← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΗΣ Χ"ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6217/2020, 24/11/2023

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΗΣ Χ"ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6217/2020, 24/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6217/2020 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Παραπονούμενοι Εναντίον ΝΙΚΗΣ Χ"ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Α.Δ.Τ [ ] Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 24/11/2023 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα Χατζηνεοφύτου Σ. για G. Hadjineophytou & Co LLC Για Κατηγορούμενο: κος Ζανούπας Σ. Κατηγορούμενη: Παρούσα Ενδιάμεση Απόφαση Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά πενήντα

(50)κατηγορίες που όλες αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(γ)
(2)και 4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008) ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτών, ενώ η κατηγορούμενη ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους της Συνεργατικής Εταιρείας Εκτοπισθέντων Μανδριών Λτδ, στη Γενική Αίτηση υπ' αριθμό 161/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, και ενώ την 27/06/2011 στα πλαίσια της αναφερόμενης Γενικής Αίτησης διατάχθηκε από το αναφερόμενο Δικαστήριο να καταβάλλει το εξ' αποφάσεως χρέος της στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, όπως προέκυψε μετά από συγχώνευση, με μηνιαίες δόσεις ύψους €100 έκαστης, αρχής γενομένης την 01/08/2011 και ακολούθως την πρώτη ημέρα εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως του εκ δικαστικής απόφασης χρέους, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ η οποία αποδέχτηκε τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ με το οποίο είχε συγχωνευθεί η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, το ποσό της δόσης των €100 για τους μήνες από 01/09/2011 μέχρι και την 01/10/2017 (σύνολο 50 δόσεις για συνολικό ποσό €5000) Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και συγκεκριμένα την 18.10.2022 καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου Ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 18
(6)του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου (Ν.169(Ι)/2015) στην οποία αναφέρεται ότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19
(5)του ίδιου νόμου δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η μεταβίβαση στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λιμιτεδ όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ μέχρι την 07.10.2022 και ώρα 2:30μμ. Αναφέρεται ακόμα ότι εντός της έννοιας των «πιστωτικών διευκολύνσεων» περιλαμβάνονται και αυτές που αφορούν την υπό εκδίκαση υπόθεση. Τέλος αναφέρεται ότι σε όλα τα μελλοντικά δικόγραφα ως κατήγορος θα φέρεται η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λιμιτεδ. Προς απόδειξη της υπόθεσης των παραπονούμενων, μαρτυρία παρουσιάστηκε από την κα Αντιγόνη Χριστοδούλου (ΜΚ.1) λειτουργό της ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (Cyrpus) Ltd η οποία μετονομάστηκε σε Dovalue Cyprus Ltd (εφεξής Dovalue) και από την κα Πόγιαννου Α. επίσης λειτουργό της Dovalue. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από πλευράς παραπονούμενων ο συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει την κατηγορούμενη από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αγορεύοντας προς τούτο σχετικά. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Χατζηνεοφύτου η οποία αγορεύοντας ανέφερε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία. Οι Αγορεύσεις Αρχίζοντας από την προφορική αγόρευση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης με την οποία κάλεσε το Δικαστήριο να απαλλάξει την πελάτισσα του από το στάδιο αυτό, διαπιστώνω πώς αυτή βασίζεται σε δυο άξονες: (α) Στο ότι η καταχώρηση και προώθηση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης έγινε και προωθείται καταχρηστικά. Η εν λόγω εισήγηση είχε δυο σκέλη. Εν πρώτοις, ως υπέδειξε ο κος Ζανούπας, επί τω ότι όταν ερωτήθηκε η ΜΚ.1 να αναφέρει το λόγο που καταχωρήθηκε η υπό κρίση υπόθεση παρέπεμψε στην παράγραφο 35 της γραπτής της δήλωσης όπου αναφέρει ότι ζητεί την έκδοση διατάγματος είσπραξης εναντίον της Κατηγορούμενης για τις, κατ' ισχυρισμό, καθυστερημένες δόσεις συνολικού ποσού €5.000 που αφορούν την περίοδο 01.09.2013 μέχρι 01.10.
  1. Δεν ζητήθηκε από τη μάρτυρα η τιμωρία της κατηγορούμενης. Σε ότι αφορά το έτερο σκέλος ο συνήγορος της κατηγορούμενης υπέδειξε ότι τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο εκτείνονται σε μια περίοδο από το 2013 έως το 2017 ενώ το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε Αύγουστο του
  2. Όταν ρωτήθηκε σχετικά η ΜΚ.1 για το λόγο της καθυστέρησης δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ενώ την ίδια ώρα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη δεν έχουν οποιαδήποτε πολυπλοκότητα ώστε να δικαιολογείται τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης από πλευράς παραπονούμενων. (β) Στο ότι το νομικό πρόσωπο που προωθεί κατ' ουσία την παρούσα υπόθεση δεν έχει έννομο συμφέρον να το πράττει. Παραπέμποντας και πάλι στα λεγόμενα της ΜΚ.1 ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η υπόθεση προωθείται από την Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ ενώ το κατηγορητήριο φέρει ως παραπονούμενη τη Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ. Διερωτήθηκε πως γίνεται να είναι παραπονούμενο άλλο πρόσωπο από αυτό που αναγράφεται ως τέτοιο στον τίτλο του κατηγορητηρίου. Ήταν η θέση του πως ένα παραπονούμενο πρόσωπο έχει αυτή την ιδιότητα κατά το χρόνο τέλεσης ενός αδικήματος. Επεσήμανε περαιτέρω, ότι τα προηγούμενα νομικά πρόσωπα στα οποία έγινε αναφορά από τη ΜΚ.1 στη γραπτή της δήλωση, έχουν διαλυθεί και στη θέση τους δημιουργήθηκε ένα ολότελα νέο νομικό πρόσωπο που προωθεί τις όποιες απαιτήσεις των προηγούμενων, πράγμα ανεπίτρεπτο. Ο κος Ζανούπας παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Με τη δική της αγόρευση η εκπρόσωπος των παραπονούμενων ανέφερε αρχικά, ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχει αποδειχθεί η ύπαρξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Σε σχέση με το παραπονούμενο πρόσωπο ανέφερε ότι ναι μεν κατά το χρόνο καταχώρησης του κατηγορητηρίου ήταν η ΣΕ.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ όμως, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ΜΚ.1 ακολούθησε αριθμό συγχωνεύσεων της εκάστοτε Συνεργατική Πιστωτικής Εταιρείας με τελευταία τη συγχώνευση ημερομηνίας 21.07.2017 που προέκυψε η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Αυτή μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, και κατόπιν σε ΣΕ.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ, η οποία και προώθησε την δίωξη της κατηγορούμενης. Η υπόθεση όντως συνεχίστηκε από την ΚΕ.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 και μετά που καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση στο φάκελο της Γενικής Αίτησης 161/03, στην οποία και εκδόθηκε αρχικά το διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Παρέπεμψε στην ποινική έφεση 101/19 για να υποστηρίξει την εισήγηση ότι είναι διαφορετικός ο διαχωρισμός του νομικού προσώπου με το φυσικό για το θέμα προώθησης μιας διαδικασίας. Για το ζήτημα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας επί του ότι δεν ζητήθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας η τιμωρία της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες αναφέρονται σε γεγονότα και δεν ζητούν τιμωρία παραβατών, αν ήθελε κριθούν ως τέτοιοι, κάτι που πράττει μόνο το Δικαστήριο. Ως προς το ότι ζητήθηκε διάταγμα είσπραξης για τις φερόμενες καθυστερημένες δόσεις είναι κάτι που υποχρεούτο να το πράξουν οι παραπονούμενοι προκειμένου να διεκδικηθεί από το Δικαστήριο. Για το ζήτημα της καθυστέρησης στην προώθηση της δίωξης της κατηγορούμενης αυτή δικαιολογείται μέσα από τα όσα ανέφερε η ΜΚ.1 για τις διάφορες συγχωνεύσεις που έχουν λάβει χώρα και το χειρισμό της υπόθεσης από την Dovalue. Ήταν η θέση της ότι δεν ήταν επάναγκες να δοθεί μαρτυρία για το λόγο που η υπόθεση καταχωρήθηκε το
  3. Απεναντίας, ως ήταν η θέση της, θα συνιστούσε κατάχρηση η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης από κάθε συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα για διαφορετικές δόσεις. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για διευκρινίσεις επί των εισηγήσεων που έθεσε ο κος Ζανούπας και τυχόν παραπομπή του Δικαστηρίου σε σχετική νομολογία. Κατά την αμέσως προηγούμενη δικάσιμο ο συνήγορος της κατηγορούμενης αναγνώρισε ότι η νομολογία έχει μεταβληθεί ως προς το πρώτο σκέλος της εισηγήσεως του περί κατάχρησης, όμως παρέπεμψε το Δικαστήριο σε περαιτέρω νομολογία ως προς το ζήτημα ύπαρξης κατάχρησης για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι τη δίωξη της κατηγορούμενης. Η συνήγορος των παραπονούμενων ανέφερε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το χρονικό διάστημα που παρήλθε πριν από την τελευταία συγχώνευση τους, η οποία έλαβε χώρα το 2017 και που είναι και ο ουσιώδης χρόνος, ως τον χαρακτήρισε, που θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν προκειμένου να διαπιστωθεί τυχόν αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι πρόκειται περί συνεχιζόμενων αδικημάτων και το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψιν του ότι μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό από το, κατ' ισχυρισμό, οφειλόμενο ποσό δόσεων που συμποσούται σε €5.
  4. Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω συνοπτικά την μαρτυρία των ΜΚ.1 και ΜΚ.
  5. Μαρτυρία ΜΚ.1 Η ΜΚ.1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενο της, ως Τεκμήριο Α. Σε αυτή αναφέρεται στη συμφωνία διαχείρισης δανείων και μη εξυπηρετούμενων διευκολύνσεων που υφίσταται μεταξύ της Αλταμίρα και της πρώην Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (εφεξής Σ.Κ.Τ Λτδ). Στη διαχείριση των τραπεζικών διευκολύνσεων περιλαμβάνεται και η σχετιζόμενη με την υπό κρίση υπόθεση. Αναφέρει ότι στις 26.06.2023 η Αλταμίρα με ειδικό ψήφισμα άλλαξε όνομα σε DOVALUE CYPRUS LTD (Τεκμήριο 1 - εφεξής Dovalue) και γίνεται σχετική περιγραφή των καθηκόντων της και την πηγή γνώσης των γεγονότων. Στη συνέχεια αναφέρεται στην έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον της κατηγορούμενης και άλλου ως πρωτοφειλετών και άλλων δυο προσώπων ως εγγυητών και υπερ της (τότε) Συνεργατικής Εταιρείας Εκτοπισθέντων Μανδριών. Γίνεται αναφορά στο οφειλόμενο ποσό και στο διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 161/
  6. Ακολούθως η μάρτυρας δίδει μια λεπτομερή περιγραφή των συγχωνεύσεων και μετονομασιών που έλαβαν χώρα με τελευταία την συγχώνευση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Η τελευταία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, και ακολούθως σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ). Κατά δε την 07.10.2022 η Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ μεταβίβασε στην Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ δυνάμει του Ν.169(Ι)2015 όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής κατά την αναφερόμενη ημερομηνία και ώρα 2:30μμ. Κατά τον τρόπο αυτό η Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ υποκατέστησε τη Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις περιλαμβανομένων συμβατικών, νομικών και αγώγιμων δικαιωμάτων σε σχέση με όλα τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια και σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση. Η ΜΚ.1 κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων που σχετίζονται με τις αναφερόμενες μετονομασίες και συγχωνεύσεις καθώς και για σχετικές προς αυτά ειδοποιήσεις που κατατέθηκαν στο φάκελο της υπό αναφορά Γεν. Αίτησης. Τεκμήρια επίσης παρουσιάστηκαν σε σχέση με διατάγματα ανανέωσης της διαιτητικής απόφασης που εξασφαλίστηκαν κατόπιν σχετικής αίτησης ως και για τις άδειες λειτουργίας της Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ και Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ ως εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων και παροχής πιστώσεων. Τέλος προσκομίστηκε αντίγραφο της ειδοποίησης εξαγοράς της Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ από την Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ που κατατέθηκε στο φάκελο της Γενικής Αίτησης 161/
  7. Σύμφωνα με την ΜΚ.1 η Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και διατηρεί αρχείο και σε ηλεκτρονική μορφή. Πρόκειται για το αρχείου που διατηρούσε η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Εκτοπισθέντων Μανδριών, το οποίο μεταφέρθηκε στη Σ.Π.Ε Γεροσκήπου, ακολούθως στο Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, και στη συνέχεια στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Ο αρχικός λογαριασμός της τραπεζικής διευκόλυνσης ήταν 40100089 και αφού άλλαξε δυο φορές εν τέλει κατέληξε σε 02840 - 4016010 -
  8. Λόγω της θέσης που κατέχει και των καθηκόντων που εκτελεί κατέθεσε ως τεκμήριο πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 στο οποίο είναι επισυνημμένες οι καταστάσεις του λογαριασμού δανείου από τις 29.10.2014 μέχρι 03.10.2023 αποτελούμενο από 6 σελίδες οι οποίες αποτελούν μέρος του υπό αναφορά αρχείου. Έλεγξε προσωπικά όλες τις καταχωρήσεις στο αρχείο των πράξεων και επιβεβαιώνει ότι είναι ορθές. Στη γραπτή της δήλωση η μάρτυρας επεξηγεί τον τρόπο αναγραφής των χρεοπιστώσεων ενώ επίσης αναφέρεται και στις διάφορες πληρωμές που κατά καιρούς έχουν γίνει και οι οποίες αφορούν δόσεις για την περίοδο από 01.01.2013 μέχρι 01.08.2013, για την οποία δεν καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση. Μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό για τις δόσεις που περιλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5.000, κάτι που σύμφωνα με τη μάρτυρα, δεν οφείλεται σε οικονομική αδυναμία της κατηγορούμενης, η οποία και ουδέποτε πρόβαλε στους παραπονούμενους τέτοιο ισχυρισμό, ούτε και αποτάθηκε στο Δικαστήριο για τροποποίηση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε και εναντίον της. Τέλος ζητείται η έκδοση διατάγματος είσπραξης εναντίον της κατηγορούμενης για το ποσό των €5.000 πλέον τα έξοδα της διαδικασίας. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το λόγο που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο τον Αύγουστο του 2020 ενώ δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης. Ανέφερε ότι όταν είχε καταχωρηθεί η παρούσα ποινική υπόθεση παραπονούμενοι ήταν οι αναγραφόμενοι επί του τίτλου του κατηγορητηρίου όμως σήμερα είναι η Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ. Τέλος ανέφερε ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε για εκδοθεί διάταγμα είσπραξης των καθυστερημένων δόσεων. Η ΜΚ.2 περιορίστηκε στην κατάθεση ενός τεκμηρίου και συγκεκριμένα την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού της κατηγορούμενης. Στη δική της γραπτή δήλωση εξηγεί τον τρόπο που ετοιμάστηκε η σχετική κατάσταση, σύμφωνα με την οποία το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο σήμερα να ανέρχεται σε €32.072,17σ περιλαμβανομένων των τόκων πλέον τα έξοδα που υπολογίζονται σε ξεχωριστή στήλη. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Νομικές Πτυχές α) Σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Οι αρχές οι οποίες οριοθετούν το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο έχουν ανακεφαλαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016, όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Η διαχρονική θέση της νομολογίας αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως κρίση είναι η ακόλουθη: Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R.250. Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητικού λογικού δικαστηρίου...» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία, αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). β) Σε σχέση με το υπό κρίση αδίκημα Το Άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο του 2008, Ν. 60(Ι)/2008 (εφεξής ο Νόμος) προβλέπει τα εξής: «3
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: (α) . (β) . (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.» Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(4)του ίδιου νόμου αποτελεί Υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι: «α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν» Το Άρθρο 4
(3)του εν λόγω Νόμου προβλέπει ότι σε περίπτωση καταδίκης, δυνάμει του Άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου, το δικαστήριο δύναται, υπό τις καθοριζόμενες προϋποθέσεις, να εκδώσει διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Συγκεκριμένα προβλέπει τα ακόλουθα: «4
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς των υπό κρίση κατηγοριών, που υπενθυμίζω είναι πανομοιότυπα διατυπωμένες, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν. 60(Ι)/2008 χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. Έφεση 160/2014 ημ. 20/12/2016, ECLI:CY:AD:2016:B558 και Ντάγκλας ν. Κυλίλη, Ποιν. Έφεση 76/19 ημ. 22/04/2020):
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους με πιστωτή τον παραπονούμενο,
  2. Το εκ δικαστικής απόφασης χρέος να μην έχει εξοφληθεί
  3. Να έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους με μηνιαίες δόσεις και
  4. Ο κατηγορούμενος να έχει παραλείψει να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες Όπως λέχθηκε στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος της μη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων αφορούσε οικονομική ή φυσική αδυναμία, και όχι ο πιστωτής να αποδείξει το αντίστροφο (ότι δηλαδή ο λόγος δεν ήταν η ύπαρξη τέτοιας αδυναμίας). Αυτή είναι και η ερμηνεία που προκύπτει από το άρθρο 3
(4)(γ) του αναφερόμενου νόμου οι πρόνοιες του οποίου τέθηκαν πιο πάνω. Προκύπτει, ακόμα, από την Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποιν. Έφεση 25/2012 ημ. 20/02/2014, ECLI:CY:AD:2014:B126, ότι το ζητούμενο σε τέτοιες υποθέσεις, όπως η παρούσα, δεν είναι το οποιοδήποτε συνολικό ποσό του χρέους κατά την ημέρα της ακρόασης αλλά το κατά πόσο οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Παρόλο που ο κος Ζανούπας δεν έχει αμφισβητήσει κατά πόσο υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως προς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως και κατά πόσο η μαρτυρία που προσφέρθηκε στερείται πειστικότητας ως θέμα αρχής το εξετάζω αυτεπάγγελτα. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου διαπιστώνω ότι υφίσταται μαρτυρία για όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Για το ζήτημα ότι αυτή είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτιδα απόλυτα σχετικό είναι το Διάταγμα εγγραφής διαιτητικής απόφαση του Ε.Δ Πάφου που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 161/03 με ημερομηνία 03.12.2003 (τεκμήριο 2). Υπάρχει επίσης μαρτυρία από πλευράς ΜΚ.1 και του τεκμηρίου 27 που κατέθεσε, ότι παραμένει υπόλοιπο για το εξ' αποφάσεως χρέος της για το ποσό των €85.120,18σ πλέον τόκους, το οποίο σύμφωνα με την ΜΚ.2 διαμορφώθηκε κατόπιν αναδομημένων λογαριασμών που ετοιμάστηκαν σε €32.072,17σ. Υπάρχει επίσης μαρτυρία ότι εναντίον της κατηγορούμενης εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων κάτι που επιμαρτυρείται από το τεκμήριο 7, σύμφωνα με το οποίο η κατηγορούμενη, μεταξύ άλλων, διατάσσεται να καταβάλει μηνιαίως το ποσό των €.100 από 01.08.11 και ούτω καθ' εξής μέχρι εξόφλησης. Τέλος σύμφωνα με την γραπτή δήλωση της ΜΚ.1 η κατηγορούμενη μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για τις δόσεις που περιλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5.000, που ως επίσης ισχυρίζεται δεν οφείλεται σε οικονομική της αδυναμία. Το ζήτημα του κατά πόσο η παραπονούμενη θεωρείται πιστωτής εξετάζεται πιο κάτω ενόψει της συνάφειας του με σχετική εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω προσθέτω ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί η ενώπιον μου μαρτυρία σε τέτοιο βαθμό αντινομική ώστε να μην μπορώ να βασιστώ επ' αυτής για να καταλήξω σε συμπέρασμα ενοχής της κατηγορούμενης. Στρέφομαι τώρα στις εισηγήσεις του κου Ζανούπα. Εξετάζω πρώτιστα τους ισχυρισμούς περί κατάχρησης διαδικασίας. Το ζήτημα αυτό ενέχει μεγάλη σημασία και σπουδαιότητα. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, το Δικαστήριο έχει ευρύτατη, συμφυή εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης, είτε κατόπιν αιτήματος είτε και αυτεπάγγελτα, να την τερματίσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, εφόσον κρίνει ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση (βλ. ενδεικτικά Δ/ντής των Φυλακών ν. xxx Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Το γεγονός ότι προηγήθηκε έγκριση της καταχώρησης ενός κατηγορητηρίου δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί τέτοιο αίτημα ή ακόμα και να το επανεξετάσει. Για το πρώτο σκέλος της εισήγησης περί κατάχρησης θεωρώ ότι από τα όσα ανέφερε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ο συνήγορος της κατηγορούμενης, έχει ουσιαστικά αποσύρει τη σχετική εισήγηση εφόσον ο ίδιος αναγνώρισε ότι δεν υποστηρίζεται από την πρόσφατη νομολογία. Συνεπώς το σκέλος αυτό δεν εξετάζεται και προχωρώ στην εξέταση της εισήγησης περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας υπό το πρίσμα της καθυστέρησης της ποινικής δίωξης της κατηγορούμενης. Το ζήτημα του κατά πόσο η καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας καθιστά την διεξαγωγή της δίκης μη δίκαια απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων. Στην υπόθεση Γ.Π.Β ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 5/2020, ημερομηνίας 30.7.2021 επισημάνθηκε κατ' αρχάς, με αναφορά στην Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330, ότι αποτελεί διαφορετικό ζήτημα το κατά πόσο ο χρόνος εντός του οποίου εκδικάστηκε μια υπόθεση είναι εύλογος συμφώνως του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο και εξετάζεται κατ' αποκλειστικότητα εντός της χρονικής διάρκειας από την διατύπωση της κατηγορίας μέχρι της τελικής εκδίκασης της (περιλαμβανομένου και του σταδίου έφεσης), και άλλο το κατά πόσο μια δικαστική διαδικασία καθίσταται καταχρηστική λόγω της καθυστέρησης υποβολής παραπόνου. Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο τόνισε ότι η διακοπή της δίκης έστω και σε περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη θα πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας, δεδομένου ότι γενικά η παρέλευση του χρόνου από μόνη της δεν αρκεί. Ωστόσο, ως περαιτέρω επισημάνθηκε, κάθε περίπτωση κρίνεται μα βάση τα δικά της περιστατικά. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε κατηγορίες άσεμνης επίθεσης σε γυναίκα, αδικήματα στα οποία συχνά παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή παραπόνων στην Αστυνομία. Ως περαιτέρω επισήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το ερώτημα κατά πόσο ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, μετά την απώλεια ή καταστροφή σχετικού μαρτυρικού υλικού, λόγω του διαρρεύσαντα χρόνου, όπως και στην περίπτωση της μη δυνατότητας κλήσης μαρτύρων, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και επικεντρώνεται στη φύση και την έκταση του δυσμενούς επηρεασμού που προκαλείται σ΄ αυτόν. Εν προκειμένω, το βάρος, ήταν στους ώμους του Εφεσείοντα να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι λόγω της απουσίας του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού και μη δυνατότητας κλήσης συγκεκριμένων μαρτύρων, υπέστη δυσμενή επηρεασμό σε βαθμό που η δίκη δεν ήταν δίκαιη.» Παρόμοια προσέγγιση ως προς το τρόπο αντιμετώπισης της καθυστέρησης σε ποινική δίωξη ενός προσώπου υποστηρίζεται και από την αγγλική νομολογία. Σχετικό προς το πιο πάνω θέμα είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση Attorney General's Reference (No. 1 of 1990) [1992] 3 All ER 169 όπου στη σελ. 176 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το λόρδο Lane: In principle, therefore, even where the delay can be said to be unjustifiable, the imposition of a permanent stay should be the exception rather than the rule. Still more rare should be cases where a stay can properly be imposed in the absence of any fault on the part of the complainant or prosecution. Delay due merely to the complexity of the case or contributed to by the actions of the defendant himself should never be the foundation for a stay. .no stay should be imposed unless the defendant shows on the balance of probabilities that owing to the delay he will suffer serious prejudice to the extent that no fair trial can be held, in other words that the continuance of the prosecution amounts to a misuse of the process of the court. Στην υπόθεση Κ&Μ (TRANSPORT) FUEL TANKERS LTD κ.α ν. Έφορου Φορολογίας, Ποιν. Εφ. 109/2021 ημερ. 06.03.2023, ECLI:CY:AD:2023:B78, η οποία αφορούσε ποινική υπόθεση για παράλειψη καταβολής βεβαιωμένου ποσού Φ.Π.Α και παράλειψη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων λέχθηκαν τα εξής: Η κατάχρηση είναι ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο (βλ. Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.ά. Ποινική Έφεση 348/2018, ημερ. 31.5.2019). Ο διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας, αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, συνεπεία αυτής. Ως κρίθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί το 2007 και το κατηγορητήριο είχε καταχωρηθεί το
  1. Όμως στο εν λόγω μεσοδιάστημα μεσολάβησαν δικαστικές διαδικασίες αμφισβήτησης της επίδικης βεβαίωσης φόρου, ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 5.10.2016, με την τελική επικύρωση της επίδικης βεβαίωσης φόρου. Ο δε χρόνος που προηγήθηκε της επίδικης βεβαίωσης φόρου, οφείλεται στην συμμόρφωση του Εφεσίβλητου με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 26.3.2007, με την οποία ακυρώθηκε η πρώτη βεβαίωση φόρου ημερ. 25.7.2002, εκδίδοντας και επιδίδοντας την επίδικη βεβαίωση στις 7.8.2007, δηλ. μόλις μετά πάροδο 4 μηνών. Λήφθηκε επίσης υπόψιν ότι η καθυστέρηση στη δίωξη άφηνε στους κατηγορούμενους περιθώρια συμμόρφωσης με τους τελευταίους να μην πράττουν οτιδήποτε. Σχετική με τα δεδομένα και τη φύση της παρούσας υπόθεσης, είναι η Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λιμιτεδ ν. ΧΧΧ Αθανασίου Ποιν. Εφ. 104/19 ημερ. 03.07.2020, ECLI:CY:AD:2020:B216 ECLI:CY:AD:2020:B216, στην οποία με παρέπεμψε ο κος Ζανούπας. Η υπόθεση αφορούσε ιδιωτική ποινική δίωξη, όπως εδώ, όμως για ακάλυπτες επιταγές οι οποίες είχαν εκδοθεί το 2013 με το κατηγορητήριο να καταχωρείται την 18.12.18, ήτοι πεντέμισι (5½) χρόνια μετά. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το κατηγορητήριο χωρίς να ακούσει μαρτυρία στη βάση του ότι ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι της καταχώρησης της υπόθεσης ήταν υπέρμετρα μεγάλος. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και επεσήμανε το σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου στην αναφορά του ότι το μόνο που εξετάζεται είναι η παρέλευση του χρόνου αυτού καθ' εαυτού, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έκρινε ότι οι προβαλλόμενες εξηγήσεις μέσω των αγορεύσεων των παραπονουμένων δεν συνιστούσαν υπόβαθρο επί του οποίου μπορούσε να βασισθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα το μόνο υπόβαθρο που υφίστατο να ήταν το χρονικό διάστημα που παρήλθε. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά (υπογράμμιση δική μου): Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος. Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση. Το Ανώτατο, παρά τον τρόπο εισαγωγής τους, σχολιάζοντας τις εξηγήσεις που δόθηκαν, και που αφορούσαν λόγους υγείας των παραπονούμενων, έκρινε αυτές ως αόριστες και ανεπαρκείς. Καταλήγοντας, ανέφερε πως η απουσία λόγων σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση των αδικημάτων αλλά και η πάροδος των 5,5 ετών καθιστούσε τη δικαστική διαδικασία ως καταχρηστική. Ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου Ποιν. Εφ. 69/2021 ημερ. 07.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B468 ECLI:CY:AD:2022:B468, η οποία και πάλι αφορούσε το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής. Στην εν λόγω υπόθεση επικυρώθηκε η απόρριψη του κατηγορητηρίου από το πρωτόδικο δικαστήριο, στη βάση του ότι η προώθηση της υπόθεσης συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δεδομένης της προηγούμενης έγγραφης δήλωσης του παραπονούμενου ότι η επίδικη επιταγή είχε εξοφληθεί και ότι η υπόθεση δεν θα προχωρούσε σε ακρόαση. Εν τέλει όμως η υπόθεση προωθήθηκε μέχρι τέλους. Κρίθηκε ότι η προώθηση της ποινικής υπόθεσης δεν αποσκοπούσε στο γνήσιο ενδιαφέρον του Εφεσείοντα για την τιμωρία του Εφεσίβλητου, ένεκα της διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος. Όμως το Ανώτατο Δικαστήριο εντόπισε και ακόμα ένα λόγο που το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε να απέρριπτε την υπόθεση, ως αποτελούντα κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτός ήταν η καθυστέρηση τρεισήμισι (3½) , αυτή τη φορά, χρόνων στην διατύπωση των κατηγοριών για την οποία δεν είχε προσφερθεί οποιαδήποτε εξήγηση από τον παραπονούμενο. Το Ανώτατο επικαλούμενο και εφαρμόζοντας τα λεχθέντα στην Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ (ανωτέρω), τα γεγονότα της οποίας προσομοίαζαν με την Τελεβάντου, έκρινε ότι ο χρόνος αυτός σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε εξήγησης αλλά και τη συνοπτική φύση των αδικημάτων αποτελούσαν επιπρόσθετο λόγο στον τερματισμό της υπόθεσης και απαλλαγής του κατηγορούμενου. Ό,τι προκύπτει από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές είναι πως σε υποθέσεις συνοπτικής διαδικασίας, όπως η παρούσα, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της διάπραξης ενός αδικήματος και της δίωξης προς τούτο ενός προσώπου, σε περίπτωση που δεν υποστηρίζεται από επαρκείς εξηγήσεις από πλευράς κατήγορου και στην απουσία οποιασδήποτε συμβολής του κατηγορούμενου στην πρόκληση της καθυστέρησης, είναι πιθανόν να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαπίστωση δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου και συνακόλουθα να κρίνει την προώθηση της ποινικής υπόθεσης ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ως λέχθηκε στην LCA Domiki Ltd Ποιν. Αιτ. 14/2018, ημερ. 02.10.2018 «ο παράγων του χρόνου όμως έχει τη δική του αυτοτέλεια». Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως προκύπτει από το ίδιο το κατηγορητήριο τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη φέρεται να διαπράχθηκαν από το 2013 έως και το 2017, ενώ το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε μόλις τον Αύγουστο του
  2. Πρόκειται για χρονικό διάστημα που εκ πρώτης όψεως εκφεύγει της έννοιας του εύλογου χρόνου και συνεπώς τίθεται ζήτημα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης. Την ίδια ώρα πρόκειται για κατηγορίες που δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε πολυπλοκότητα ενώ τίποτε δεν λέχθηκε για συνέργεια στην πρόκληση της ως άνω καθυστέρησης από πλευράς κατηγορούμενης. Από τη μεριά των μαρτύρων των παραπονούμενων δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε εξήγηση περί τούτου με την ίδια τη ΜΚ.1 να αναφέρει ευθαρσώς ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τους λόγους. Ούτε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε κοινά παραδεκτό υπόβαθρο. Οι εισηγήσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους τους, ήταν κατά το στάδιο των αγορεύσεων των συνηγόρων, οι οποίοι δεν έχουν αμφισβητήσει, και ορθά, την ανυπαρξία οποιασδήποτε πολυπλοκότητας στην υπόθεση. Επιχειρήθηκε αρχικά, η διασύνδεση της παρέλευσης του χρόνου με το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι διήλθαν αριθμού συγχωνεύσεων με την τελευταία να λαμβάνει χώρα το
  3. Ως εκ τούτου, ως απολήγει η σχετική εισήγηση, ουσιώδης χρόνος για να διαπιστωθεί κατάχρηση είναι το εν λόγω έτος. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη σε 50 περιπτώσεις διαπράττεται με την μη πληρωμή 3 τουλάχιστον δόσεων ως προκύπτει από τα άρθρα 3
(1)(γ) και
(2)του Ν.60(Ι)/
  1. Όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, η οποία υπενθυμίζω ότι δεν αξιολογείται, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, προέκυψε, ως αποτέλεσμα προγενέστερων συγχωνεύσεων, περί την 26.10.2013 και συνέχισε να λειτουργεί με την ονομασία αυτή μέχρι και την 01.07.
  2. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για το λόγο μη λήψης οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της κατηγορούμενης εντός της πιο πάνω περιόδου η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να καλύπτει τη συντριπτική πλειοψηφία των κατηγοριών που τώρα αντιμετωπίζει. Επρόκειτο ουσιαστικά για τους ίδιους τους παραπονούμενους, υπερ των οποίων εξασφαλίστηκε η διαιτητική απόφαση και ενεγράφηκε με σχετικό διάταγμα του Ε.Δ Πάφου, και που κατόπιν συγχωνεύσεων τους με άλλα νομικά πρόσωπα δημιουργήθηκε το προαναφερθέν νομικό πρόσωπο. Η, κατ' ισχυρισμό παράλειψη πληρωμών των δόσεων από την κατηγορούμενη ήταν γνωστή στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και συνεπώς τα αδικήματα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, είχαν αποκρυσταλλωθεί μέχρι την επόμενη συγχώνευση που έλαβε χώρα (01.07.2017). Δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος να περιμένει επ' αόριστον από ποιόν και υπό ποια ιδιότητα ή νομική μορφή θα διωχθεί για ποινικά αδικήματα και την ίδια ώρα να αναμένεται να δικαιολογήσει την τυχόν οικονομική του αδυναμία να συμμορφωθεί με την υποχρέωση καταβολής των δόσεων για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απραξία των παραπονούμενων από τη συγχωνεύσεως του ως άνω Συνεργατικού με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και ως αυτή μετονομάστηκε αρχικά σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και αργότερα, ήτοι κατά την 03.09.2018, σε Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ (ως αναγράφεται επί του κατηγορητηρίου). Όχι μόνο αυτό, αλλά έπρεπε να παρέλθουν ακόμα δυο σχεδόν χρόνια για να ληφθεί απόφαση για να καταχωρηθεί το υπό κρίση κατηγορητήριο. Οι παραπονούμενοι είχαν κάθε ευκαιρία να προσφέρουν μαρτυρία για τα όσα πρόβαλε η συνήγορος τους με την αγόρευση της έτσι ώστε η σχετικές εισηγήσεις να είχαν πλαισιωθεί με επάρκεια, πλην όμως για άγνωστους λόγους δεν το έπραξαν. Στη βάση των πιο πάνω, δεν μπορώ να συμμεριστώ τη θέση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προσμετρήσει το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την τελευταία συγχώνευση που επήλθε το 2017, και ουσιαστικά να κλείσει τα μάτια του στην αδράνεια των παραπονούμενων τα προηγούμενα 4 χρόνια. Αβάσιμη είναι και η δεύτερη εισήγηση της κας Χατζηνεοφύτου περί συνεχιζόμενης φύσεως του αδικήματος. Το κατά πόσο ένα αδίκημα είναι συνεχούς φύσεως σε καμία περίπτωση δικαιολογεί την προώθηση ποινικής υπόθεσης κατά το δοκούν ή όποτε ο κατήγορος το κρίνει πρόσφορο. Σε ορισμένες βέβαια περιπτώσεις η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην δίωξη σοβαρών αδικημάτων, ιδιαίτερα συνεχιζόμενων, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου, εφόσον κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με ανοχή μιας παράνομης κατάστασης ή και υπόσκαψης του κράτους δικαίου. Παραπέμπω σχετικά στις Ηλίας Χρίστου Ηλιάδη ν. Δήμου Λάρνακας
(1998)2 Α.Α.Δ 75, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μιχαλάκη Βασιλειάδη κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ 65 και Φλουρής Φλούρκας Επιχειρήσεις Λτδ ν. Ανδριανής Παναγιώτου κ.α
(2005)2 Α.Α.Δ 580, όπου επίσης αναφέρθηκε ότι «Το εσωτερικό ελατήριο του κατηγόρου ή ο απώτερος σκοπός του είναι στοιχεία εντελώς άσχετα, υπό την έννοια ότι δεν συνιστούν έρεισμα για ανακοπή της διαδικασίας ή για μη καταλογισμό ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο». Ασφαλώς δεν είναι τέτοια η παρούσα υπόθεση. Ως έχει λεχθεί η παράλειψη της πληρωμής των δόσεων ήταν σε γνώση των παραπονούμενων, οι οποίοι μπορούσαν να προωθήσουν την παρούσα υπόθεση πολύ ενωρίτερα. Κανένας λόγος ή εξήγηση δεν έχει δοθεί για την παράλειψη τους αυτή. Διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος αυτού θα ισοδυναμούσε με αποδοχή του ενδεχόμενου να επιτρέπεται στην εκάστοτε κατηγορούσα αρχή ή παραπονούμενους να παραμένουν αδρανής για απεριόριστο διάστημα και να ζητούν την τιμωρία του αδικοπραγούντα, όποτε οι ίδιοι ήθελε αποφασίσουν ή κρίνουν πρόσφορο και παράλληλα, το υπό κατηγόρια πρόσωπο να βρίσκεται για το διάστημα αυτό σε κατάσταση αβεβαιότητας και υπό την συνεχή απειλή ποινικής δίωξης του. Αυτό στην ουσία συνέβηκε και στην παρούσα περίπτωση. Η πιο πάνω περιγραφόμενη στάση που έχει επιδειχθεί από τους παραπονούμενους είναι, υπό τις παρούσες περιστάσεις, όχι μόνο ανεπιθύμητη αλλά και ανεπίτρεπτη. Με δεδομένα λοιπόν α) το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων από την 01.09.2013 έως και την 01.10.2017, μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου τον Αύγουστο του 2020 χρονικό διάστημα που κρίνεται αναμφίβολα μεγάλο, β) την απουσία εξηγήσεων για το γεγονός αυτό από τους παραπονούμενους οι οποίοι γνώριζαν για τη διάπραξη των αδικημάτων και γ) την ιδιαίτερα απλή φύση των κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας και την απουσία οποιασδήποτε μεμπτής, ως προς την πρόκληση της καθυστέρησης, συμπεριφοράς της κατηγορούμενης κρίνω ότι η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν τη σχετική εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για τους παραπονούμενους, και συγκεκριμένα ότι για τη διάγνωση καθυστέρησης στη δίωξη μπορεί να προσμετρήσει μόνο ο χρόνος από το 2017 μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, και πάλι θα κατέληγα στην ίδια διαπίστωση. Τρία χρόνια αδικαιολόγητης απραξίας για τέτοιας φύσεως αδικήματα και πάλι καθιστά την προώθηση της υπόθεσης καταχρηστική (βλ. κατ' αναλογία Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου ανωτέρω). Επομένως η εισήγηση του συνηγόρου της κατηγορούμενης γίνεται αποδεκτή. Παρά το διαφαινόμενο αποτέλεσμα της υπόθεσης για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης εξετάζω και την τελευταία εισήγηση του συνηγόρου της κατηγορούμενης. Συγκεκριμένα ότι οι παραπονούμενοι που προωθούν την παρούσα υπόθεση είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που φέρεται στον τίτλο του κατηγορητηρίου και δεν περιβάλλονται με τη δέουσα νομιμοποίηση. Συναφείς λόγοι προβλήθηκαν και στην υπόθεση Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ ν. ΧΧΧ Χριστοδούλου Ποιν. Εφ. 101/2019 ημερ. 03.07.2020, ECLI:CY:AD:2020:B242 αντίγραφο της οποίας με προμήθευσε, και προς τιμήν του, ο συνήγορος υπεράσπισης. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε δεκτή η θέση των εφεσειόντων, πως είχαν αποκτήσει με συμβατικό τρόπο και δια νόμου δικαιώματα και υποχρεώσεις που τους καθιστούσαν εξ αποφάσεως πιστωτές της εφεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα επίκλησης του Ν.60(Ι)/2008. Ως αποφάνθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο η ιδιότητα του «πιστωτή» των εκεί εφεσειόντων / παραπονούμενων, όπως ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Κεφ.6, στο οποίο παραπέμπει σχετικά το άρθρο 2 του Ν.60(Ι)/2008, προέκυπτε εκ του νόμου, και έτσι κατέστησαν εξ' αποφάσεως πιστωτές εν τη εννοία του Ν.60(Ι)/2008. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης είχε προηγηθεί η έκδοση διαιτητικής απόφασης υπερ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου το 2009 η οποία ενεγράφηκε κατόπιν σχετικού διατάγματος του Ε.Δ Πάφου. Η ιδιωτική ποινική υπόθεση, που αφορούσε πανομοιότυπα αδικήματα με την παρούσα, καταχωρήθηκε το 2014 με παραπονούμενους το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, αντί της Συνεργατικής Πιστωτικής εταιρείας Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, υπερ της οποίας εκδόθηκε και το σχετικό διάταγμα πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, η οποία επαναλαμβάνω ότι δεν αξιολογείται στο παρόν στάδιο, προκύπτει ότι γίνεται λεπτομερής αναφορά σε όλες τις συγχωνεύσεις και μετονομασίες που προηγήθηκαν του ονόματος των εδώ παραπονούμενων, αλλά και της μετέπειτα μετονομασίας αυτού σε Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ. Έχει δε προσκομιστεί πλειάδα τεκμηρίων, που κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση. Η μετονομασία της επί του τίτλου της υπόθεσης παραπονούμενης σε Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ φαίνεται να εδράζεται στα εδάφια
(4)και
(6)του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 τα οποία παραθέτω πιο κάτω (υπογράμμιση και έμφαση δική μου):
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.
(6)Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο μεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης στο εδάφιο
(5)του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων. Σχετικά με τα όσα προβλέπονται στα πιο πάνω εδάφια του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 είναι τα τεκμήρια 19 και 20. Κρίνω συνεπακόλουθα ότι η παραπονούμενη έχει καταδείξει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ότι απέκτησε την ιδιότητα του πιστωτή εν τη εννοία του άρθρου 2 του Ν.60(Ι)/2008, και κατ' επέκταση τη νομιμοποίηση της ως ιδιώτης κατήγορος. Ας σημειωθεί, πως δεν τίθεται θέμα καταχώρησης αίτησης τροποποίησης του τίτλου του κατηγορητηρίου εφόσον κάτι τέτοιο αφενός δεν προβλέπεται από το σχετικό Νόμο και αφετέρου δεν είναι δικονομικά εφικτή η τροποποίηση του τίτλου κατηγορητηρίου δια της αντικατάστασης του κατηγόρου. Σχετική είναι η Ντίνος Φιλίππου v. Maricasa Estate Ltd κ.α Ποιν. Εφ. αρ. 61/2013 στην οποία ξεκαθαρίστηκε ότι τα άρθρα 83 και 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο για τροποποίηση του τίτλου ποινικής έφεσης, και συνεπώς ούτε ποινικής υπόθεσης πρωτόδικα. Πέραν τούτου η προαναφερόμενη αυθεντία, στην οποία επίσης με παρέπεμψε ο κος Ζανούπας προς ενίσχυση της θέσης του για το απαράδεκτο της προώθησης της παρούσας υπόθεσης από την Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ, διαφέρει ως προς τα γεγονότα της παρούσας. Σε εκείνη την περίπτωση ο εφεσείων, φυσικό πρόσωπο, είχε αποβιώσει και, λόγω του ότι ακριβώς δεν υφίστατο νομοθετική πρόνοια, κατ' αντίθεση με την παρούσα περίσταση, για υποκατάσταση του, η σχετική αίτηση απορρίφθηκε. Η υποκατάσταση εν προκειμένω, ως προκύπτει από τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 18
(4)και
(6), λαμβάνει χώρα με την καταχώρηση της προβλεπόμενης ειδοποίησης, η οποία και έχει κατατεθεί ως τεκμήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Συνακόλουθα θα απέρριπτα την εισήγηση αυτή. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω το αίτημα της Υπεράσπισης για απόρριψη της υπόθεσης ως αποτελούσα κατάχρηση της διαδικασίας επιτυγχάνει. Η ποινική δίωξη της κατηγορούμενης τερματίζεται και η υπόθεση απορρίπτεται λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η κατηγορούμενη απαλλάσσεται όλων των κατηγοριών Όσον αφορά τα έξοδα, δεδομένου ότι πρόκειται περί ιδιωτικής ποινικής δίωξης, αυτά επιδικάζονται υπερ της κατηγορούμενης και εναντίον των παραπονούμενων ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.