Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2968/20, 22/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 2968/20 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22.
- 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Παπαγεωργίου Για τον κατηγορούμενο: κος Γεωργίου Λ. (για να ακούσει απόφαση η κα Χ"Θεοδωσίου) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του Ν.86/72 ως έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι την 27.05.2019 στη συμβολή της λεωφόρου Ελλάδος με την οδό Μιχαήλ Καραολή στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε μόνο τον εξεταστή της υπόθεσης κο Π. Κρεμμά. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του κατατέθηκαν από κοινού και ως προς αληθές του περιεχομένου τους δυο καταθέσεις μαρτύρων ήτοι του αστυφύλακα 1169 Α. Αριστοδήμου (τεκμήριο 8), του Ιγνάτιου Φιλίππου συζύγου της παραπονούμενης (τεκμήριο 9). Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Η μαρτυρία του Αστ.3891 Π. Κρεμμά (ΜΚ.1) στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ο ΜΚ.1 υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία την οποία κατάθεσε ως τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου ατυχήματος την 27.05.2019 και ώρα 10:
- Εκεί εντόπισε τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής [ ], το οποίο και εντόπισε στην τελική του θέση. Η πεζή, ονόματι Δέσποινα Φιλίππου, με την οποία είχε προηγουμένως συγκρουστεί είχε ήδη μεταφερθεί στο Γ.Ν Πάφου λόγω των τραυματισμών που υπέστηκε. Αργότερα την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος ένιωσε αδιαθεσία και πήγε και ο ίδιος στο νοσοκομείο. Στην απουσία τους ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής σημειώνοντας σε αυτό, μεταξύ άλλων, το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ. Στο εν λόγω σημείο είχε ανεύρει κομμάτι από πλαστικό του δεξιού μπροστινού φαναριού του [ ]. Το εν λόγω όχημα είχε ζημιές, εκτός από το προαναφερόμενο σημείο, στον μπροστινό προφυλακτήρα (δεξιά γωνιά), στο δεξιό στύλο του ανεμοθώρακα, και στην κάτω δεξιά πλευρά του ανεμοθώρακα. Στη βάση του πρόχειρου σχεδίου ετοιμάσε συμμετρικό σχέδιο. Επισκέφθηκε εκ νέου τη σκηνή δυο μήνες μετά με τον Αστ. 1169 στον οποίο και εξήγησε τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβει το δυστύχημα. Στις 15.11.2019 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης με τον τελευταίο να απαντά «Δεν παραδέχομαι». Ο μάρτυρας κατέθεσε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα που ετοίμασε ως Τεκμήριο 2, έντυπο ζημιών του οχήματος ως Τεκμήριο 3, την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο από τον αστυφύλακα 1169 ως Τεκμήριο 4, τη γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου ως Τεκμήριο 5, καθώς και δυο ιατρικά πιστοποιητικά σε σχέση με την παραπονούμενη ως Τεκμήρια 6Α και 6Β. Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 συμμετρικό σχεδιαγράφημα. Ως ανέφερε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα υπογράφηκε ως ορθό από τον κατηγορούμενο. Υπέδειξε σε αυτό την υπογραφή του καθώς επίσης την πορεία του οχήματος του και την πορεία της πεζής. Το πλάτος του όλου δρόμου από το πεζοδρόμιο που ξεκίνησε η πεζή μέχρι τη γραμμή του αλτ της οδού Μιχαήλ Καραολή, ως τα υπέδειξε στο τεκμήριο 7, ήταν 10,90μέτρα. Η απόσταση που διένυσε η πεζή μέχρι το σημείο Χ ήταν περίπου 5 μέτρα. Η λωρίδα που κινείτο το όχημα του κατηγορούμενου ήταν ευθεία και είχε άπλετη ορατότητα. Δεν του ανέφερε αν προέβηκε σε αποφευκτική κίνηση ή πότε αντιλήφθηκε την πεζή ούτε και εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης στο δρόμο. Η πεζή ήταν ηλικίας 81 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το πλάτος της αριστερής λωρίδας, σύμφωνα με την κατεύθυνση που είχε ο κατηγορούμενος, στο ύψος του σημείου που ξεκίνησε να διασταυρώνει η πεζή μέχρι την άσπρη συνεχόμενη γραμμή που διαχωρίζει τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας, είναι 3,85μ. Η απόσταση από την εν λόγω γραμμή μέχρι τη βασική γραμμή, η οποία χαράκτηκε ως διακεκομμένη γραμμή, είναι 0.25μ και από την συνεχόμενη γραμμή μέχρι το σημείο Χ είναι 1,05μ. Ως εξήγησε ο μάρτυρας χάραξε την βασική γραμμή για το λόγο ότι η συνεχόμενη γραμμή έπαιρνε κλίση στο δρόμο την οποία έπρεπε να λάβει υπόψιν του, και συνεπώς η μέτρηση δεν θα ήταν κάθετη. Επικαλέστηκε σχετικά την εκπαίδευση που έλαβε. Η απόσταση από το σημείο εκκίνησης της πεζής μέχρι την άσπρη συνεχόμενη γραμμή είναι 4,10μ. Η απόσταση που διένυσε το όχημα του κατηγορούμενου από το σημείο σύγκρουσης μέχρι να σταματήσει είναι 10,30μ. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι μετρήσεις του ήταν λανθασμένες και ανέφερε ότι το συμμετρικό του σχεδιάγραμμα έγινε με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Στο ερώτημα κατά πόσο είχε την ευχέρεια να δει την πεζή ο κατηγορούμενος απάντησε «Θεωρώ ότι έπρεπε να τη δει», και δέχθηκε ότι δεν ήταν παρών. Υπολόγισε το χρόνο που διένυσε τα 5 περίπου μέτρα η πεζή σε 5 δευτερόλεπτα. Από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου στην κατάθεση του (τεκμήριο 4) συμπέρανε ότι για να ξεκινήσει η πεζή να διασταυρώνει δεν κινούνταν οχήματα από τη δεξιά της πλευρά, και μέχρι να φτάσει στο σημείο σύγκρουσης τα εν λόγω οχήματα διάνυσαν αρκετή απόσταση. Δεν μέτρησε το πλάτος του οχήματος του κατηγορούμενου. Συμφώνησε ότι η αναφορά του σε άπλετη ορατότητα προϋπέθετε την απουσία οχημάτων στο δρόμο. Δεν έλεγξε σε πόση απόσταση από το πεζοδρόμιο κινούνταν τα οχήματα που βρίσκονταν στη λωρίδα του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τα όσα περιλαμβάνονται στην κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 4), κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτή που τηρούσε. Στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας δεν υπήρχε άλλο όχημα μπροστά του και οδηγούσε με ταχύτητα 35 με 40 χαω. Σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε από τα δεξιά του, και σε απόσταση ενός μέτρου, μια γυναίκα να περιπατεί και να έρχεται προς το μέρος του. Πάτησε αμέσως φρένα και σταμάτησε δυο με τρία μέτρα πιο κάτω από εκεί που έγινε η σύγκρουση. Το δυστύχημα είχε γίνει περί την 10:30 και η παραπονούμενη έφερε ενδυμασία με χρώματα μπλε και άσπρο. Αναφέρει ότι ο λόγος που δεν είδε την πεζή είναι λόγω έλλειψης ορατότητας προς την λωρίδα των εξ' αντιθέτου ερχόμενων οχημάτων. Όσον αφορά την κατάθεση του Αστ. 1169 η οποία κατατέθηκε ως προς το αληθές του περιεχομένου της, σε αυτή αναφέρεται ότι είχε επισκεφθεί τη σκηνή του δυστυχήματος με τον ΜΚ.1 ο οποίος και του εξήγησε το σχεδιαγράφημα που ετοίμασε. Ο ίδιος με τη σειρά του το εξήγησε στον κατηγορούμενο ο οποίος και το υπέγραψε ως ορθό στην παρουσία του, την 30.07.
- Την ίδια μέρα του έλαβε ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 4). Στην κατάθεση του Ιγνάτιου Φιλίππου, συζύγου του πεζής, αναφέρεται ότι η σύζυγος του είχε σκοπό να μεταβεί στους φούρνους «Παπαντωνίου» για να πάρει ψωμί. Ειδοποιήθηκε για το δυστύχημα τηλεφωνικώς. Τέλος αναφέρει ότι η σύζυγος του έκαμνε συχνά τη διαδρομή αυτή και ήταν πάντα προσεκτική. Από την Δέσποινα Φιλίππου δεν λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση, ούτε και η ίδια προσήλθε να καταθέσει. Ως προκύπτει από το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 10.02.2020 (τεκμήριο 6Α), είχε υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες και η κατάσταση της ήταν κρίσιμη. Εισήχθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γ.Ν Πάφου και της είχε διενεργηθεί τραχειοτομία και γαστροστομία. Πήρε εξιτήριο την 21.10.2019 με τη σημείωση ότι χρήζει 24ωρης βοήθειας, και ότι παρακολουθείται από νευρολόγο καθώς και ότι κάνει καθημερινά φυσιοθεραπεία και λογοθεραπεία. Στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 08.07.2021 (Τεκμήριο 6Β) πέραν των όσων ήδη αναφέρονται στο τεκμήριο 6Α, γίνεται αναφορά και στη σημερινή κατάσταση της υγείας της. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «η ασθενής βρίσκεται στο σπίτι, χρήζει 24ωρης βοήθειας από φροντίστρια και την οικογένεια της. Είχε κατάκλιση για μεγάλο χρονικό διάστημα οι οποίες τώρα έχουν επουλωθεί. Χρειάζεται βοήθεια για τις βασικές της ανάγκες. Παρακολουθείται από νευρολόγο, κάνει καθημερινά φυσιοθεραπεία και λογοθεραπεία». Είναι λοιπόν εμφανής ο λόγος για τον οποίο δεν έχει προσέλθει να καταθέσει. Η πλευρά της υπεράσπισης εισηγήθηκε μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αγόρευσε σχετικά προς τούτο και παρέπεμψε το Δικαστήριο σχετική νομολογία. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 25.10.2023, για τους λόγους που εξηγούνται σε αυτή, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία. Ο τελευταίος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο κος Παπαγεωργίου παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση. Σε αυτή γίνεται αναφορά στη δοθείσα μαρτυρία και παρατίθεται αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς υποστήριξη των επιχειρημάτων του. Σχολιάζοντας τη νομολογία που παραπέμπει η πλευρά της Υπεράσπισης εισηγείται ότι αυτή δεν προσομοιάζει με τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση. Αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος στη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ισχυρίζεται ότι είδε την παραπονούμενη μόλις στο ένα μέτρο, γεγονός που, κατά τη θέση του, αποκαλύπτει την έλλειψη προσοχής του κατά την οδήγηση. Καλεί το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ.1 η οποία σε συνδυασμό και στη βάση νομολογιακών αρχών είναι ικανή για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από την άλλη η Υπεράσπιση υιοθέτησε το περιεχόμενο της προφορικής αγόρευσης στην οποία είχε προβεί ο κος Γεωργίου κατά το στάδιο της εκ πρώτης όψεως, χωρίς να συμπληρώσει οτιδήποτε. Η ουσία των επιχειρημάτων της πλευράς της Υπεράσπισης συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την απόσταση από την οποία η πεζή μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τον κατηγορούμενο. Επιπλέον ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει την αναφορά του ΜΚ.1 σε «άπλετη ορατότητα» εφόσον αυτή περιλάμβανε την απουσία οχημάτων που στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν. Το σύνολο των εισηγήσεων των συνηγόρων είναι υπόψιν του Δικαστηρίου, οι οποίες έχουν μελετηθεί με πολλή προσοχή. Ειδικότερη αναφορά σε αυτές θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο. Επίσης είναι υπόψιν του Δικαστηρίου όλες οι αυθεντίες στις οποίες έχω παραπεμφθεί από αμφότερους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή το μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής ενώ έδινε μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς του, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης του αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Διατηρώ επίσης υπόψιν μου και την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς[1], και ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη[2], αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται, διαφορετικά μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία τυχόν έφεσης λόγω εσφαλμένης καθοδήγησης[3]. Έχω επίσης κατά νου, πως δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης. Πολύ σημαντική παράμετρος που χρήζει αναφοράς είναι ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συνεκτιμάται, διερευνάται και αντιπαραβάλλεται με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας[4]. Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες δεν καταρρίπτουν αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα[5]. Στα πλαίσια αξιολόγησης μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη και οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία έχει προσκομιστεί κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Αναφορικά με την αξία της πραγματικής μαρτυρίας της αναφέρθηκε στην υπόθεση Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51: «Η πραγματική μαρτυρία, όπως έχει κατ' επανάληψη τονισθεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στην μαρτυρία τους. Είναι γι' αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας της». Ένας εξεταστής τροχαίου ατυχήματος μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή, με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας[6]. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι παραδεκτά γεγονότα αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα, αναγόμενα ουσιαστικά σε δεδομένα και υπερισχύουν εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση αυτών και μαρτυρίας[7]. Σε αυτά θα αναφερθώ κατωτέρω στο βαθμό και στην έκταση όπου χρειάζεται. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε, είτε στον τρόπο που κατέθετε, είτε σε αυτά που κατέθεσε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει ή να αλλοιώσει τα γεγονότα, με απώτερο σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Γενικά έδωσε την εικόνα ενός αμερόληπτου και σοβαρού εξεταστή του επίδικου δυστυχήματος, ο οποίος προέβηκε υπό τις περιστάσεις σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες. Οι μετρήσεις και τα ευρήματα του επί της σκηνής γίνονται ως επί το πλείστο αποδεκτά από το Δικαστήριο με εξαίρεση το μήκος και πλάτος του οχήματος του κατηγορούμενου και την απόσταση που κάλυψε μέχρι να ακινητοποιηθεί. Ο ΜΚ.1 αρχικά απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι το μήκος του οχήματος του κατηγορούμενου είναι 4 μέτρα και το πλάτος του 1,70μ όμως σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν το μέτρησε. Αυτή η τελευταία του θέση θεωρώ ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον στο έντυπο ζημιών που κατέθεσε ως τεκμήριο 3 δεν αναγράφεται οτιδήποτε στα σχετικά πεδία («Μήκος, Ύψος, Πλάτος»). Κατ' επέκταση, δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτή η θέση του ότι το όχημα του κατηγορούμενου ακινητοποιήθηκε στα 10,30μ μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, με τελική μέτρηση το μπροστινό μέρος του [ ]. Και τούτο καθότι, ως σημείωσε επί του σχεδίου και υποστήριξε δια ζώσης, η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης με τελική μέτρηση το πίσω μέρος του οχήματος ήταν 6,30μ. Δεν συμμερίζομαι όμως την αόριστη υποβολή που του τέθηκε από την Υπεράσπιση για παράλογες εξετάσεις από μέρους του. Άλλωστε δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη θέση ως προς τον ορθό τρόπο διερεύνησης της σκηνής ή τη λήψη των μετρήσεων. Αποδέχομαι δε, ως λογική τη χάραξη από μέρους του βασικής (διακεκομμένης) γραμμής επί του συμμετρικού σχεδίου προκειμένου να βοηθηθεί στη μέτρηση των αποστάσεων στις οποίες προέβηκε. Ως εξήγησε ο μάρτυρας ο δρόμος είχε κλίση και συνεπώς αν υιοθετείτο η άσπρη συνεχής γραμμή θα οδηγείτο σε λανθασμένα ευρήματα. Υπάρχουν βέβαια στη μαρτυρία του ΜΚ.1 θέσεις και συμπεράσματα που βασίζονται σε υποθέσεις και εικασίες δεδομένου ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών ούτε και έλαβε άλλη μαρτυρία για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Επιπρόσθετα δεν έχει εξηγήσει με οποιοδήποτε τρόπο πως κατέληξε στις συγκεκριμένες διαπιστώσεις. Επ' αυτών θα επανέλθω κατωτέρω. Το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί στη μαρτυρία του ΜΚ.1 για την εξαγωγή συμπερασμάτων, στο μέτρο που αυτή αφορά τα ευρήματα του στη σκηνή και το σχέδιο που ετοίμασε, με εξαίρεση τα σημεία που έχω επισημάνει πιο πάνω. Κατάθεση Κατηγορούμενου Είναι γνωστή η νομολογία ως προς τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο είτε στο να προσδώσει βαρύτητα είτε να απορρίψει μέρος είτε το σύνολο του περιεχομένου μιας κατάθεσης (βλ. Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 96/16 κ.α., ημερ. 28.11.17 και Μακρίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 181/2019 ημερ. 07.09.2020, ECLI:CY:AD:2020:B312). Αποδοχή της κατάθεσης ή μέρους αυτής, συνιστά αποδεκτή μαρτυρία ως προς την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις[8]. Διερχόμενος της κατάθεσης του κατηγορούμενου, διαπιστώνω ότι τίποτε δεν αναφέρει το οποίο να στοιχειοθετεί ότι αυτός ήταν αμελής στην οδήγηση του. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι την 27.05.19 και περί ώρα 10:30 οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής [ ] με ταχύτητα 35 με 40 χαω. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα στην οποία δεν υπήρχε μπροστά του άλλο όχημα όμως υπήρχε αρκετή κίνηση στην εξ' αντιθέτου ερχόμενη λωρίδα. Αντιλήφθηκε την πεζή να διασταυρώνει από τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του, προς τα αριστερά περπατώντας, σε απόσταση μόλις ενός μέτρου. Πάτησε αμέσως τα φρένα του και ένιωσε χτύπημα στη δεξιά πλευρά του οχήματος του. Στη συνέχεια σταμάτησε 2 με 3 μέτρα πιο κάτω από το σημείο της σύγκρουσης. Η πεζή κείτετο αναίσθητη στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, σχεδόν παράλληλα από το αυτοκίνητο του. Ο λόγος που δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πεζή ήταν λόγω της μη ορατότητας του προς την εξ' αντιθέτου λωρίδα λόγω ύπαρξης τροχαίας κίνησης. Τέλος αναφέρει ότι η πεζή έφερε ενδυμασία χρώματος μπλε με άσπρο Προκύπτει πως τα όσα περιλαμβάνονται στην κατάθεση του κατηγορούμενου είτε συνάδουν με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία είτε δεν αντικρούονται με σαφή και θετική μαρτυρία. Προσδίδω συνεπώς βαρύτητα στη θέση του ως προς την ανεμπόδιστη ορατότητα που είχε στην πορεία του, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν η κίνηση που υπήρχε στην εξ' αντιθέτου λωρίδα, όσο και ως προς την ύπαρξη τροχαίας κίνησης στην εξ' αντιθέτου λωρίδα. Η απουσία ιχνών φρένων φαίνεται να υποστηρίζει την εκδοχή του ότι κινείτο με τη χαμηλή ταχύτητα που αναφέρει θέση στην οποία επίσης προσδίδω βαρύτητα. Δεν μπορώ όμως να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην απόσταση που αναφέρει ότι αντιλήφθηκε την παραπονούμενη εφόσον αποτελεί δικαιολογία ή εξήγηση για τον λόγο που την κτύπησε. Την ίδια ώρα δεν παραγνωρίζω την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ως προς την απόσταση έστω κατά προσέγγιση που μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή ή για τη δυνατότητα αντίδρασης του με την ταχύτητα που αναφέρει στην κατάθεση του ότι εκινείτο. Η μη παρουσία της παραπονούμενης να δώσει μαρτυρία, ναι μεν κρίνεται αιτιολογημένη λόγω των τραυματισμών που υπέστη και της σημερινής κατάστασης της υγείας της, είναι όμως αποφασιστικής σημασίας εν προκειμένω. Ευρήματα Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και της μαρτυρίας που έχω κάνει αποδεκτή πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 27.05.2019 και περί ώρα 10:30 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] επί της λεωφόρου Ελλάδος στην Πάφο με κατεύθυνση το κέντρο της Πάφου. Αυτός κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, ήτοι περί τα 40χαω. Η εν λόγω λεωφόρος αποτελείται από δυο λωρίδες μια για κάθε κατεύθυνση και διαχωρίζονται από άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Μπροστά του δεν κινείτο οποιοδήποτε άλλο όχημα ενώ από την εξ' αντιθέτου λωρίδα υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση Η παραπονούμενη Δέσποινα Φιλίππου, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 81 ετών, ξεκίνησε να διασταυρώνει τη λεωφόρο Ελλάδος από δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου. Ξεκίνησε να διασταυρώνει από το σημείο του πεζοδρομίου που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την πάροδο Μιχαήλ Καραολή με σκοπό να κατευθυνθεί στο φούρνο Παπαντωνίου νότια της παρόδου. Το πλάτος ολόκληρου του δρόμου από το σημείο που ξεκίνησε να διασταυρώνει η πεζή μέχρι τη γραμμή του αλτ της Μιχαήλ Καραολή ήταν 10.90μ. Ο δρόμος ήταν ευθύς και η ορατότητα της λωρίδας του κατηγορούμενου ανεμπόδιστη. Αφού η παραπονούμενη διένυσε μια απόσταση 5 περίπου μέτρων, ολοκληρώνοντας της διασταύρωση της δεξιάς, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, λωρίδας, και εισερχόμενη κατά 1,05μ εντός της αριστερής, κτυπήθηκε από το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του λίγα μέτρα πιο κάτω. Στο δρόμο βρέθηκε ένα κομμάτι από το δεξιό μπροστινό φανάρι του οχήματος [ ] σε απόσταση 1,5μ από το σημείο σύγκρουσης καθώς και ένα γυναικείο τσαντάκι σε απόσταση 2,8μ. Από τη σύγκρουση η κατηγορούμενη τραυματίστηκε σοβαρά ενώ ο κατηγορούμενος δεν έπαθε οτιδήποτε. Προκλήθηκαν ζημιές στο δεξιό μπροστινό φανάρι του [ ], στη δεξιά γωνία του μπροστινού προφυλακτήρα, στο δεξιό στύλο του ανεμοθώρακα, και στο κάτω δεξιά μέρος του ανεμοθώρακα. Τη σκηνή επισκέφθηκε ο ΜΚ.1 ο οποίος κατέγραψε τα ευρήματα του, έλαβε διάφορες μετρήσεις και σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης. Παρών στη σκηνή ήταν μόνο ο κατηγορούμενος καθότι η παραπονούμενη είχε ήδη διαμετακομιστεί στο Γ.Ν Πάφου. Αργότερα μεταφέρθηκε στο ίδιο νοσοκομείο και ο κατηγορούμενος. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, ως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος, αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το αδίκημα του άρθρου 8 μπορεί να διαπραχθεί με δυο τρόπους. Ο πρώτος αφορά την οδήγηση οχήματος μη καταβάλλοντας την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή (careless driving) και ο δεύτερος την οδήγηση χωρίς την επίδειξη εύλογης μέριμνας δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό (inconsiderate driving). Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Υπάρχει πολύ πλούσια νομολογία ως προς το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί τόσο από αστικές όσο και από ποινικές υποθέσεις. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. σχετικά Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Έλλειψη άσκησης προσήκουσας προσοχής καταδεικνύει αμέλεια και στοιχειοθετεί το εν λόγω αδίκημα. Πρόκειται για ζήτημα πραγματικό και το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (χρόνο, τόπο και συνθήκες). Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Θα πρέπει να υπάρξει εκδήλωση του κινδύνου στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να ενεργήσει[9]. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο[10]. Το καθήκον επισκόπησης του δρόμου όχι μόνο μπροστά αλλά και προς τις δύο πλευρές, βαρύνει σε κάθε περίπτωση όλους τους οδηγούς οχημάτων (βλ. Helmold ν. Μιχαηλίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2125, ημερ. 16.12.2011). Το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού μηχανοκινήτου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής που αναμένεται από πεζό όταν διασταυρώνει για τη δική του ασφάλεια, είναι αυτή του μέσου λογικού ανθρώπου. Βαρύνεται με την υποχρέωση να κινείται με την συνεχή προσοχή του στραμμένη στο δρόμο[11]. Ως προς το αδίκημα της οδήγησης χωρίς την επίδειξη εύλογης μέριμνας δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, αποδεικνύεται μόνο όταν άλλοι χρήστες του δρόμου όντως ενοχλούνται (are inconvenienced) από την οδική συμπεριφορά του παραβάτη, χωρίς να χρειάζεται να διαφανεί ότι η οδήγηση του αυτή υπολείπεται του μέσου συνετού οδηγού (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, σελ. 1/436, par. 5.49)[12] Βάρος Απόδειξης Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη[13] . Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής[14]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας[15]. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως αναφέρθηκε ήδη, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με παρέπεμψαν σε νομολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους. Ως ήταν αναμενόμενο, καμία εκ των αυθεντιών δεν είναι ακριβώς η ίδια με τα δεδομένα της υπο κρίσης περίπτωσης. Υπάρχουν βέβαια κοινά σημεία αλλά υπάρχουν και διαφορές. Παρά ταύτα το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από τις διατυπωθείσες αρχές στις υπό αναφορά καθώς και σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου και να τις εφαρμόσει στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης. Έτσι για παράδειγμα στην υπόθεση Οδυσσέως Σώζος ν. Νιόβης Χατζηλουκά
(2000)1 ΑΑΔ 185 υπήρχαν ίχνη φρένων 12,30 μέτρων, ενώ το δυστύχημα έγινε βράδυ σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση που έγινε πρωί. Την ίδια ώρα σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν κατέθεσε αυτόπτης μάρτυρας ως προς τις λεπτομέρειες του δυστυχήματος ενώ η απόσταση που κάλυψε η πεζή πριν τη σύγκρουση ήταν περίπου η ίδια με την υπό κρίση υπόθεση. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο, το συμπέρασμα ότι ο οδηγός είχε αντιληφθεί την πεζή από διπλάσια απόσταση από το μήκος των φρένων ήταν αυθαίρετο εφόσον δεν υπήρχε μαρτυρία για την ταχύτητα που οδηγούσε, αναφορικά με την κατάσταση των φρένων και των ελαστικών του οχήματος του εφεσείοντος, το βάρος του οχήματος, την κατάσταση της επιφάνειας του δρόμου και την απόσταση σκέψης (thinking distance). Την ίδια ώρα δεν είχε δοθεί μαρτυρία ως προς την απόσταση από την οποία ο εφεσείων θα μπορούσε να αντιληφθεί την εφεσίβλητη, που θα μπορούσε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς της εκεί εφεσίβλητης για την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του εφεσείοντα / οδηγού. Παρομοίως και εδώ. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 ΑΑΔ 369, το δυστύχημα έγινε επίσης βράδυ και η εκεί πεζή, η οποία έφερε σκούρα ενδυμασία ξεκίνησε να διασταυρώνει από την αριστερή πλευρά του δρόμου προς τη δεξιά σύμφωνα με την πορεία της οδηγού. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου για απόδοση μέρους της ευθύνης στην οδηγό βασιζόταν σε υποθέσεις και εικασίες. Δεν υπήρχε μαρτυρία ως προς το χώρο που βρισκόταν ή την απόσταση που είχε διανύσει το λεωφορείο από το οποίο είχε προηγουμένως αποβιβαστεί η εναγόμενη πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει το δρόμο. Ούτε υπήρχε κάποια μαρτυρία ότι από κάποιο σημείο και μετά το οπτικό πεδίο του οδηγού είχε άρχισε να καθαρίζει και συνεπώς θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί την παρουσία της πεζής στο δρόμο. Το εν λόγω συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου κρίθηκε ως αυθαίρετο καθότι δεν προσδιορίστηκε η απόσταση «έστω και κατά προσέγγιση, από την οποία ο εναγόμενος θα μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξη της ενάγουσας». Προς τούτο έγινε σχετική αναφορά στην Κυπριανού v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 6098, ημερ. 25.9.96. Εκτός του ότι το δυστύχημα έγινε βράδυ τα υπόλοιπα περιστατικά προσομοιάζουν με τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα. Στην υπόθεση Τασούλα Κωνσταντίνου ν. Κατσιαρδη Πολ. Εφ. 11974
(2007)1 ΑΑΔ 1178 το δυστύχημα επίσης έγινε βράδυ σε μη φωτισμένο δρόμο με το θύμα να φορεί σκουρόχρωμα ρούχα ενώ υπήρχε μαρτυρία ότι αυτό έγινε αντιληπτό μετά που έστριψε κάποιο αυτοκίνητο που το κάλυπτε. Υπήρχε μαρτυρία ότι ο πεζός κινείτο με αργό βηματισμό καθώς και ότι ο Εναγόμενος χρησιμοποίησε αμέσως το σύστημα πεδήσεως του αυτοκινήτου του, χωρίς όμως να κατορθώσει να σταματήσει πριν από το θύμα, σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση. Με τα πιο πάνω δεδομένα το Ανώτατο Δικαστήριο (και πάλι κατά πλειοψηφία) επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι ο Εναγόμενος οδηγός δεν ήταν αμελής αναφέροντας ότι είχε βρεθεί προ διλημματικής κατάστασης. Η πιο πάνω υπόθεση διακρίνεται από την υπό κρίση επί τω ότι το δυστύχημα αφορούσε μη φωτισμένο δρόμο ενώ την ίδια ώρα υπήρχε εμπόδιο (αυτοκίνητο) που εμπόδιζε την αντίληψη του πεζού. Αναφορά αξίζει να γίνει και στην Βάσω Ανδρέου κ.α. ν. Άντρης Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459. Εκεί η εφεσείουσα (ανήλικη) ξεπρόβαλε μέσα από σειρά σταθμευμένων οχημάτων και προσπάθησε να διασταυρώσει τρέχοντας το δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος της εφεσίβλητης, το οποίο οδηγείτο με μια ταχύτητα 20 ΧΑΩ. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η γνώση της ύπαρξης υπεραγοράς και παιδότοπου δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ένα αυξημένο επίπεδο επιμέλειας και προσοχής για την εφεσίβλητη. Ανέφερε ακόμα ότι το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς τη δυνατότητα πιο έγκαιρης αντίληψης της πεζής, ήτοι πέραν των 15 μέτρων, της υποχρέωσης της εφεσίβλητης για επίδειξη αυξημένης προσοχής και επιμέλειας ένεκα της ύπαρξης υπεραγοράς και παιδότοπου καθώς και της μη καλής κατόπτευσης του δρόμου δεν δικαιολογείτο. Όπως υπέδειξε το Ανώτατο η εφεσίβλητη οδηγός έλαβε άμεσα μέτρα αποφυγής του κινδύνου, ενώ η ορατότητα της ανήλικης εμποδίζετο από σταθμευμένα αυτοκίνητα. Επεσήμανε ακόμα ότι δεν υπήρχε μαρτυρία για την ταχύτητα της εφεσείουσας, και συγκεκριμένα ότι αυτή ήταν πέραν των 20 χαω, και κανένα συμπέρασμα ως προς το ανασφαλές της ταχύτητας της υπό τις περιστάσεις δεν μπορούσε να εξαχθεί επί των δεδομένων. Το Ανώτατο διέκρινε την πιο πάνω υπόθεση από την Δαυίδ ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 169, αναφέροντας ότι στην τελευταία υπήρχε μαρτυρία για ενδείξεις του ορατού του κινδύνου τις οποίες η εκεί εφεσείουσα αγνόησε. Σε ό,τι αφορά τις υποθέσεις που με παρέπεμψε ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής παρατηρώ τα εξής: Στην Αντωνίου ν. Κυριάκου
(2016)1 ΑΑΔ 1664 η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η ενέργεια του οδηγού να κινηθεί με όπισθεν ταχύτητα χωρίς να είχε αντιληφθεί την παρουσία της πεζής στο δρόμο. Η τελευταία έψαχνε τη δεδομένη στιγμή να βρει το πορτοφόλι της και κρίθηκε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει μέτρα για την ασφάλεια της από απρόβλεπτους κινδύνους και ειδικότερα επί τω ότι ο οδηγός θα ήταν αμελής. Το Ανώτατο απάλλαξε από οποιαδήποτε ευθύνη την πεζή. Είναι προφανές ότι η εν λόγω υπόθεση η σύγκρουση επήλθε κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ.221/2018 ημερ. 26.03.2019, ECLI:CY:AD:2019:B107, η οποία αφορούσε θανατηφόρο δυστύχημα, η πεζή δέχθηκε το χτύπημα από το όχημά του εφεσείοντα ενώ βρισκόταν περίπου 3μ. εντός του δρόμου, ξεκινώντας από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του. Ο λόγος που εισήλθε εντός του δρόμου ήταν για να σπρώξει το παιδί της μπροστά, ώστε να ξεφύγει από την πορεία του αυτοκινήτου και να μην το χτυπήσει. Υπήρχε μαρτυρία για ικανοποιητική ορατότητα στο δρόμο, παρά το ότι είχε δύσει ο ήλιος και υπήρχε ελαφριά βροχή και συννεφιά. Έγινε επίσης δεκτό ότι ο εφεσείων οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 38χαω, είχε αντιληφθεί την παρουσία πεζών επί του πεζοδρομίου καθώς και ότι είχε ορατότητα πέραν των 30 μέτρων και ευρισκόμενος σε τέτοια απόσταση που μπορούσε να έβλεπε την πεζή. Όπως θα μπορούσε να έβλεπε την μάρτυρα που βρισκόταν στην αντίθετη κατεύθυνση και είχε ανάψει τα φώτα κινδύνου, καθώς και ότι έκανε νόημα με τα φώτα της στην πεζή για να της δώσει προτεραιότητα. Ο οδηγός δεν είχε αντιληφθεί είτε την πεζή, είτε το παιδί της, παρά μόνο μετά που σταμάτησε το αυτοκίνητο και κατέβηκε από αυτό. Η καταδίκη του εφεσείοντα επικυρώθηκε. Εκτός από το ότι παρέλειψε ο οδηγός να αντιληφθεί τα πιο πάνω πρόσωπα επί του δρόμου και της ικανοποιητικής ορατότητας στο δρόμο, σε αντίθεση με την παρούσα περίπτωση υπήρχε μαρτυρία τόσο για την ταχύτητα που οδηγούσε όσο και για την απόσταση που μπορούσε να αντιληφθεί το θύμα. Υπήρχε επίσης μαρτυρία για το ότι ο οδηγός μπορούσε να αντιληφθεί εξ' αντιθέτου όχημα που σταμάτησε για να δώσει προτεραιότητα στην πεζή καθώς και την παρουσία πεζών επί του πεζοδρομίου. Τέλος στην υπόθεση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151 ημερ. 23.05.1996 ο εκεί εφεσείων οδηγούσε το όχημα του στη λεωφόρο Φανερωμένη πλάτους 6,40μ αποτελούμενη από δυο λωρίδες που διαχωρίζονταν με άσπρη συνεχή γραμμή. Επρόκειτο για ευθύ δρόμο. Η πεζή κτυπήθηκε προσπαθώντας να διασταυρώσει τη λεωφόρο από δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του εφεσείοντα. Το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν σε απόσταση 1 μέτρου από την αριστερή άκρη της ασφάλτου σύμφωνα με την πορεία του εφεσείοντα. Η ορατότητα από την κατεύθυνση του εφεσείοντα εκτείνεται στα 200μ, όμως λόγω της μη λειτουργίας ενός λαμπτήρα η δυνατότητα του να αντιληφθεί την πεζή ήταν στα 40 μέτρα. Η πεζή είχε κτυπηθεί μόλις ένα μέτρο προτού καλύψει το συνολικό πλάτος της λεωφόρου και ο εφεσείων την αντιλήφθηκε όταν αυτή βρισκόταν επί της διαχωριστικής γραμμής και απείχε γύρω στα 20μ. από κοντά της. Κρίθηκε υπό τα πιο πάνω περιστατικά πως ο κατηγορούμενος μπορούσε να εντοπίσει την πεζή σε ενωρίτερο στάδιο. Και σε αυτή την περίπτωση υφίστατο μαρτυρία ως προς την απόσταση που μπορούσε ο πεζός να αντιληφθεί την πεζή η οποία, επίσης κατ' αντίθεση με την υπό κρίση υπόθεση, είχε διανύσει ολόκληρο σχεδόν το πλάτος του δρόμου προτού κτυπηθεί 1 μόλις μέτρο πριν να φθάσει στην απέναντι πλευρά. Επιπλέον δεν υπήρχε μαρτυρία για πυκνή τροχαία κίνηση στο δρόμο. Κατάληξη Στην υπό κρίση περίπτωση η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει τέτοια κενά και αδυναμίες ώστε να είναι αδύνατο να κριθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος ήταν καθ' οποιοδήποτε τρόπο αμελής ή ότι υπέπεσε του επιπέδου του μέσου λογικού και σώφρονα οδηγού. Πρωτίστως επισημαίνω ότι η αναφορά του ΜΚ.1 περί άπλετης ορατότητας από την κατεύθυνση του κατηγορούμενου, περιορίστηκε ουσιαστικά εντός της λωρίδας που αυτός εκινείτο, λόγω ακριβώς της ύπαρξης πυκνής τροχαίας κίνησης στο αντίθετο ρεύμα. Τούτο οδηγεί στο ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος, ακριβώς εξαιτίας της ύπαρξης οχημάτων στην εξ' αντιθέτου λωρίδα να μην είχε αντιληφθεί καθόλου την παραπονούμενη όταν άρχισε να διασταυρώνει. Πέραν όμως τούτου, απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την κατά προσέγγιση απόσταση που μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή και από ποιο σημείο, και κατ' επέκταση την όποια δυνατότητα του να λάβει κάποια αποφευχτική κίνηση υπό τις περιστάσεις. Ως προς το τελευταίο αξίζει να σημειωθεί ότι από μόνη της η παράλειψη λήψης αποφευχτικών ενεργειών δεν εξυπακούει αυτόματα αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Η θέση του μάρτυρα για το χρόνο που χρειάστηκε η πεζή (5 δευτερόλεπτα) να φθάσει μέχρι το σημείο σύγκρουσης δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε υπόβαθρο και αποτελεί υπόθεση. Είναι βέβαια λογικό ότι η παραπονούμενη για να διανύσει μια απόσταση 5 περίπου μέτρων εντός του δρόμου χρειάστηκε κάποιο χρόνο. Είναι επίσης λογικό ότι ο Κατηγορούμενος την ώρα που εισήλθε η πεζή εντός του δρόμου βρισκόταν σε κάποια απόσταση πριν από το σημείο σύγκρουσης και μπορούσε να είχε αντιληφθεί την παρουσία της στο δρόμο. Δεν έχει προσαχθεί όμως οποιαδήποτε μαρτυρία που να συσχετίζει την απόσταση στην οποία βρισκόταν το όχημα του Κατηγορούμενου την στιγμή που η πεζή εισήλθε στον δρόμο για να διασταυρώσει, ούτε και ειπώθηκε οτιδήποτε ως προς τον τρόπο που διασταύρωνε τη λεωφόρο Ελλάδος αν δηλαδή περπατούσε με γοργό ή αργό βηματισμό τη δεδομένη χρονική στιγμή. Εικασία αποτελεί και η αναφορά του ΜΚ.1 περί απομάκρυνσης του τελευταίου οχήματος που πέρασε από δεξιά της πεζής μέχρι η τελευταία να φθάσει στο σημείο σύγκρουσης. Αυτό για το λόγο ότι παρέμεινε αδιευκρίνιστο το κατά πόσο τα οχήματα που βρίσκονταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, κινούνταν με χαμηλή ή κανονική ταχύτητα αν ήταν στο μέσο της λωρίδας ή αριστερότερα ή δεξιότερα. Από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν ανευρέθηκαν οποιαδήποτε ίχνη φρένων, ενισχύεται η πιθανότητα, ή τουλάχιστον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, η πεζή να έγινε αντιληπτή από τέτοια απόσταση ώστε το δυστύχημα να ήταν αναπόφευκτο (βλ. Κωνσταντίνου v Κατσιαρδή ανωτέρω). Παρά το ότι δεν έχει αποδοθεί βαρύτητα στη θέση του κατηγορούμενου, ήτοι ότι αντιλήφθηκε την πεζή 1 μέτρο πριν τη σύγκρουση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυτό. Ακόμα ένα δεδομένο που συνηγορεί υπερ της αναφερόμενης εκδοχής του κατηγορούμενου είναι πως δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το κατά πόσο η πεζή έλεγξε όταν έφθασε στη διαχωριστική γραμμή κατά πόσο ερχόταν οποιοδήποτε αυτοκίνητο από την πορεία κατεύθυνσης του κατηγορούμενου και βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει και την επόμενη λωρίδα. Επισημαίνω δε ότι η πεζή επέλεξε να διασταυρώσει από επικίνδυνο σημείο ήτοι κάθετα του πεζοδρομίου που κατέληγε στο άνοιγμα της παρόδου Μιχαήλ Καραολή και όχι στο φούρνο που βρισκόταν μερικά μέτρα νοτιότερα της εν λόγω παρόδου όπου και είχε σκοπό να μεταβεί. Όπως έχει ειπωθεί, ένας πεζός έχει αντίστοιχη υποχρέωση να κινείται με προσοχή και με τη δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο. Σύμφωνα με το συμμετρικό σχεδιάγραμμα, η σύγκρουση επήλθε εντός ενός μέτρου από την άσπρη διαχωριστική λωρίδα και εντός της λωρίδας που κινείτο ο κατηγορούμενος. Δεν μπορεί συνεπώς να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η πεζή να επιχείρησε τη διασταύρωση της χωρίς να τηρήσει το προαναφερόμενο καθήκον της, και συνακόλουθα το δυστύχημα να οφείλετο στην αποτυχία της να αντιληφθεί τον κατηγορούμενο. Τέλος, δεν υπήρχε οτιδήποτε που υπό τις περιστάσεις να συνηγορούσε στο ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός και να είχε αυξημένη προσοχή. Σαφώς η ύπαρξη του φούρνου δεν επέβαλλε την οποιαδήποτε εγρήγορση του κατηγορούμενου (βλ Ανδρέου κ.α. ν. Άντρης Πηλέα ανωτέρω). Το γεγονός ότι η παραπονούμενη έφτασε μέχρι την μέση του δρόμου που διαχωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας δεν αποκαλύπτει από μόνο του κίνδυνο να εισέλθει και στην δεύτερη λωρίδα. Η αναπόφευκτη μη προσαγωγή της μαρτυρίας της παραπονούμενης λόγω της κατάστασης της υγείας της, αφήνει διάτρητη τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς την ενοχή του κατηγορούμενου. Οι οποίες ασφαλώς θα προσμετρήσουν προς όφελος του. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας. (Υπογρ.).......... Μ. Μυτίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1998)1 ΑΑΔ 263, και Γενικός Εισαγγελεας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 [2] Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454 [3] Βλ. Χαράλαμπος Τσιντίδης Λτδ (Charalampos Tsintidis Ltd) ν. Χαριδήμου
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2290, και Μελεκίδης ν. Παπαγεωργίου κ.α.
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 832 [4] Βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 AAΔ 1056 [5] Βλ. Μohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009 [6] Βλ. Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 209/2020, ημερ. 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, ECLI:CY:AD:2021:B344 [7] βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143 και Ασπρής v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν.Εφ.39/2022, 04/04/2023, ECLI:CY:AD:2023:B129, ECLI:CY:AD:2023:B129 [8] Βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 με αναφορά στην Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B430, Ποιν. Έφ. 96/2016, ημερ.28.11.2017 καθώς και Μ. Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 27/2021 ECLI:CY:AD:2022:B97, ημερ. 16.03.2022 [9] Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151 [10] Βλ ενδεικτικά (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, Συλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151, Nicolaides ν. Economides
(1963)2 C.L.R. 78,84, Constantinou ν. Katsouris
(1975)1 CLR 188, 192 Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, 483, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378, Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428 Χαραλάμπους ν. Mc Gill, ECLI:CY:AD:2019:A527, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A527). [11] βλ. Ismail ν. Αντωνίου κ.α
(2014)1 ΑΑΔ 347, ημερ. 12.02.2014 [12] The difference between careless and inconsiderate driving A person is to be regarded as driving without due care and attention if (and only if) the way he drives falls below what would be expected of a competent and careful driver. It follows that a person who drives without reasonable consideration for other road users can be convicted of driving without due care and attention, because a competent and careful driver would not drive without reasonable consideration for others. However, the corollary does not apply. A person may be convicted of driving without reasonable consideration for other persons using the road or place only if other persons are inconvenienced by his driving. [13] Βλ. Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71) [14] Βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401 [15] Βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο