← Κύπρος

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. KKS KYRIAKOU LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24/2020, 15/11/2023

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. KKS KYRIAKOU LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24/2020, 15/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24/2020 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Κατηγορούσα Αρχή εναντίον

  1. KKS KYRIAKOU LTD, HE 328527
  2. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
  3. ΑΦΡΟΥΛΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Νεοφύτου Α. Για την Κατηγορούμενους αρ.1 και αρ.2: κος Παπαγεωργίου Α. Κατηγορούμενος 2: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το παρόν κατηγορητήριο η κατηγορούμενη αρ.1 αντιμετωπίζει 6 κατηγορίες που αφορούν σε παραβιάσεις τoυ περί αποβλήτων Νόμου του 2011 (Ν.185(Ι)/2011). Συγκεκριμένα αποδίδεται σε αυτή ότι σε έξι διαφορετικές ημερομηνίες ενώ περισυνέλλεξε απόβλητα από επιχείρηση παρέλειψε να τα διαθέσει προς επεξεργασία ως οι όροι της άδειας διαχείρισης αποβλήτων την οποία κατείχε. Ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται στην 7η κατηγορία υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης και συγκεκριμένα επί τω ότι παρέλειψε να συμβουλεύσει αυτήν να παραδώσει και/ή διαθέσει τα υπό αναφορά απόβλητα ως οι όροι της άδειας που κατείχε η 1η κατηγορούμενη. Η 8η κατηγορία που αφορούσε την τρίτη κατηγορούμενη αποσύρθηκε και η εν λόγω κατηγορούμενη απαλλάχθηκε αυτής. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και συγκεκριμένα την 06.11.2023 που η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, δόθηκε άδεια στην προηγούμενη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να αποχωρήσει από την εκπροσώπηση της. Καθήκοντα, αυθημερόν, ανέλαβε η νυν συνήγορος η οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο προφορικό αίτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα το αίτημα που υπέβαλε είχε ως ακολούθως: α) Την προσθήκη στην έκθεση αδικήματος των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ.5 των άρθρων 15

(3)24, 25, 29 και 32 του (ήδη αναγραφόμενου) Ν.185(Ι)/
  1. β) Τη διαγραφή της φράσης «να αναθέσει» που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ.5 και αντικατάστασή της με τη φράση «να παραδώσει». γ) Την προσθήκη των κατηγοριών υπ' αρ. 9 έως και αρ.
  2. Για σκοπούς διευκόλυνσης του Δικαστηρίου παρέδωσε σχετικό έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνονται αυτούσιες το οποίο και καταχωρήθηκε ως Έγγραφο Α. Το περιεχόμενο των προτεινόμενων κατηγοριών έχει ως εξής: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ένατη Κατηγορία Παραβίαση των όρων της Άδειας Διαχείρισης Αποβλήτων κατά παράβαση του άρθρου 15
(3), 24, 25, 29, 32 49
(1)του περί Αποβλήτων Νόμου του 2011 (Ν.185(Ι)/2011) και οιασδήποτε τροποποίησης αυτού και του άρθρου 20 του Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί την 5/1/2015 έως την 3/3/2018 και/η πρότερων (sic) και/ή μέχρι και σήμερα παρέλειψε και παραλείπει να τηρήσει ανελειπώς (sic) και με συνέπεια τους όρους της Άδειας Διαχείρισης Αποβλήτων που κατείχε και/ή παραβιάσει ανελειπώς και με συνέπεια τους όρους της Άδειας Διαχείρισης Αποβλήτων που κατείχε ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δέκατη Κατηγορία Παραβίαση τήρησης μητρώου αποβλήτων κατά παράβαση του άρθρου 15
(3), 24, 25, 29, 32 49
(1)του περί Αποβλήτων Νόμου του 2011 (Ν.185(Ι)/2011) και οιασδήποτε τροποποίησης αυτού και του άρθρου 20 του Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί την 5/1/2015 έως την 28/7/2017 και/η πρότερων (sic) και/ή μέχρι και σήμερα παρέλειψε και παραλείπει να παρουσιάσει και/ή να τηρήσει και/ή παρέλειψε να κρατήσει και/ή να δημιουργήσει αρχείο αποβλήτων και/ή μητρών αποβλήτων και/ή παρέλειψε να παρουσιάσει στην Αρμόδια Αρχή αρχείο αποβλήτων και/ή μητρών αποβλήτων κατά παράβαση του Περί Αποβλήτων Νόμου ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ενδέκατη Κατηγορία Επέτρεψε ή ανέχθηκε την παραβίαση των όρων της Άδειας Διαχείρισης Αποβλήτων κατά παράβαση του άρθρου 15
(3), 24, 25, 29, 32 49
(1)του περί Αποβλήτων Νόμου του 2011 (Ν.185(Ι)/2011) και οιασδήποτε τροποποίησης αυτού και του άρθρου 20 του Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος 2, ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, μεταξύ των ημερομηνιών 5/1/2015 έως 28/7/2017 και/η πρότερων (sic) και/ή μέχρι και σήμερα επέτρεψε ή ανέχθηκε από την κατηγορούμενη 1 να παραβιάσει και/ή να μη τηρήσει ανελειπώς και με συνέπεια τους όρους της Άδειας Διαχείρισης Αποβλήτων που της είχε χορηγηθεί ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ενδέκατη Κατηγορία Επέτρεψε ή ανέχθηκε τη μη τήρηση μητρώου αποβλήτων κατά παράβαση του άρθρου 15
(3), 24, 25, 29, 32 49
(1)του περί Αποβλήτων Νόμου του 2011 (Ν.185(Ι)/2011) και οιασδήποτε τροποποίησης αυτού και του άρθρου 20 του Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος 2, ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, μεταξύ των ημερομηνιών 5/1/2015 έως 28/7/2017 και/η πρότερων (sic) και/ή μέχρι και σήμερα επέτρεψε ή ανέχθηκε την μη τήρηση αρχείου αποβλήτου και/ή μητρών αποβλήτων από την κατηγορούμενη 1 και/ή επέτρεψε ή ανέχθηκε την μη παρουσίαση αρχείου αποβλήτων και/ή μητρώου αποβλήτων στην Αρμόδια Αρχή κατά παράβαση της Άδειας Διαχείρισης Αποβλήτων που της είχε χορηγηθεί και του Νόμου Ο συνήγορος των κατηγορούμενων αρ.1 και αρ.2 έφερε ένσταση στο αίτημα. Υποστήριξε ότι η συμπερίληψη και του άρθρου 15
(3)στην έκθεση αδικήματος των κατηγοριών αρ. 1 έως και αρ.5 θα επιφέρει πολλαπλότητα των εν λόγω κατηγοριών εφόσον η πρώτη κατηγορούμενη θα κατηγορείται για δυο διαφορετικά αδικήματα, ήτοι για αδίκημα που αφορά τον κάτοχο ή και παραγωγό αποβλήτων και με την τροποποίηση για αδικήματα που αφορούν κάθε πρόσωπο, το οποίο συλλέγει και/ή μεταφέρει απόβλητα. Επίσης θα δημιουργηθεί πολλαπλότητα εκ του ότι θα προστεθούν ακόμα δυο κατηγορίες για την 1η κατηγορούμενη και δυο για τον 2ο κατηγορούμενο. Διευκρινίζοντας σχετικά ο κος Παπαγεωργίου ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι με τις υπό προσθήκη κατηγορίες θα αντιμετωπίζουν για τις ίδιες πράξεις νέες κατηγορίες. Αυτό προκύπτει και εκ του ότι ανατρέχουν στον ίδιο χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, με τις υφιστάμενες. Άλλος λόγος που δεν θα πρέπει να επιτραπεί στο σύνολο της η σκοπούμενη τροποποίηση είναι η πάροδος πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων, ειδικότερα της 1ης κατηγορίας που ανατρέχει στο 2015, και συνεπώς παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου, κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Επιπρόσθετα η προσθήκη των κατηγοριών θα θέσει τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση με την έννοια ότι τυχόν καταδίκη του στις προτιθέμενες κατηγορίες θα επιβληθούν επιπλέον ποινές στον κατηγορούμενο. Ήταν η θέση του ότι δεν μπορεί να καταλαμβάνεται ο κατηγορούμενος εξ' απίνης στο προχωρημένο αυτό στάδιο κατά τον πιο πάνω τρόπο. Κατά την συζήτηση του αιτήματος η κα Νεοφύτου δήλωσε ότι δεν θα επέμενε στην παραμονή του άρθρου 15
(1)του Ν.185(Ι)/2011 για τις υπό τροποποίηση κατηγορίες (αρ.1 έως και αρ.5). Νομική Πτυχή: Το άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155 στο οποίο βασίζεται το αίτημα του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής διαλαμβάνει τα εξής: «Όταν σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικά, είτε ουσιαστικά, είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης». Από το ίδιο το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια (και όχι υποχρέωση ως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού, άλλος «Αβισσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104, 109) να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες όταν το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο φαίνεται να είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά, είτε τυπικά. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου, είτε κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους, είτε αυτεπάγγελτα[1] και η εξουσία του αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης[2]. Στην υπόθεση Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, 68 ‑69 190 λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών 83, 84 και 85 του Κεφ. 155 είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορεί να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Για να έχει εξουσία το Δικαστήριο να τροποποιήσει κατηγορητήριο ως ανωτέρω, θα πρέπει να προηγηθεί διαπίστωση ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά. Το ζήτημα του κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 83
(1)έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, 107 υιοθετήθηκε το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold's Criminal Evidence and Practice, 40η έκδοση παρ. 52 και 53[3]: "(
  1. a)An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
  2. i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
  3. ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528; R. v. Johal and Ram."» Ως συνάγεται από το πιο πάνω σύγγραμμα και τη νομολογία η εξέταση του δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η Κατηγορούσα Αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έχει στη διάθεσή της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Παραπέμπω σχετικά στην Πολιτική Αίτηση 123/95 Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714. Βασικό κριτήριο στη μεταβολή ενός κατηγορητηρίου, βεβαίως, είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και γενικά δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπισή του. Συνήθως η τροποποίηση γίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης και δυσκολότερη όσο αυτή προχωρεί γιατί τότε η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης και του κατηγορούμενου αυξάνεται (βλέπε μεταξύ άλλων την υπόθεση Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ν. Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99. Τροποποίηση μπορεί να εγκριθεί, στην κατάλληλη περίπτωση ακόμα και στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, νοουμένου πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης δεν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην Υπεράσπιση (βλ. Στο σύγγραμμα Archbold's Criminal Evidence and Practice, 2009, παρ. 1-151, σελ.103). Ένας άλλος σχετικός παράγοντας είναι κατά πόσον η τροποποίηση είναι ουσιαστικού χαρακτήρα ή αν σκοπός της είναι η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής (βλ. Makki v. The Republic
(1972)2 C.L.R. 76, 79). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας του υπό κρίση αιτήματος τροποποίησης. Συμπεράσματα Δικαστηρίου: Στην προκειμένη περίπτωση είναι δεδομένο ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα ελέγχου συμβατότητας των κατηγοριών με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Στη βάση των όσων έχουν λεχθεί στην υπόθεση Άκης Φάντης το Δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει κατηγορίες εάν αυτές δικαιολογούνται από το αποδεικτικό υλικό που έχει στη διάθεση της η κατηγορούσα αρχή (βλ. επίσης R. v Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R 348). Δεν έχει αμφισβητηθεί οτιδήποτε από τα λεχθέντα του ως προς το σημείο αυτό και συνεπώς θεωρώ πως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο της προσθήκης των προτεινόμενων κατηγοριών. Κατ' αναλογία προς την υπόθεση R. v. Martin
(1962)2 Q.B. 221, θα μπορούσε να λεχθεί πως το κατηγορητήριο δεν περιλαμβάνει αδικήματα τα οποία αποκαλύπτονται από τα στοιχεία που έχει στη διάθεση της κατηγορούσα αρχή. Συνεπώς το κατηγορητήριο στερείται ουσιαστικής ποιότητας, και, υπό αυτή την έννοια, είναι ελαττωματικό (βλ. και την απόφαση του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση R. v. Hemmings [2000] 1 Cr.App.R. 360). Επιπρόσθετα η ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου φανερώνεται και από τη διάσταση μεταξύ της έκθεσης αδικήματος των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ.5 και των λεπτομερειών αυτών, που αφορούν την 1η κατηγορούμενη. Είναι πασιφανές ότι το αδίκημα που αναφέρεται στην έκθεση αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών και που αφορά κάθε κάτοχο αποβλήτων και κάθε αρχικό παραγωγό αποβλήτων (ως προνοείται σχετικά στο άρθρο 15
(1)του Ν.185(Ι)/2011) διαφέρει από το αδίκημα που αβίαστα προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας και που αφορά πρόσωπο, το οποίο συλλέγει και/ή μεταφέρει απόβλητα (που είναι η περίπτωση του εδαφίου 3 του πιο πάνω άρθρου). Είναι υπ' αυτή την τελευταία ιδιότητα που κατηγορείται η 1η κατηγορούμενη. Περαιτέρω ως προκύπτει και από το περιεχόμενο των άρθρων 24, 25, 29 και 32 του περί Αποβλήτων Νόμου, αυτά είναι σχετικά με τα όσα αποδίδονται στην 1η κατηγορούμενη στις κατηγορίες αρ.1 έως και αρ.5 και συνεπώς η συμπερίληψη τους κρίνεται εύλογη. Προκύπτει, συνεπώς, πως και στην προκειμένη περίπτωση το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό. Τέλος όσον αφορά την αντικατάσταση της φράσης «να αναθέσει» με τη φράση «να παραδώσει» είναι φανερό ότι γίνεται για σκοπούς ορθής διατύπωσης των λεπτομερειών της κατηγορίας ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στα αδικήματα που αποδίδονται στην 1η κατηγορούμενη. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα αλλαγής της φύσης της κατηγορίας και κατ' επέκταση πρόκλησης οποιασδήποτε δυσμένειας ή αδικίας στον κατηγορούμενο. Δυσμενής επηρεασμός δικαιωμάτων κατηγορούμενου Ξεκινώ από την εισήγηση της υπεράσπισης ότι με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστεί το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει ότι έκαστος κατά την διάγνωση οιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός εύλογου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου. Η διασφάλιση του Συνταγματικού αυτού δικαιώματος του Κατηγορούμενου είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου[4]. Στην απόφαση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 C.L.R. 294, λέχθηκε ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30
(2), ήτοι της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης εντός εύλογου χρόνου, καθιστά την δίκη άκυρη στην ολότητα της. Σκοπός της συγκεκριμένης συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του Κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις[5]. Το τι συνιστά όμως εύλογο χρόνο εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, και προς τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπ' όψιν η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Λέχθηκε επίσης ότι είναι εύλογο να γίνεται διαχωρισμός της καθυστέρησης σε δύο μέρη, ήτοι την καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, και την καθυστέρηση από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και την εκδίκαση της (βλ. Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 147). Γίνεται αντιληπτό ότι στην παρούσα περίπτωση, η προβολή του συγκεκριμένου λόγου ένστασης ερείδεται επί του ότι παραβιάζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη των κατηγορούμενων, υπό την έννοια της μη διάγνωσης της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. Από της καταχώρησης δηλ. του κατηγορητηρίου μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Δεν έχει εγερθεί ζήτημα παραβίασης της δίκαιης δίκης συνεπεία καθυστέρησης προώθησης της ποινικής δίωξης τους, ζήτημα ξεχωριστό από το εξεταζόμενο και που δεν αφορά το προστατευόμενο υπό του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος δικαίωμα (βλ. σχετικά Γ.Π.Β ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 5/2020 ημερ. 30.07.2021, ECLI:CY:AD:2021:B360 και ΧΧΧ Μηνά ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 228/2018, ημερομηνίας 16.3.2020), ECLI:CY:AD:2020:B102 Το Δικαστήριο είναι με πολύ φειδώ που θα εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του κατηγορούμενου και εφ' όσον πειστεί, με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι τα εγειρόμενα ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που επηρεάζουν αποκλειστικά το δίκαιο της διεξαγωγής της δίκης για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος[6] όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Ανάλογη είναι και η νομολογία του ΕΔΑΔ (Άρθρο 6) με την οποία είναι ευθυγραμμισμένη και η δική μας νομολογία. Ως προς τη φύση της υπόθεσης και συγκεκριμένα την πολυπλοκότητα αυτής λέχθηκε ότι αυτό μπορεί να αφορά πραγματικά γεγονότα ή νομικά ζητήματα, όπως είναι ο όγκος μαρτυρίας[7], η δυσκολία όσον αφορά μαρτυρικό υλικό και εξέταση πολλών μαρτύρων[8], ο αριθμός των διαδίκων και των κατηγοριών[9] και η ανάγκη μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων. Σημαντικός παράγοντας αποτελεί σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΑΔ και το τι διακυβεύεται για τον Αιτητή. Υποθέσεις που αφορούν τη νομική υπόσταση ατόμων[10], γονική μέριμνα ή διαδικασίες διαζυγίου[11] ή εργατικές διαφορές[12] πρέπει να εκδικάζονται με ιδιαίτερη επιμέλεια λόγω των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η διαφορά για τον προσφεύγοντα. Επίσης ως προς το ζήτημα της συμπεριφοράς του ίδιου του Αιτητή, λαμβάνονται υπόψιν καθυστερήσεις που ο ίδιος προκαλεί, όπως αιτήματα για αναβολή, αλλαγές δικηγόρων, μη εμφανίσεις κ.α[13]. Την ίδια ώρα όμως επισημάνθηκε ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξασφαλίζουν την ταχεία εκδίκαση υποθέσεων, ιδίως των ποινικών, και να απορρίπτουν αδικαιολόγητες αιτήσεις αναβολών[14]. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 330 με αναφορά στο σύγγραμμα των D.J.Harris, M.O΄ Boyle, C.Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights κανένας από τους πιο πάνω παράγοντες δεν είναι αποφασιστικός και ο τρόπος διάγνωσης του εύλογου χρόνου γίνεται σε ξεχωριστή εκτίμηση του καθενός και στη συνέχεια το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει τη σωρευτική επίδραση τους. Τονίστηκε επίσης ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορούμενου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, και σε περίπτωση τέτοιας διαπίστωσης να τερματιστεί η δικαστική διαδικασία και συνακόλουθα να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος. Η δε διαπίστωση των εγγενών αδυναμιών ή των δυσμενών επιπτώσεων που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος, λόγω της καθυστέρησης, γίνονται κατά τη διεξαγωγή και στα πλαίσια της δίκης. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, Χατζηγεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 72/2014, 27/11/2016 και Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, ως άλλωστε και η ίδια η συνήγορος της κατηγορούσας αρχή έχει δεχθεί, το αίτημα προβάλλεται καθυστερημένα, εφόσον έχουν παρέλθει σχεδόν 4 χρόνια από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Το ζητούμενο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο προκαλείται δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Υπεράσπισης. Ο κος Παπαγεωργίου έκανε μια γενική και αόριστη αναφορά σε επηρεασμό του δικαιώματος της αρχής της δίκαιης δίκης και παραβίασης του εύλογου χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης βασιζόμενος αποκλειστικά στην παρέλευση του χρόνου. Εδώ όμως το αίτημα προβλήθηκε προτού καν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκαλείται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 65,
  1. Πέραν τούτου, ως σωστά ανέφερε η νυν συνήγορος της κατηγορούσας αρχής η φύση των κατηγοριών που πρόκειται να προστεθούν δεν αποτελούν διαφορετικής φύσεως ή ασύνδετα αδικήματα με αυτά που ήδη αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αρ.1 και αρ.
  2. Είναι βέβαια αναμφίβολο ότι η προσθήκη των προτεινόμενων κατηγοριών θα προκαλέσει μια επιπρόσθετη, μικρή θα έλεγα, καθυστέρηση, στην εκδίκαση της υπόθεσης η οποία όμως, ως λέχθηκε πιο πάνω, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων για διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου. Η όποια καθυστέρηση θα προκύψει λόγω της τροποποίησης, δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα, στη βάση των όσων έχουν λεχθεί στην Χατζηγεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) αφού το κατά πόσον υπάρχει παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης είναι, ως λέχθηκε, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, και είναι μέσα σε αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο η δίκη υπήρξε ή όχι δίκαιη[15]. Επομένως, η πιο πάνω θέση προβάλλεται πρώιμα και θα πρέπει να τύχει διεξοδικής εξέτασης κατά το τέλος της δίκης, εάν και εφόσον εγερθεί εκ νέου κατά το κατάλληλο στάδιο. Συνακόλουθα και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται Ύπαρξη πολλαπλότητας Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι μία κατηγορία δεν μπορεί να περιλαμβάνει πέραν του ενός αδικήματος, καθώς σε τέτοια περίπτωση η κατηγορία θα κριθεί ότι πάσχει από πολλαπλότητα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 CLR 205: A double charge is one setting forth in the same count more than one offence. It matters not that the offences are similar in nature, committed in succession or that they conform to the same pattern. The test is whether the charge encompasses two or more offences. Σε σχέση με το ότι θα δημιουργηθεί πολλαπλότητα με την προσθήκη του άρθρου 15
(3)στην έκθεση αδικήματος έκαστης των κατηγοριών αρ.1 έως αρ.5 θεωρώ ότι το θέμα έχει διασαφηνιστεί με τη δήλωση της κας Νεοφύτου ότι δεν θα επιμένει στην παραμονή και του άρθρου 15
(1). Ως έχει ήδη επισημανθεί οι λεπτομέρειες των υπό τροποποίηση κατηγοριών αρ.1 έως και αρ.5 φανερώνουν ότι η κατηγορούμενη αρ.1 είναι υπό την ιδιότητα της ως συλλογέας ή και μεταφορέας αποβλήτων που διώκεται, και συνεπώς είναι το εδάφιο 3 του πιο πάνω άρθρου που θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος. Όσον αφορά τα υπόλοιπα άρθρα που σκοπεί η κατηγορούσα αρχή να προσθέσει δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε λόγος περί του αντιθέτου. Έχει άλλωστε κριθεί ότι αυτά είναι σχετικά με το περιεχόμενο των λεπτομερειών των κατηγοριών αρ.1 εως αρ.5 που αφορούν την 1η κατηγορούμενη Σε ότι αφορά τώρα την εισήγηση ότι οι κατηγορούμενοι με τις υπό προσθήκη κατηγορίες θα αντιμετωπίζουν νέες κατηγορίες για τις ίδιες πράξεις αναφέρω τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση η εισήγηση περί πολλαπλότητας εδράζεται όχι επί τω ότι στην ίδια κατηγορία αποδίδονται πέραν του ενός αδικήματα αλλά στη βάση του ότι οι κατηγορούμενοι κινδυνεύουν να καταδικαστούν για τις ίδιες πράξεις με διαφορετικές κατηγορίες. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση αυτή. Το γεγονός ότι η ίδια πράξη μπορεί να συνιστά διαφορετικά αδικήματα ταυτόχρονα δεν συνεπάγεται ότι δημιουργείται ταυτόχρονα και πολλαπλότητα. Όπως λέχθηκε στην Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, «Ορισμένη συμπεριφορά είναι δυνατό να στοιχειοθετεί περισσότερα από ένα αδικήματα. Το κάθε ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός αδικήματος είναι δυνατό να είναι και από μόνο του αυτοτελής αξιόποινη πράξη. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται μια κατηγορία είναι δυνατό να μη διαφέρουν από τα γεγονότα άλλης ή είναι δυνατό να περιλαμβάνουν και τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται άλλη κατηγορία». Στην υπό αναφορά υπόθεση λέχθηκε ότι σε περίπτωση που αυτό συμβαίνει τότε το Δικαστήριο το λαμβάνει υπόψη του κατά την επιβολή της αρμόζουσας ποινής αξιολογώντας το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφοράς. Καταλήγει δε ότι το ορθό είναι να επιβάλλεται ποινή μόνο σε μια κατηγορία από πλείονες που στηρίζονται επί των ίδιων γεγονότων. Συνακόλουθα είναι επιτρεπτή η πρόσαψη ξεχωριστών κατηγοριών για ίδια γεγονότα που στοιχειοθετούν διαφορετικά αδικήματα. Και αυτό είναι που επιδιώκεται εν προκειμένω. Τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω απαντούν και στο επιχείρημα του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς τον κίνδυνο καταδίκης των κατηγορούμενων εις διπλούν για τις ίδιες πράξεις. Απορρίπτεται συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης Παρά ταύτα, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως, η προσθήκη των κατηγοριών αρ.10 και αρ.12 δεν μπορεί να επιτραπεί λόγω πολλαπλότητας των ίδιων των κατηγοριών. Ανάγνωση των λεπτομερειών τους αποκαλύπτει ότι περικλείουν πέραν του ενός αδικήματα για τους κατηγορούμενους αρ.1 και αρ.2 αντίστοιχα. Το άρθρο 32
(1)(α) του Ν.185(Ι)/2011, προνοεί με ξεχωριστά υποεδάφια την υποχρέωση τήρησης μητρώου αποβλήτων, τη διάθεση των πληροφοριών καθώς και την χορήγηση τους στην αρμόδια αρχή. Όλα τα πιο πάνω περιέχονται τόσο στην υπό προσθήκη 10η κατηγορία για την πρώτη κατηγορούμενη όσο και στην υπό προσθήκη 12η κατηγορία για τον δεύτερο κατηγορούμενο και μάλιστα συνταγμένα κατά τρόπο που δημιουργεί αβεβαιότητα και ασάφεια εφόσον γίνεται χρήση της φράσης «και/ή». Εύλογα επίσης δημιουργείται το ερώτημα κατά πόσο αποδίδονται όλα μαζί ή διαζευκτικά τα πιο πάνω αδικήματα. Ένα πρόσωπο μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της παράλειψης διάθεσης πληροφοριών στην αρμόδια αρχή χωρίς κατ' ανάγκη να καταδικαστεί και επί τω ότι παρέλειψε να τηρήσει μητρώο αποβλήτων. Η παρούσα περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση που κατηγορούμενος κατηγορείται για διάφορες πράξεις, οι οποίες αποτελούν μια ενιαία δραστηριότητα ή παράλειψη ή ακόμα για ένα αδίκημα που μπορεί να τελεστεί με υπαλλακτικούς τρόπους όπως για παράδειγμα το αδίκημα του άρθρου 210 του Κεφ.154. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν καθίσταται ελαττωματική μια κατηγορία με την συμπερίληψη σε αυτήν όλων αυτών των πράξεων ή των διαζευκτικών τρόπων τέλεσης του (βλ. το σύγγραμμα του Πική Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η Αναθεωρημένη Έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus 1975 σελ.104 κ.ε). Στην υπό κρίση περίπτωση η κατηγορία αρ.10 αφορά συναφείς μεν, ξεχωριστές δε παραλείψεις της κατηγορούμενης αρ.1, η καθεμιά από τις οποίες δημιουργεί και ξεχωριστό αδίκημα (βλ. Panteli ανωτέρω). Ομοίως και η κατηγορία αρ.12 που αφορά τα ίδια κατ' ουσία αδικήματα που φέρεται να τελέστηκαν από τον κατηγορούμενο αρ.2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της πρώτης κατηγορούμενης.. Επομένως δεν μπορεί να επιτραπεί να εισαχθούν οι υπό αναφορά κατηγορίες, με τον τρόπο που έχουν διατυπωθεί, λόγω πολλαπλότητας ως έχει εξηγηθεί αμέσως πιο πάνω. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω το αίτημα επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου ως ακολούθως: Α) Δια της διαγραφής του άρθρου 15
(1)του περί Αποβλήτων Νόμου (Ν.185(Ι)/2011) από την Έκθεση Αδικήματος των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ.5 αμφότερων περιλαμβανομένων και της αντικατάστασης του με το άρθρο 15
(3). Περαιτέρω δια της προσθήκης των άρθρων 24, 25, 29, 32 του περί Αποβλήτων Νόμου (Ν.185(Ι)/2011) στην Έκθεση Αδικήματος των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ.5 αμφότερων περιλαμβανομένων Β) Δια της διαγραφής της φράσης «να αναθέσει» που περιέχεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών αρ.1 εως και αρ.5 αμφότερων περιλαμβανομένων, και αντικατάστασης της με τη φράση «να παραδώσει». Γ) Δια της προσθήκης των προτεινόμενων κατηγοριών που περιέχονται στο έγγραφο Α ως κατηγορίες αρ.9 και αρ.11, ως κατηγορίες υπ' αριθμό 9 και 10 αντίστοιχα. Το αίτημα για την προσθήκη των κατηγοριών ως αυτές περιέχονται στο έγγραφο Α ως κατηγορίες αρ.10 και αρ.12 απορρίπτεται. Οι πιο πάνω τροποποιήσεις (υπό Α) έως και Γ)) να καταχωρηθούν σε τροποποιημένο κατηγορητήριο, εντός 7 ημερών από σήμερα και να επιδοθεί αντίγραφο στον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων αρ.1 και αρ.2 μέχρι την 27/11/2023. Δυνάμει του Άρθρου 84 του Κεφ.155 η παρούσα υπόθεση ορίζεται για απάντηση στο τροποποιημένο κατηγορητήριο στις 27/11/2023 και ώρα 09:00π.μ. Ο κατηγορούμενος αρ.2 να είναι παρών με την ίδια εγγύηση. Καμία διαταγή για έξοδα (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, 464 [2] βλ. Lanitis Bros Ltd v. Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, 271, Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, 107 [3] Βλ. και ΜΙ.ΠΑ. Μεταφορές Λτδ κ.α ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης εργασίας Ποιν Εφ. 208/21 ημερ. 03.02.2023, όπου υιοθετήθηκε το ίδιο απόσπασμα [4] βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ 405 [5] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 [6] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 και Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020 [7] Βλ. Eckle v. Germany, Αρ. Αίτησης 8130/78 ημερ. 15.07.1982, [8] Βλ. Sllenet de Ribemont v. France Αρ. Αίτησης 15175/89, ημερ. 10.02.1995, παραγ. 48-50 [9] Neumeister v. Austria Αρ. Αίτησης 1936/63, ημερ. 27.06.1968 [10] Back v. Germany Αρ. Αίτησης 11118/84, ημερ.29.03.1989, παρα. 48-49 [11] Laino v. Italy, Αρ. Αίτησης 33158/96 του Grand Chamber, 18.02.1999, παρα. 102 [12] Frydlender v. France Αρ. Αίτησης 30979/96 του Grand Chamber, 27.06.2000 παρα. 45 [13] Wiesinger v. Austria Αρ. Αίτησης 11796/85, ημερ. 30.10.1991, παρα. 57 [14] Η v. France Αρ. Αίτησης 10073/82 ημερ. 24.10.1989 παρα. 48 [15] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.