κατά την υποβολή του παραπόνου της όσο και δια ζώσης ότι η εργοδότρια εταιρεία τη δήλωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για ποσό €400 αντί των €600 που λάμβανε. Ήταν φανερό ότι η μάρτυρας δεν είχε αντιληφθεί σωστά την ερώτηση κατά την αντεξέταση της ως προς το ποιος ανέφερε στη λειτουργό ότι δηλωνόταν για €400, και απαντούσε ότι η ίδια συμφώνησε για €600 αναφερόμενη δηλαδή στο μισθό της και όχι στο τι είχε δηλωθεί στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι στο παράπονο που υπέβαλε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις την 05.08.2019, τρείς μόλις μέρες μεταγενέστερα, αναγράφει ότι παρέμεινε απλήρωτη για δυο μήνες και τρεις μέρες, κάτι που δεν συνάδει με τα όσα κατέθεσε δια ζώσης και που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 4Γ. Αυτή όμως η διαφοροποίηση δεν τέθηκε στη μάρτυρα για να τοποθετηθεί σχετικά παρά μόνο στο ΜΚ.6 ο οποίος, φυσιολογικά και ως εκ της θέσεως του δεν μπορούσε να γνωρίζει κάτι. Σε κάθε όμως περίπτωση η γραμμή της αντεξέτασης της μάρτυρος βασίστηκε στον ισχυρισμό που προέβαλε τόσο δια ζώσης όσο και στον έντυπο παραπόνου στο Τ.Ε.Σ και στο ότι μάλιστα της οφείλεται μικρότερο ποσό από αυτό που αξιώνεται στη βάση των κατηγοριών αρ.7 και αρ.8 για την περίοδο 14.09.2018 μέχρι και 26.10.
- Συνεπώς δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της η υπό αναφορά ανακολουθία η οποία και θεωρώ ότι ήταν ατυχής. Ήταν σταθερή στη θέση της ότι δεν είχε υπογράψει το τεκμήριο 12 (αντίγραφο δελτίου πληρωμής του ποσού των €600) και ότι της οφείλεται ολόκληρος ο μισθός της για την περίοδο 14.09.2018 μέχρι 26.10.2018 για το συνολικό ποσό των €831 (ποσό €300 για την περίοδο από 14.09.2018 μέχρι 30.09.18 και ποσό €531 για την περίοδο από 01.10.2018 μέχρι 26.10.2018). Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η εν λόγω μάρτυρας έπρεπε να λάβει το πιο πάνω μισθό για την υπό αναφορά περίοδο αλλά αυτό που αμφισβητήθηκε είναι ότι το οφειλόμενο προς αυτή υπόλοιπο δεν ήταν το όλο παρά μόνο €231, εφόσον κατά τη θέση της Υπεράσπισης της δόθηκε ποσό €600 κατά την 31.10.
- Θέση βέβαια που δεν υποστηρίχθηκε από την κατάλληλη μαρτυρία. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία της. ΜΚ.6 Ο λειτουργός των κοινωνικών ασφαλίσεων δεν είχε οποιαδήποτε άμεση γνώση των γεγονότων που αφορούν τις επίδικες κατηγορίες. Ο λόγος της κλήτευσης του ήταν διττός. Αφενός για να επιβεβαιώσει ότι οι τρεις εκ των τεσσάρων παραπονούμενων που εν τέλει κατέθεσαν, υπέβαλαν παράπονο και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για καταβολή εισφορών χαμηλότερων των αντίστοιχων του μισθού τους και αφετέρου για να καταστήσει σαφές ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει το ίδιο το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τ.Κ.Α) ποιος ήταν ο πραγματικός μισθός που τους καταβάλλετο. Επιπρόσθετα κατέστησε σαφές ότι υπάρχει διαχωρισμός των δυο Τμημάτων (Τ.Ε.Σ και Τ.Κ.Α) τουλάχιστον κατά τον επίδικο χρόνο. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας κατέθεσε με αντικειμενικότητα, νηφαλιότητα και ειλικρίνεια για τα όσα ενέπιπταν στη σφαίρα γνώσης του. Έδιδε σαφείς και κατατοπιστικές εξηγήσεις σε όσες ερωτήσεις του τίθονταν και δεν έδωσε ποτέ την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι εξυπηρετούσε αλλότριους σκοπούς. Άλλωστε και η ίδια η Υπεράσπιση βασίζεται στη μαρτυρία του για να καταδείξει την αδυναμία της κατηγορούσας αρχής στο να αποδείξει την υπόθεση της, και ουδέποτε έθεσε εν αμφιβόλω την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ανώμοτη Δήλωση Ως προελέχθη ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129). Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Eυθυμίου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 191/2016 ημερ. 6/11/2018, ECLI:CY:AD:2018:B477, όπου με αναφορά στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 σελ. 24, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Σχετική με τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης ανώμοτης δήλωσης από τα κυπριακά δικαστήρια είναι και η υπόθεση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν΄Εφ Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.2016, τα λεχθέντα της οποίας υιοθετήθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B236. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω).» Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες εξάγονται από την ανωτέρω νομολογία μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία αν και τέτοια αξία είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στην Alibrahim Muhy Iddin ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 47/2014, ημερ. 29/2/2016 και στις εκεί αυθεντίες που η εν λόγω απόφαση παραπέμπει. Αφού εξέτασα το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του, σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης του, όπως αυτή τέθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν και είτε αποτέλεσαν βάση για τις θέσεις της υπεράσπισης είτε δεν αμφισβητήθηκαν από αυτή, έχω καταλήξει, για τους πιο κάτω λόγους, ότι δεν πρέπει να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του, στο βαθμό και την έκταση τουλάχιστο που αυτή αντικρούεται με την υπόλοιπη μαρτυρία, πλην των όσων αναφέρονται για τον ΜΚ.4: Σε ότι αφορά τα λεγόμενα του για την μη παροχή προειδοποίησης 8 ημερών στο ΜΚ.3 πρόβαλε για πρώτη φορά τη θέση ότι αυτός εγκατέλειψε από μόνος του την εργασία επί τω ότι εξεύρε άλλη. Τα λεγόμενα του όμως αυτά έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τη θέση που υπόβαλε στο συγκεκριμένο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του, ότι δηλαδή γνώριζε ότι θα έκλεινε το εστιατόριο λόγω της χειμερινής περιόδου. Από τη θέση του δε αυτή προκύπτει ότι πράγματι δεν έδωσε οποιαδήποτε προειδοποίηση στον εν λόγω μάρτυρα. Για το λόγο όμως που έχω αναφέρει δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα ως προς την αιτία της μη καταβολής σχετικής αποζημίωσης. Οι θέσεις του ως προς το ότι οι μισθοί που έπρεπε να καταβάλλονταν στους παραπονούμενους ΜΚ.2, ΜΚ.3 και ΜΚ.5 ήταν χαμηλότεροι από αυτούς που οι ίδιοι ισχυρίστηκαν δεν υποστηρίχθηκαν με το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο, δεδομένου ότι για το εν λόγω ζήτημα κατέθεσαν ενόρκως μόνο οι παραπονούμενοι ενώ επίσης παρουσιάστηκε σχετική πραγματική μαρτυρία. Συνεπώς οι δηλώσεις του αυτές δεν μπορούν να ανατρέψουν την ήδη δοθείσα προς τούτο μαρτυρία. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση του ότι η ΜΚ.5 είπε ψέματα στο Δικαστήριο ισχυριζόμενη ότι δεν υπέγραψε το τεκμήριο 12. Το βάρος απόδειξης της υπογραφής ενός εγγράφου βαρύνει αυτόν που επικαλείται το σχετικό ισχυρισμό (βλ. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E.T Autospares Enterprises Ltd κ.α
(1998)1 ΑΑΔ 843) Σε ότι αφορά τον ΜΚ.4 αποδίδω κανονική βαρύτητα στη θέση του ότι ο εν λόγω μάρτυρας έχει εξοφληθεί από τους κατηγορούμενους, εφόσον αυτή ουσιαστικά κρίθηκε ότι ήταν και η θέση του ιδίου κατά τη μαρτυρία του. Τέλος με την αναφορά του ότι προσκόμισε τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούσαν τους μισθούς των παραπονούμενων μόλις τα εντόπισε, ουσιαστικά παραδέχεται τη σχετική κατηγορία. Σε ότι αφορά τις θέσεις των κατηγορούμενων ότι οι τα οφειλόμενα ποσά στους ΜΚ.2 και ΜΚ.5 είναι χαμηλότερα από τα όσα κατέθεσαν, ενώ για τον ΜΚ.3 ότι εξοφλήθηκε πλήρως, παρατηρώ τα εξής: Κατ' αρχάς θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η προσκόμιση των σχετικών αποδείξεων / καρτών πληρωμής έγινε από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής χωρίς βέβαια αυτό να ισοδυναμεί με αποδοχή του περιεχομένου τους. Είναι καλά γνωστό στη νομολογία ότι ο κατήγορος υπέχει υποχρέωση παρουσίασης όλης της μαρτυρίας που έχει στην κατοχή του. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση xxxx Evgeni v. Aστυνομίας, ECLI:CY:AD:2019:B154, Ποιν. Έφ. 273/2017, ημερ. 22/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:B154 λέχθηκαν τα ακόλουθα (υπογράμμιση δική μου): «.... ως γενική αρχή η κατηγορούσα αρχή έχει ταυτόχρονα την υποχρέωση να προσφέρει στο Δικαστήριο όλη τη μαρτυρία που διαθέτει και αυτό πρωτίστως περιλαμβάνει όλους τους μάρτυρες κατηγορίας που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Εάν δεν το πράξει, οφείλει να προσφέρει τους μάρτυρες που δεν επιθυμεί να καλέσει για αντεξέταση από την υπεράσπιση. Η ύπαρξη μάρτυρα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής εξυπακούει και προϋποθέτει την εκ μέρους του μάρτυρα συνεργασία και λήψη κατάθεσης απ΄ αυτόν ώστε να είναι διαθέσιμη προς την υπεράσπιση, (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104). .... Είναι όμως ευρύτερη η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να διαθέσει προς την υπεράσπιση όλη την αξιόπιστη μαρτυρία της. Ακόμη και αν δεν την καλέσει, αποτελεί δικαίωμα της υπεράσπισης να καλεί μάρτυρα το όνομα του οποίου υπάρχει στο κατηγορητήριο, (Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω -). Η συνοπτικότητα της δίκης δεν εξαλείφει την υποχρέωση αυτή διότι αντικειμενικός σκοπός δεν είναι η καταδίωξη, αλλά η δίωξη προς ενδεχόμενη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας. Είναι δε ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 38 αναφέρεται σε κατηγορία που υπογράφεται και από «Κυβερνητικό Τμήμα», γεγονός που δείχνει το ήσσονο, συνήθως, των σχετικών κατηγορητηρίων. Όμως η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής παραμένει στη βάση του άρθρου 7 του Κεφ. 155, να διαθέσει στον κατηγορούμενο όλες τις καταθέσεις και έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης.» Ορθά και καθηκόντως λοιπόν κατατέθηκαν τα σχετικά τεκμήρια εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, στα πλαίσια του ρόλου που πρέπει να επιτελεί σε μια ποινική διαδικασία και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για υιοθέτηση των όσων έχει προσκομίσει. Το Άρθρο 12 του Ν.35(Ι)/2007, ως ίσχυε κατά την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων προέβλεπε τα εξής: 12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές.
(2)Τα τηρούμενα δυνάμει του εδαφίου
(1)αρχεία θα πρέπει να φυλάσσονται από τον εργοδότη ή για λογαριασμό του και να είναι διαθέσιμα κατά πάντα εύλογο χρόνο για έλεγχο από Επιθεωρητή ή άλλο λειτουργό, που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 13.
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι κοινά αποδεκτό ότι τα σχετικά έγγραφα δεν είχαν προσκομιστεί εντός της τασσόμενης προθεσμίας που αναγράφεται στο τεκμήριο 6 το οποίο και υπενθυμίζω παραδόθηκε ιδιοχείρως στον κατηγορούμενο αρ.
- Αντίθετα ήταν πολύ μεταγενέστερα της καταχώρησης της υπό κρίση υπόθεσης που παραδόθηκαν. Σύμφωνα δε και με την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ.1 ο κατηγορούμενος αρ.2 ζητούσε συνεχώς χρονικό περιθώριο για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του. Πέραν τούτων διερχόμενος των σχετικών εγγράφων παρατηρώ ότι αυτά δεν συνάδουν με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Ξεκινώντας από το τεκμήριο 9, το οποίο φέρει ως τίτλο «Κάρτα πληρωμής υπαλλήλου», πλην των πεδίων που αφορούν την ημερομηνία πληρωμής, το ποσό και την υπογραφή, όλα τα υπόλοιπα είναι κενά. Ειδικότερα δεν αναγράφεται αν καταβλήθηκαν με επιταγή ή μετρητά, αν αφορά το ακαθάριστο ποσό που δικαιούται ο εργοδοτούμενος και κατά πόσο έγινε οποιαδήποτε αποκοπή. Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στην περίπτωση του τεκμηρίου 14 που αφορά τον ΜΚ.
- Σχετικά δε με τους ΜΚ.3 και ΜΚ.5, τα τεκμήρια 13 και 12 αντίστοιχα, αφορούν απλά δελτία απόδειξης, τα οποία φαίνεται να είχαν φωτοτυπηθεί από μπλοκ αποδείξεων, στα οποία αναγράφεται η ημερομηνία, το όνομα του αποδέκτη των χρημάτων, το ποσό και ο μήνας πληρωμής που αφορά. Φέρουν βέβαια και υπογραφή ενώ δηλώνεται και ο τρόπος καταβολής που είναι τοις μετρητοίς. Απουσιάζουν όμως και πάλι στοιχεία που αφορούν το ποσό του ακάθαρτου μισθού και των όποιων αποκοπών. Όπως ορθά παρατηρεί στην αγόρευση του ο κος Προδρόμου, δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση γιατί παρουσιάστηκαν τόσο αργοπορημένα αυτά τα στοιχεία, παρά το ότι είχαν εκδοθεί ήδη από το
- Η αντίστοιχη αναφορά του κου Λεοντίου στη δική του αγόρευση, περί πανδημίας και ότι οι κατηγορούμενοι τα ανέμεναν από το λογιστή τους, καθόλου δεν πείθει το Δικαστήριο. Πρόκειται άλλωστε για θέση που όχι μόνο δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία αλλά και ούτε υποβλήθηκε καν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Αποτελεί επίσης ορθή διαπίστωση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι τα ποσά που αναγράφονται επί των υπό αναφορά τεκμηρίων αντιστοιχούν στο ποσό για το οποίο τους καταβάλλονταν εισφορές στο Τ.Κ.Α. Υπενθυμίζω ότι αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι καταβάλλονταν εισφορές από την εργοδοτική πλευρά, πλην όμως όπως αναντίλεκτα μαρτύρησε ο ΜΚ.6 δεν ήταν γνωστό το ύψος των απολαβών του κάθε εργοδοτούμενου. Πώς λοιπόν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι το αναγραφόμενο ποσό είναι αυτό που πράγματι έλαβαν; Την ίδια ώρα όφειλε η εργοδοτική πλευρά να αναγράφει και το ποσό που αποκόπτεται για τις εισφορές στο Τ.Κ.Α. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ως ρητά επιτάσσει το άρθρο 12 του Νόμου. Στα δε έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον ΜΚ.6 φαίνεται ξεκάθαρα ότι έγιναν καταβολές εισφορών μεταγενέστερα της υποβολής παραπόνων από τους ΜΚ.2, ΜΚ.3 και ΜΚ.5, στοιχείο που ενδυναμώνει τη θέση ότι τα ποσά που αναγράφονταν επί των φερόμενων αποδείξεων και καρτών πληρωμής ήταν αναληθή. Παρόμοια τακτική φαίνεται να ακολουθείτο και στις περιπτώσεις και άλλων εργοδοτούμενων της κατηγορούμενης αρ.1 ως αναδύεται μέσα από τα τεκμήρια 10 και
- Όλα τα πιο πάνω οδηγούν το Δικαστήριο στο αβίαστο συμπέρασμα ότι τα υπό αναφορά τεκμήρια δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά εκ των υστέρων επινοήσεις των κατηγορούμενων σε μια προσπάθεια απόσεισης του βάρους απόδειξης καταβολής των μισθών. Ενισχύουν ταυτόχρονα και τις θέσεις των ΜΚ.3 και ΜΚ.5 ως προς το ότι δεν υπέγραψαν τις «αποδείξεις» πληρωμής που τους αφορούσαν, καθώς και τη θέση του ΜΚ.2 ότι υπέγραφε μεν την «κάρτα υπαλλήλου» η οποία όμως συμπληρωνόταν μεταγενέστερα. Ευρήματα Πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στη βάση των παραδεκτών γεγονότων διατυπώνω τα ακόλουθα ευρήματα με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία. Η ΜΚ.1 είναι λειτουργός του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων (Τ.Ε.Σ) και αυτή η οποία χειρίστηκε τα παράπονα που υποβλήθηκαν από τους ΜΚ.2 έως και ΜΚ.
- Αφού κατέγραψε τα όσα της ανάφεραν ως προς τις συνθήκες εργασίας τους η ίδια προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο αρ.2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης αρ.1 προκειμένου να τον ενημερώσει για αυτά, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τον Απρίλιο του 2019 η ΜΚ.1 μαζί με μια άλλη λειτουργό του γραφείου του κατηγόρου επισκέφθηκαν τα γραφεία της κατηγορούμενης αρ.1 που βρίσκονται στην ίδια διεύθυνση με το εστιατόριο που διαχειρίζεται ο 2ος κατηγορούμενος. Εκεί του παρέδωσε ιδιοχείρως την επιστολή ημερομηνίας 03.04.2019 (τεκμήριο 6) στην οποία γίνεται αναφορά και περιγραφή των παραπόνων των ΜΚ.2, ΜΚ.3, ΜΚ.5 και ενός άλλου προσώπου. Ταυτόχρονα τον καλούσαν όπως εντός 15 ημερών προσκομίσει στον κατήγορο βιβλία, αρχεία, καταστάσεις μισθοδοσίας ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή στοιχείο που οι κατηγορούμενοι είχαν στην κατοχή τους αναφορικά με τους πιο πάνω παραπονούμενους. Μετά τα πιο πάνω υποβλήθηκαν ακόμα δυο παράπονα στο Τ.Ε.Σ. το πρώτο από τον ΜΚ.4 και το δεύτερο από ένα άλλο πρόσωπο επίσης για οφειλές μισθών, για τα οποία ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι θα διευθετούσε μόλις άνοιγε το εστιατόριο του. Ο κατηγορούμενος αρ.2 ζητούσε συνεχώς χρόνο για να τακτοποιήσει τις οφειλές του και εν τέλει, και εκτός της καθορισμένης προθεσμίας στο τεκμήριο 6, προσκόμισε αντίγραφα αποδείξεων πληρωμής καθώς και καρτών πληρωμής των παραπονούμενων για ποσά που δεν συμφωνούν με τα όσα περιλαμβάνοντα στα έντυπα παραπόνων. Ο ΜΚ.2 εργάστηκε στο εστιατόριο της κατηγορούμενης αρ.1 από την 10.03.2018 μέχρι και την 29.10.2018 ως λαντζέρης και μπάρμαν και ο μισθός του ήταν €800 το μήνα καθαρά. Λάμβανε €600 με επιταγή και €200 μετρητά. Ο ΜΚ.3 εργάστηκε από το Μάρτιο του 2018 μέχρι και την 24.10.2018 ως μάγειρας και είχε συμφωνηθεί μισθός ύψους €900 τον οποίο λάμβανε σε επιταγή. Ο μάρτυρας απολύθηκε από την εργασία του στις 24.10.2009 χωρίς να του έχει δοθεί προειδοποίηση 8 ημερών και χωρίς να του έχει καταβληθεί αποζημίωση για την περίοδο προειδοποίησης. Δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του. Ο ΜΚ.4 εργάστηκε για δυο μήνες στο εστιατόριο της κατηγορούμενης αρ.1, ήτοι από την 06.03.2019 μέχρι κι 09.05.2019 και έχει λάβει τους μισθούς του για την περίοδο αυτή. Η μαρτυρία του ότι δεν έχει πληρωθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Η ΜΚ.5 εργαζόταν στο εστιατόριο της κατηγορούμενης αρ.1 ως καθαρίστρια για την περίοδο από 14.03.2018 μέχρι και 26.10.2018, από η ώρα 07:00 μέχρι την 13:
- Ο μισθός της ήταν για €600 μηνιαίως τα οποία έπαινε «στο χέρι». Τα μόνα που πληροφορήθηκαν για την εργοδότηση τους οι εργοδοτούμενοι ήταν το μισθό και τα καθήκοντα τους. Δεν υπογράφηκε με κανένα συμβόλαιο και όλα είχαν συμφωνηθεί προφορικά. Όλοι οι παραπονούμενοι μάρτυρες υπέβαλαν παράπονο στις κοινωνικές ασφαλίσεις για το ότι δηλώνονταν και τους καταβάλλονταν οι σχετικές εισφορές για ποσά μικρότερα από όσα λάμβαναν στην πραγματικότητα, πλην του ΜΚ.
- Τα παράπονα των ΜΚ.2, ΜΚ.3 και ΜΚ.5 τα χειρίστηκε η λειτουργός του Τ.Κ.Α κα Μαρία Κλείτου. Για την δήλωση ενός εργοδοτούμενου στο Τ.Κ.Α δεν απαιτείτο οποιαδήποτε υπογραφή εκ μέρους του και το ποσό για το οποίο δηλώνεται δεν μπορεί να το γνωρίζει εκτός και αν ο ίδιος ζητήσει να το πληροφορηθεί. Ο ΜΚ.2 ήταν δηλωμένος για το ποσό των €400 ακάθαρτα για το Μάρτιο του 2018 και για το ποσό των €600 ακάθαρτα για την περίοδο από Απρίλιο μέχρι και Αύγουστο του
- Ο ΜΚ.3 ήταν δηλωμένος για το ποσό των €500 ακάθαρτα για το μήνα Μάρτιο του 2018 και για την περίοδο Απριλίου με Σεπτέμβριο του ίδιου έτους €900 ακάθαρτα. Το παράπονο του για τη μη πληρωμή Οκτωβρίου του 2018 δεν έχει εξεταστεί. Για τον ΜΚ.4 ο μισθός που ήταν δηλωμένος για το Μάρτιο και Απρίλιο του 2019 ήταν για το ποσό των €700 ακάθαρτα. Τέλος σε σχέση με την ΜΚ.5 για το μήνα Μάρτιο του 2018 δηλωνόταν για απολαβές ύψους €200 ακάθαρτα και για τους μήνες από Απρίλιο του 2018 μέχρι και Σεπτέμβριο του 2018 καταχωρήθηκαν μισθοί για €400 ακάθαρτα ενώ για τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ποσό €200 ακάθαρτα, σύμφωνα με την κατάσταση αποδοχών της ημερομηνίας 06.12.2022 (τεκμήριο 19Γ). Μέχρι όμως την 05.08.2019 είχε δηλωθεί ότι εργαζόταν στην κατηγορούμενη αρ.1 μόνο για την περίοδο από Απρίλιο μέχρι και Ιούνιο του 2018 (Τεκμήριο 15) για το ποσό των €400 ακάθαρτα. Μέχρι σήμερα οι εργοδοτούμενοι ΜΚ.2, ΜΚ.3 και ΜΚ.5 δεν έλαβαν οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλόμενων μισθών τους για τις περιόδους που δήλωσαν ότι παρέμειναν απλήρωτοι Από την 03/04/2019 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στις 27/12/19, κανένα από τα έγγραφα ή τις πληροφορίες που ζητήθηκαν από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων δεν προσκομίστηκε στο Τ.Ε.Σ. Προσκομίστηκαν κάποια αντίγραφα αποδείξεων και καρτών πληρωμής σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο της καταχώρισης της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα παράλειψης πληρωμής μισθών (Κατηγορίες 3, 4, και 6 - 13) και της αποκοπής μισθού (κατηγορίες 14 και 15) Το υπό εξέταση αδίκημα, αντικείμενο των εν λόγω κατηγοριών, είναι το αδίκημα που προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των αρ. 9
(1)και 20 του Ν.35(Ι)/
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτού: «
- -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Ως προς το τι δύναται να συνιστά "μισθό" εν τη εννοία του Νόμου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 2 του Νόμου «...κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές.» Αναφορικά με το αδίκημα της 14ης και 15ης κατηγορίας σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ.10 του Νόμου, παράβαση των οποίων συνιστά αδίκημα με βάση το αρ.20, έχουν ως εξής: 10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...
(3)...
(4)... Προκύπτει λοιπόν ότι είναι μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που απαριθμούνται εξαντλητικά στο νόμο στις οποίες επιτρέπεται αποκοπή μισθού Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea)[2]. Στις περιπτώσεις αδικημάτων ως τα θεσπισμένα δια του Ν.35(Ι)/2007 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας / εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των μισθών. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι. Παραπέμπω σχετικά στην Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 της οποίας αντικείμενο ήσαν αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.41/1980) και δια του περί Εκτάκτου Εισφοράς δια την Άμυνα Νόμου (Ν.5/1985). Αξίζει να υπομνησθεί ότι ο βασικός νόμος τροποποιήθηκε στις 28/12/12 με τον τροποποιητικό Νόμο 200(Ι)/2012. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η παροχή εξουσίας στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία[3]. Στο άρθρο 20
(1)του Νόμου, κάτω από τον τίτλο «Αδικήματα και Ποινές», ορίζεται πως «. εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές». Αναφορικά με την κατηγορία αρ.5 (Παράλειψη αντικατάστασης της περιόδου προειδοποιήσεως με χρηματική αποζημίωση) Σε σχέση με την 5η κατηγορία σχετικά είναι όσα προνοούνται στο κανονισμό 7
(1)των περί Εργοδοτούμενων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμούς του 1968 (Πίνακας Βασικού Νόμου) όπου προβλέπεται ότι: 7.-
(1)Εργοδοτούμενος του οποίου αι υπηρεσίαι τερματίζονται πρωτοβουλία του εργοδότου, δικαιούται προειδοποιήσεως ή αντ' αυτής αποζημιώσεως ως ακολούθως: (α) Εργοδοτούμενος με υπηρεσίαν μέχρις ενός έτους, 8 ημερών. (β).... (γ).....
(2)Η ιδία προειδοποίησις ή αποζημίωσις παρέχεται ή καταβάλλεται υπό του εργοδοτουμένου εν η περιπτώσει ο ίδιος ο εργοδοτούμενος θα επεθύμει όπως τερματίση τας υπηρεσίας αυτού.
(3)Το ποσόν της αποζημιώσεως η οποία καταβάλλεται εις τον εργοδοτούμενον δυνάμει της παραγράφου
(1)του παρόντος Κανονισμού, επιβαρύνει αποκλειστικώς τον εργοδότην και εν ουδεμία περιπτώσει αφαιρείται εκ του ποσού των δικαιωμάτων υπηρεσιών των πληρωτέων εις τους λοιπούς εργοδοτουμένους. Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 15
(2), πρόσωπο που καταδικασθεί για οποιοδήποτε εκ των κανονισμών του Πίνακα του Βασικού Νόμου, εξαιρουμένων των κανονισμών 3 και 5, υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €1.708 Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράλειψης παρουσίασης και/ή άρνησης παροχής αρχείου, πιστοποιητικών, βιβλίων κ.α (κατηγορίες αρ.18 και αρ.19) Σε ότι αφορά τις δυο τελευταίες κατηγορίες (18η και 19η) σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 17 του Ν.35(Ι)/07 όπου αναφέρονται τα εξής: 17.-
(1)Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το απαιτεί ο Επιθεωρητής, να δίνει σ' αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.
(2)Ο εργοδότης, οι αντιπρόσωποί του ή οι εργοδοτούμενοι σ' αυτόν πρέπει γενικά να παρέχουν τα μέσα που απαιτούνται από τον Επιθεωρητή, τα οποία είναι απαραίτητα για την είσοδο, επιθεώρηση, εξέταση, έρευνα, ή άλλη άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος Νόμου σχετικά με την επιχείρηση του εργοδότη αυτού. Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του άρθρου 20
(4)και
(5)του πιο πάνω νόμου:
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε (α) ........ (β)........ (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, (δ)......... είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο. Η πιο πάνω υποχρέωση της εργοδοτικής πλευράς συνδέεται με το σκοπό του νομοθέτη για την καλύτερη δυνατή προστασία των εργοδοτούμενων ως προς τη μισθοδοσία τους. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ροδοσθένους ν. Aqua Masters Plc, Ποιν. Εφ. 138/2017 ημερ. 04.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:B268: Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12
(1)
(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 3η, 6η, 8η, 10η, 12η, και 14η Κατηγορία: Παράλειψη καταβολής μισθών και/ή αποκοπής μισθού Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, που προέκυψαν από τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καθώς και από μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη καταλήγω ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, κατά παράβαση των προνοιών του Ν.35(Ι)/07, δεν κατέβαλε στους παραπονούμενους ως όφειλε τους μισθούς ως ακολούθως: Georgiev Martin Evgeniev - €727, για την περίοδο 01.10.2018 - 24.10.2018 (3η κατηγορία). Nely Kechyan - €300 για την περίοδο 14.09.2018 - 30.09.2018 (6η κατηγορία) και €531 για την περίοδο 01.10.2018 - 26.10.2018 (8η κατηγορία) Md Zahirul Islam - €800 για την περίοδο 01.09.2018 - 30.09.2018 (10η κατηγορία), και €800 για την περίοδο από 01.10.2018 - 29.10.2018 (12η κατηγορία) Την ίδια ώρα καταλήγω ότι οι κατηγορούμενοι, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί απέτυχαν να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης, για πλήρη καταβολή των μισθών των παραπονούμενων ΜΚ.2, ΜΚ.3 και ΜΚ.5. Απέτυχε επίσης να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι σε σχέση με τον ΜΚ.2 οφείλεται χαμηλότερος μισθός ώστε να πρέπει να τύχει σχετικής τροποποίησης η 10η κατηγορία. Δεν έχει όμως αποδειχθεί η 14η κατηγορία που αφορά την αποκοπή μισθού από τον ΜΚ.4, εφόσον η μαρτυρία του απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Με τα όσα δε ανέφερε στο Δικαστήριο διαφάνηκε ότι όχι μόνο τα όσα ανέφερε στο Τ.Ε.Σ ήταν αναληθή αλλά και ότι είχε πληρωθεί για όλη την περίοδο που είχε εργαστεί. Ακολουθεί ότι η κατηγορούμενη αρ.1 θα πρέπει να αθωωθεί στην εν λόγω κατηγορία. 5η Κατηγορία - Παράλειψη αντικατάστασης της περιόδου προειδοποιήσεως με χρηματική αποζημίωση Σε ότι αφορά την εν λόγω κατηγορία παρατηρώ τα εξής: Αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη αρ.1 δεν κατέβαλε στον Georgiev Martin Evgeniev (ΜΚ.3) οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις 8 μέρες προειδοποίησης που δικαιούτο (5η κατηγορία). Δεν έχει δοθεί όμως μαρτυρία ως προς το ποσό που όφειλε να του καταβάλει η κατηγορούμενη αρ.1 ούτε πως υπολογίστηκε το ύψος του ποσού που αναγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, ήτοι €277, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στον Κανονισμό 8
(1)του των περί Εργοδοτούμενων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμούς του
- Αυτό όμως δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαλλαγή και αθώωση της κατηγορούμενης αρ.
- Αυτό που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση είναι μόνο το αν ο εργοδότης, δύναται να θεωρηθεί ότι διέπραξε το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα της μη πληρωμής περιόδου προειδοποιήσεως ή τη μη παροχή τέτοιας περιόδου, όπως ο σχετικός Νόμος προνοεί, και όχι το ποια είναι η αποζημίωση που ενδεχομένως να δικαιούται ο υπάλληλος, θέμα το οποίο μόνο ως αστική διαφορά ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου δύναται να επιλυθεί. Ενόψει του ότι πρόκειται για απόδειξη μέρους των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου κρίνω ότι, οι πρόνοιες του αρ. 85
(1)Κεφ.155, καθώς και οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Sammy Imbrahim Imbahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39, Ανδρέας Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποιν. Έφ. αρ. 182/2014, 23/10/2015, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Ως εκ τούτου η 5η κατηγορία τροποποιείται ανάλογα. 18η κατηγορία - Παράλειψη παρουσίασης αρχείου μισθοδοσίας κατά παράβαση του Ν.35(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε. Το αδίκημα περιέχεται στις πρόνοιες του αρ. 20
(4)του Νόμου. Η υποπαράγραφος (γ) που είναι η σχετική έχει ήδη παρατεθεί πιο πάνω Από τη διατύπωση του λεκτικού του αναφερόμενου άρθρου σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 17 προκύπτει ότι δεν γίνεται αποκλειστική αναφορά στον «εργοδότη» ούτε και περιορίζεται σε αυτόν αλλά αφορά οποιοδήποτε υπάλληλο ή αντιπρόσωπο του ήθελε κληθεί να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία ή έγγραφα. Αναμφίβολα τέτοιο πρόσωπο μπορεί να είναι και ο Διευθυντής του νομικού προσώπου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της ως αυτές απορρέουν από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 17 στον Ν.35(Ι)/2007. Παρέμεινε άλλωστε αναντίλεκτο το γεγονός ότι η επιστολή (τεκμήριο 6) απευθύνεται προς την κατηγορούμενη αρ.1 και παραδόθηκε δια χειρός στο Διευθυντή της κατηγορούμενο αρ.2. Με αυτή, μεταξύ άλλων, καλείται όπως παραδώσει τα αναφερόμενα στις λεπτομέρειες της 18ης κατηγορίας εντός προθεσμίας 15 ημερών, χωρίς όμως να το πράξει παραβαίνοντας έτσι τις πρόνοιες του αρ. 20
(4)(γ) του Ν.35(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε. Συνοψίζοντας, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) την ενοχή της 1ης κατηγορούμενης σε σχέση με τις κατηγορίες 3, 5, 6, 8, 10, 12 και υπό τη διευκρίνηση στην οποία έχω προβεί ανωτέρω σε σχέση με τη 5η κατηγορία, όμως απέτυχε να αποδείξει την 14η κατηγορία. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, οι σχετικές κατηγορίες που αντιμετωπίζει (4, 7, 9, 11, και 13) εδράζονται στο αρ. 20 Κεφ. 154 και όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, η εναντίον τους υπόθεση, βασίζεται στον ισχυρισμό ότι αυτός «παρακίνησε» την κατηγορούμενη 1 να διαπράξει τα αδικήματα της μη καταβολής ή αποκοπής μισθού. Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ακόμα όμως και σε αδικήματα απόλυτης ευθύνης απαιτείται ύπαρξη γνώσης από μέρους του συνεργού[4]. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Όπως όμως επιπλέον έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, για την στοιχειοθέτηση του αρ. 20, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για διευθυντή ή υπεύθυνο νομικού προσώπου, ο οποίος κατηγορείται για παρακίνηση της εταιρείας που διευθύνει ή που διαχειρίζεται, να διαπράξει αδίκημα, η εν λόγω ιδιότητα του, από μόνη της δεν αρκεί για να τον καταστήσει εξίσου ποινικά υπεύθυνο ως συνεργό στη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Ευριβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 600, Ποιν. Εφ. 6482 ημερ. 23.11.2000). Για καταδίκη του, απαιτείται, η στοιχειοθέτηση της ανεξάρτητης ενέργειας του για να διαπραχθεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, αποκλειομένου όμως κάθε άλλου λογικού συμπεράσματος. Τα αδικήματα παράλειψης πληρωμής μισθών, έστω και αν είναι αυστηρής ευθύνης αδικήματα, δεν τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου εδράζεται επί του αρ.20 Κεφ.154 (βλ. Μάρκου ν. Παπαγεωργίου Ποιν. Εφ. 58/2016 ημερ. 16.03.2017, ECLI:CY:AD:2017:B89) Στην παρούσα περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο καταβάλλονταν οι μισθοί στους παραπονούμενους ήταν, σύμφωνα με τα ευρήματα μου, εν μέρει με την παράδοση επιταγής και εν μέρει σε μετρητά. Η πράξη αυτή γινόταν αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο αρ.2 και κανένα άλλο πρόσωπο δεν μεσολαβούσε για την εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης της κατηγορούμενης αρ.
- Ο τρόπος βέβαια με τον οποίο ένα νομικό πρόσωπο επιλέγει να πληρώνει τους υπαλλήλους της, είναι αδιάφορος με την υποχρέωση του να καταβάλλει ακριβώς το μισθό στους εργοδοτούμενους του και το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι ο υπάλληλος να λάβει το μισθό του με οποιοδήποτε τρόπο. Η απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, δηλαδή στο αν αυτός «παρακίνησε» την κατηγορούμενη 1 να μην καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς και να διαπράξει έτσι το αδίκημα του Ν.35(Ι)/07, θεωρώ ότι είναι καταφατική. Δεν μπορεί να λεχθεί όμως το ίδιο για την κατηγορία της αποκοπής μισθού αναφορικά με τον ΜΚ.4 (15η κατηγορία). Και αυτό εφόσον η κατηγορούμενη αρ.1 έχει αθωωθεί στη 14η κατηγορία ως αυτουργός δεν νοείται καταδίκη συνεργού. Ο κατηγορούμενος αρ.2 είχε άμεση και αποκλειστική εμπλοκή στο θέμα της μισθοδοσίας των υπαλλήλων της κατηγορούμενης αρ.1, όπως συνάγεται και μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αλλά και από τον τρόπο που προωθήθηκε η Υπεράσπιση των κατηγορούμενων. Αυτός εξέδιδε τις επιταγές, αυτός της παρέδιδε και αυτός κατέβαλλε επίσης σε μετρητά μέρος του μισθού των παραπονούμενων. Αυτός επίσης τους κατέβαλλε τις εισφορές στο Τ.Κ.Α. Είναι επομένως λόγω των δικών του παραλείψεων που δεν καταβλήθηκαν εκ μέρους της κατηγορούμενης αρ.1 οι μισθοί των ΜΚ.2, ΜΚ.3 και ΜΚ.
- Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θα αντιστρατευόταν τη κοινή λογική. Επίσης στη 19η κατηγορία ο εν λόγω κατηγορούμενος κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης αρ.1 στη διάπραξη του αδικήματος της άρνησης παροχής των βιβλίων, πληροφοριών και αρχείου πιστοποιητικού που περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες της 18ης κατηγορίας. Όπως αναφέρθηκε, παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι η κατηγορούμενη αρ.1 έλαβε γνώση της επιστολής τεκμήριο 6, την οποία και παρέλαβε δια χειρός στις 04.04.2019, ο 2ος κατηγορούμενος. Η υπό αναφορά επιστολή ναι μεν απευθύνονταν προς την κατηγορούμενη 1, όμως δια της παραδόσεως αυτής στον κατηγορούμενο αρ.2 περιήλθε και στην προσοχή του ιδίου. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 20
(5)του Ν.35(Ι)/2007 καθίσταται ποινικά υπεύθυνος για το ίδιο αδίκημα και ο διευθυντής του νομικού προσώπου κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτός αν τέτοιος διευθυντής αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου. Το σχετικό βάρος απόδειξης που έχει τεθεί από το Νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου διευθυντή αποσείεται ως έχει ήδη επισημανθεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (βλ. Μακρής ανωτέρω) Στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 130/2016 και 216/2016, 18/4/2018 ημερομηνίας 18.04.2018 μεταξύ Ευγενία Παρακευαϊδου ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων σε σχέση τόσο με το άρθρο 20 του Ν.35(Ι)/2007 όσο και το άρθρο 10ΣΤ του Ν.100(Ι)//2000 αναφέρθηκαν τα εξής: ''Παρεμβάλλουμε ότι οι επίμαχες διατάξεις συνιστούν μέρος εργασιακής νομοθεσίας και στοχεύουν στην πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου. Οι ευρύτατες εξουσίες που παρέχονται από τις πρόνοιες των υπό αναφορά νομοθετημάτων στους Επιθεωρητές προς έλεγχο και επιθεώρηση, σκοπό έχουν τη διαφύλαξη και προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ακριβώς λόγω των ιδιαιτέρως ευαίσθητων κοινωνικών προεκτάσεων που ενέχει η σύμβαση εργοδότησης. Γι΄ αυτό το λόγο η ευθύνη παρουσίασης των προβλεπομένων αρχείων και άλλων στοιχείων και, κατά προέκταση, οι κυρώσεις, δεν περιορίζονται στο πρόσωπο του όποιου εργοδότη, αλλά εκτείνονται και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, προκειμένου να διασφαλισθεί κατά αποτελεσματικό τρόπο η τήρηση των διατάξεων της νομοθεσίας.'' Δεδομένης της ανυπαρξίας οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης, έχοντας κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, αλλά και στη βάση σχετικού ευρήματος μου ως προς τον καθοριστικό ρόλο του 2ου κατηγορούμενου στα δρόμενα της κατηγορούμενης αρ.1 κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου 2 και σε σχέση με τη 19η κατηγορία. Ήταν πρόσωπο που ενεπλάκηκε ενεργά τόσο στον καθορισμό των όρων εργοδότησης των παραπονουμένων όσο και της μισθοδοσίας τους, γνώριζε λεπτομέρειες για τις πληροφορίες που ζητήθηκαν από την Επιθεωρήτρια, και είχε πρόσβαση στα σχετικά αρχεία της επιχείρησης. Συνεπώς αυτός κρίνεται ένοχος στην εν λόγω κατηγορία. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 3, 6, 8,10, 12 και 18, ενώ αθωώνεται στην κατηγορία αρ.14. Επιπλέον κρίνεται ένοχη στην 5η κατηγορία που υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε αυτή τροποποιείται ως ακολούθως (βλ. NIKOΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v ΛΑΡΤΙΔΗ Ποιν. Έφ. Αρ. 85/19 ημερομηνίας 30.06.2021): Πέμπτη Κατηγορία Παράλειψη αντικατάστασης της περιόδου προειδοποιήσεως με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτούμενου, κατά παράβαση των άρθρων 7
(1)των περί Εργοδοτούμενων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) του 1968 εως 2009 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η Κατηγορούμενη 1 στις 24.10.2018, δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενο της κ. Georgiev Martin Evgeniev αποζημίωση που αντιστοιχεί στις 8 μέρες προειδοποίηση που δικαιούνταν αλλά δεν έλαβε, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας Ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 4, 7, 9, 11, 13 και 19 ενώ αθωώνεται στη 15η κατηγορία. (Υπ.) ..................................... Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256) [2] βλ. MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 2/12/2016 καθώς και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποιν. Έφ. αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015 [3] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332 [4] βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523 και Παυλόπουλος ν. ν. Skopy Shoe Factory Ltd.
(2003)2 A.A.Δ. 261 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο