Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Κ. ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ (ΣΙΔΕΡΑΣ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3227/2023, 15/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3227/2023 Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας εναντίον
- Κ. ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ (ΣΙΔΕΡΑΣ) ΛΤΔ
- ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ
- S. GEORGIOU CONSTRUCTION LTD
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- CELICANDIA LTD
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Προδρόμου Γ. Για τους Κατηγορουμένους αρ. 1 και 2: κος Σιαηλής Γ. Για τους Κατηγορουμένους αρ. 3 και 4: κα Ευαγόρου Α. για Η. Νεοκλέους & Σία ΔΕΟΕ Για τους κατηγορούμενους αρ.5 και 6: κος Καμμένος μαζί με κο Καμένο Κ. Κατηγορούμενοι αρ. 2, αρ.4 και αρ.6: απόντες Ενδιάμεση Απόφαση Οι Κατηγορούμενοι, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης, αντιμετωπίζουν συνολικά 25 κατηγορίες. Έκαστο εκ των νομικών προσώπων (κατηγορούμενες αρ.1, αρ.3 και αρ.5) αντιμετωπίζει υπό την ιδιότητα του ως εργοδότης (εργολάβος έργου, υπεργολάβος και εργολάβος ολόκληρου του έργου), αριθμό κατηγοριών για διάφορες παραβιάσεις των περί ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων και συναφών Κανονισμών, είτε του περί υποχρεωτικής ασφάλισης της ευθύνης των εργοδοτών νόμων. Αντίστοιχες αυτών κατηγορίες αντιμετωπίζουν τα φυσικά πρόσωπα (κατηγορούμενοι αρ.2, αρ.4 και αρ.6), υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές των νομικών προσώπων. Συγκεκριμένα η πρώτη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες, δυο εκ των οποίων αφορά στην παράλειψη, ως εργοδότρια (υπεργολάβος) λήψης μέτρων σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τα εργοτάξια και για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και υγείας στο εργοτάξιο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας η κατηγορούμενη αρ.1 στις 27.06.2020, ενώ ήταν εργοδότης (υπεργολάβος) και ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών επεξεργασίας και τοποθέτησης οπλισμού κολώνας στον πρώτο όροφο σε υπό ανέγερση οικοδομή στον Άγιο Γεώργιο Πέγειας, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ζώνες ασφαλείας με ιμάντες ασφαλείας επαρκούς αντοχής με μηχανισμό κατά των πτώσεων ή και συσκευή απορρόφησης ενέργειας με αποτέλεσμα ο εργοδοτούμενος της Α.Τ, να πέσει από ύψος 8 μέτρων και να τραυματιστεί θανάσιμα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την πρώτη κατηγορία και υπό την ίδια ιδιότητα, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει κατάλληλα ικριώματα για τις εργασίες τοποθέτησης οπλισμού σε κολώνα στον 1ο όροφο της οικοδομής, στερεά κιγκλιδώματα για τα οποία παρατίθεται περιγραφή, ή άλλα ισοδύναμα μέσα για παρεμπόδιση της πτώσης προσώπων από ύψος, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοι της και άλλα πρόσωπα στην εργασία να εκτίθενται σε κίνδυνο Με την 3η κατηγορία της αποδίδεται ότι, από άγνωστη ημερομηνία μέχρι και την 27.06.2020 παρέλειψε να έχει στη διάθεση της γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων για την εργασία κινδύνων κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας παρέλειψε να καθορίσει τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν στη βάση τέτοιας εκτίμησης, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοι της και άλλα πρόσωπα στην εργασία να εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω του μη έγκαιρου εντοπισμού των κινδύνων και της λήψης προληπτικών και προστατευτικών μέτρων. Στην 4η κατηγορία κατηγορείται ότι ενώ ήταν εργοδότης προσώπων που απασχολούσε για την εκτέλεση εργασιών παρέλειψε να ασφαλιστεί με οποιοδήποτε ασφαλιστή έναντι της ευθύνης της για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια σε κάθε εργοδοτούμενο της. Οι κατηγορίες αρ.5 έως αρ.8 αφορούν το 2ο κατηγορούμενο και του αποδίδονται αντίστοιχα αδικήματα υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης. Η τρίτη κατηγορούμενη κατηγορείται υπό την ιδιότητα της ως εργολάβου ολόκληρου του έργου και ως υπεύθυνη εργασιών ανέγερσης της κατοικίας αρ.
- Με την 9η κατηγορία της αποδίδεται ότι παρέλειψε να διασφαλίσει ότι η πρώτη κατηγορούμενη εφάρμοσε ασφαλείς μεθόδους εργασίας ώστε να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών που αφορούσαν οπλισμό σε κολώνες σε υπό ανέγερση οικοδομή. Δίδεται περιγραφή των υπό αναφορά παραλείψεων της εν σχέση προς την 1η κατηγορούμενη, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο του εργοδοτούμενου Α.Τ. Την τρίτη κατηγορούμενη αφορούν επίσης οι κατηγορίες αρ.10 έως και αρ.14 υπό την ίδια ιδιότητα και χρονικό και τοπικό προσδιορισμό με την τρίτη κατηγορία. Το αδίκημα της 10ης κατηγορίας είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που αφορά την πρώτη κατηγορούμενη, ήτοι την παράλειψη, χρήσης κατάλληλων ικριωμάτων και στερεών κιγκλιδωμάτων επ' αυτών ή άλλων ισοδύναμων μέσων για ώστε να μην τίθενται εργοδοτούμενοι της και άλλα πρόσωπα σε κίνδυνο. Στην 11η κατηγορία της αποδίδεται ότι παρέλειψε να μεριμνήσει ώστε να χρησιμοποιηθεί κατάλληλο ανυψωτικό μηχάνημα για ανύψωση προσώπων ή να προσαρμόσει κατάλληλα το ανυψωτικό μηχάνημα το οποίο περιγράφεται, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοι της και άλλα πρόσωπα στην εργασία να εκτίθενται σε κίνδυνο. Στη 12η κατηγορία της αποδίδεται ότι παρέλειψε να διαβιβάσει την εκ των προτέρων γνωστοποίηση του εργοταξίου καθώς και τα αναγκαία συνοδευτικά έγγραφα που αφορούσαν το έργο στο επαρχιακό γραφείο επιθεώρησης εργασίας Πάφου. Στη 13η κατηγορία κατηγορείται ότι δεν μερίμνησε για την έγκαιρη αναπροσαρμογή του σχεδίου ασφάλειας και υγείας, σε συνεργασία με τους συντονιστές μελέτης και εκτέλεσης ώστε να καθορίζονται στο σχέδιο αυτό, η μέθοδος εργασίας και τα τεχνικά μέτρα, που απαιτούνταν με βάση την εκτίμηση των κινδύνων, για την εκτέλεση των εργασιών σε ύψος, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοι της και άλλα πρόσωπα στην εργασία να εκτίθενται σε κίνδυνο. Τέλος στη 14η κατηγορία κατηγορείται ότι παρέλειψε να μεριμνήσει για να διασφαλίσει ότι ο εκ μέρους της διοριζόμενος συντονιστής εκτέλεσης, πράγματι εκτελούσε τα καθήκοντα του και, μεταξύ άλλων, συνεργαζόταν με τον επιβλέποντα και τον υπεργολάβο για τα θέματα ασφάλειας και υγείας και συντόνιζε την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης καθώς και του σχεδίου ασφάλειας και υγείας, όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών και τις τεχνικές επιλογές στο εργοτάξιο, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοι της και άλλα πρόσωπα στην εργασία να εκτίθενται σε κίνδυνο. Οι κατηγορίες αρ.15 έως και 20 αφορούν τον 4ο κατηγορούμενο και του αποδίδονται αντίστοιχα αδικήματα υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της 3ης κατηγορούμενης. Την 5η κατηγορούμενη αφορούν οι κατηγορίες αρ.21 έως και
- Σε όλες τις εν λόγω κατηγορίες, η 5η κατηγορούμενη φέρεται ως «εργοδότης / κύριος του έργου (ιδιοκτήτης)» της κατοικίας αρ.7 και της αποδίδονται παραλείψεις κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την 3η κατηγορία. Πιο συγκεκριμένα στην 21η κατηγορία κατηγορείται για την ίδια ακριβώς παράλειψη ως το περιεχόμενο της 12ης κατηγορίας, στην 22η κατηγορία κατηγορείται για την ίδια παράλειψη ως το περιεχόμενο της 13ης κατηγορίας και στην 23η κατηγορίας για την παράλειψη ως αυτή περιέχεται στην 14η κατηγορία και οι οποίες (12η, 13η και 14η κατηγορίες) αφορούν την τρίτη κατηγορούμενη Τέλος οι κατηγορίες αρ. 24 έως και αρ. 26 αφορούν τον 6ο κατηγορούμενο υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της 5ης κατηγορούμενης, σε σχέση με τα καταλογιζόμενα αδικήματα των κατηγοριών αρ.21 έως και αρ.
- Τα προδικαστικά ζητήματα Πριν οι Κατηγορούμενοι απαντήσουν στο Κατηγορητήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων αρ.5 και αρ.6, ήγειρε στη βάση των προνοιών του άρθρου 66 του Κεφ.155 ζήτημα ελαττωματικότητας του Κατηγορητηρίου καθ' ήν έκταση αυτό αφορά τους πελάτες του στις αμέσως πιο πάνω αναφερθείσες Κατηγορίες. Η ένσταση και εισήγηση του συνίστατο στα ακόλουθα: Ο κος Καμένος εισηγήθηκε ότι με βάση το άρθρο 113 του Συντάγματος ο μόνος που μπορεί να κινεί, διεξάγει και διακόπτει ποινικές διαδικασίες είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, και ο οποίος δεν υπάγεται σε κανένα υπουργείο ή έχει την οποιαδήποτε σχέση με την εκτελεστική εξουσία. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει στις πρόνοιες του Ν.89(Ι)/1996 η έννοια του «Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας». Μόνο στο άρθρου 40 γίνεται μια γενική αναφορά σε αρχιεπιθεωρητή και επιθεωρητές που βρίσκονται υπό την επίβλεψη του πρώτου. Πρόσθεσε επίσης ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια σε άλλη νομοθεσία ή σχέδιο υπηρεσίας για πρόσληψη ή διορισμό προσώπου ως «Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας». Έστω όμως και να υπάρχει κάποιο πρόσωπο που φέρει αυτόν τον τίτλο δεν έχει την εξουσία να κινεί ποινικές διώξεις εφόσον στο τέλος της ημέρας είναι απλός δημόσιος υπάλληλος, συμπλήρωσε. Αρμόδιος, σύμφωνα με τον κο Καμένο για άσκηση ποινικής δίωξης, θα ήταν ο Υπουργός Εργασίας και Κoιvωvικώv Ασφαλίσεων, συμφώνως των άρθρων 2 και 40 του Ν.89(Ι)/
- Δεύτερη εισήγηση του κου Καμένου είναι ότι στις εκθέσεις των αδικημάτων γίνεται μια γενική παραπομπή στο άρθρο 53 του Ν.89(Ι)/1996, το οποίο τιτλοφορείται ως «Αδικήματα» χωρίς όμως να γίνεται η απαραίτητη εξειδίκευση ως προς την συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη η οποία να συνιστά αδίκημα. Παραβιάζεται κατ' αυτό τον τρόπο η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής για σύνταξη του κατηγορητηρίου σε απλή και κατανοητή γλώσσα στο κατηγορητήριο η οποία να αποκαλύπτει τους λόγους, τη φύση και τις λεπτομέρειες εναντίον των κατηγορούμενων που εκπροσωπεί στις κατηγορίες αρ.21 έως και αρ.
- Πρόσθεσε επίσης ότι δεν υπάρχει και σαφήνεια ως προς το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων που περιέχονται στις εν λόγω κατηγορίες. Ανέφερε ως παράδειγμα ότι η 21η κατηγορία παραπέμπει ως προς το χρόνο διάπραξης του αδικήματος που πραγματεύεται, στην 3η κατηγορία η οποία επίσης με τη σειρά της παραπέμπει στην 1η κατηγορία. Διερωτήθηκε για πιο λόγο πρέπει να είναι υποχρεωμένος ένας κατηγορούμενος να ανατρέχει σε άλλες κατηγορίες για να διαπιστώσει το χρόνο για τον οποίο κατηγορείται για κάποιο αδίκημα. Ειδική αναφορά έκανε και στο ότι στην 3η κατηγορία προσδιορίζεται ως χρόνος διάπραξης των αδικημάτων (τόσο της ίδιας όσο και των άλλων κατηγοριών που παραπέμπουν σε αυτή) «από άγνωστη στην κατηγορούσα αρχή ημερομηνίας μέχρι και την 27.06.2020». Αναγνώρισε ότι είναι δυνατή η συμπερίληψη του όρου «άγνωστη ημερομηνία» όμως θα πρέπει να τίθεται μεταξύ δυο εγνωσμένων ημερομηνιών. Αγορεύοντας επεσήμανε ότι το άρθρο 13 του Ν.89(Ι)/1996 το οποίο περιέχεται και στις έξι κατηγορίες που αφορούν τους κατηγορούμενους 5 και 6, έχει συνολικά 19 παραγράφους πλέον αριθμό υποπαραγράφων. Παρόμοιο ζήτημα συναντάται και στην συμπερίληψη του Κανονισμού 5 στις κατηγορίες αρ.22 και αρ.25, του Κανονισμού 10 στις κατηγορίες 22, 23, 25 και 26, του Κανονισμού 4 στις κατηγορίες 23 και 26 αλλά και του κανονισμού 9
(4)στις κατηγορίες 23 και
- Περιέχονται, ως υποστήριξε αμέτρητα εδάφια με ουσιώδεις μεταξύ τους διαφορές. Θα έπρεπε να καθοριστεί επακριβώς με ποια παράγραφο κατηγορούνται τα υπό αναφορά πρόσωπα. Κατά τη θέση του δεν θα έπρεπε να είχε προστεθεί η λέξη «ιδιοκτήτης», εφόσον τέτοιος όρος δεν υφίσταται στον υπό αναφορά νόμο, παρά μόνο «εργοδότης» ο ορισμός του οποίου δίδεται στο άρθρο
- Θα πρέπει να γνωρίζουν υπό ποια ιδιότητα κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι αρ.5 και αρ.
- Υπ' αυτή την έννοια δημιουργείται πολλαπλότητα στις κατηγορίες Τέλος ο κος Καμένος εισηγήθηκε ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης εναντίον των πελατών του. Ενώ τα αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν 27.06.2020 το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε την 03.05.2023 και ορίσθηκε πρώτη φορά την 21.06.
- Για τις πιο πάνω αναφορές του παρέπεμψε στο σύγγραμμα Archbold "Criminal Pleading Evidence and Practice", του 2015 Μετά την ολοκλήρωση της αγόρευσης του συνηγόρου των κατηγορούμενων αρ.5 και αρ.6 οι υπόλοιποι συνήγοροι των κατηγορούμενων αρ.1 έως και αρ.4 υιοθέτησαν πλήρως τις θέσεις του mutatis mutandis για τους δικούς τους πελάτες. Οι Εισηγήσεις της κατηγορούσας αρχής Εκ διαμέτρου αντίθετες ήταν οι θέσεις της κατηγορούσας αρχής. Απαντώντας κατά την αγόρευση του ο κος Προδρόμου στα ζητήματα που ήγειρε ο συνήγορος των κατηγορούμενων αρ.5 και αρ.6 ανέφερε ότι το υπό κρίση κατηγορητήριο συντάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κεφ.
- Σε κάθε κατηγορία περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος η νομική βάση που αυτή στηρίζεται ενώ στις λεπτομέρειες έκαστου αδικήματος καθορίζεται επακριβώς ποια παράλειψη ή παράβαση καταλογίζεται στον κάθε κατηγορούμενο. Ως προς τη θέση ότι δεν ξεκαθαρίζεται ακριβώς σε ποιο άρθρο στηρίζεται η κάθε κατηγορία, υποστήριξε ότι η έκθεση ενός αδικήματος θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με τις λεπτομέρειες αυτού, όπου επεξηγείται, όπως εν προκειμένω, με σαφήνεια και λεπτομέρεια, ποια αδικοπραγία ή παράλειψη αποδίδεται σε έκαστο των κατηγορούμενων. Στο ζήτημα ύπαρξης πολλαπλότητας, ανέφερε ότι από απλή ανάγνωση των λεπτομερειών του αδικήματος δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτές πολλαπλότητα. Το ότι ενδεχόμενα στις λεπτομέρειες κάποιων αδικημάτων δίδονται περισσότερες πληροφορίες ή διευκρινήσεις, δεν δημιουργεί ακυρότητα λόγω πολλαπλότητας. Αναφέρθηκε στο παράδειγμα της χρήσης της λέξης «ιδιοκτήτης» που είχε προταθεί από την άλλη πλευρά, για να εξηγήσει ότι τέθηκε ο συγκεκριμένος ορισμός για να καταδειχθεί, ίσως εκ του περισσού, ότι ένας κύριος του έργου ή εργοδότης είναι και ιδιοκτήτης. Στο θέμα ότι κάποιες εκ των κατηγοριών παραπέμπουν ως προς το χρόνο διάπραξης αδικημάτων σε άλλες κατηγορίες αν και ήταν της θέσης ότι και πάλι δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα ακυρότητας του κατηγορητηρίου, εξέφρασε την ετοιμότητα, εφόσον δοθούν σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο να γίνει σχετική διόρθωση. Εν πάση περιπτώσει, εάν και εφόσον υπάρχει δυσκολία στην κατανόηση του περιεχομένου των κατηγοριών όλοι οι κατηγορούμενοι εκπροσωπούνται από δικηγόρους οι οποίοι μπορούν να τους διαφωτίσουν και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης τους. Για τα πιο πάνω παρέπεμψε το Δικαστήριο την υπόθεση Ανδρονίκου κ.α ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 238/07 κ.α ημερ. 15.07.2008, καθώς και την πρωτόδικη απόφαση του Ε.Δ Λευκωσίας υπ' αριθμό 1371/
- Τέλος για το θέμα της νομιμοποίησης του κατηγόρου να ασκεί ποινική δίωξη, παρέπεμψε αρχικά στο άρθρο 38 του Κεφ.
- Επεσήμανε ότι στο εν λόγω προβλέπεται ότι σε περίπτωση που κατηγορητήριο συντάσσεται από κυβερνητικό τμήμα υπογράφεται από «αντιπρόσωπο». Στην προκειμένη περίπτωση το κατηγορητήριο υπογράφεται από άτομο που έχει εξουσιοδότηση από το Γενικό Εισαγγελέα. Δέχθηκε ότι ο Ν.89(Ι)/1996 δεν αναφέρει οτιδήποτε για Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, και απέδωσε το γεγονός αυτό στο ότι όταν θεσπίστηκε ο σχετικός νόμος το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας δεν ήταν αυτόνομο και δεν είχε διευθυντή. Στην πορεία του χρόνου η κατάσταση αυτή διαφοροποιήθηκε όμως δεν έγινε ανάλογη τροποποίηση του νόμου. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν τίθεται εκ τούτου λόγος ακυρότητας. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας ν. Μηνάς Μηνά
(1991)2 ΑΑΔ 90, καθώς και στην πρωτόδικη απόφαση με αριθμό υπόθεσης 18803/2010 του Ε.Δ Λάρνακας. Κλείνοντας ανέφερε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει αν υπάρχει ή όχι πολλαπλότητα σε οποιαδήποτε κατηγορία χωρίς πρώτα να ακουστεί μαρτυρία, για να διαφανεί ποιο αδίκημα αποδίδεται στους κατηγορούμενους. Ζήτησε από το Δικαστήριο να καλέσει τους κατηγορούμενους να απαντήσουν στις κατηγορίες. Νομική Πτυχή Το δικαίωμα, εκάστου κατηγορουμένου, να πληροφορείται επαρκώς για την κατηγορία ή κατηγορίες που του αποδίδονται απολαμβάνει συνταγματικής κατοχύρωσης και πιο συγκεκριμένα δια των Άρθρων 12.5(α)[1] και 30
(3)(α)[2] του Συντάγματος. Επιπρόσθετα προστατεύεται και από το Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Πέραν της συνταγματικής κατοχύρωσης του πιο πάνω δικαιώματος του κατηγορουμένου, αποτελεί βασική δικονομική αρχή σε ποινική υπόθεση ότι, κάθε κατηγορία πρέπει να είναι διατυπωμένη ως η δικονομία ορίζει και στον προβλεπόμενο από τους διαδικαστικούς θεσμούς τύπο. Το άρθρο 39 του Κεφ. 155 διαλαμβάνει ότι (έμφαση δική μου): «39. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται σε κάθε κατηγορητήριο και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε Νόμο ή κανόνα πρακτικής, το κατηγορητήριο, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, δεν επιδέχεται ένσταση σε σχέση με τον τύπο ή το περιεχόμενο αυτού αν είναι συνταγμένο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού- (α) εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος.» (β) όταν το κατηγορητήριο περιλαμβάνει περισσότερες από μία κατηγορίες, οι κατηγορίες αριθμούνται κατά σειρά (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο αδίκημα συνίσταται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσότερων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα γίνεται επίσης αναφορά στο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή (δ) όταν το νομοθέτημα που συνιστά το ποινικό αδίκημα αναφέρει ότι το ποινικό αδίκημα είναι η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε από τις διάφορες πράξεις διαζευτικά ή η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε πράξης με οποιαδήποτε από τις διάφορες ιδιότητες, ή με οποιαδήποτε από τις διάφορες προθέσεις ή διατυπώνει οποιοδήποτε μέρος του ποινικού αδικήματος διαζευκτικά, οι πράξεις, παραλείψεις, ιδιότητες ή προθέσεις, ή άλλα ζητήματα που συνιστούν τη διάζευξη στο νομοθέτημα δύνανται να διατυπωθούν διαζευκτικά στην κατηγορία που προσάπτεται για το εν λόγω ποινικό αδίκημα ..... (ζ) δεν είναι αναγκαίο ή δεν χρησιμοποιείται βεβαιότητα ή λεπτομέρεια αναφοράς σχετικά με έγγραφα, γεγονότα, πράγματα, πρόσωπα, τόπους, χρόνο ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, στο κατηγορητήριο μεγαλύτερη από αυτή που είναι εύλογα επαρκή για το σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο για αυτά Σύμφωνα με την επιφύλαξη που περιέχεται στο εν λόγω άρθρο διατυπώνεται ρητά ότι κανένα λάθος τόσο στην έκθεση αδικήματος όσο και στις λεπτομέρειες που το αφορούν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη συμμόρφωση με τις εκεί περιγραφόμενες πρόνοιες ως προς τη σύνταξη του κατηγορητηρίου εκτός αν προκάλεσε παραπλάνηση του κατηγορούμενου. Διαφωτιστικά αναφορικά με τους κανόνες διατύπωσης των κατηγοριών και ειδικότερα την παράλειψη μνείας των εξειδικευμένων άρθρων του Νόμου και των Κανονισμών του Ν. Ν.89(Ι)/1996 και ότι ένα κατηγορητήριο θα πρέπει να δίδει μια καθαρή εικόνα του τι έχει να αντιμετωπίσει ένα κατηγορούμενο πρόσωπο, χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του πρώην προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πική Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η Αναθεωρημένη Έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus 1975 στα Ελληνικά όπου στις σελίδες 100 - 101 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες σε βαθμό που να επιτρέπει στον κατηγορούμενο να γνωρίζει με λογική βεβαιότητα την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει στη δίκη. Το κριτήριο για την επάρκεια των λεπτομερειών είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος στερείται λογικής πληροφόρησης σχετικά με τον προσδιορισμό της κατηγορίας και συν αυτώ της δυνατότητας επαρκούς προετοιμασίας της υπεράσπισης του[3]. Υποχρέωση για τη δέουσα πληροφόρηση του κατηγορούμενου για το αδίκημα ή αδικήματα κατοχυρώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου από το Άρθρο 12.2[4] του Συντάγματος. Η πρόνοια αυτή επιβάλλει τον προσδιορισμό στην κατηγορία όλων των ουσιωδών λεπτομέρειών του αδικήματος[5]. Το κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σκοπούν στην παροχή στον κατηγορούμενο επαρκούς προειδοποίησης για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε κάθε κατηγορία χωρίς την πρόκληση σύγχυσης ή δυσχέρειας στην Υπεράσπιση[6]. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητη η αναφορά σε όλες τις λεπτομέρειες του αδικήματος, αυτές πρέπει να αποκαλύπτουν τη διάπραξη του αδικήματος. Κατά πόσο οι παρεχόμενες λεπτομέρειες στην κατηγορία είναι επαρκείς για να πληροφορήσουν τον κατηγορούμενο για την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει η Υπεράσπιση είναι θέμα γεγονότων και βαθμού. Το δικαστήριο δικαιούται να λάβει υπόψη - εκτός από την κατηγορία όλες τις πληροφορίες οι οποίες ήταν, κατά τα άλλα, διαθέσιμες στον κατηγορούμενο και κατά πόσο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ζήτησε να του παρασχεθούν περαιτέρω λεπτομέρειες. ..... Το κριτήριο για την επάρκεια της πληροφόρησης του κατηγορούμενου για την κατηγορία ή κατηγορίες που αντιμετωπίζει, είναι κατά πόσο θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση του πριν ακουστεί η μαρτυρία[7]. Ο χρόνος κατά τον οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα πρέπει να προσδιορίζεται με λογική βεβαιότητα. Είναι σκληρό και παράλογο να αναμένεται από τον κατηγορούμενο να απαντήσει για τις πράξεις του για μακρά χρονική περίοδο Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι είναι ανεπιθύμητη η πρόσαψη κατηγοριών οι οποίες είναι εμφανώς ασαφείς, εγείροντας διαζευκτικά θέματα προς εξέταση από την Υπεράσπιση. Σε περίπτωση δε που θα προσαφθούν διαζευκτικές κατηγορίες τότες αυτές θα πρέπει να διατυπώνονται τοιουτοτρόπως (διαζευκτικά) και να αφήνεται στο Δικαστήριο να αποφασίσει ποιο από τα δυο αδικήματα πράγματι διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω για να οδηγηθεί σε παραμερισμό ενός κατηγορητηρίου το Δικαστήριο δεν αρκεί να καταδειχθεί οποιαδήποτε παρατυπία παρά μόνο ουσιώδεις, οι οποίες επιφέρουν βλάβη στον κατηγορούμενο και δυνατόν να οδηγήσουν σε παραπλάνησή του[8]. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Μελανή Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 33 (υπογράμμιση δική μου): «. θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του. Και θα πρέπει να δίδεται σημασία σε οποιεσδήποτε περιστάσεις που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε στην πραγματικότητα γνώση των ουσιωδών συστατικών του αδικήματος με το οποίο κατηγορείται (βλέπε ακόμα Chrysostomou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 176).». Ως προς το ζήτημα της πολλαπλότητας, είναι καλά γνωστή η αρχή ότι μία κατηγορία δεν μπορεί να περιλαμβάνει πέραν του ενός αδικήματος, καθώς σε τέτοια περίπτωση η κατηγορία θα κριθεί ότι πάσχει από πολλαπλότητα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131 «A count is bad for duplicity if by means of it an accused person is being charged with having committed two or more separate offences (see Archbold)». Ο εν λόγω κανόνας, ο οποίος αποτελεί μία από τις εκφάνσεις της έννοιας της δίκαιης δίκης, αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο δεν θα έλθει αντιμέτωπο με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως έτσι ώστε να μην γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να στερηθεί επομένως της δυνατότητας να υπερασπίσει κατάλληλα τον εαυτό του. Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.α ν. Δημοκρατίας που με παρέπεμψε ο κος Προδρόμου, εξετάστηκε ζήτημα πολλαπλότητας και ειπώθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: Επί της ουσίας του θέματος, το ζήτημα της πολλαπλότητας, όπως έχει αποφασισθεί και στην Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, σελ. 265-266, συναρτάται με την εκ μέρους του κατηγορουμένου σαφή γνώση των κατηγοριών που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά και τη διαπίστωση της εκ των υστέρων διακρίβωσης των πιθανών απαντήσεων autrefois convict και autrefois acquit. Περαιτέρω, στην Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, σελ. 116, αποφασίστηκε ότι η τυχόν πολλαπλότητα πρέπει να συνεξεταστεί με τη δυνατότητα εξ αυτής να επέρχεται ακυρότητα στην κατηγορία.» Για να διακριβωθεί κατά πόσο μία κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα, κατά κανόνα, δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να ανατρέξει σε οτιδήποτε άλλο πέραν του κατηγορητηρίου εφόσον πρόκειται περί ζήτημα τύπου και όχι μαρτυρίας. Το ορθότερο, όπως εν προκειμένω, είναι το ζήτημα αυτό να εγείρεται πριν την απάντηση στην κατηγορία και εν πάση περιπτώσει το συντομότερο δυνατό προδικαστικά (βλ. Σ.Π ν. Αστυνομίας Ποιν Έφ 207/13 ημερομηνίας 25.6.14). Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω) στη σελ.104 υποδεικνύεται ότι η φράση « όταν το νομοθέτημα που συνιστά το ποινικό αδίκημα..» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 39(δ) του Κεφ.155 έχει ερμηνευθεί ότι αναφέρεται στο μέρος του νομοθετήματος το οποίο προσδιορίζει το συγκεκριμένο αδίκημα, και όχι στο άρθρο του νόμου. Στο υπό αναφορά σύγγραμμα στη σελ. 105 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: Κρίσιμο ερώτημα στην ερμηνεία νομοθετήματος είναι κατά πόσο γίνεται πρόνοια για δυο ξεχωριστές πράξεις ή ενέργειες ή κατά πόσο αναφέρεται σε ένα περιστατικό. Επίσης η εγγενής εγκληματικότητα των πράξεων και η τιμωρία η οποία προβλέπεται, τείνουν να ρίξουν φως στους σκοπούς του νομοθέτη[9] Όπου η ορολογία είναι απλώς περιγραφική της απαγορευμένης πράξης, τότε ένα αδίκημα στοιχειοθετείται. Όπου δυο ξεχωριστές πράξεις καθίστανται παράνομες τότε δυο και όχι ένα αδίκημα συντίθενται [.] Στις επόμενες σελίδες του πιο πάνω συγγράμματος γίνεται αναφορά σε παραδείγματα από την αγγλική και κυπριακή νομολογία. Διευκρινίζεται ότι αν περισσότερες της μιας πράξης καθίστανται παράνομες αυτό δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για ύπαρξη διπλότητας ή πολλαπλότητας. Έτσι για παράδειγμα κρίθηκε ότι οι όροι «αλόγιστη, επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση» του άρθρου 210 του Κεφ.154 αναφέρονται σε υπαλλακτικούς τρόπους τέλεσης του ίδιου αδικήματος και μπορούν να περιλαμβάνονται στην ίδια κατηγορία (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220). Στη σελ. 108 επισημαίνεται ότι είναι παραδεκτή η αναφορά στην ίδια κατηγορία μιας ενέργειας εξικνουμένης σε περισσότερες της μια πράξεις, ενώ επίσης είναι παραδεκτό ότι όπου διαφορετικές κατηγορίες στοιχειοθετούνται από το ίδιο νομοθέτημα, μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της ίδια κατηγορίας συνενούμενες με τη λέξη «και» εάν αναφέρονται στο ίδιο συμβάν. Αξίζει να λεχθεί ότι ύπαρξη πολλαπλότητας, όπως και η μη ορθή σύνταξη ενός κατηγορητηρίου, δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε ακύρωση της καταδίκης παρά μόνο αν επηρεάστηκε δυσμενώς η Υπεράσπιση, δημιουργώντας αβεβαιότητα ως προς την υπόθεση την οποία είχε να αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος. Αυτός διατηρεί πάντα το δικαίωμα να αιτηθεί λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου και «κατά πόσο υπήρξε παραπλάνηση ή αδικία συνεξετάζεται και με το κατά πόσο ζητήθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες έχοντας ταυτόχρονα υπόψη και όλες τις άλλες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον κατηγορούμενο μέσα από καταθέσεις, υλικό κατά την προανάκριση, όπου υπάρχει, μαρτυρία πριν την έναρξη της δίκης κ.ά» (βλ. Σ.Π ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Διαπίστωση πολλαπλότητας σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης παρέχει δυνατότητα στο Δικαστήριο για διόρθωση του ελαττώματος αυτού, επιτρέποντας ανάλογη τροποποίηση της υπό πολλαπλότητας κατηγορίας, είτε με διατύπωση δυο ή περισσότερων ξεχωριστών κατηγοριών ή αφαιρώντας κάποιες λέξεις από αυτή. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα του Archbold "Criminal Pleading Evidence and Practice", 2009, σελ. 100 στην παράγ. 1-146[10]. Ομοίως, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η διατύπωση κατηγορίας ή κατηγοριών έγινε κατά τρόπο που μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την Υπεράσπιση να ενεργήσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αρθεί ο επηρεασμός και να διατυπωθεί ανάλογα η κατηγορία (βλ. Attorney-General v. HjiConstanti
(1969)2 C.L.R. 5, σελ. 9)[11] Ως προς το ζήτημα του καθορισμού της χρονικής περίοδο στην οποία διαπράχθηκε ένα αδίκημα στην υπόθεση Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 CLR 205, κρίθηκε ως καταπιεστικό το γεγονός ότι οι κατηγορίες ως είχαν διατυπωθεί απαιτούσαν από τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για πράξεις ή ενέργειες του εκτεινόμενες σε περίοδο 6 ετών. Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω) σελ. 102 αναφέρεται ότι είναι παραδεκτός ο προσδιορισμός διάπραξης αδικήματος μεταξύ δυο συγκεκριμένων ημερομηνιών, εφόσον το καθορισθέν χρονικό διάστημα δεν είναι εκτεταμένο. Όπου η ακριβής ημερομηνία δεν είναι γνωστή τότε ο χρόνος τέλεσης ενός αδικήματος θα πρέπει να αναφέρεται ως τέτοιος στο κατηγορητήριο (π.χ σε άγνωστη ημερομηνία), μεταξύ όμως συγκεκριμένων χρονικών περιόδων ή ημερομηνιών, και όχι απλώς μεταξύ των περί ου ο λόγος ημερομηνιών (βλ. Archbold "Criminal Pleading Evidence and Practice" ανωτέρω παρ. 1-126, σελ. 91. Τέλος για το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση, στην Γ.Π.Β ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 5/2020 ECLI:CY:AD:2021:B360, ημερ. 30.07.2021 λέχθηκαν τα εξής: Ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη. Η διακοπή της, με συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, ακόμα και στην περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Η πάροδος μεγάλου χρόνου δεν προδικάζει και το μη δίκαιο της δίκης. Η κάθε υπόθεση, βέβαια, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα. .... Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS v. F [2011] EWCA Crim 1844). Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας. Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων. Εκτίμηση Δικαστηρίου Αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες και συναφή νομολογία ως και συγγράμματα έρχομαι να εξετάσω κατά πόσο το αίτημα της Υπεράσπισης δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Νομιμοποίηση του Κατήγορου Ξεκινώντας από το ζήτημα της νομιμοποίησης του κατηγόρου, ως αναγράφεται στον τίτλο της υπόθεσης, να προσάπτει κατηγορίες στη βάση των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων του 1996 έως του 2015 και συναφών Κανονισμών, απόλυτα σχετική είναι η αυθεντία Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας ν. Μηνάς Μηνά, στην οποία με παρέπεμψε ο κος Προδρόμου Το ακόλουθο απόσπασμα θεωρώ ότι μιλά από μόνο του: «Το δεύτερο σκέλος του νομικού ερωτήματος που εγείρεται είναι κατά πόσο το Τμήμα αυτό έχει εξουσία να προσάψει και κατηγορίες που αναφέρονται σε παραβάσεις του Περί Πωλήσεως Τροφίμων και Φαρμάκων Νόμου, όπως η κατηγορία που έχει προσαφθεί στην υπό εξέταση έφεση. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο Νόμο αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο. Η εξουσιοδότηση όμως αυτή πρέπει να εξαχθεί από την όλη διάρθρωση του Τμήματος, των σκοπών, της λειτουργίας του και των στοιχείων του, σε αναφορά με τους σχετικούς Νόμους. Ενδεικτικά μπορεί να γίνει αναφορά και στο άρθρο 10 του Νόμου αυτού, κάτω από το οποίο το Τμήμα αυτό είναι το αρμόδιο για τη λήψη δειγμάτων και παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς το Νόμο. Η φύση του Νόμου αυτού το θέτει στον τομέα της δημόσιας υγείας για τον οποίο υπεύθυνο είναι το Τμήμα αυτό. Θα ήταν δε παρατραβηγμένο να κριθεί ότι ένα Τμήμα, που είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή και συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου, ο οποίος από μόνος του δημιουργεί και ποινικά αδικήματα για παραβάσεις και μη συμμορφώσεις προς τις διατάξεις του, να έχει όλες τις εξουσίες και να μην έχει εξουσία να διώκει σαν μέρος της καθιερωμένης άσκησης κρατικής λειτουργίας» Τα πιο πάνω θεωρώ ότι εφαρμόζονται πλήρως, κατ' αναλογία, και στην υπό κρίση περίπτωση. Πέραν τούτου, όπως ορθά επισήμανε και ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, το παρόν κατηγορητήριο υπογράφεται από εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόσωπο ήτοι τον κο Προδρόμου, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 113 παρα. 2 του Συντάγματος[12]. Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται ως νόμω και ουσία αβάσιμη. Καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της καθυστέρησης της καταχώρησης του παρόντος κατηγορητηρίου, ως το αμέσως επόμενο σημαντικό. Είναι καλά γνωστό στη νομολογία ότι η κατάχρηση μιας δικαστικής διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές οι οποίες όμως δεν μπορούν να κριθούν εκ προοιμίου ως καταχρηστικές. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη γενική εποπτεία και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του με αποτέλεσμα την καταστολή καταχρηστικών διαδικασιών. Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια των γεγονότων που την απαρτίζουν (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (Aρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Σημειώνεται ότι το ζήτημα της καθυστέρησης στην ποινική δίωξη ενός προσώπου (καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του) διαχωρίζεται από το συνταγματικά (Άρθρο 30.2) και ευρωπαϊκά (άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ) κατοχυρωμένο δικαίωμα για διάγνωση της ποινικής ευθύνης εντός εύλογου χρόνου και που συγκεκριμενοποιείται στην απονομή της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις. Στην πρώτη περίπτωση, όπως πρόκειται και εν προκειμένω, το θέμα που εξετάζεται είναι το κατά πόσο η καθυστέρηση είναι τέτοια που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Χαραλαμπίδη ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 330 και Γ.Π.Β ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Ως προς το ζήτημα του χρόνου υποβολής αιτήματος για αναστολή διαδικασίας λόγω καθυστέρησης στην προώθηση της ποινικής δίωξης ενός κατηγορούμενου στην υπόθεση Smolinski [2004] EWCA Crim 1270 ο λόρδος Woolf ανέφερε στη σελ. 9 ότι ο καταλληλότερος χρόνος είναι μετά που θα έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία, έτσι ώστε το Δικαστήριο, έχοντας ακούσει τους μάρτυρες, να είναι σε θέση να διαμορφώσει άποψη επί του κατά πόσο θα ήταν ασφαλής καταδίκη του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση R v. B [2003] EWCA Crim 319, του Court of Appeal, το εφετείο παραμέρισε την καταδίκη του εφεσείοντα, ο οποίος είχε εγείρει προδικαστικά αίτημα για αναστολή της διαδικασίας, κρίνοντας ότι είχε τεθεί σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση (impossible position to defend himself) έχοντας κατά νου την πάροδο του χρόνου και την ελάχιστη διαθέσιμη μαρτυρία. Την ίδια ώρα το εφετείο υπογράμμισε την αρχή ότι η από μόνη της η πάροδος του χρόνου δεν αποτελεί βάση για αναστολή της ποινικής δίωξης κάποιου προσώπου, καθώς επίσης τόνισε ότι η εξέταση εισήγησης για αναστολή της διαδικασίας πρέπει κατά κανόνα να γίνεται στο τέλος της διαδικασίας όταν το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλη τη διαθέσιμη μαρτυρία. Αυτή όμως η θέση, ως προς το χρόνο έγερσης του ζητήματος, φαίνεται να διαφοροποιήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση R v. F(S) [2011] EWCA Crim.1844 του αγγλικού εφετείου, στην οποία αναγνωρίστηκε η δυνατότητα αναστολής μιας ποινικής διαδικασίας ακόμα και πριν την έναρξη της. Τέτοια όμως εξέλιξη θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις πλέον εξαιρετικές περιπτώσεις ακόμα και αν διαφαίνεται δυσμενής επηρεασμός μέσα από το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπό αναφορά απόφαση είναι χαρακτηριστικό (υπογράμμιση και έμφαση δική μου): Where there are genuine grounds for an application to stay on the basis that a fair trial will be impossible because of incurable prejudice to the defendant caused by delay, that application is, by its nature, preliminary to rather than part of the trial process. The contention is that the trial should not take place at all. If it is to be made, notice should be given before the trial begins. In the end of course the time when it should be dealt with by argument and ruling is a matter for the trial judge. Although we can envisage cases in which, for example, the application is based on prejudice resulting from the absence of long-lost evidence . and where the evaluation of the significance of the absence of such evidence may best be undertaken at the close of the Crown's case, in general the question whether the trial should proceed at all should take place before evidence is called ... However, unless there is a specific reason for deferment, an application to stay on abuse of process grounds is preliminary to the trial, and ought normally to be dealt with at the outset. But perhaps most important of all, as all the authorities underline, it is only in the exceptional case where a fair trial is not possible that these applications are justified on the grounds of delay, even when the precondition to a successful application, serious prejudice, may have occurred. The best safeguard against unfairness to either side in such cases is the trial process itself, and an evaluation by the jury of the evidence. Το γεγονός ότι τέτοια εξουσία πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ τονίστηκε και στην Tan v. Cameron [1992] 2 A.C 205 αλλά και στη μεταγενέστερη R. v. Pipe [2023] EWCA Crim 328 στην οποία συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα αυτό, ως αρχικά είχαν διατυπωθεί στην Attorney General's Reference No 1 of 1990 [1992] 95 Cr App R 296. Το βάρος απόδειξης περί ύπαρξης κατάχρησης της διαδικασίας και ότι κατ' επέκταση είναι αδύνατο να τύχει δίκαιης δίκης, το φέρει η πλευρά του κατηγορούμενου στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Tan v. Cameron ανωτέρω σελ. 211 και R. v. Pipe στη παρ. 59) Όπως προκύπτει και από την Γ.Π.Β ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψιν είναι «οι λόγοι που προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση..το μέγεθος της καθυστέρησης, οι προσπάθειες που ο κατηγορούμενος κατέβαλε για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του και ο δυσμενής επηρεασμός που έχει υποστεί η υπεράσπιση του ως αποτέλεσμα καθυστέρησης τέτοιου βαθμού ώστε να μην μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη». Στην υπό κρίση περίπτωση είναι πράγματι γεγονός ότι από τη διάπραξη των φερόμενων αδικημάτων έχουν παρέλθει τρία σχεδόν χρόνια μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Πρόκειται αναμφίβολα για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να παραγνωρίζω ότι περιλαμβάνονται πολύ σοβαρές κατηγορίες εναντίον ορισμένων εκ των κατηγορούμενων για πράξεις ή παραλείψεις που οδήγησαν στο θάνατο ενός προσώπου. Από πλευράς κατηγορούσας αρχής δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε σχετικό, στα πλαίσια της τοποθέτησης της. Την ίδια ώρα όμως, το εν λόγω ζήτημα έχει εγερθεί με πολύ αόριστο και γενικό τρόπο από πλευράς Υπεράσπισης, η οποία ουσιαστικά βασίστηκε στο ότι αφ' ης στιγμής παρήλθε τέτοιο διάστημα, χωρίς οποιαδήποτε ευθύνη του κατηγορούμενου, θα πρέπει και η διαδικασία να ανακοπεί. Καθίσταται ξεκάθαρο από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που παρατέθηκαν ότι ούτε και αυτή η εισήγηση της Υπεράσπισης μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεν έχει γίνει οποιαδήποτε αναφορά σε απώλεια μαρτυρικού υλικού ή ότι επηρεάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, ή την μη δυνατότητα προσεπίκλησης μαρτύρων που θα μπορούσαν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο στην υπό κρίση περίπτωση. Καμία επίσης αναφορά δεν έγινε ως προς το πως η καθυστέρηση κατατάσσει την παρούσα περίπτωση σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αδύνατο να διεξαχθεί δίκαιη δίκη λόγω δυσμενούς επηρεασμού των κατηγορούμενων, ούτε έχει συναρτηθεί με αλλότρια κίνητρα από πλευράς κατηγορούσας αρχής[13]. Τέτοιου είδους εισηγήσεις θα έπρεπε να προωθηθούν στη βάση κάποιου κοινά αποδεκτού υποβάθρου προκειμένου να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Συνεπώς αφ' ης στιγμής ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων, η εισήγηση όπως έχει τεθεί από πλευράς υπεράσπισης, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Το δημόσιο συμφέρον, έχοντας κατά νου και τη σοβαρότητα των κατηγοριών, επιτάσσει όπως η δίκη διεξαχθεί κανονικά. Το ζήτημα κατά πόσο οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν του δικαιώματος δίκαιης δίκης μπορεί να τύχει επανεξέτασης όταν θα έχει τεθεί όλη η διαθέσιμη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και εφόσον εγερθεί εκ νέου κατά το κατάλληλο στάδιο. Επαναλαμβάνω πως ό,τι αποφασίζεται στο παρόν στάδιο σε σχέση με τον εν λόγω ζήτημα, είναι πως δεν έχουν καταδειχθεί ιδιαίτερες περιστάσεις που να συνηγορούν στη διακοπή της δίκης και την συνακόλουθη απαλλαγή των κατηγορούμενων, από το στάδιο αυτό. Παράλειψη εξειδίκευσης της νομικής βάσης / πολλαπλότητα / Ασάφεια Εξετάζω στη συνέχεια την εισήγηση για παράλειψη εξειδίκευσης των νόμων και κανονισμών που περιλαμβάνονται στην έκθεση αδικήματος ως και τυχόν θέματα πολλαπλότητας. Κατ' αρχήν θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του κου Προδρόμου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να ακούσει μαρτυρία για να αποφασισθεί κατά πόσο το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα. Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω, η ένσταση μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο περιλαμβανομένου και του προδικαστικού, ενώ το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ανατρέξει σε οτιδήποτε άλλο πέραν του κατηγορητηρίου εφόσον πρόκειται περί ζήτημα τύπου και όχι μαρτυρίας (Σ.Π. ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Η πρωτόδικη απόφαση που σχετικά παραπέμφθηκα ήτοι η Ποινική Υπόθεση 1371/10 του Ε.Δ Λευκωσίας έχει ανατραπεί κατ' έφεση και ως προς το συγκεκριμένο της σκεπτικό. Πρόκειται για την Ποιν. Εφ. 89/2016 ΧΧΧ Δημητρίου ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, ECLI:CY:AD:2020:B103 ημερ. 16.03.2020 στην οποία το Ανώτατο ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σχετικά: «Κατά συνέπεια το στάδιο στο οποίο ηγέρθηκε η ένσταση δεν θα έπρεπε να προβληματίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο όφειλε να εξετάσει το λεκτικό της κατηγορίας προς διατύπωση σαφούς δικαστικού λόγου περί ύπαρξης ή όχι ασάφειας ή πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου. Και όχι, όπως έπραξε, να περιοριστεί απλώς στη διατύπωση της θέσης "ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχω διαπιστώσει οιανδήποτε εμφανή πολλαπλότητα ή παρατυπία και χωρίς να υπεισέρχομαι σε λεπτομέρειες στο στάδιο αυτό"». Εν προκειμένω ό,τι εισηγείται ο κος Καμένος για ύπαρξη πολλαπλότητας επί τω ότι στην κατηγορούμενη αρ.5 στις κατηγορίες 21 έως και 23 που την αφορούν, αποδίδεται η διπλή ιδιότητα του εργοδότη και του κύριου του έργου ενώ την ίδια ώρα τίθεται σε παρένθεση ο όρος «ιδιοκτήτης». Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι βέβαια γεγονός ότι στις δυο αυτές έννοιες αποδίδεται διαφορετικό περιεχόμενο στο άρθρο 2 του Ν.89(Ι)/1996 όμως την ίδια ώρα δεν αποκλείεται από τα όσα αναφέρονται αυτές να συμπίπτουν. Τις παραθέτω αυτούσιες: "εργοδότης" σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την ευθύνη για το χώρο εργασίας, το υποστατικό, την επιχείρηση ή την εγκατάσταση όπου απασχολήθηκε και/ή απασχολείται εργοδοτούμενος και περιλαμβάνει πρόσωπο το οποίο δεν έχει εργοδοτουμένους, αλλά διεξάγει οικονομική δραστηριότητα ή διευθύνει την επιχείρησή του και/ή διεξάγει οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα· "κύριος του έργου" σημαίνει κάθε πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται ένα έργο· Είναι λοιπόν φανερό, ότι ένας εργοδότης μπορεί να είναι ταυτόχρονα και ο «κύριος του έργου». Να πρόκειται δηλαδή για πρόσωπο το οποίο έχει την ευθύνη για το χώρο εργασίας όπου εκτελείται κάποιο έργο (ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στον αναφερόμενο νόμο) από κάποιο άλλο πρόσωπο (π.χ εργολάβο[14]) με το οποίο συμβλήθηκε σχετικά. Δεν μπορεί συνεπώς να γίνει αποδεκτή η θέση για διπλότητα αναφορικά με την ταυτόχρονη χρήση των δυο όρων για την περιγραφή του ίδιου φυσικού ή νομικού προσώπου. Όσον αφορά την αναγραφή εντός παρενθέσεως της λέξης «ιδιοκτήτης», ανατρέχοντας στους περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για προσωρινά ή κινητά εργοτάξια) Κανονισμούς του 2015 και συγκεκριμένα στον Κανονισμό 2 αναφέρεται ότι στην έννοια του κύριου του έργου περιλαμβάνεται και ο ιδιοκτήτης αυτού και αφορά οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο για το οποίο εκτελείται το εν λόγω έργο (από άλλο πρόσωπο). Εξομοιώνεται δηλαδή με τον κύριο του έργου. Συνεπώς θεωρώ ότι αν και μπορούσε να παραληφθεί η σχετική αναφορά, ως εκ του περισσού, η συμπερίληψη της δεν καθιστά δυσνόητη την κατηγορία αλλά ούτε προκαλεί σύγχυση. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι δεν εξειδικεύεται στην έκθεση αδικήματος το ακριβές εδάφιο ή υποεδάφιο του άρθρου 13 του Ν.89(Ι)/1996 το οποίο περιέχεται στις κατηγορίες αρ.1 - αρ.3, αρ.5 - αρ.7 και αρ.9 - αρ.26 όπως και στην περίπτωση των Κανονισμών 4, 5, 9
(4)και 10 των Κανονισμών περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες προδιαγραφές για προσωρινά ή κινητά εργοτάξια) Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π. 410/2015) παρατηρώ τα εξής. Είναι κατ' αρχήν ορθή η παρατήρηση του κου Καμένου ότι το τόσο το άρθρο 13 του Ν. 89(Ι)/1996 όσο και των προαναφερθέντων κανονισμών, πλήν του Κανονισμού αρ.10 που περιέχει μόνο τρία εδάφια, περιέχουν σωρεία εδαφίων και υποεδαφίων. Ξεκινώντας από το άρθρο 13 του Ν.89(Ι)/1996 παρατηρώ ότι αυτό φέρει τίτλο «Γενικές Υποχρεώσεις Εργοδοτών» και απαρτίζεται από 17 συνολικά εδάφια (το έκτο και το ένατο διαγράφηκαν) εκ των οποίων το εδάφιο 2 έχει 7 υποεδάφια, το εδάφιο 3 έχει 9 υποεδάφια και το εδάφιο 16 έχει 2 υποεδάφια. Στο πρώτο εδάφιο διακηρύσσεται η γενική υποχρέωση των εργοδοτών για διασφάλιση της ασφάλειας, υγείας και ευημερίας στηv εργασία όλων των εργοδοτούμενων του. Στα υπόλοιπα εδάφια γίνεται εξειδικευμένη αναφορά στις επιμέρους υποχρεώσεις των εργοδοτών είτε ως προς την εφαρμογή των μέτρων που περιλαμβάνονται στο εν λόγω νόμο αλλά και Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού. Γίνεται επίσης αναφορά στην υποχρέωση ελέγχου της καταλληλότητας του διαθέσιμου εξοπλισμού, τη διεύθυνση των εργασιών κατά τέτοιο τρόπο και παροχή τέτοιων πληροφοριών ώστε άλλα πρόσωπα να μην εκτίθενται πρόσωπα σε κίνδυνο, τη διαβούλευση με τους εργοδοτούμενους ή τους αντιπροσώπους ασφάλειας και άλλα. Σε ότι αφορά την Κ.Δ.Π 410/2015 στον Κανονισμό αρ.4 γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, ως προς το διορισμό συντονιστή μελέτης και εκτέλεσης με αντίστοιχη ανάθεση σχετικών καθηκόντων τους οποίους και οφείλει να συμβουλεύεται. Ο δε ορισμός και ανάθεση καθηκόντων θα πρέπει να γίνεται δια γραπτής συμφωνίας ενώ τόσο η εν λόγω συμφωνία όσο και τα έγγραφα που αφορούν τα προσόντων των εν λόγω προσώπων θα πρέπει να φυλάττονται. Καθορίζονται επίσης οι υποχρεώσεις του κυρίου του έργου σε σχέση με την δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων των συντονιστών. Ο Κανονισμός αρ.5 αναφέρεται στην εκπόνηση σχεδίου ασφάλειας και υγείας καθώς και στην κατάρτιση φακέλου ασφάλειας και υγείας που αποτελούν υποχρέωση του κύριου του έργου. Προνοείται ότι σε περίπτωση πραγματοποίησης εργασιών σε υφιστάμενη οικοδομή αναπροσαρμόζεται ανάλογα ο ήδη υπάρχον φάκελος ή καταρτίζεται νέος. Επίσης γίνεται αναφορά στο πρέπον περιεχόμενο των υπό αναφορά σχεδίου και φακέλου ενώ επίσης περιέχεται πρόνοια για καθορισμό μέτρων αντιμετώπισης κινδύνων και κανόνων εργοταξίου σε περίπτωσεις που δεν εκπονείται τέτοιο σχέδιο. Τέλος περιλαμβάνονται πρόνοιες για αναπροσαρμογή του φακέλου και του σχεδίου ασφάλειας και υγείας συμφώνως των όσων περιλαμβάνονται στους κανονισμούς 8 και 9 Στον Κανονισμό 9
(4)γίνεται αναφορά στα καθήκοντα του συντονιστή εκτέλεσης του έργου ενώ στον Κανονισμό 10 διατυπώνεται η διατήρηση των ευθυνών του κυρίου του έργου ήτοι των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται από το Άρθρο 13 του Ν.89(Ι)/1996 και τις ευθύνες του αναφορικά με τα θέματα ασφάλειας και υγείας. Στην προκειμένη περίπτωση η Υπεράσπιση, τουλάχιστο μέσω του Δικαστηρίου, δεν ζήτησε την παράδοση περισσοτέρων και ακριβέστερων λεπτομερειών, αν πράγματι εχρειάζοντο, για την προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου αναφορικά με το υπό αναφορά άρθρο του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών που δεν έχουν εξειδικευτεί στο κατηγορητήριο. Διερχόμενος το λεκτικό των λεπτομερειών των κατηγοριών διαπιστώνω ότι αποκαλύπτουν αδίκημα που αναγνωρίζεται στο νόμο, έχουν διατυπωθεί με περισσή υπό τις περιστάσεις λεπτομέρεια αλλά ταυτόχρονα με τη δέουσα φραστική σαφήνεια ώστε να δίδουν την αναγκαία ενημέρωση σε έκαστο των Κατηγορούμενων για τη φύση και τους λόγους της κάθε κατηγορίας αλλά και για το είδος της παράλειψης που αποδίδεται στον καθένα εξ' αυτών, προσδιορίζοντας παράλληλα και την ιδιότητα υπό την οποία κατηγορούνται. Κατ' αυτό τον τρόπο καθίσταται ευχερής η διασύνδεση των κατηγοριών με το εδάφιο ή υποεδάφιο του άρθρου ή κανονισμού που αφορούν. Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παράλειψη αναγραφής του ειδικού εδαφίου ή υποεδαφίου του υπό αναφορά άρθρου και κανονισμών στην έκθεση αδικήματος, αν και θα ήταν επιθυμητή, δεν αποστερεί σε οποιοδήποτε των κατηγορούμενων τη δυνατότητα κατάλληλης προετοιμασίας της υπεράσπισής του δεδομένου μάλιστα ότι αντιπροσωπεύονται και διά δικηγόρων. Αναφορικά με το κατά πόσο προκαλείται σύγχυση, δεν διαπιστώνω ότι η διατύπωση των κατηγοριών είναι ασαφής, γενική ή καταπιεστική σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη διασφαλίζεται η δέουσα ενημέρωση των Κατηγορούμενων για το κάθε αδίκημα που κατηγορούνται με την κάθε μια από αυτές. Άλλωστε δεν έχει τεθεί κατά την αγόρευση του κου Καμένου θέμα ασάφειας στη διατύπωση των κατηγοριών ή δυσκολία αντίληψης από πλευράς κατηγορουμένων ως προς τι ακριβώς τους αποδίδεται, πέραν του ζητήματος της ιδιότητας της κατηγορούμενης αρ.5, το οποίο όμως έχει αποφασιστεί πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση η Υπεράσπιση διατηρεί το δικαίωμα της να αποταθεί για περαιτέρω λεπτομέρειες. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του κου Καμένου ότι γίνεται απλή αναπαραγωγή του λεκτικού του άρθρου του νόμου που αφορά έκαστη κατηγορία, υπό την έννοια ότι κάτι τέτοιο προκαλεί ακυρότητα του κατηγορητηρίου. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι στην Έκθεση Αδικήματος όλων των κατηγοριών γίνεται γενική περιγραφή του αδικήματος με τη χρήση όρων των εφαρμοζόμενων κανονισμών ή του άρθρου ώστε να περιγράφεται η φύση και το είδος της παράλειψης της κάθε εργοδότριας εταιρείας (ως υπεργολάβου στην περίπτωση της 1ης κατηγορούμενης ή εργολάβου ολόκληρου του έργου στην περίπτωση της 3ης κατηγορούμενης ή κύριου του έργου στην περίπτωση της 5ης κατηγορούμενης), για την οποία και είχε νομική υποχρέωση να ενεργήσει διαφορετικά. Ακολούθως, όμως, στις λεπτομέρειες των αδικημάτων αναφέρονται, επ' ακριβώς, οι περιστάσεις οι οποίες σε έκαστη περίπτωση συνιστούσαν το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει η κάθε κατηγορούμενη εταιρεία ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση το ότι χρησιμοποιούνται όροι που συναντιούνται στο νόμο ή στους κανονισμούς δεν καθιστούν άνευ ετέρου τη διατύπωση των κατηγοριών ελαττωματική εάν γίνεται εύκολα αντιληπτό τι είναι αυτό που αποδίδεται σε κάποιο πρόσωπο. Έχοντας δε υπόψη το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου και κανονισμών, στους οποίους γίνεται ρητή αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος της κάθε κατηγορίας, σε συσχετισμό με το λεκτικό της κάθε μια από αυτές (που αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τη διαπίστωση πολλαπλότητας)[15] δεν διαπιστώνω ότι υφίσταται ζήτημα πολλαπλότητας. Τούτο διότι, στην κάθε κατηγορία δεν αποδίδεται η διάπραξη δύο διαφορετικών αδικημάτων αλλά ενός υπό το πρίσμα διαφορετικών ισχυριζόμενων παραλείψεων του κάθε Κατηγορούμενου υπό την ιδιότητα που του προσάπτεται. Αν και, σε ορισμένες βέβαια κατηγορίες (π.χ 2η, 6η, 9η, 10η, 15η και 16η), γίνεται αναφορά σε περισσότερες της μιας παραλείψεις αυτές αφορούν το ίδιο συμβάν και συνενώνονται με το σύνδεσμο «και». Την ίδια ώρα περιγράφονται σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Όταν οι κολάσιμες πράξεις είναι τόσο άμεσα συνδεδεμένες μεταξύ τους ώστε να συνιστούν μια δραστηριότητα, η συμπερίληψη τους σε μια κατηγορία δεν παραβιάζει τον κανόνα της πολλαπλότητας. Ομοίως όπου το νομοθέτημα προσδιορίζει τις μεθόδους με τις οποίες μπορεί να διαπραχθεί ένα αδίκημα και στην ίδια κατηγορία αναφέρεται ενέργεια (ή όπως εν προκειμένω παράλειψη) εξικνούμενης σε περισσότερες πράξεις ή παραλείψεις τέλεσης αναγκαίων πράξεων (βλ. σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω) στη σελ.108). Ως προς τη θέση ότι υφίσταται απόκλιση από την ορθή σύνταξη του κατηγορητηρίου σε σχέση με το ζήτημα καθορισμού του χρόνου τέλεσης των φερόμενων αξιόποινων παραλείψεων, παρατηρώ τα ακόλουθα Αρχικά να αναφέρω ότι η πρακτική που ακολουθείται μέχρι σήμερα κατά την οποία στις λεπτομέρειες αδικημάτων που έπονται να γίνεται παραπομπή ως προς το χρόνο και τόπο σε προηγούμενη (ή συνηθέστερα στην 1η κατηγορία) δεν καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό. Εφόσον η ημερομηνία στην οποία γίνεται παραπομπή διατυπώνεται με σαφήνεια, όπως εν προκειμένω στην 1η κατηγορία, τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για οποιαδήποτε δυσμένεια, απλά και μόνο επειδή μετέπειτα κατηγορίες παραπέμπουν χρονικά σε αυτή. Δεν διαφεύγει βέβαια της προσοχής μου ότι στην 3η κατηγορία ο χρονικός προσδιορισμός καθορίζεται ως «σε άγνωστη ημερομηνία μέχρι και τις 27.06.2020» ήτοι με τρόπο που αντίκειται στην πρακτική ορθής διατύπωσης. Αρκετές δε, από τις υπόλοιπες κατηγορίες παραπέμπουν χρονικά (και τοπικά) στην τρίτη κατηγορία. Για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια η παρατυπία αυτή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των σχετικών κατηγοριών. Κατ' αρχήν στη βάση της επιφύλαξης του άρθρου 39 του Κεφ.155 δεν επέρχεται ακυρότητα στις κατηγορίες ή τίθεται θέμα παραμερισμού τους από το γεγονός και μόνο ότι η σύνταξη των κατηγοριών δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Ως έχει λεχθεί, μόνο περιπτώσεις ουσιώδους παρατυπίας που επιφέρουν βλάβη στον κατηγορούμενο (prejudice) και μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, μπορεί να επηρεάσουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου[16]. Πέραν τούτου, δεν απαιτείται απόδειξη της ακριβούς ημερομηνίας διάπραξης του καταλογιζόμενου αδικήματος εκτός και αν η ημερομηνία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της κατηγορίας[17], κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν ισχύει. Διαφορετική θα ήταν η αντιμετώπιση του Δικαστηρίου αν η κατηγορία ή κατηγορίες αφορούσαν περιπτώσεις όπου κατά την ημερομηνία που διαπράχθηκε το φερόμενο αδίκημα το θύμα ήταν ορισμένης ηλικίας όπως απαιτείται από το νόμο. Τέλος δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε από πλευράς Υπεράσπισης ως προς τυχόν επηρεασμό της προβολής των θέσεων τους ή πρόκλησης κατ' οποιοδήποτε τρόπο αδικίας σε βάρος των κατηγορούμενων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, σε σχέση με το υπό αναφορά ζήτημα[18]. Τούτων λεχθέντων, θεωρώ ότι θα ήταν προτιμότερο όπως η κατηγορούσα αρχή, σε σχέση με την τρίτη κατηγορία, διατυπώσει τη χρονική περίοδο διάπραξης του εκεί περιγραφόμενου αδικήματος κατά τρόπο συνάδοντα με την ορθή πρακτική. Να προσδιορίσει αυτή είτε σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ δυο συγκεκριμένων ημερομηνιών, είτε μεταξύ δυο συγκεκριμένων ημερομηνιών είτε, τέλος, σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται. Προτού ορίσω την υπόθεση για Απάντηση επί του κατηγορητηρίου, ενόψει της απαλλαγής της υποχρέωσης των κατηγορουμένων αρ.2, αρ.4 και αρ.6 για να εμφανιστούν σήμερα κρίνω σκόπιμο να δώσω πρώτα το λόγο στην κατηγορούσα αρχή, προκειμένου να τοποθετηθεί για τυχόν αίτημα τροποποίησης της τρίτης κατηγορίας, ως έχω ανωτέρω επισημάνει. (Υπ.)............. Μ. Μυτίδης, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Πας κατηγορούμενος δι' αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ' ελάχιστον όρον δικαιώματα: α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδόμενης κατηγορίας. ..» [2] Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) να πληροφορηθή τους λόγους, δι' ους καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου [3] Kannas (alias Pormbas) v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29 [4] Προφανώς εκ παραδρομής ανεγράφη το εδάφιο 2 ενώ το ορθό είναι το εδάφιο 5 [5] Chrysostomou v. The Police
(1971)7 J.S.C. 1016 [6] The Police v. Nicos Stavrou
(1962)C.L.R. 87; The Police v. Pericles Papaioannou 17 C.L.R. 50 [7] R. v Costas Michael a.a, 22 C.L.R 155 [8] βλ. Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας, Ποιν. Εφ. 6053, ημερ. 14.7.1998 [9] Γίνεται παραπομπή στην αγγλική υπόθεση Ware v. Fox 1 All ER 100 (D.C) [10] (viii) Can amendment provide a remedy duplicity? In view of the clear provisions of the 1915 Act (.) where at any stage of a trial an application is made to quash a count on the ground of duplicity, the court has power to cure such a defect, if it exists, by making the necessary amendment. Any such amendment must fall within the framework of principles set out post 1-63 et seq. [11] Το αγγλικό κείμενο έχει ως εξής: "lf at the opening of a trial the Judge is of the opinion, either on his own motion, or on the application of a party to the proceeding, that the charge as framed, is capable of creating embarrassment to the defence or to the proper conduct of the trial, he has sufficient powers under the statute, to see that the embarrassment is removed; and that the charge is framed in such a way as to form the foundation required for the criminal proceeding before him" [12] Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινή, διεξάγη , επιλαμβάνηται και συνεχίζη ή διακόπτη οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσση δίωξιν καθ΄οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι΄οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκήται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι΄υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού [13] Panteli v. District Labour Officer Famagusta ανωτέρω [14] Ο όρος αυτός ερμηνεύεται ως «κάθε πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση του έργου ή τμήματος αυτού [15] βλ. R v. Greenfield [1973] 57 Cr App R 847, [1973] 1 WLR 1151 και R. v Mintern (Christopher John), 2004 WL 229122 [16] Ανδρέας Σ. Κοιλιαρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194, 14.07.1998 [17] Βλ. Rex v. Dossi [1918] 13 Cr.App.R. 158 και Νεάρχου ν. Αστυνομίας ανωτέρω [18] Wright v Nicholson [1970] 1 All ER 12 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο