← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστιάνα Στρόππου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9378/2023, 6/11/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστιάνα Στρόππου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9378/2023, 6/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9378/2023 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. Χριστιάνα Στρόππου
  2. Iryna Albermakh Κατηγορούμενες Ημερομηνία: 06/11/2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Παπούτσα Για Κατηγορούμενη 1: κος Επαμεινώνδας Κορακίδης μαζί με κα Μαρία Παπαδημήτρη Για Κατηγορούμενη 2: κος Πέτρος Σταύρου Κατηγορούμενες 1 και 2: Παρούσες ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη 1 βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στην κατηγορία της Παρέμβασης σε Δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Κεφ. 154 (1η κατηγορία), στην κατηγορία της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4

(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54 (2η κατηγορία), και στην κατηγορία της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54 (3η κατηγορία). Η κατηγορούμενη 2, βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στην κατηγορία της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54 (4η κατηγορία). Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων εκτίθενται αναλυτικά μέσα από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Τα γεγονότα της υπόθεσης σε σχέση με τις κατηγορούμενες 1 και 2, είναι τα ακόλουθα σύμφωνα με το έγγραφο 1 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο: Κατά την 23/02/2023 στα πλαίσια επιχείρησης της ΥΚΑΝ, η Αστυνομία συνέλαβε τον Γ.Α για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης εισαγωγής, κατοχής, μεταφοράς και μεταφοράς με σκοπό την προμήθεια, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β'. Στα πλαίσια της ίδιας επιχείρησης , ο Αστ.993 έλαβε οδηγίες όπως μεταβεί μαζί με άλλους συναδέλφους του στην οικία του ως άνω αναφερόμενου για περιφρούρηση της μέχρι την έκδοση εντάλματος έρευνας αναφορικά με αυτή. Στο μεταξύ, ενώ ο Αστ. 3484 βρισκόταν την στιγμή εκείνη στο σημείο ανακοπής και σύλληψης του ως άνω, πρόσεξε να περνά από το μέρος όχημα, που όπως αργότερα προέκυψε ανήκει στην κατηγορούμενη 2, μητέρα του Γ.Α και το οποίο οδηγούμε μια γυναίκα που όπως αργότερα προέκυψε ήταν η κατηγορούμενη
  1. Αμέσως ο Αστ. 3484 επιβιβάστηκε στο υπηρεσιακό του όχημα και ακολούθησε το αναφερόμενο όχημα το οποίο σταμάτησε σε σημείο κοντινό από το σημείο της ανακοπής. Αμέσως ο Αστ. 3483 προσέγγισε την Κατηγορούμενη 2 της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και αφού την πληροφόρησε για τον λόγο της εκεί παρουσίας του αυτή του απάντησε «Είναι ο γιός μου τι συνέβηκε». Στη συνέχεια ερευνήθηκε το όχημα της χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Μετά την άφιξη του στην οικία του Γ.Α, στην οποία διαμένει μαζί με τη μητέρα του Κατηγορούμενη 2, ο Αστ. 993 πρόσεξε μια νεαρή γυναίκα η οποία όπως διαπιστώθηκε αργότερα ήταν η κατηγορούμενη 1, να εισέρχεται οδηγώντας με την όπισθεν το όχημα της, στον υπόγειο χώρο της οικίας. Μετά πάροδο 1-2 λεπτών, ο Αστ 993 είδε το ίδιο όχημα, οδηγούμενο από το ίδιο πρόσωπο να εξέρχεται του υπογείου της οικίας και να αναχωρεί. Την ίδια στιγμή, ο Αστ. 993 και η Αστ. 728 έλαβαν οδηγίες για παρακολούθηση και ανακοπή του οχήματος με την πρώτη ευκαιρία. Έτσι ο Αστ. 993 ανέκοψε το εν λόγω όχημα προσέγγισε την οδηγό και αφού της αποκάλυψε την αστυνομική του ιδιότητα και την πληροφόρησε για τους λόγους της εκεί παρουσίας του της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή δεν έδωσε καμιά απάντηση. Αφού διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για την Κατηγορούμενη 1, ο Αστ. 993 διενήργησε έλεγχο στο όχημα της. Κατά τη διάρκεια αυτού, εντόπισε στο χώρο των αποσκευών κάτω από το κάλλυμα της ρεζέρβας μια μαύρη ναύλον σακούλα σκουπιδιών την οποία της υπέδειξε, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε: «Έπιασε με η μάμα του Γεννάδιου να πάω σπίτι του να πιάσω κάτι φωτοβολίδες επειδή τον εσύλαβε η Αστυνομία και όταν έρτουν να κάμουν έρευνα να μεν τα έβρουν τζιαί τούτα. Τούτη εν η σακούλα που σας λαλώ.» Ο Αστ. 993 άνοιξε την εν λόγω σακούλα όπου διαπιστώθηκε ότι εντός αυτής υπήρχε μια πλαστική τσάντα χρώματος μαύρου και κόκκινου με την επιγραφή TEZENIS. Εντός αυτής υπήρχε ένα πλαστικό δοχείο με πορτοκαλί πώμα εντός του οποίου υπήρχε ένα πιστόλι χρώματος μαύρου μάρκας BLOW TRZ91402 μαζί με τη γεμιστήρα του, ένα ναύλον σακούλι τυλιγμένο με χαρτότελα εντός του οποίου υπήρχαν 3 νάυλον σακούλια εντός των οποίων υπήρχε ποσότητα άσπρης στερεάς ουσίας σε έκαστο εξ αυτών, ένα τεμάχιο χαρτομάντηλο χρώματος μπλε εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, μια μαύρη συσκευή με το σύρμα της, μια χάρτινη συσκευασία χρώματος μαύρου, κόκκινου και χρυσού, πάνω στην οποία αναγράφεται «SMOKING DELUXE ROLLS». Περαιτέρω μέσα στη μαύρη νάυλον σακούλα σκουπιδιών ευρίσκοντο και 25 κυλινδρικές συσκευασίες πάνω στις οποίες αναγράφεται TORCH ROSOO - RED. Ο Αστ. 993 της υπέδειξε το τεμάχιο χαρτομάντηλου χρώματος μπλε εντός του οποίου υπήρχε η ξηρή φυτική ύλη, της επέστησε την προσοχή στο νόμο και η ίδια δεν απάντησε τίποτε. Επίσης την πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' και αυτή δεν απάντησε τίποτα. Ακολούθως της υπέδειξε το πιστόλι μαζί με την γεμιστήρα του, της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή δεν απάντησε οτιδήποτε. Στη συνέχεια την πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β', της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε «εγώ έκαμα μιαν ευκολίαν είπα σας». Στη συνέχεια ο Αστ. 993 έκανε τομή σε μια από τις τρεις νάυλον συσκευασίες περιτυλιγμένες με χαρτότελλα και διαπίστωσε ότι εντός αυτής υπήρχε σκόνη χρώματος άσπρου ομοιάζουσα με κοκαΐνη της οποίας η κατοχή απαγορεύεται και αυτή δεν απάντησε οτιδήποτε. Στη συνέχεια της υπέδειξε τις εικοσιπέντε κυλινδικές εργοστασικές συσκευασίες πάνω στις οποίες αναγράφεται «TORCH ROSSO-RED» οι οποίες πιθανόν να είναι εκρηκτικές ύλες των οποίων η κατοχή και η μεταφορά απαγορεύεται χωρίς την άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών, και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε, «εν οι φωτοβολίδες που σας είπα». Όσον αφορά το πλαστικό διαφανές δοχείο με πορτοκαλί πώμα, το νάιλον σακούλι τυλιγμένο με χαρτότελλα χρώματος άσπρου, την μαύρη συσκευή με το σύρμα της και την χάρτινη συσκευασία χρώματος μαύρου, κόκκινου και χρυσού πάνω στην οποία αναγράφεται «SMOKING DELUXE ROLLS» την πληροφόρησε επίσης ότι θα παραληφθούν για περαιτέρω εξετάσεις και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή δεν απάντησε οτιδήποτε. Στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της έρευνας εντός του οχήματος και συγκεκριμένα στην μπροστινή ποτηροθήκη του οχήματος δίπλα από το χειρόφρενο, ο Αστ. 993 εντόπισε ένα ζευγάρι γάντι μιας χρήσης χρώματος μπλε όμοιο με αυτά που θεάθηκε προηγουμένως να φορά η Κατηγορούμενη
  2. Της τα υπέδειξε , της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και αυτή απάντησε, «Είναι τα γάντια που φορούσα προηγουμένως που έπιασα το σακούλι». Ανακρινόμενη προφορικά η κατηγορούμενη 1, είπε ότι όταν πληροφορήθηκε από τη μητέρα του Γ.Α ότι είχε συλληφθεί, πήγε στο σπίτι του για να πάρει το σακούλι το οποίο θεωρούσε ότι είχε φωτοβολίδες μέσα ούτως ώστε να μην ανευρεθεί από την Αστυνομία και να γλιτώσει ο Γεννάδιος και να μην πάει φυλακή. Δεν γνώριζε ότι υπήρχαν ναρκωτικά και πιστόλι εντός αυτού. Κατά την ανακριτική της κατάθεση είπε ότι ο Γεννάδιος Αλμπερμάχ είναι ο φίλος της εδώ και 3 χρόνια, ότι προέβηκε στην πράξη αυτή για να μην μπλέξει και άλλο ο Γενάδιος και ότι όσον αφορά την εμπλοκή του Γεννάδιου με κατοχή, προμήθεια ή χρήση ναρκωτικών ουσιών ή όπλων η ίδια δεν γνωρίζει οτιδήποτε. Κατά την 23/02/2023 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον της κατηγορούμενης 2 δυνάμει του οποίου συνελήφθη αργότερα την ίδια ημέρα. Κατά τη σύλληψη της και αφού της επεστήθη η προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε, «Δεν ξέρω τι να πω». Κατά την ανακριτική της κατάθεση είπε ότι το μεσημέρι της ίδια ημέρας ενώ περνούσε από το μέρος της ανακοπής του γιού της πρόσεξε το όχημα του συζύγου της να είναι σταματημένο στο μέρος και είδε το γιό της, να είναι κάτω με πολλούς άνδρες γύρω του. Πήγε λίγο πιο κάτω και σταμάτησε για να πάει περπατητή να δει τι συμβαίνει. Μόλις κατέβηκε ήρθαν κοντά της άντρες της Αστυνομίας και της είπαν ότι θα της έκαναν έρευνα όπως και του οχήματος της. Τους ρώτησε τι συμβαίνει και της είπαν να πάει στη δουλειά της και θα την ειδοποιήσουν. Στη συνέχεια σε τηλεφωνική επικοινωνία με την κατηγορούμενη 1, αυτή της είπε ότι το σακούλι που όπως νόμιζε είχε μέσα φωτοβολίδες, βρίσκονταν στο υπόγειο του σπιτιού πρέπει να φύγει από εκεί για να μην έχει παραπάνω μπλεξίματα ο γιος της. Όσον αφορά τις 25 κυλινδρικές συσκευασίες, αυτές εξετάστηκαν από ειδικό πυροτεχνουργό της ΑΔΕ Πάφου σύμφωνα με την έκθεση του οποίου πρόκειται για 25 εργοστασιακά φωτεινά σήματα χειρός (πυρσούς) μήκους 21 εκατοστών και διαμέτρου 3 εκατοστών ιταλικής προέλευσης. Στη μια άκρη φέρουν πυρείο εναύσεως το οποίο αποτελείται από μελανή πυρίτιδα η οποία είναι εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος που όταν πυροδοτήσει δια της τριβής προκαλεί την έναυση φωτιστικής σύνθεσης. Κατά την λειτουργία της προκαλεί φλόγα κόκκινου χρώματος αναπτύσσοντας μεγάλη θερμοκρασία για ένα λεπτό περίπου. Η μη σωστή χρήση του πιθανό να προκαλέσει εγκαύματα και τραυματισμούς. Η εισαγωγή κατοχή αποθήκευση, μεταφορά, χρήση και πώληση των πιο πάνω, χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής, ήτοι του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών, απαγορεύεται. Σε απάντηση σχετικής επιστολής προς τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών υλών προέκυψε ότι ουδέποτε παραχωρήθηκε από αυτόν οποιαδήποτε άδεια ή έγκριση για την εισαγωγή ή κατοχή των εκρηκτικών υλών στο όνομα οποιασδήποτε εκ των κατηγορουμένων. Οι κατηγορούμενες είναι λευκού ποινικού μητρώου. Χωρίς να αμφισβητήσουν επί της ουσίας τους τα γεγονότα που κατατέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ως Έγγραφο 1, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης της κατηγορούμενης 1, κατέθεσαν και αυτοί το έγγραφο 2 που φέρει τον τίτλο «Γραπτή Εισήγηση κατηγορούμενης 1 για την επιβολή ποινής». Σε αυτό αναφέρονται τα όσα καλούν το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει στην Κατηγορούμενη
  3. Συγκεκριμένα οι συνήγοροι καλούν το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του: 1) Το νεαρό της ηλικίας της κατηγορούμενης 1, ήτοι ότι αυτή είναι 22 χρονών 2) Το λευκό της ποινικό μητρώο. 3) Την παραδοχή και την έμπρακτη μεταμέλεια της. 4) Τον εφιάλτη, όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν, που έζησε όταν συνελήφθηκε και παρέμεινε υπό κράτηση για 12 μέρες με σκοπό τη διερεύνηση μιας υπόθεσης που αφορούσε εισαγωγή ή/και εμπορία ναρκωτικών ουσιών. Η κατηγορούμενη 1 παρέμεινε υπό κράτηση με τη βοήθεια φαρμακευτικής αγωγής και με την λήξη της κράτησης της χρειάστηκε τη βοήθεια ψυχολόγου. 5) Το ότι μετά τη σύλληψη της και ενώ εργαζόταν ως βοηθός ορθοδοντικού απολύθηκε από την εργασία της. 6) Το ότι από τις αρχές Σεπτεμβρίου προσλήφθηκε ως βοηθός ορθοδοντικού από άλλο εργοδότη. 7) Το αναπάντεχο κτύπημα που δέχθηκε τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της όταν το όνομα της κατηγορούμενης 1 , στη μικρή κοινωνία της Πάφου, ακούστηκε αναμεμειγμένο σε μια σοβαρή υπόθεση εισαγωγής και εμπορίας ναρκωτικών. 8) Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκε. Όπως περιγράφεται στο έγγραφο 2, η κατηγορούμενη 1, τα τελευταία 2-3 χρόνια είχε ένα ρομαντικό δεσμό με ένα νεαρό άνδρα ηλικίας 23 χρόνων που εν αγνοία της κατηγορουμένης 1, φαίνεται να στρατολογήθηκε από ομάδα ατόμων που ασχολούνταν με τη διακίνηση ναρκωτικών. Η κατηγορούμενη 1 δεν συγκατοικούσε με τον νεαρό αυτό άνδρα εφόσον η κατηγορούμενη ήταν ακόμα μικρή σε ηλικία και έμενε με τους γονείς της. Η κατηγορούμενη 1 δεν γνώριζε για τις παράνομες δραστηριότητες αυτού του νεαρού άνδρα. Το μόνο που της είχε αναφέρει είναι ότι είχε στο υπόγειο του σπιτιού του, σε μια σακούλα, κάποιο αριθμό φωτοβολίδων. Η ανάμειξη της κατηγορουμένης 1 σε αυτή την υπόθεση είναι ότι μόλις πληροφορείται για την σύλληψη του νεαρού άνδρα, ενώ εργάζεται σε οδοντιατρείο και αφού είχε επικοινωνία με την μητέρα του νεαρού άνδρα, σπεύδει απερίσκεπτα και πάει με το αυτοκίνητο της ώστε να απομακρύνει την σακούλα με τις φωτοβολίδες από το υπόγειο του σπιτιού του νεαρού άνδρα ώστε αυτές να μην ανευρεθούν σε περίπτωση έρευνας στο σπίτι του. 9) Κάλεσαν επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ήταν μια απερίσκεπτη και βεβιασμένη πράξη που δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας ώριμης σκέψης αλλά ενέργεια με κίνητρο συναισθηματικό που έγινε χωρίς σχεδιασμό και αναγκαίο προβληματισμό. 10) Το ότι η κατηγορούμενη 1 δεν θα είχε κανένα προσωπικό όφελος από την ενέργεια της με δεδομένο ότι ενήργησε για χάριν του νεαρού άνδρα με τον οποίο συνδεόταν ρομαντικά. Το έκαμε παρορμητικά, χωρίς να ζυγίσει τη σοβαρότητα της ενέργειας της, για να προστατεύσει τον φίλο της. 11) Το ότι τελικώς η ενέργεια της, όχι μόνο δεν εμπόδισε την αστυνομική έρευνα, αλλά την διευκόλυνε. 12) Κάλεσαν επίσης το Δικαστήριο, όπως διαχωρίσει τα συγκεκριμένα αδικήματα τα οποία η κατηγορούμενη 1 παραδέχθηκε και τα οποία διαπράχθηκαν κατά τη διερεύνηση μιας σοβαρής υπόθεσης ναρκωτικών, αφού τελικώς η υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 1 αφορά 25 φωτοβολίδες. Με αυτές σχετίζονται τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει και για τα οποία θα πρέπει να επιβληθεί ποινή. 13) Σε σχέση ειδικότερα με τις κατηγορίες κατοχής και μεταφοράς των 25 φωτοβολίδων, κάλεσαν το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του αυτό ήταν μόνο για λίγα λεπτά, αφού η κατηγορούμενη 1 τοποθέτησε τις φωτοβολίδες στο αυτοκίνητο της στο υπόγειο του σπιτιού του νεαρού άνδρα μέχρι την ανακοπή της από την Αστυνομία. 14) Κάλεσαν επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι οι 25 φωτοβολίδες διαχωρίζονται ουσιαστικά από άλλες εκρηκτικές ύλες οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν ισχυρή έκρηξη. Οι συγκεκριμένες φωτοβολίδες, συγκαταλέγονται όπως υποστήριξαν στην κατηγορία πυροτεχνήματα σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου και αποτελούν είδος πυροτεχνίας' σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 των περί των Βασικών Απαιτήσεων (Είδη Πυροτεχνίας) Κανονισμών 2015 (Κ.Δ.Π. 346/2015). Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξαν, οι πιο πάνω κανονισμοί θεσπίστηκαν ώστε να γίνει συμμόρφωση με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2013/29/ΕΕ, η οποία προβλέπει ότι « Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή παρεμποδίζουν τη διαθεσιμότητα στην αγορά, ειδών πυροτεχνίας τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις» της Οδηγίας (Άρθρο 4). Δηλαδή όπως ήταν η εισήγηση τους, η Ευρωπαϊκή Ένωση θέσπισε oοδηγία ώστε να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας που πληρούν συγκεκριμένες απαιτήσεις. Ανέφεραν επίσης ότι στην πιο πάνω Οδηγία (Άρθρο 6) καθορίζονται οι κατηγορίες των ειδών πυροτεχνίας. Σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 268/2018, οι συγκεκριμένες φωτοβολίδες εμπίπτουν στην Κλάση 2 εφόσον φυλάσσονται και χρησιμοποιούνται για σκοπούς διάσωσης στη θάλασσα. Διαφορετικά εμπίπτουν στην Κλάση 1.1 .(β) που αντιστοιχεί στην κατηγορία F2 της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μπορούν να είναι διαθέσιμα σε άτομα πέραν των 16 ετών (Άρθρο 7). Σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 268/2018, δεν απαιτείται άδεια εισαγωγής για την κατηγορία F
  4. Όμως απαιτείται άδεια μεταφοράς και αποθήκευσης. Επεσήμαναν περαιτέρω ότι σύμφωνα με την Οδηγία, τα πυροτεχνήματα της κατηγορίας F2 μπορούν να είναι διαθέσιμα σε άτομα πέραν των 16 ετών με δικαίωμα των κρατών μελών να αυξήσουν αυτό το όριο. Στην Οδηγία η υποχρέωση για εξειδικευμένες γνώσεις του προσώπου προς το οποίο θα διατεθούν τα πυροτεχνήματα αφορά τις κατηγορίες F4, Τ2 και Ρ
  5. Όμως, στην Κ.Δ.Π. 268/2019 επιβάλλεται η υποχρέωση πιστοποιητικού ικανότητας και για τα πυροτεχνήματα κατηγορίας F2 τα οποία χαρακτηρίζονται ως εκρηκτικές ύλες υψηλής εκρηκτικότητας ενώ στην πραγματικότητα, όπως παραδέχεται και η κατηγορούσα αρχή, πρόκειται για εκρηκτικές ύλες χαμηλής ισχύος. Τόνισαν περαιτέρω ότι οι εν λόγω φωτοβολίδες είναι οι λεγόμενες red rosso light ή πυρσοί κόκκινου φωτός, οι οποίοι διατίθενται ελεύθερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμα και με ηλεκτρονική παραγγελία. Πρόκειται για εργοστασιακές φωτοβολίδες των οποίων η εισαγωγή δεν απαγορεύεται και για τις οποίες δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα για να εξασφαλιστεί σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία άδεια κατοχής και αποθήκευσης. Δηλαδή δεν επρόκειτο για εντελώς απαγορευμένα προϊόντα αλλά για προϊόντα για τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση φρόντισε να θεσπίσει oδηγία για την ελεύθερη κυκλοφορία τους. 15) Η κατηγορούμενη 1 σε συνθήκες πανικού και αφέλειας επιχείρησε να απαλλάξει τον φίλο της από την κατοχή των φωτοβολίδων. Είναι προφανές όπως κάλεσαν το Δικαστήριο να θεωρήσει, ότι η μεταφορά από την κατηγορούμενη 1 των φωτοβολίδων για λίγα μέτρα μέχρι την ανακοπή της από την Αστυνομία δεν είχε άλλο σκοπό από την απαλλαγή του φίλου της από την κατοχή των φωτοβολίδων. Δεν ήταν σκοπός της να γίνει εκείνη η κάτοχος και μεταφορέας. Δεν την ενδιέφερε να αποκτήσει κατοχή η ίδια αλλά να απαλλάξει από την κατοχή τον φίλο της. Και αυτό έγινε σε χρόνο που η Αστυνομία δεν διερευνούσε οποιοδήποτε αδίκημα σε σχέση με τις φωτοβολίδες. Και ουσιαστικά, μετά την ανακοπή της, η άμεση παραδοχή της ενέργειας της και της εμπλοκής του φίλου της οδήγησε στην διαπίστωση ενός άλλου αδικήματος από τον φίλο της, το οποίο δεν τύγχανε διερεύνησης κατά τον χρόνο εκείνο. 16) Ανέφεραν περαιτέρω ότι η κατηγορούμενη 1 ενήργησε συναισθηματικά κατά τρόπο βεβιασμένο και αφελή χωρίς οποιαδήποτε ώριμη σκέψη και προβληματισμό και ενέπλεξε τον εαυτό της χωρίς να προσδοκά ή να λάβει οποιοδήποτε δικό της όφελος και χωρίς να ζημιώσει οποιονδήποτε πλην τον εαυτό της. Και έχει ήδη υποστεί συνέπειες δυσανάλογες του βαθμού ενοχής της. 17) Σε σχέση με το νεαρό της ηλικίας της κατηγορούμενης 1 ανέφεραν ότι τα νεαρά πρόσωπα είναι συχνά θύματα του περιβάλλοντος τους και γι' αυτό οι υποθέσεις τους απαιτούν ειδική περίσκεψη και χειρισμό. Κάλεσαν επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο χειρισμός ενός νεαρού προσώπου σε ότι αφορά την επιβολή ποινής μπορεί να διαφοροποιηθεί για καλό λόγο. Θα ήταν κοινωνικά επιζήμιο εάν εγκαταλείπαμε αυτά τα πρόσωπα στην τύχη τους σε αυτό το στάδιο της ηλικίας τους. Η ποινή της φυλάκισης μπορεί να επιβληθεί όταν δεν υπάρχει κάποιος άλλος εναλλακτικός τρόπος χειρισμού. Η επιβολή της ποινής της φυλάκισης σε νεαρά πρόσωπα θα πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να αποφεύγεται όταν θα έχει σοβαρές συνέπειες στην μελλοντική τους ζωή. 18) Το ότι η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχολογικής φύσης. 19) Τέλος κάλεσαν το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης, αυτή να ανασταλεί, έτσι ώστε η κατηγορούμενη 1 να πάρει ένα πολύ σοβαρό μάθημα ενώ από την άλλη να της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία χωρίς τη βαριά συνέπεια της εκτέλεσης ποινής φυλακίσεως, έχοντας υπόψη την έκταση της εγκληματικής της συμπεριφοράς σε συνάρτηση με τις προσωπικές της περιστάσεις. Συμπληρωματικά των πιο πάνω, καταχωρήθηκε ως έγγραφο 3, βεβαίωση στην οποία αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη 1, παρουσιάζει έντονα συμπτώματα μειωμένης διάθεσης, μελαγχολίας και έντονο άγχος τα οποία συμπτώματα ενεργοποιήθηκαν από πρόσφατο τραυματικό γεγονός προσωποκράτησης της. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι η ίδια η κατηγορούμενη αναφέρει ότι η έντονη στρεσογόνος κατάσταση που αντιμετωπίζει, τη δυσκολεύει συναισθηματικά και σωματικά στην καθημερινότητα της με έντονες δυσκολίες συγκέντρωσης, θλίψη, αυπνίες και κρίσεις πανικού. Ως έγγραφο 4, κατατέθηκε η αναφερόμενη ανωτέρω οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ως έγγραφο 5, κατατέθηκε η Κ.Δ.Π 268/2018 που αναφέρθηκε ανωτέρω και ως έγγραφο 6, έντυπο στο οποίο απεικονίζεται Πυρσός και ο οποίος είναι διαθέσιμος στο διαδίκτυο προς πώληση. Καταλήγοντας ο κος Κορακίδης τόνισε τη θέση της υπεράσπισης της κατηγορούμενης 1, συνοψίζοντας τις αναφορές του για τις κατηγορίες 2 και 3, ότι ουσιαστικά τα φωτεινά σήματα, δεν είναι για παράδειγμα ως μια χειροβομβίδα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση όπως τόνισε, ουσιαστικά προέβη στην ετοιμασία της πιο πάνω οδηγίας για να μην βρίσκουν τα Κράτη μέλη δικαιολογίες που να εμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση αυτών των «πυροτεχνημάτων» εντός της Ένωσης. Τέλος τόνισε ότι εν τα εν λόγω φωτεινά σήματα, δεν παράγουν έκρηξη, θέση που σημειώνω δεν αμφισβητείται ούτε από την Κατηγορούσα Αρχή. Όσον αφορά την κατηγορούμενη 2, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τους κάτωθι μετριαστικούς παράγοντες: 1) Την έμπρακτη και ειλικρινή της μεταμέλεια, όπως αυτή αντανακλάται μέσα από την άμεση παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου. 2) Το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης
  6. 3) Την άμεση παραδοχής σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο που όπως υποστήριξε αποτελούν παράγοντες που δίνουν την ευκαιρία σε έναν Κατηγορούμενο να ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου. 4) Την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. 5) Το ότι η κατηγορούμενη 2 είναι καλού χαρακτήρα. 6) Σε σχέση με τις προσωπικές της περιστάσεις, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι σήμερα ηλικίας 44 ετών κατάγεται από την Ουκρανία και είναι παντρεμένη στην Κύπρο, όπου και διαμένει τα τελευταία 25 χρόνια, όπου για μία καλύτερη ζωή άφησε τη χώρα της και ήρθε στην Κύπρο. Εργάζεται στο καφενείο που διατηρεί ο άντρας της. 7) Σε σχέση με τις εκρηκτικές ύλες ήτοι τις φωτοβολίδες κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι αυτές ουσιαστικά εντάσσονται στην κατηγορία των πυροτεχνημάτων, δηλαδή των εκρηκτικών υλών χαμηλής ισχύος, οι οποίες δεν προκαλούν έκρηξη. Το έναυσμά τους προκαλεί μόνο φωτιστική σύνθεση. 8) Επίσης σε σχέση με την κατοχή αυτών των φωτοβολίδων, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του, ότι δεν τις είχε η ίδια για να τις χρησιμοποιήσει, ούτε για να τις πουλήσει, ούτε τις αγόρασε η ίδια, ούτε θα είχε οποιοδήποτε όφελος. Τις κατείχε ο γιος της και εν γνώση της ήταν στο υπόγειο του σπιτιού της. 9) Υποστήριξε επίσης ότι ο ρόλος της ήταν περιορισμένος και εισηγήθηκε ότι αυτό μειώνει και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε σχέση με την Κατηγορούμενη
  7. 10) Τα δεδομένα αυτά, όπως εισηγήθηκε υποβαθμίζουν και μειώνουν σε μεγάλο βαθμό τη σοβαρότητα αυτής της υπόθεσης, καθιστώντας την επιλογή της ποινής προστίμου ως της κατάλληλης για τον χειρισμό της Κατηγορούμενης 2, όπως ευσεβάστως εισηγήθηκε. 11) Εισηγήθηκε τέλος ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο και λογικό να επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας, αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί καθώς συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενες 1 και 2 παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, στο αδίκημα της παρέμβασης στη δικαστική διαδικασία, η κατηγορούμενη 1 υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 122(β) του Κεφ.154, σε ποινή φυλάκισης τριών ετών. Στα δε αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, οι Κατηγορούμενες 1 και 2, υπόκεινται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η διάπραξη τους παρουσιάζει αυξητική τάση στην Κύπρο σε ανησυχητικό επίπεδο, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες συχνά καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία θεωρείται για τον επιπλέον λόγο σοβαρό επειδή περιλαμβάνει ενέργειες που εμποδίζουν την απονομή της δικαιοσύνης. Είναι αδίκημα που ενέχει το στοιχείο του θράσους και της περιφρόνησης προς το θεσμό της δικαιοσύνης. Σ' ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου όπως είναι η Κύπρος, η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται απρόσκοπτα και απρόσωπα. Όποιος στέκεται εμπόδιο στην εφαρμογή των νόμων πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα αυστηρότητα. Διαφορετική προσέγγιση θα διαβιβάσει μήνυμα στην κοινωνία ότι επικρατεί παρανομία και αναρχία. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η τάση που παρατηρείται πρόσφατα για αύξηση κρουσμάτων διάπραξης του αδικήματος αυτού είναι ένας άλλος λόγος που το καθιστά σοβαρό. Η αυστηρότητα με την οποίαν χρήζει η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων καθιστά την επιβολή ποινής φυλάκισης ως τη μόνη ενδεδειγμένη τιμωρία που διασφαλίζει το κύρος της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Αθανασίου Αθανάσης ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 367, αν και δεν αποφασίστηκε το ζήτημα της ποινής, είχε πρωτοδίκως επιβληθεί ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε Αστυνομικό, ο οποίος είχε προειδοποιήσει γνωστό του ότι θα διεξαγόταν έρευνα σε συγκεκριμένη περιοχή. Σε σχέση τώρα με τις κατηγορίες της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, είναι γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση διαχωρίζεται από τις περιπτώσεις όπου οι εκρηκτικές ύλες κατέχονταν παράνομα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για εγκληματικούς σκοπούς. Εκείνες οι περιπτώσεις βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο σοβαρότητας της κατηγορίας στην οποίαν εντάσσονται, σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση όπου αφορά παράνομη κατοχή φωτεινών σημάτων - πυρσούς και από τα γεγονότα καθίσταται αντιληπτό ότι δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή σοβαρότητας. Αυτή είναι μία παράμετρος που δεν μου διαφεύγει. Την ίδια στιγμή όμως δεν σημαίνει ότι η υπόθεση αυτή δεν είναι σοβαρή. Πρόκειται για ένα αδίκημα που κρίνεται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι από τη φύση του και μόνο περικλείει κίνδυνο επειδή εμπλέκει ενέργειες ανθρώπων οι οποίες είναι απρόβλεπτες. Είναι δηλαδή ένα αδίκημα που εκ φύσεως ενέχει στοιχείο επικινδυνότητας ακριβώς επειδή ουδείς μπορεί να ελέγξει το βαθμό και την έκταση των ανθρώπινων ενεργειών που ενδεχομένως να εκδηλωθούν μέσα από την χωρίς έλεγχο και επιθεώρηση διάθεση και χρήσης των εν λόγω πυρσών. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, είναι πρόδηλη ενόψει της απειλής την οποίαν συνεπάγονται προς την έννομη τάξη. Η κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών υπονομεύει το αίσθημα ασφάλειας του κοινού και εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την έννομη τάξη (βλ. Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143). Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στην απόφαση Σαμπή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 124/10, ημερομηνίας 22.2.12, το Εφετείο επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Ωστόσο, δυνητικά ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, κίνδυνος, γιατί ό,τι προκαλεί τις ενέργειες των ανθρώπων είναι συχνά απρόβλεπτο. Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λεωνίδου
(1997)2 ΑΑΔ 300, όπου ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν διαπνεόταν από οποιοδήποτε ύποπτο κίνητρο σ΄ ό,τι αφορά την κατοχή των όσων ανευρέθηκαν και συνεπώς δεν συνέτρεχε ο κίνδυνος που με τις αυστηρές ποινές ο Νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου και την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης, αντικατέστησε τις συντρέχουσες ποινές τετράμηνης φυλάκισης με αναστολή σε κατηγορίες παράνομης κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών, με άμεσες και συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός έτους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην εν λόγω υπόθεση: «Λέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος δε διαπνεόταν από οποιοδήποτε ύποπτο κίνητρο σε ό,τι αφορά την κατοχή των όσων ανευρέθηκαν και γι' αυτό, κατ' ουσία, δε συνέτρεχε ο κίνδυνος που με τις αυστηρές ποινές ηθέλησε ο νομοθέτης να αποτρέψει. Θα λέγαμε όμως ότι δυνητικά ενυπάρχει ο κίνδυνος σε κάθε περίπτωση κατοχής παράνομου οπλισμού γιατί ό,τι προκαλεί τις ενέργειες των ανθρώπων είναι συχνά απρόβλεπτο.» Στην υπόθεση Αθανάσιος Καραπατέας ν. Δημοκρατίας,
(2014)2 ΑΑΔ 664, ημερομηνίας 25 Σεπτεμβρίου, 2014, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή των δύο χρόνων φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για κατοχή εκρηκτικών υλών, συνολικού βάρους 1875 κιλών, που εμπεριείχοντο σε αντικείμενα παρόμοιας φύσεως με αυτά που είχαν στην κατοχή τους κατηγορούμενες 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση. Χαρακτήρισε την ποινή ως 'λίγο ψηλή', σε καμιά περίπτωση όμως 'έκδηλα υπερβολική'. Στην απόφαση τονίζεται η σοβαρότητα της υπόθεσης και αναφέρονται σχετικά τα πιο κάτω: «Περαιτέρω ο συνήγορος ανέφερε ότι η ποινή που επεβλήθηκε δεν είναι η αρμόζουσα και υπήρξε παραπλάνηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου καθότι έλαβε υπόψη του υποθέσεις κατοχής εκρηκτικών υλών οι οποίες θα χρησιμοποιούντο για καταστροφή περιουσίας. Συμφωνούμε ότι το Κακουργιοδικείο έκαμε αναφορά σε υποθέσεις οι οποίες έχουν αυτή την υφή, πλην όμως το επισημαίνει το Κακουργιοδικείο και προβληματίζει τον εαυτό του επί τούτου, καταλήγοντας ότι η τεράστια ποσότητα και συγκεκριμένα 1.875 κιλά ήταν ποσότητα εκρηκτικών υλών κατεχόμενη από τον εφεσείοντα χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο ή εποπτεία εντός κατοικημένης περιοχής. Αυτό το σημείο από μόνο του καταδεικνύει τον εν δυνάμει κίνδυνο τον οποίο το Κακουργιοδικείο επεσήμανε ότι σε περίπτωση έκρηξης τα αποτελέσματα θα ήταν μοιραία, λαμβάνοντας υπόψη το μίγμα και όπως αναφέρεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου το οστικό κύμα το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει τραυματισμούς, την έκταση των οποίων ουδείς θα μπορούσε να προβλέψει». Σίγουρα η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση διαφοροποιείται σε βαθμό σοβαρότητας από την παρούσα, λόγω κυρίως της ποσότητας και του είδους της εκρηκτικής ύλης. Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα εκρηκτικής ύλης και ο σκοπός που κατείχοντο τα διάφορα αντικείμενα από τον εφεσείοντα, ήταν για να διατεθούν προς πώληση σε άλλα άτομα, εν όψει των επικείμενων εορτών του Πάσχα. Αποδέχομαι λοιπόν ότι από αυτή την σκοπιά η εν λόγω υπόθεση μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολύ πιο σοβαρή, όμως και η ποσότητα των 25 φωτεινών σημάτων - πυρσών που αφορούν την παρούσα, είναι επίσης σημαντική και σε περίπτωση μη σωστής χρήσης τους πιθανόν να προκληθούν εγκαύματα και τραυματισμοί σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα. Συνεπώς η ποσότητα λαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Επίσης κατά την λειτουργία τους αναπτύσσονται σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στα γεγονότα υψηλές θερμοκρασίες. Είναι ακόμη ευρέως γνωστό και για τούτο έχω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων , ότι η χρήση φωτεινών σημάτων για παράδειγμα σε γήπεδα όπου διεξάγονται αθλητικές και άλλες εκδηλώσεις στην παρουσία μάλιστα χιλιάδων συνανθρώπων μας , δυστυχώς πολλές φορές οδηγεί σε τραυματισμούς προσώπων και πρόκληση ζημιών σε περιουσίες. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα γεγονότα, δεν φαίνεται ότι με την πυροδότηση και λειτουργία των φωτεινών σημάτων (πυρσών) να εκσφενδονίζονται θραύσματα, όμως από την λειτουργία τους προκαλείται φλόγα κόκκινου χρώματος, αναπτύσσοντας μεγάλη θερμοκρασία και η μη σωστή τους χρήση πιθανόν να προκαλέσει εγκαύματα και τραυματισμούς. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι σύμφωνα με τα γεγονότα , περιέχουν εκρηκτική ύλη η οποία είναι χαμηλής ισχύος και δεν προκαλείται ουσιαστικά έκρηξη. Εκείνο βεβαίως που εδώ έχει σημασία είναι ότι ο κίνδυνος τραυματισμού ανθρώπων από την χρήση των φωτεινών σημάτων, είναι υπαρκτός γεγονός το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Κατηγορουμένης 1, δεν απαγορεύεται η ελεύθερη διακίνηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης της εν λόγω κατηγορίας αντικειμένων, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι αυτά πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σε κάθε όμως περίπτωση, παραμένει ως δεδομένο ότι επιβάλλεται για να έχει κάποιος στην κατοχή του τα εν λόγω αντικείμενα, να έχει σχετική άδεια, όπως στην παρούσα περίπτωση που κάτι τέτοιο απαιτείτο από τις κατηγορούμενες 1 και 2. Ασχέτως των λόγων και των συνθηκών που προβάλλονται , ο νομοθέτης ξεκάθαρα για τους δικούς του λόγους, που προφανώς σχετίζονται με την ασφάλεια του κοινού, απαιτεί μέσω των σχετικών προνοιών να υπάρχει άδεια, έτσι ώστε να υπάρχουν οι βασικές προϋποθέσεις για την ασφάλεια του κοινού. Επίσης το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 προέβη μετά από συνεννόηση που είχε με την κατηγορούμενη 2, στις ενέργειες μετακίνησης των εν λόγω εκρηκτικών υλών, για να βοηθήσει τον γιο της κατηγορούμενης 2 για συναισθηματικούς προφανώς λόγους, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί σε καμιά των περιπτώσεων να νομιμοποιήσει τις πράξεις αυτές και να υποβαθμίσει την ενέργεια της για παρεμπόδιση ουσιαστικά των αστυνομικών ερευνών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Ποινική Έφεση 211/12, Λέανδρος Κωστάκη Κυριάκου ν. Δημοκρατίας, Απόφαση ημερομηνίας 25.1.2013: «Κυρίως δε, όμως, να τονίσουμε το γεγονός, το οποίο τονίσαμε και στη Μακρή, ότι κανένας, μα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και, ιδιαίτερα, εγκλήματα του είδους τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν την παράνομη μεταφορά και κατοχή εκρηκτικών υλών έγκειται επίσης στο γεγονός ότι η διάπραξη τους όταν η χρήση τους συνοδεύεται με παράνομη πράξη υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία, καταρρακώνει την προσωπικότητα ατόμων, δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους νομιμόφρονες πολίτες και γενικότερα διασαλεύει την ειρηνική διαβίωση πολιτών, στοιχεία που δεν έχουν θέση σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα επιβάλλοντας ποινές αποτρεπτικής φύσεως για προστασία των νομοταγών πολιτών. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει ακόμη στις υποθέσεις Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, Γενικός Εισαγγελέας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158, Ψωμάς v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α. Δ. 312, Καύκαρος κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Σούτζιης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 224, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.582 και Κλεάνθους v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 281, οι οποίες βέβαια διαχωρίζονται από την παρούσα υπόθεση καθότι εδώ οι εκρηκτικές ύλες που είχαν στην κατοχή του οι Κατηγορούμενες 1 και 2 δεν χρησιμοποιήθηκαν αλλά ούτε και έγινε απόπειρα χρήσης τους για τραυματισμό ατόμου ή εκφοβισμό προσώπου ή κακόβουλης ζημιάς ή καταστροφής περιουσίας. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους, επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 στο Δικαστήριο με την οποία εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση κάθε μίας περίπτωσης. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (β) Το νεαρό της ηλικίας της κατηγορούμενης 1, ήτοι ότι σήμερα είναι 22 ετών αλλά και το ότι η κατηγορούμενη 2 όντας 44 ετών, δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει ξανά τις Αρχές. (γ) Το λευκό τους ποινικό μητρώο. (δ) Τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από όσα αναφέρθηκαν από τους ευπαίδευτους συνήγορους υπεράσπισης . Θα πρέπει φυσικά να λεχθεί ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τους συνήγορους υπεράσπισης, είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Την ίδια στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). (ε) Το Δικαστήριο επίσης λαμβάνει υπόψη του ότι οι συγκεκριμένες εκρηκτικές ύλες που ήταν στην κατοχή των κατηγορουμένων 1 και 2, είναι εκρηκτικές ύλες χαμηλής ισχύος, οι οποίες δεν προκαλούν έκρηξη, χωρίς φυσικά όμως να παραγνωρίζονται οι κίνδυνοι που μπορεί να προκληθούν από την χρήση τους. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνω υπόψη την επιχειρηματολογία των συνηγόρων υπεράσπισης η οποία ουσιαστικά , δεν έρχεται ούτε σε αντίθεση με τα γεγονότα που παρουσίασε η κατηγορούσα Αρχή, ιδιαίτερα τόσο σε σχέση με την ελεύθερη διακίνηση αυτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με το ότι πρόκειται για φωτεινά σήματα με εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος. Παραμένει όμως ως δεδομένο ότι δεν υπήρχε άδεια για κατοχή και μεταφορά, αλλά και τα όσα προκύπτουν από τα γεγονότα , ότι δηλαδή πρόκειται για αντικείμενα , όπου η μη σωστή χρήση τους, πιθανόν να προκαλέσει εγκαύματα και τραυματισμούς. (ζ) Επίσης λαμβάνω υπόψη το ότι τα 25 φωτεινά σήματα που είχαν στην κατοχή τους οι Κατηγορούμενες, δεν χρησιμοποιήθηκαν, ούτε φαίνεται να συνδέονται με οποιοδήποτε άλλο αδίκημα ή εγκληματική πράξη. (η) Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενες 1 και 2 δεν είχαν τελικώς οποιοδήποτε όφελος από την κατοχή τους. (θ) Τα ψυχολογικά προβλήματα τα οποία αντιμετώπισε η κατηγορούμενη 1 ένεκα των όσων προηγήθηκαν σε σχέση με την διερεύνηση της υπόθεσης στην οποία είχε εμπλακεί. (ι) Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1, είχε απωλέσει την εργασία της μετά τη σύλληψη της και ότι σήμερα έχει καταφέρει να βρει καινούργια εργασία. (κ) Τη συνεργασία αμφότερων των κατηγορουμένων 1 και 2 με τις αστυνομικές Αρχές, παρά το γεγονός ότι ειδικά σε σχέση με την κατηγορούμενη 1, ο εντοπισμός της προέκυψε μετά από παρακολούθηση της και αφού αυτή ανακόπηκε από την Αστυνομία, έχοντας στην κατοχή της τα 25 φωτεινά σήματα, ήτοι τους πυρσούς. (λ) Τα όσα γενικά υποστήριξαν οι συνήγοροι υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής των κατηγορουμένων 1 και 2. Καθοδηγούμενος από την σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων (όπως προκύπτει και από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές) και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στις κατηγορούμενες 1 και 2 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στις κατηγορούμενες 1 και 2 ποινών φυλάκισης. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, σε σχέση μάλιστα και με τις συνθήκες διάπραξης, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Μπορούν όμως σίγουρα να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στην κατηγορούμενη 1 οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών Σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 επιβάλλεται η εξής ποινή: 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 1 να συντρέχουν. Έχοντας καταλήξει στις πιο πάνω ποινές φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή τους, όπως ήταν και η εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφάσιζε ότι θα επιβληθεί τέτοια ποινή. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Πέραν των πιο πάνω, στην απόφαση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017 έγινε αναφορά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην παρούσα περίπτωση, τα αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες 1 και 2 είναι σοβαρά ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Λαμβάνω επίσης υπόψη τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων οι οποίες είναι επίσης σοβαρές, και ειδικότερα το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1, κινήθηκε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να επηρεαστεί η έρευνα που θα γινόταν στο σπίτι της κατηγορούμενης 2 μετά την σύλληψη του γιού της. Πέραν όμως των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό τους ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο τους δίνει το δικαίωμα να έχουν καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή τους για το οποίο έχουν εμπράκτως μεταμελήσει μέσω της άμεσης παραδοχής τους και της συνεργασίας τους με τις αστυνομικές Αρχές. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα δώσω σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 στο γεγονός ότι είναι νεαρό άτομο ηλικίας 22 ετών, και ότι από τον Σεπτέμβριο έχει βρει καινούργια εργασία, μετά την απώλεια της εργασίας της η οποία επήλθε μετά τη σύλληψη της. Επίσης σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 επίσης λαμβάνω επιπλέον υπόψη ότι ενώ είναι 44 χρονών σήμερα, είναι η πρώτη φορά που απασχολεί τη δικαιοσύνη αφού είναι λευκού ποινικού μητρώου. Επίσης λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη ότι σε σχέση τουλάχιστον με τις εκρηκτικές ύλες, οι κατηγορούμενες δεν είχαν οποιοδήποτε όφελος , ούτε φαίνεται από τα γεγονότα να είχε σκοπό να τις πωλήσουν, ούτε τις αγόρασαν οι ίδιες, όπως επίσης και το γεγονός ότι παρά την σχετικά μεγάλη ποσότητα τους, δεν τέθηκε άμεσα σε κίνδυνο οποιοδήποτε πρόσωπο. Δεν αναφέρθηκε εξ' άλλου οτιδήποτε σχετικό από την Κατηγορούσα Αρχή. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορούμενες 1 και
  1. Ιδιαίτερα σε σχέση με την κατηγορούμενη 1, πρόκειται για νεαρό άτομο που λόγω της ανωριμότητας και επιπολαιότητας του υπέπεσε στο αναφερόμενο αδίκημα, κάτω από τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, χωρίς θεωρώ να αντιληφθεί πλήρως τις συνέπειες των πράξεων της και τις συνέπειες που αυτές θα είχαν σε αυτή, τόσο σε σχέση με τις ενέργειες της που σκοπό είχαν την παρέμβαση της σε δικαστική διαδικασία . Τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για το μέλλον της και την περαιτέρω ζωή της, ειδικά μετά και την ανεύρεση νέας εργασίας. Τα ίδια δεδομένα, κρίνω ότι μπορούν να ισχύσουν και για την κατηγορούμενη
  2. Παρά τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με την επικοινωνία που είχε με την κατηγορούμενη 1, φαίνεται ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζει, προέκυψε από την ανοχή που αυτή επέδειξε στον γιο της, ήτοι να βρίσκονται εντός της κατοικίας της τα 25 φωτεινά σήματα πυρσοί, χωρίς σχετικές άδειες, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που μπορούσαν να προκύψουν σε περίπτωση ανάφλεξης τους εντός μάλιστα κατοικίας. Το λευκό της όμως ποινικό μητρώο, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν φαίνεται να αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από αυτές, ούτε φαίνεται αυτές να χρησιμοποιήθηκαν για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα, σε συνάρτηση με την άμεση της παραδοχή, δίνουν στο Δικαστήριο την ευχέρεια να αναστείλει και αυτής την ποινή φυλάκισης που της έχει επιβληθεί. Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορούμενες 1 και 2 αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης στις Κατηγορούμενες). Αναφορικά με τα τεκμήρια της υπόθεσης , να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. (Υπ.) ................................. Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.