ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΦΙΟΣ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 6438/17, 13/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 6438/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον 1.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΦΙΟΣ 2.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ 3.ΝΑΝΤΙΑ ΠΕΤΡΟΥ ----------------------------------- Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ.Περγαντή Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Ε.Θεοχάρους Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Σ.Σταυρινίδης Για την Κατηγορούμενη 3: κος Ε.Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενοι 1 - 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Το παρόν κατηγορητήριο περιλαμβάνει 142 κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων 1 - 3 ήτοι κατηγορίες Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, εξασφάλισης άδειας με ψευδείς παραστάσεις και εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2013 - 2016, κατά παράβαση των άρθρων 371, 20, 331, 333, 335, 339, 372 και 305 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154) αντίστοιχα. Οι κατηγορούμενοι (Κ1,Κ2,Κ3 στο εξής) δεν παραδέχθηκαν ενοχή και διεξήχθηκε μακρά ακροαματική διαδικασία. Μετά την αθώωση των Κατηγορουμένων σε αριθμό Κατηγοριών στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν πλέον τις εξής Κατηγορίες: § ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣ ΔΙΑΠΡΑΞΗ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ (κατηγορίες 7, 13, 19, 25, 31, 37, 43, 49, 55, 61, 73, 79, 84, 90, 96, 108, 114, 119, 131, 137). § ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣ ΔΙΑΠΡΑΞΗ ΠΛΗΜΜΕΛΗΜΑΤΟΣ (κατηγορίες 10, 16, 22, 28, 34, 40, 46, 52, 58, 64, 76, 82, 87, 93, 99, 111, 117, 122, 134, 140). § ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ (κατηγορίες 14, 32, 38, 44, 50, 56, 62, 74, 80, 85, 91, 97, 109, 120, 132, 138) § ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ(κατηγορίες 9, 15, 21, 27, 33, 39, 45, 51, 57, 63, 75, 81, 86, 92, 98, 110, 116, 121, 133, 139) § ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ (κατηγορίες 17, 23, 29, 35, 41, 47, 53, 59, 65, 77, 83, 88, 94, 100, 112, 123, 135, 141) · ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ (κατηγορίες 12, 18, 24, 30, 36, 42, 48, 54, 60, 66, 78, 89, 95, 101, 113, 118, 124, 136, 142). Ειδικότερα στην Κ7 για το αδίκημα της συνωμοσίας της κυκλοφορίας της Κ9 και στην Κ9 οι κατηγορούμενοι 1 και 3, στην Κ10 συνωμοσία για το αδίκημα της Κ12 της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και στην Κ12 οι κατηγορούμενοι 1 και 3, στην Κ13 -18: οι κατηγορούμενοι 1 - 3, στην Κ19 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 για την συνωμοσία προς διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας (Κ21) και του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου Κ21 και στις Κ22-24, στην Κ25 για το αδίκημα της Συνωμοσίας για κυκλοφορία (της Κ27) και στις Κ27 - 30 οι κατηγορούμενοι 1 και 3 στις Κ31-36, στις Κ37-42, στις Κ43-48, 49-54, 55-60, 61-66, 73-78, 79-84, 84-89, 90-95, 96-101, 108-113, 119-124, 131-136, Κ137-142 κατηγορούμενοι 1 - 3, στην Κ114 για το αδίκημα της συνωμοσίας για κυκλοφορία, στην Κ116 - Κ118 οι κατηγορούμενοι 1 και 3, στην Κ119 - 124 οι κατηγορούμενοι 1 -
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής (ΚΑ εφεξής) κατατέθηκαν στο Δικαστήριο οι γραπτές καταθέσεις των μαρτύρων τεκμ.Α - Ω, ΑΑ - ΑΕ και 63 τεκμήρια στα οποία περιλαμβάνονται και 23 διοικητικοί φάκελοι αλλοδαπών οικιακών βοηθών (οικ.βοηθοί στο εξής) αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο. Στο δικαστήριο κατέθεσαν 25 μάρτυρες, ήτοι ο Α/Αστ.2639 Ζ.Ζήνωνος (ΜΚ1), ο Αστ.2351 Γ.Απόστρατος (ΜΚ2), ο Αστ.387 Π.Χαραλάμπους (ΜΚ3), η Α. Μίτα(ΜΚ4),ο Φρ.Μιχαήλ, (ΜΚ5), ο Α.Μαυρομμάτης (ΜΚ6), η A.Apostoaie (ΜΚ7), M.Zήνωνος (ΜΚ8), Σ.Μιχαήλ (ΜΚ9), Δ.Παπαντωνίου(ΜΚ10), Ε.Χ¨Μιχαήλ(ΜΚ11), Μ.Παπαντωνίου (ΜΚ12), Μ.Σιαηλή (ΜΚ13), Τ.Σάββα (ΜΚ14), Ε.Κλεάνθους Κωμοδρόμου (ΜΚ15), Φρ.Νικηφόρου (ΜΚ16), Μ.Λαζάρου (ΜΚ17), Π.Χ¨Ιωσήφ (ΜΚ18), Φ.Ρουσής (ΜΚ19), Χρ.Τσαγγαρίδης (ΜΚ20), Α.Παναγή (ΜΚ21), Αρ.Σωκράτους (ΜΚ22), Κ.Λαπέρτα (ΜΚ23), Μ.Θεμιστοκλέους (ΜΚ24), Γ/Αστ.296 Α.Κυριάκου (ΜΚ25), τους οποίους διαχωρίζω σε 2 ομάδες ήτοι την ομάδα των Αστυνομικών (ΜΚ 1 - 3 και 25) και η ομάδα των πολιτών οι οποίοι σχετίζονταν με την εργοδότηση αλλοδαπής οικ.βοηθού (ΜΚ4 - 24). Η θέση της ΚΑ η οποία προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν ότι οι μάρτυρες κατηγορίας 4 - 24 ήθελαν να εργοδοτήσουν οικ.βοηθό και απευθύνθηκαν στο γραφείο εξευρέσεως οικ.βοηθών το οποίο διατηρεί ο Κ1 στην Λεμεσό και στην Πάφο και μέσω αυτού αλλοδαπές οικ.βοηθοί εισήλθαν και ενεγράφηκαν στη Δημοκρατία. Η Κ3 κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν υπάλληλος στο πιο πάνω γραφείο του Κ1 με την οποία οι εργοδότες επικοινώνησαν σε κάποιες περιπτώσεις, ούτως ώστε να επιτευχθεί η διαδικασία εργοδότησης των οικ.βοηθών. Στους φακέλους των οικ.βοηθών οι οποίοι ευρίσκονταν στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) και παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο ως τεκμήρια, περιλαμβάνονται διάφορα έγγραφα που φέρουν σφραγίδα του γραφείου του Κ1 αλλά και ιατρικές βεβαιώσεις (βεβαίωση στο εξής) στις οποίες αναφέρονται διάφορα ιατρικά προβλήματα των μαρτύρων 4 -
- Οι υπ.αρ.1 - 18 βεβαιώσεις σύμφωνα με τον ΜΚ3 γραφολόγο και την αποδεκτή θέση της υπεράσπισης του Κ2 υπογράφηκαν από αυτόν, ενώ οι λοιπές με αρ. 19 - 24 αποτελούν αντίγραφα και δεν συνδέονται με κανένα πρόσωπο. Η θέση των ΜΚ4 - 24 κατά την ένορκη μαρτυρία τους ήταν ότι δεν αντιμετωπίζουν τα αναφερόμενα στις βεβαιώσεις προβλήματα, δεν γνωρίζουν τον Κ2 αλλά ούτε και τον επισκέφθηκαν ποτέ για ιατρική εξέταση. Δηλαδή η θέση της ΚΑ είναι ότι υπήρξε συνωμοσία μεταξύ των 3 κατηγορουμένων για να πλαστογραφηθούν οι εν λόγω βεβαιώσεις, εφόσον στην περίπτωση της εργοδότησης/απασχόλησης οικ.βοηθού βάση κριτηρίων ασθενείας ή υπερήλικων ατόμων τα απαιτούμενα τέλη είναι μειωμένα με απώτερο σκοπό το κέρδος αυτών και συνεπώς υπήρξε καταδολίευση των αρχών της Δημοκρατίας. Ένας σημαντικός αριθμός γεγονότων έχουν γίνει παραδεκτά με την έγκριση του Δικαστηρίου. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα τεκμήρια 2 και 3 τα οποία αφορούν την παραλαβή και την διακίνηση όλων των τεκμηρίων της υπόθεσης, χωρίς αυτά να αλλοιωθούν παρά μόνο για τις επιστημονικές εξετάσεις για την διερεύνηση της υπόθεσης. Συνακόλουθα αποτελούν ευρήματα του δικαστηρίου: Η Αστ.3025 Ε.Παρπέρη (τεκμήριο ΣΤ) στις 20.7.16 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κ3 (τεκμ.61β). Η κατάθεση του Αστ.3892 Α.Νικολάου (τεκμήριο Ε) ο οποίος στις 15.7.16 συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα την Κ3 ως ύποπτη για την υπόθεση και της έλαβε ανακριτική κατάθεση (τεκμ.61). Ο Αστ.1827 Μ.Καλλής (τεκμήριο Ζ) στις 22.7.16 έλαβε ανακριτική κατάθεση της Κ3 (τεκμ.61γ) και του Κ1 (τεκμ.60). Ο Αστ.2194 Γ.Γεωργίου και ο Αστ.2543 Τρ.Τρύφωνος διακίνησαν τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης ( τεκμ. Η1,2, Θ). Επίσης η Π.Χαραλάμπους (τεκμήριο Ι) ανέφερε ότι η Κ3 ήταν μισθωτή υπάλληλος στο γραφείο του Κ1 από τις 8.1.11 μέχρι της 17.8.16 ως επίσης και η Ι. Κωμοδρόμου μεταξύ 26.7.12 - 30.9.13 και 1.8.14 - 31.5.
- Ως προς την σημασία των παραδεκτών γεγονότων σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, όπου τονίστηκε ότι όταν ένα γεγονός καταστεί παραδεχτό καθίσταται όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που ακόμα και σε περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Μάρτυρας Κατηγορίας 1 (ΜΚ1 εφεξής) ήταν ο Α/Αστ.2639 Ζ.Ζήνωνος, του ΤΑΕ Πάφου ο οποίος υϊοθέτησε στο Δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Β'. Σε αυτήν αναφέρει ότι ήταν ο εξεταστής 24 υποθέσεων που αφορούν τα πιο πάνω αναφερόμενα αδικήματα, τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε τις σχετιζόμενες με την παραλαβή, παράδοση και διακίνηση τεκμηρίων, τις συλλήψεις των κατηγορουμένων και την έρευνα στο Ιατρείο του Κ
- Επίσης κατηγόρησε γραπτώς την Κ
- Κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα τεκμήρια 1, 2, 4 - 61(ζ). Μεταξύ αυτών είναι και οι διοικητικοί φάκελοι αλλοδαπών οικ.βοηθών (τεκμ.5 - 28) και οι ιατρικές βεβαιώσεις (τεκμ.29 - 52). Κατά την αντεξέταση (εκ μέρους του Κ1) ανέφερε ότι παραλήφθηκαν από την αστυνομία και άλλοι διοικ.φάκελοι αλλά δεν υπήρχε κάτι το μεμπτό και επιστράφηκαν στο αρμόδιο υπουργείο. Έγινε γραφολογική εξέταση των ιατρικών πιστοποιητικών που παραλήφθηκαν από τους διοικητικούς φακέλους και όχι των αιτήσεων των δι.φακέλων. Είπε ότι υπάρχουν μάρτυρες οι οποίοι αποτάθηκαν στο γραφείο του Κ1 το οποίο είναι εγγεγραμμένο σε αυτόν, με σκοπό να τους εξεύρει αλλοδαπή οικ.βοηθό και αυτοί κλήθηκαν και έδωσαν κατάθεση επιβεβαιώνοντας τις υποψίες που υπήρχαν. Το γραφείο του κατονομαζόταν και είναι αυτό που επωφελείτο και αμείβετο σε κάθε περίπτωση. Δεν έγινε οποιαδήποτε αναγνωριστική παράταξη σε σχέση με τους κατηγορούμενους στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, θέση την οποία επανέλαβε και μεταγενέστερα εφόσον οι μάρτυρες, ως είπε δεν επισκέφθηκαν γιατρό στην Λεμεσό και δεν είχαν τα ιατρικά προβλήματα που αναφέρονταν στα επ΄ονόματι τους πιστοποιητικά. Η κα Θεοχάρους του υπέδειξε διάφορους φακέλους μεταξύ αυτών ρωτήθηκε για το έγγραφο 75 του τεκμηρίου 5
(1), τεκμ 9
(1), 10
(1), ερυθρό 82 - σελ
- Υποστήριξε ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ηγέρθηκαν υποψίες για τα ιατρικά πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από τον Κ
- Τα πιστοποιητικά τα οποία εκδόθηκαν μετάγενέστερα δεν στάληκαν για γραφολογικές εξετάσεις. Η διερεύνηση αφορούσε υποβολή αιτήσεων για εργοδότηση οικ.βοηθών και οι εργοδότες αποτάθηκαν στο γραφείο του Κ1 και δεν υπήρχε λόγος, ως είπε να γίνει οποιαδήποτε εξέταση για τους μεταγενέστερους εργοδότες. Στην θέση ότι η μόνη επιδίωξη της αστυνομίας ήταν να στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον του Κ1 αυτός δε συμφώνησε. Η θέση της υπεράσπισης για τον 1ον ήταν ότι μέσα στους διοικ.φακέλους υπήρχαν και άλλα έγγραφα τα οποία δεν έτυχαν διερεύνησης. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν διερευνήθηκαν όλοι οι εργοδότες του κάθε αλλοδαπού. Ο συνήγορος του Κ2 επικεντρώθηκε και αυτός στον τρόπο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και του υπέβαλε ότι θα έπρεπε να ελέγξει όλα τα έγγραφα των διοικητικών φακέλων. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι σε ένα φάκελο υπάρχουν διάφορα έγγραφα και επίμαχα ήταν τα ιατρικά πιστοποιητικά εντός αυτών. Επίσης αναφέρθηκε στην μαρτυρία 24 ατόμων η οποία αποτείνονταν για οικ.βοηθό, και κατά τη διερεύνηση ανέφεραν ότι δεν πάσχουν από την ασθένεια η οποία αναφερόταν στο ιατρικό πιστοποιητικό, ούτε και γνώριζαν τον Κ
- Επανέλαβε ότι εξετάστηκαν τα ιατρικά πιστοποιητικά για τα οποία υπήρχαν ευλογίες υποψίες ότι παράνομα είχαν εκδοθεί από τον Κ
- Επίσης ερωτώμενος είπε ότι οι αιτήσεις κατατίθενται στο επαρχιακό κλιμάκιο αλλοδαπών και αποστέλλονται στο Τμήμα Μετανάστευσης και η αίτηση διερευνάται και εγκρίνεται από το Υπουργείο Εσωτερικών (Tμήμα του IMMIGRATION), όχι από την αστυνομία. Ο συνήγορος της Κ3 υποστήριξε ότι η αστυνομία θα έπρεπε να διώξει και τους παραπονούμενους και ότι η δίωξη των Κ1-3 έγινε εκδικητικά, θέση την οποία δεν αποδέχτηκε ο μάρτυρας. Μάρτυρας Κατηγορίας 2 (ΜΚ2) ήταν ο Αστ.2351 Γ.Απόστρατος της ΥΑΜ Πάφου ο οποίος υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Γ. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας και μετέβαινε για κάποιο χρονικό διάστημα στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου για ανάλυση των διοικ.φακέλων. Αυτός δεν είχε άμεση εμπλοκή κατά την υποβολή των αιτήσεων των συγκεκριμένων φακέλων. Του υποδείχθηκαν διάφορα τεκμήρια και αναφέρθηκε στην σφραγίδα η οποία συνδέει το ιδιωτικό γραφείο Γ. Πάφιος. Κατά την αντεξέταση για τον Κ1 είπε ότι οι αιτήσεις υποβλήθηκαν μέσω του συγκεκριμένου ιδιωτικού γραφείου του Κ1 και δεν είναι σε θέση να αναφέρει το άτομο του συγκεκριμένου γραφείου που την χειρίστηκε ή την υπέβαλε στην υπηρεσία αλλοδαπών. Είπε ότι οι αιτήσεις είχαν όλες επιτυχή κατάληξη. Του υποδείχθηκαν διάφοροι διοικητικοί φάκελοι μεταξύ αυτών τα τεκμήρια 15, 5, 9, 10, 15, 16, 19 και
- Του υποβλήθηκε η θέση ότι παρέλειψε να αναφέρει στην κατάθεση του ότι κάποιοι αλλοδαποί είχαν και άλλη εργοδότρια. Αυτός απάντησε ότι δεν χρειαζόταν να το αναφέρει γιατί πληρούνταν τα κριτήρια εργοδότησης των αλλοδαπών. Κατά την αντεξέταση του για τον Κ2, του υποβλήθηκε η θέση ότι ήταν ελλειμματικός ο τρόπος καταγραφής των εγγράφων των διοικητικών φακέλων στην κατάθεσή του τεκμήριο Γ. Αυτός δε συμφώνησε και ανέφερε ότι δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε ανακριτικό έργο, απλά μελέτησε τους φακέλους και κατέγραψε όσα θεώρησε ότι είναι ουσιώδη. Στη θέση ότι δεν εξέτασε την γνησιότητα τους συμφώνησε. Επίσης είπε ότι δεν παρέλειψε εσκεμμένα να καταγράψει στην κατάθεση του όλες τις λεπτομέρειες των διοικ.φακέλων. Ακόμη ότι στα έγγραφα των φακέλλων υπάρχουν υπογραφές εργοδοτών. Κατά την αντεξέταση για την Κ3 αναφέρθηκε στα κριτήρια τα οποία πρέπει να πληρούνται για την εργοδότηση αλλοδαπού, ήτοι ότι ο εργοδότης είναι άτομο ηλικίας 75 ετών, ή να έχει τουλάχιστον ένα παιδί κάτω των 12 ετών, ή τα εισοδηματικά κριτήρια (ακάθαρτο οικογενειακό εισόδημα άνω των €59.000), ή ύπαρξη ιατρικών προβλημάτων. Μάρτυρας Κατηγορίας 3 (ΜΚ3) ήταν ο Αστ.387 Π.Χαραλάμπους της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΠΕΓΕ) ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 62 και την έκθεση του τεκμήριο Δ την οποία υϊοθέτησε. Αυτός εργάζεται στο Εργαστήριο Γραφολογίας της πιο πάνω Υπηρεσίας. Αφού είδε τα τεκμήρια εξήγησε στο δικαστήριο πως κατέληξε στο αποτέλεσμα του το αναφερόμενο στην έκθεση του. Κατά την κυρίως εξέταση του, έγινε από κοινού η συσχέτιση των τεκμηρίων των αναφερομένων στο τεκμήριο Δ με τα τεκμήρια του δικαστηρίου. Έγινε αποδεκτό από την υπεράσπιση ότι στα αναφερόμενα τεκμήρια 1 μέχρι 18 (του τεκμηρίου Δ) οι υπογραφές είναι πρωτότυπες και προέρχονται από τον Κ
- Επίσης οι αριθμοί τεκμηρίων 19 - 24 είναι αντίγραφα υπογραφών. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν έχουν να εξετάσουν μία αμφισβητούμενη υπογραφή, η οποία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά είναι αντίγραφο, δεν μπορούν να καταλήξουν σε αποτέλεσμα πλήρης βεβαιότητας, γιατί σε περιπτώσεις αντιγράφων απουσιάζουν τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά θεωρούν την έναρξη της υπογραφής όταν χρησιμοποιούν γραφικό μέσο με μελάνι που αφήνει ένα μελάνωμα. Το ίδιο και στο τέλος. Επίσης, σε περιπτώσεις αντιγράφου δεν μπορεί να εξετάσει τη ροή του γραφικού μέσου, ούτε επίσης την ταχύτητα του γραφικού μέσου. Στις συγκεκριμένες αμφισβητούμενες υπογραφές, οι οποίες ήταν αντίγραφο, λόγω του αντιγράφου απουσίαζαν η έναρξη της υπογραφής και η κατάληξη, είχαν μόνο το μεσοδιάστημα για εξέταση. Συνοψίζοντας όλα αυτά, καθιστούσαν επισφαλή την εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς το καθορισμό του συγγραφέα των αμφισβητούμενων υπογραφών. Ακόμη είπε ότι τα συγκεκριμένα αντίγραφα από το σημειωμένο 19 μέχρι 24, ορισμένες από τις αμφισβητούμενες υπογραφές είχαν την ίδια αρχική πηγή προέλευσης, δηλαδή έγιναν αντίγραφα από κάποια άλλη πρωτότυπη υπογραφή, η οποία δεν εμπεριέχετουν στις 18 πρωτότυπες αμφισβητούμενες υπογραφές που είχε να εξετάσει. Μάρτυρας Κατηγορίας 4 (ΜΚ4) ήταν η Αντιγόνη Μίτα (για τις κατηγορίες 49 - 54) η οποία υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Κ. Κατά την κυρίως εξέταση της, της υποδείχθηκαν διάφορα έγγραφα από το τεκμήριο 13
(1)και αναγνώρισε σε αυτά την υπογραφή της. Αυτά σχετίζονται με την εργοδότηση της M.Κ.Rana από την ίδια, ως ανέφερε. Ακόμη είδε στο ίδιο τεκμήριο το περιεχόμενο του εγγράφου με αρίθμηση 10, δηλαδή βεβαίωση ημερ.11.6.14 και είπε ότι αυτό είναι ψευδές. Το ίδιο ανέφερε και στο δικαστήριο όταν είδε το τεκμήριο 37 που είναι η ίδια βεβαίωση και επανέλαβε ότι τον Ιατρό Χριστοφίδη δεν τον έχει δει ποτέ της, και ποτέ δεν πήγε στο ιατρείο του. Η ίδια ποτέ δεν είχε τέτοια ιατρικά προβλήματα, ως εμφαίνονται σε αυτό. Κατά την αντεξέταση της από την κα Θεοχάρους επανέλαβε ότι εργοδότριά της εν λόγω αλλοδαπής ήταν αυτή, αλλά το μισθό τον πλήρωνε ο γιος της. Η θέση του κου Σταυρινίδη προς την ΜΚ4 ήταν ότι υποβάλλοντας την αίτηση για εργοδότηση της οικ.βοηθού εντός των εγγράφων βρισκόταν και το ιατρικό πιστοποιητικό που την αφορούσε. Η μάρτυρας δεν αποδέκτηκε ότι είχε τα ιατρικά προβλήματα που αναφέρονται σε αυτό. Μάρτυρας Κατηγορίας 5 (ΜΚ5) κατέθεσε ο Φρ.Μιχαήλ (για τις κατηγορίες 79 -84) ο οποίος υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Λ. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την Κ3. Του υποδείχθηκε ο φάκελος τεκμήριο 18
(1)ο οποίος αφορά την αλλοδαπή L.Manita, ως επίσης αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου της πιο πάνω (σελ.31,32) και το συμβόλαιο εργοδότησης της (σελ.17) στα οποία ο μάρτυρας έθεσε την υπογραφή του. Επίσης είδε την βεβαίωση τεκμήριο 42
(1)και ανέφερε ότι όταν πήγε στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση τότε την είχε δει. Υποστήριξε ότι δεν είχε ιατρικό πρόβλημα και σε καμία περίπτωση δεν επισκέφθηκε τον Κ2, ούτε και τον γνωρίζει. Ούτε γνωρίζει πως αυτή βρέθηκε στο φάκελο τεκμήριο 18. Η θέση του ήταν ότι αυτός ζήτησε μία οικ.βοηθό από το γραφείο στο οποίο εργαζόταν η Κ3, αλλά δεν του ανέφεραν τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούνται για την εργοδότηση της αλλοδαπής. Η Κ3 ανέλαβε για να του φέρει νέα κοπέλα. Μάρτυρας Κατηγορίας 6 (ΜΚ6) κατέθεσε ο Α.Μαυρομμάτης (κατηγορίες 119 - 124) ο οποίος υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Μ (Μ1 η ελληνική). Κατά την κυρίως εξέταση του, του υποδείχθηκε από την ΚΑ το τεκμήριο 48
(1)ιατρικό πιστοποιητικό με το περιεχόμενο του οποίου δεν συμφώνησε. Επίσης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον Ιατρό που το συμπλήρωσε. Κατά την αντεξέταση του ερωτώμενος για το τεκμ.48 και στην υποβολή της θέσης ότι επισκέφθηκε τον Ιατρό και ότι το έλαβε, απάντησε ότι δεν θυμάται αλλά ούτε και έχει τα προβλήματα που αναφέρονται σε αυτό. Επίσης είπε ότι εργοδότησαν την αλλοδαπή γιατί χρειάζονταν οικ.βοηθό για τις δουλειές του σπιτιού. Αναφορικά με την Κ3 ανέφερε ότι την έχει γνωρίσει μια φορά στο γραφείο της και την συνάντησε ακόμα μία φορά όταν ήρθε αυτή στο σπίτι του μαζί με την αλλοδαπή. Η σύζυγος του είχε συναντηθεί με την Κ3 για την εργοδότηση της αλλοδαπής. Επίσης ανέφερε ότι έχει γνωρίσει και τον Κ1 μάλλον μίλησε μαζί του μία ή δύο φορές. Τόσο για τον 1ον όσο και για την 3η ανέφερε ότι ήταν πρόθυμοι να τους βοηθήσουν και ήταν ευγενικοί. Μάρτυρας Κατηγορίας 7 (ΜΚ7) κατέθεσε η A.El. Apostoaie (κατηγορίες 131 - 136) η οποία υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Ν (Ν(α) η ελληνική) στην οποία αναφέρεται για τα διαβήματα της για εξεύρεση οικ.βοηθού, μέσω του γραφείου του Κ1 και με τη βοήθεια της Κ3, για να την βοηθά στο σπίτι, επειδή είχε πρόβλημα υγείας. Στην κυρίως εξέταση της, της υποδείχθηκε ο φάκελος που αφορούσε την οικ.βοηθό τεκμήριο 26
(1)και αναγνώρισε τις υπογραφές της σε διάφορα έγγραφα εντός αυτού. Αναφορικά με την βεβαίωση που φαίνεται να υπογράφηκε από τον Ιατρό Χριστοφίδη, είπε ότι δεν τον έχει επισκεφθεί και ούτε συμφωνεί με το περιεχόμενο της (αρ.59). Αναγνώρισε τον Κ1 και την Κ3. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με έγγραφα τα οποία ήταν συμπληρωμένα στον πιο πάνω φάκελο ανέφερε ότι δεν είναι αυτή που συμπλήρωσε τα χαρτιά ούτε και δουλεύει στο γραφείο του Κ1, απά αυτή πήγε για να ζητήσει κοπέλα. Εκεί που της έλεγαν να υπογράψει υπέγραφε και διάβασε κάποια από τα έγγραφα. Επίσης βεβαίωση δεν είδε, παρά μόνο στην αστυνομία στη Λάρνακα. Όταν της λήφθηκε κατάθεση από την αστυνομία το 2016 αυτή εξακολουθούσε να εργοδοτεί την αλλοδαπή. Ακόμη υποστήριξε ότι όταν την πήραν από το συγκεκριμένο γραφείο της είπαν ότι έχουμε το γιατρό μας που είναι στη Λεμεσό. Μάρτυρας Κατηγορίας 8 (ΜΚ8) κατέθεσε η Μ. Ζήνωνος (κατηγορίες 96 - 101) η οποία υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Ξ. Κατά την κυρίως εξέταση της, της υποδείχθηκαν διάφορα έγγραφα από το τεκμήριο 21 (αρ.1,2,3,12,30,35,38) στα οποία αναγνώρισε την υπογραφή της. Επίσης είδε την βεβαίωση τεκμήριο 45
(1). Ανέφερε ότι το περιεχόμενο της είναι ψευδές και ότι αυτή δεν αντιμετώπισε τέτοια προβλήματα υγείας. Αυτήν της την υπέδειξαν στην αστυνομία όταν πήγε για κατάθεση. Την οικ.βοηθό την έφερε για βοήθεια και όχι γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι, ότι έγραφα της ζητήθηκαν από το γραφείο του Κ1 τους τα πήρε. Μάρτυρας Κατηγορίας 9 (ΜΚ9) κατέθεσε ο Στ.Μιχαήλ (κατηγορίες 43 - 48) ο οποίος υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο Ο. Σε αυτήν αναφέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργοδότησε για τρεισήμισι μήνες την αλλοδαπή L.Samba, από το Νεπάλ. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι το συμπληρωθέν ιατρικό πιστοποιητικό από τον Δρ.Χριστοφίδη πρώτη φορά το είδε στην αστυνομία και ο ίδιος δεν αντιμετώπιζε τέτοια ιατρικά προβλήματα. Τα ίδια επανέλαβε και στην κυρίως εξέταση του όταν του υποδείχθηκαν τα σχετικά έγγραφα από τον φάκελο της αλλοδαπής τεκμήριο 12 και τεκμήριο 36 (βεβαίωση). Τους Κ1 και 2 δεν τους γνωρίζει ενώ την Κ3 την γνωρίζει. Μάρτυρας Κατηγορίας 10 (ΜΚ10) κατέθεσε η Δ.Παπαντωνίου (κατηγορίες 37 - 42) η οποία υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Π΄ στην οποία καταγράφονται οι συνθήκες εργοδότησης της αλλοδαπής T. M. Chom, από το Νεπάλ. Η μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση της είδε το τεκμήριο 11
(1)και αναγνώρισε έγγραφα που σχετίζονται με την εργοδότηση της πιο πάνω αλλοδαπής. Ανέφερε ότι τον Κ1 και την Κ3 τους γνωρίζει όχι όμως τον Κ2, ούτε και τον επισκέφθηκε για τα ιατρικά προβλήματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 35. Υποστήριξε ότι όταν της παρουσιάστηκαν τα έγγραφα για την εργοδότηση της αλλοδαπής μπορεί να τα διάβασε τυπικά πριν τα υπογράψει. Η θέση της κας Θεοχάρους προς την μάρτυρα ήταν ότι ο λόγος που δεν αναγνώρισε την βεβαίωση του Κ2 είναι γιατί η αστυνομία της είπε να πράξει έτσι για να μην έχει οποιαδήποτε ποινική ευθύνη. Η ίδια δεν θυμάται κατά πόσο ο αστυνομικός της έδειξε όλο το φάκελο ή μόνο την αίτηση που υπέβαλε. Ερωτήθηκε για μία άλλη αλλοδαπή την οποία αναφέρει στην κατάθεση της και απάντησε ότι στην κατάθεση δεν αναγράφεται ημερομηνία πότε την εργοδότησε, δηλαδή εάν είναι αμέσως πριν την εργοδότηση της T. Chom. Μάρτυρας Κατηγορίας 11 (ΜΚ11) η Ε.Χ¨Μιχαήλ (κατηγορίες 61 - 66) η οποία υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Ρ. Κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε έγγραφα από το τεκμήριο 15
(1)που αφορούσαν την εργοδότηση από αυτήν της αλλοδαπής T. Diki από το Νεπάλ. Στο δικαστήριο αναγνώρισε μόνο την Κ3. Όταν η ΚΑ της υπέδειξε την βεβαίωση τεκμήριο 39
(1)είπε ότι το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί αυτή δεν παρουσίαζε τα ιατρικά προβλήματα που εμφαίνονται σε αυτό. Αυτή την είχε δει για πρώτη φορά όταν έδωσε την κατάθεση της στην αστυνομία. Ποτέ δεν επισκέφθηκε τον Κ2 αφού δεν αντιμετωπίζει ιατρικά προβλήματα. Αυτή ονομάζεται Χ¨Μιχαήλ - Σαββίδη. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι όταν υπέγραψε την αίτηση για εξασφάλιση θεώρησης εισόδου αλλοδαπού στην Κύπρο στο τεκμήριο 15
(1)με αρ.31 δεν αναφερόταν ή καταγραφόταν η φράση με κόκκινο στυλό «ιατρικό πρόβλημα» αλλά ούτε και τα άλλα καταγραφέντα με κόκκινο στυλό. Αυτό το επανέλαβε αρκετές φορές στο δικαστήριο αντεξεταζόμενη. Μάρτυρας Κατηγορίας 12 (ΜΚ12) η Μ.Παπαντωνίου (κατηγορίες 13 - 18) επανέλαβε όσα ανέφεραν οι προηγούμενοι μάρτυρες αναφορικά με την εργοδότηση αλλοδαπής από αυτήν. Αναγνώρισε και υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Σ'. Επίσης είδε στο δικαστήριο τον φάκελο τεκμ.7
(1)ο οποίος περιείχε την αίτηση την οποία η ίδια υπέγραψε για την εργοδότηση της αλλοδαπής T.Suntali από το Νεπάλ. Επανέλαβε ότι δεν γνώριζε τον Κ2 και ούτε αντιμετώπιζε οποιαδήποτε ιατρικά προβλήματα τα οποία αναφέρονται στην βεβαίωση τεκμήριο 31
(1). Η ίδια επισκέφθηκε το γραφείο του Κ1 και η Κ3 είναι αυτή που προώθησε την διαδικασία για την εργοδότηση της αλλοδαπής κοντά της. Τον Κ1 μια φορά τον είδε στο γραφείο του. Μάρτυρας Κατηγορίας 13 (ΜΚ13) κατέθεσε η Μ.Σιαηλή (κατηγορίες 55 - 60) η οποία υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Τ. Κατά την κυρίως εξέταση της είδε το τεκμήριο 14
(1)φάκελο της αλλοδαπής Pr.Lama την οποία εργοδότησε αφού επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κ1 και του είχε αναφέρει ότι χρειάζεται οικ.βοηθό. Ανέφερε ότι το ιατρικό εκδοθέν πιστοποιητικό από τον Κ2 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί η ίδια δεν τον επισκέφθηκε στην Λεμεσό για να την εξετάσει, δεν τον γνωρίζει και δεν είχε αυτά τα ιατρικά προβλήματα που αναφέρονται σε αυτό. Τα ίδια επανέλαβε και αντεξεταζόμενη. Μάρτυρας Κατηγορίας 14 (ΜΚ14) ήταν η Τ. Σάββα (κατηγορίες 31 - 36) η οποία υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Υ. Σε αυτήν ανέφερε πως αυτή και ο σύζυγός της εργοδότησαν την αλλοδαπή S.Lama, από το Νεπάλ. Επίσης ότι η διαδικασία έγινε μέσω του Χρίστου ο οποίος εργάζεται στο γραφείο του Γ. Πάφιου. Είχε μιλήσει ο σύζυγος της με τον Πάφιο για το θέμα της αποδέσμευσης της πιο πάνω. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι η πιο πάνω αλλοδαπή εγγράφηκε στο όνομα της. Δεν αναγνώρισε κανένα από τους κατηγορούμενους στο δικαστήριο. Αναφέρθηκε στην βεβαίωση τεκμήριο 34
(1)την οποία είδε για πρώτη φορά στην αστυνομία όταν κλήθηκε για κατάθεση. Δεν έχει τα ιατρικά προβλήματα τα οποία αναφέρονται σε αυτή. Όταν της υποδείχθηκε το έγγραφο με αρίθμηση 25 στο τεκμήριο 10
(1)είπε ότι δεν θυμάται να υπέγραψε ως Νατάσα. Είπε όμως ότι στην ταυτότητα της το όνομά της είναι Τασούλα ενώ όλη την ξέρουν Νατάσα. Αντεξεταζόμενη είπε ότι αυτή δεν έλεγξε τα στοιχεία που ήταν συμπληρωμένα πριν υπογράψει. Στο έγγραφο εργοδότησης με αρίθμηση 41 στο πιο πάνω τεκμήριο είπε ότι δεν είναι αυτή που υπόγραψε ως Νατάσα γιατί αυτή υπογράφει ως Τασούλα. Αλλά ούτε και στα έγγραφα σελίδες 24, 25 δηλαδή στην αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου της αλλοδαπής έχει υπογράψει. Η ΜΚ14 αντεξεταζόμενη από το συνήγορο του Κ2 είπε ότι μιλούσε με το σύζυγό της για το θέμα της απασχόλησης της οικ.βοηθού στο σπίτι τους. Η θέση του κου Σταυρινίδη ήταν ότι αυτή επισκέφθηκε τον Κ2 λόγω των ιατρικών προβλημάτων που είχε τα οποία του είπε, ως επίσης και το δελτίο ταυτότητας της. Αυτή απάντησε ότι για πρώτη φορά τον είχε δει την προηγούμενη φορά στο δικαστήριο. Μάρτυρας Κατηγορίας 15 (ΜΚ15) ήταν η Έ.Κ.Κωμοδρόμου (κατηγορίες 137 - 142) η οποία υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο Φ. Κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την Κ3 ενώ δεν αναγνώρισε τους άλλους κατηγορούμενους γιατί δεν τους γνώριζε. Είπε ότι εργοδότησε την αλλοδαπή P. O.Lama μέσω της Κ3 γιατί χρειαζόταν βοήθεια στο σπίτι. Είδε την βεβαίωση τεκμήριο 51
(1)και είπε ότι τα αναφερόμενα ιατρικά προβλήματα σε αυτήν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αυτή την είδε για πρώτη φορά όταν κλήθηκε από την αστυνομία για να δώσει κατάθεση. Αντεξεταζόμενη από την κα Θεοχάρους είπε ότι δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή με τον Κ
- Γνώριζαν ότι με το σύζυγό της είχαν δικαίωμα να εργοδοτήσουν οικ.βοηθό με βάση τα οικονομικά κριτήρια. Είχε εργοδοτήσει και στο παρελθόν άλλη οικ.βοηθό. Την διαδικασία για την εργοδότηση της, την αναλάμβανε ο σύζυγος της ο οποίος είναι λογιστής στο επάγγελμα. Η ίδια υπέγραφε τις αιτήσεις για την απασχόληση της αλλοδαπής. Δεν θυμόταν να αναφέρει εάν τα έγγραφα που τους στάληκαν ήταν συμπληρωμένα ούτε και αν τα διάβασε. Στο δικαστήριο είδε τον φάκελο της αλλοδαπής τεκμήριο
- Συγκεκριμένα στο έγγραφο 34 του εν λόγω τεκμηρίου δηλώνεται ο σκοπός της άδειας δηλαδή οικιακή απασχόληση σε υπερήλικο άτομο. Αναγνώρισε στη σελίδα 30 και 29 την δική της υπογραφή ως επίσης στη σελίδα 29 την υπογραφή του συζύγου της, αλλά όχι τις ημερομηνίες σε αυτές. Είπε ότι είναι διευθύντρια σε ξενοδοχείο για 25 χρόνια, με πανεπιστημιακή μόρφωση. Υποστήριξε ότι η αίτηση που αφορούσε την αλλοδαπή ήταν πανομοιότυπη με τις υπόλοιπες που έχουν συμπληρώσει, αυτή απευθύνθηκε σε γραφείο με επαγγελματίες για το οποίο είχαν καλές συστάσεις και δεν είχε λόγο να αμφισβητήσουν οποιαδήποτε διαδικαστικά έγγραφα για να φέρουν οικ.βοηθό. Στην υποβολή του κου Σταυρινίδη ότι ο αστυνομικός της είπε να αρνηθεί ότι υπέβαλε την αίτηση για ιατρικούς λόγους αυτή διαφώνησε. Ότι έγραψε στην κατάθεση της ισχύει. Κατά την αντεξέταση της από τον κον Ερωτοκρίτου είπε ότι όταν λέει ότι γνωρίζει ένα άτομο δεν χρειάζεται να το δει και ότι τηλεφωνικώς γνωρίζει κάποιον, αφήνοντας να νοηθεί ότι γνώριζε την Κ3 γιατί της μίλησε τηλεφωνικώς. Για την Μάρτυρα Κατηγορίας 16 (ΜΚ16) Φρ.Νικηφόρου έγινε αναφορά στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως καθότι αυτή ενόρκως δεν αναγνώρισε την κατάθεση της, για λόγους υγείας δεν ήταν σε θέση να καταθέσει, και καμία μαρτυρία περαιτέρω δεν έδωσε που να υποστηρίζει οποιαδήποτε σύνδεση και των τριών κατηγορούμενων με τα εν λόγω αδικήματα που τους καταλογίζονται. Για τις κατηγορίες 67 -72 που την αφορούν οι κατηγορούμενοι έχουν αθωωθεί. Μάρτυρας Κατηγορίας 17 (ΜΚ17) ήταν η Μ.Λαζάρου (κατηγορίες 108 - 113) η οποία υιοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμ.Χ. Σε αυτήν αναφέρει ότι απευθύνθηκε στο γραφείο του Πάφιου για να εξεύρει οικ.βοηθό και εξυπηρετήθηκε από 2 κοπέλες η μία ήταν η Νάντια. Αυτή είχε κάποια προβλήματα υγείας τα οποία ανέφερε στις 2 κοπέλες, όχι όμως αυτά που αναφέρονται στην βεβαίωση του Κ
- Στην κυρίως εξέταση της επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει τον Κ
- Αντεξεταζόμενη αναγνώρισε την Κ3 όχι όμως τους Κ1 και
- Όταν της υποδείχθηκαν κάποιες υπογραφές σε έγγραφα του φακέλου τεκμ.23 και της τέθηκε η θέση εάν είναι οι δικές της, αρχικά απάντησε θετικά και στη συνέχεια είπε ότι δεν είναι ο γραφικός της χαρακτήρας και ότι υπογράφει συνήθως στα αγγλικά. Σε ερώτηση του κου Σταυρινίδη για τον Κ2 εάν το πιστοποιητικό είναι αυτό που της έδειξε ο αστυνομικός, είπε μπορεί και δεν το έχει δει, δεν θυμάται τι έγραφε όταν της το έδειξε. Στη θέση της υπεράσπισης ότι εξασφάλισε το ιατρικό πιστοποιητικό από τον Κ2 αφού την εξέτασε και του είπε αυτή τα θέματα και στη συνέχεια αυτή το έδωσε στις 2 κοπέλες για να εξασφαλίσει άδεια για την εργοδότηση οικιακής βοηθού αυτή απάντησε αρνητικά. Όταν η υπεράσπιση εκ μέρους της Κ3 της υπέβαλε ότι δεν είναι αυτή που την εξυπηρέτησε είπε ότι μπορεί να ήταν η άλλη κοπέλα. Μάρτυρας Κατηγορίας 18 (ΜΚ18) ήταν η Π.Χ¨Ιωσήφ (κατηγορίες 25 - 30) η οποία κατέθεσε και υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμ.Ψ. Σε αυτήν αναφέρει ότι συνάδελφοι της, της σύστησαν την Κ3 η οποία μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας προωθήθηκε η διαδικασία εργοδότησης οικ. βοηθού την οποία της πήρε στο σπίτι της ένας άνδρας 40 ετών, εκ μέρους του γραφείου εξευρέσεως εργασίας, ο οποίος δεν της εξήγησε τα έγγραφα, τα οποία δεν διάβασε, απλά τα υπέγραψε. Η εν λόγω αλλοδαπή ονόματι K.Tamang έμεινε κοντά της μόνο 6 μήνες και μετά η Κ3 της διευθέτησε άλλη κοπέλα για εργοδότηση. Τα έγγραφα τα είχε υπογράψει, ως της υποδείχθηκαν από τον πιο πάνω άνδρα. Το περιεχόμενο της βεβαίωσης που της υπέδειξε δεν το αναγνώρισε και ουδέποτε είχε τέτοια προβλήματα υγείας αλλά ούτε και γνωρίζει τον Δρ.Χριστοφίδη. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι είναι δασκάλα στο επάγγελμα. Είδε τον φάκελο τεκμ.9
(1)και είπε ότι στην αίτηση έγγραφο 31 εκεί που αναγράφεται με κόκκινο στυλό «ιατρικό πρόβλημα» δεν είναι ο γραφικός της χαρακτήρας. Δεν αναγνώρισε τον Κ1 αλλά ούτε και την Κ3 με την οποία μιλούσε τηλεφωνικά, ως είπε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι στην αίθουσα του δικαστηρίου δεν ευρίσκεται ο κύριος που της πήρε την οικιακή βοηθό στο σπίτι. Αναγνώρισε τις υπογραφές της στα έγγραφα και είπε ότι δεν θυμάται αν αυτά τότε που τα υπέγραφε ήταν συμπληρωμένα. Επίσης είπε ότι υπήρχαν πεδία τα οποία δεν ήταν συμπληρωμένα. Δεν έλεγχε τα στοιχεία αν ήταν ορθά πριν να υπογράψει. Στην αντεξέταση της (εκ μέρους του Κ2) της υποβλήθηκε ότι το ιατρικό πιστοποιητικό ήταν πλαστό, ούτε την είδε ο Κ2, ούτε της το έδωσε. Μάρτυρας Κατηγορίας 19 (ΜΚ19) ήταν ο Φ.Ρουσής (κατηγορίες 91 - 95) ο οποίος υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του τεκμ.Ω στην οποία αναφέρει ότι εργοδότησε οικ.βοηθό για την ηλικιωμένη μητέρα του μέσω γραφείου εξευρέσεως εργασίας στην Χλώρακα. Στην κυρίως εξέταση του δεν αναγνώρισε τους Κ1-3. Όταν του υποδείχθηκε η βεβαίωση τεκμ.44
(1)αρχικά δεν θυμόταν εάν ήταν αυτή που του υποδείχθηκε στην αστυνομία και μετά είπε ότι την είδε πρώτη φορά στην αστυνομία. Τον Κ2 δεν τον έβλεπε μέσα στην αίθουσα. Αντεξεταζόμενος και αφού είδε τον φάκελο της οικιακής βοηθού τεκμ.20 επανέλαβε ότι η μητέρα του δεν ήταν και ούτε είναι κλινήρης, απλά είναι δυσκίνητη λόγω προβλήματος στην σπονδυλική στήλη Δεν καθοδηγήθηκε από την αστυνομία και δεν είχε λόγο να πει ψέματα. Μάρτυρας Κατηγορίας 20 (ΜΚ20) ήταν ο Χρ.Τσαγγαρίδης (κατηγορίες 73 - 78) ο οποίος υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο ΑΑ στην οποία αναφέρει ότι μετέβηκε στο γραφείο του Κ1 για να εργοδοτήσει οικ.βοηθό για τις δουλειές στο σπίτι. Ζήτησε από την Νάντια και την Ιωάννα εκεί τί ήθελε και μία από αυτές του ζήτησε ιατρικό πιστοποιητικό. Μίλησε τηλεφωνικώς με τον Πάφιο ο οποίος του είπε ότι «δεν δέχονται τον διαβήτη» και ο ΜΚ20 του είπε να κοιτάξει τα βιβλία του για το πιστοποιητικό από τον αντικαρκινικό σύνδεσμο και ο Κ1 του είπε θα το κανόνιζε. Αναφορικά με το περιεχόμενο της βεβαίωσης για διάφορα προβλήματα υγείας του είναι όλα ψέματα. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την Κ3 και βλέποντας τον Κ1 είπε « νομίζω εν ο κος Πάφιος». Δεν αναγνώρισε τον Κ2. Είπε ότι πρέπει να έδωσε στο γραφείο του Κ1 το δελτίο ταυτότητας του. Την οικ.βοηθό την χρειαζόταν για τις δουλειές του σπιτιού του. Σε ερώτηση εάν είχε προβλήματα υγείας όπως παραμορφωτική ρευματοαρθρίτιδα, προστατεκτομή και άλλα, αυτός αρνήθηκε και είπε ότι είχε καρκίνο που δεν είχε σχέση με τον προστάτη και έκανε επέμβαση, όχι όμως στον Κ2 αλλά σε άλλο Ιατρό. Κατά την αντεξέταση του ερωτώμενος πώς υπέγραψε η σύζυγος του στην αίτηση (τεκμ.17
(1)έγγραφο 31) αφού δεν πήγε στο γραφείο του Κ1 απάντησε ότι μπορεί να την υπέγραψε αυτός αλλά η αίτηση για την οικ.βοηθό ήταν στο όνομα του. Μάρτυρας Κατηγορίας 21 (ΜΚ21) ήταν η Α.Χαραλάμπους - Παναγή (κατηγορίες 19 - 24) η οποία υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο ΑΒ. Σε αυτή ανέφερε ότι μέσω της Νάντιας έφερε οικ.βοηθό για τις δουλειές του σπιτιού. Ανέφερε στην τελευταία ότι πονούσε τα πόδια της και χρειαζόταν βοήθεια και όταν την επισκέφθηκε 2 φορές στο σπίτι της ήταν μαζί με άλλη κοπέλα. Στην κυρίως εξέταση της δεν αναγνώρισε τους κατηγορούμενους. Είπε ότι είχε πρόβλημα με τα πόδια της. Δεν επισκέφθηκε το Ιατρείο του κου Χριστοφίδη για εξέταση. Αναγνώρισε την αίτηση για την απασχόληση της οικ.βοηθού (στο τεκμ.8
(1)) αλλά δεν είναι ο γραφικός της χαρακτήρας στο σημείο που αναγράφεται «ιατρικό πρόβλημα». Αντεξεταζόμενη είπε ότι αυτή δεν γνώριζε τα απαιτούμενα κριτήρια για την εργοδότηση οικ.βοηθού. Ο συνήγορος του Κ2 της υπέβαλε ότι δεν είδε τον Κ2 και η βεβαίωση είναι ΠΛΑΣΤΗ. Μάρτυρας Κατηγορίας 22 (ΜΚ22) ήταν ο Αρ.Σωκράτους (κατηγορίες 7 - 10, 12, 115 - 118) ο οποίος υιοθέτησε στο δικαστήριο τις καταθέσεις του τεκμήρια ΑΓ και ΑΓ
- Αυτός σχετιζόταν με τα τεκμήρια 6, 28, 30,
- Κατά την κυρίως εξέταση του, του υποδείχθηκαν οι βεβαιώσεις τεκμήριο 30 και
- Ανέφερε ότι ουδέποτε είχε τα ιατρικά προβλήματα τα οποία αναφέρονται σε αυτές, ούτε γνωρίζει τον Δρ.Χριστοφίδη ούτε και τον επισκέφθηκε ποτέ στο ιατρείο του, στη Λεμεσό. Επίσης δεν γνωρίζει τον Κ1 αλλά γνωρίζει την Κ3 η οποία μεσολάβησε για να εργοδοτήσει την αλλοδαπή A.Gurung από το Νεπάλ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι προσκόμισε στην Νάντια ότι τους ζήτησε. Δεν θυμόταν αν τα έγγραφα που τους έφερε ήταν συμπληρωμένα. Ανέφερε ότι στην αίτηση τεκμήριο 6 σελ. 35 και στο τεκμήριο 28 η αναγραφή ότι η οικ.βοηθός θα χρειάζεται για υπερήλικο ή ανάπηρο άτομο δεν είναι ορθή. Είπε ότι την αλλοδαπή S.LAMA που αναφέρεται στο τεκμήριο 6 δεν την εργοδότησε αλλά εργοδότησε την A.GURUNG. Επίσης αναφέρθηκε σε σημεία των εγγράφων δηλαδή στο ονοματεπώνυμο εργοδότη, στο τεκμήριο 28 και αναγνώρισε τις υπογραφές του. Ακόμη είπε ότι και στις δύο αιτήσεις που υποβλήθηκαν για την εργοδότηση αλλοδαπών δεν ήταν όλα τα στοιχεία συμπληρωμένα. Σε ερώτηση της κας Θεοχάρους ποιό κριτήριο πληρούσε για να εργοδοτήσει αλλοδαπή αυτός είπε ότι εμπιστεύτηκε την Κ3 για να τους φέρει οικ.βοηθό. Είπε ότι έδωσαν τα στοιχεία στην Νάντια. Η φόρμα δεν συμπληρώθηκε στην παρουσία τους και αυτή τους υπεδείκνυε που να υπογράφουν. Η θέση του συνηγόρου του Κ2 ήταν ότι το τεκμήριο 30
(1)δεν είναι γνήσιο ιατρικό πιστοποιητικό και ο ΜΚ22 είπε δεν γνωρίζει. Ο μάρτυρας είπε ότι γνώριζε την Κ3 αλλά δεν γνώριζε που δούλευε. Μάρτυρας Κατηγορίας 23 (ΜΚ23) ήταν η Κ.Λαπέρτα (κατηγορίες 84 - 89) η οποία υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση της τεκμήριο ΑΔ στην οποία αναφέρει ότι με τον σύζυγο της ΜΚ24 απευθύνθηκαν στο γραφείο του Κ1 για να εργοδοτήσουν αλλοδαπή και εκεί η Νάντια τους εξυπηρέτησε και τους υπέδειξε πώς να υπογράψουν το συμβόλαια και άλλα έγγραφα. Κατά την κυρίως εξέταση της είπε ότι έχει δίδυμα παιδιά. Δεν γνωρίζει τους Κ1 και 2. Αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε για τον φάκελο τεκμήριο 19
(1)και αναγνώρισε την υπογραφή της στην αίτηση. Ανέφερε ότι η Κ3 δεν τους είπε ότι δεν πληρούν τα κριτήρια. Το συμβόλαιο και την βεβαίωση την είδε στην αστυνομία και είπε εκεί ότι δεν την ξαναείδε. Στην ερώτηση της κας Θεοχάρους εάν ο αστυνομικός κατά την λήψη της κατάθεσης της, την πληροφόρησε ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα αυτή απόρησε. Είπε ότι στο έγγραφο 36 - στην αίτηση δεν ήταν συμπληρωμένος ο σκοπός της απασχόλησης της αλλοδαπής. Επανέλαβε ότι ήρθε στο δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Εκεί στο γραφείο του Κ1 ήταν η Ιωάννα. Δεν ξέρει πόσα χέρια άλλαξε ο φάκελος. Μάρτυρας Κατηγορίας 24 (ΜΚ24) ήταν ο Μ.Θεμιστοκλέους σύζυγος της ΜΚ23 ο οποίος υϊοθέτησε στο δικαστήριο την κατάθεση του τεκμήριο ΑΕ. Κατά την κυρίως εξέταση του δεν αναγνώρισε τους Κ1 και 2. Είπε ότι την βεβαίωση τεκμήριο 43
(1)την είδε στην αστυνομία. Στην Νάντια έδωσε το δελτίο ταυτότητας του. Είπε ότι δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και ούτε επισκέφθηκε τον Δρ.Χριστοφίδη. Επιθεωρώντας τον φάκελο της αλλοδαπής τεκμ.19 δεν αναγνώρισε την υπογραφή του στο έγγραφο 31 στο πεδίο ονοματεπώνυμο συζύγου εργοδότη ενώ αναγνώρισε την υπογραφή της συζύγου του στο ονοματεπώνυμο εργοδότη. Η Νάντια δεν τους είπε να προσκομίσουν οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό. Αντεξεταζόμενος από την κα Θεοχάρους είπε ότι δεν είχε επαφή με τον Κ1 και κανένας δεν τον ρώτησε για τα κριτήρια εργοδότησης οικ.βοηθού. Μάρτυρας Κατηγορίας 25 (ΜΚ25) ήταν η Αρχ.Αστ.296 Α.Κυριάκου της Υπηρεσίας Αλλοδαπών, στο γραφείο εγγραφών, στην Πάφο. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι εργάστηκε σε διάφορα τμήματα της εν λόγω Υπηρεσίας για 20 χρόνια περίπου. Στο Τμήμα Εγγραφών εργάστηκε για 10 χρόνια. Είπε ότι για το έτος 2014 - 2016 για την εγγραφή οικ.βοηθού έπρεπε να συντρέχουν ορισμένα κριτήρια δηλαδή υπήρχαν 4 κατηγορίες: η πρώτη αφορούσε τους ηλικιωμένους - άνω των 75 ετών ή ασθενείς, η δεύτερη για τα παιδιά κάτω των 12 ετών, η τρίτη για τους λήπτες δημοσίων βοηθημάτων και η τέταρτη τα εισοδηματικά κριτήρια. Προς τούτο κατέθεσε στο δικαστήριο την Λίστα τεκμήριο 63 στην οποία αναφέρθηκε ότι επιβάλλονται τέλη ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο ζητείται η απασχόληση της οικ.βοηθού. Αυτά τα τέλη είπε αυξάνονται ανάλογα σε τυχόν ανανεώσεις. Αντεξεταζόμενη από την κα Θεοχάρους είπε ότι για να μπορούσε κάποιος να εργοδοτήσει λόγω ανήλικων τέκνων έπρεπε να εργάζονται και οι δύο γονείς και έπρεπε να υποβάλουν την αίτηση EURES μέσω του γραφείου εργασίας δηλαδή την εξεύρεση οικ.βοηθού από ευρωπαϊκή χώρα και εάν δεν υπήρχε ενδιαφερόμενο πρόσωπο έπρεπε να περάσει ένα χρονικό διάστημα για την υποβολή αίτησης για οικ.βοηθό από τρίτη χώρα. Αυτή ήταν πιο χρονοβόρα διαδικασία. Αντεξεταζόμενη από τον κο Σταυρινίδη είπε ότι το 2014 - 2016 δεν ήταν στο εν λόγω γραφείο και περιστασιακά εργάζεται εκεί. Στην ερώτηση εάν πριν να εκδοθεί μία άδεια εισόδου αλλοδαπής τρίτης χώρας έπρεπε να γίνει η πιο πάνω αναφερθείσα διαδικασία προς ευρωπαϊκή χώρα είπε «εάν δεν κάνω λάθος ήταν μόνο για τα παιδιά κάτω των 12 ετών». Στην επόμενη ερώτηση εάν για τον υπερήλικα των 75 ετών ή τον ασθενή έπρεπε να γίνει η εν λόγω διαδικασία για εξεύρεση ευρωπαίου είπε «απ΄ότι θυμάμαι νομίζω όχι, νομίζω ήταν μόνο για παιδιά». Τα εν λόγω κριτήρια είναι οδηγίες οι οποίες αποστέλλονται από το Τμήμα Μετανάστευσης. Αυτοί ζητούν κάποια πιστοποιητικά από τους αιτητές τα οποία αποστέλλονται στο Τμήμα Μετανάστευσης, στο Τμήμα οικιακών βοηθών, στην Λευκωσία, τα οποία εξετάζει συγκεκριμένη λειτουργός. Εάν χρειάζονται κάποιες διευκρινίσεις τότε αποστέλλονται επιστολές. Σε επόμενη ερώτηση ποιά ήταν τα εισοδηματικά κριτήρια προσώπου το οποίο δεν ήταν άνω των 75 ετών με πρόβλημα υγείας η απάντηση της ήταν «δεν θυμούμαι». Μετά το πέρας της υπόθεσης της ΚΑ οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 - 3 εισηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Στη συνέχεια κρίθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και κλήθηκαν σε απολογία στις κατηγορίες ως αναφέρονται στην σελ.2 της παρούσας. Αυτοί αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξαν ο Κ1 και η Κ3 να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής και ο Κ2 να καταθέσει ενόρκως. Αυτοί δεν παρουσίασαν οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης ενώπιον του Δικαστηρίου. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ 1 - 3 Ο Κ1 συνελήφθηκε στις 15.7.16 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο απάντησε « θα τα πω αύριο στο δικαστήριο» (τεκμ.60δ). Ο Κ1 συνελήφθηκε στις 21.7.16 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο απάντησε «τίποτε δεν έχω να πω» (τεκμ.60γ). Στις 22.7.16 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κ1 (τεκμ.60) κατά την οποία του υποδείχθηκαν φάκελοι των αλλοδαπών της παρούσας υπόθεσης στους οποίους ανευρέθηκαν ιατρικά πιστοποιητικά του Κ3 και αυτός απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο». Στις 16.2.17 ο Κ1 κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα της παρούσας και απάντησε «δεν παραδέχομαι» (τεκμ.60α). Ο Κ2 στις 15.7.16 συνελήφθηκε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «εν έχω να πω τίποτε» (τεκμ.57α). Στις 19.7.16 διενεργήθηκε έρευνα στο Ιατρείο του Κ2 και παραλήφθηκε ένας πύργος Η/Υπολογιστή και αυτός απάντησε « εν το computer του γραφείου μου» (τεκμ.58). Ο Κ2 συνελήφθηκε στις 21.7.16 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε « πρέπει να δω τα original πιστοποιητικά» (τεκμ.57). Στις 22.7.16 λήφθηκε από τον Κ2 ανακριτική κατάθεση τεκμ.55
(1)στην οποία ανέφερε ότι γνωρίζει την υπόθεση αλλά δεν αποδέχεται τα λεγόμενα. Είναι από την Λεμεσό, Ιατρός Χειρούργος από το 1979, διατηρούσε κλινική και τώρα μόνο Ιατρείο. Ανέφερε ότι οι βεβαιώσεις των ΜΚ16, 18, 21, 22 και της Μ.Δημοσθένους (δεν προσήλθε στο δικαστήριο) δεν τις έκδωσε αυτός ενώ των άλλων μαρτύρων είναι πραγματικές. Πάντα εξέταζε το άτομο και μετά του έδινε βεβαίωση. Κατά το έτος 2014 χρησιμοποιούσε την απλή σφραγίδα που έγραφε μόνο Χριστοφίδης. Ουδεμία σχέση έχει με το γραφείο του Κ1, ο Κ1 είναι ασθενής του από διετίας
(2014)και σύστηνε ασθενείς οι οποίοι έρχονταν στο Ιατρείο του. Ο Κ2 κατηγορήθηκε γραπτώς στις 16.2.17 και απάντησε «δεν παραδέχομαι τις ως άνω αναφερόμενες κατηγορίες» (τεκ.59). Αυτός κατέθεσε ενόρκως και είπε ότι είναι Γενικός Χειρουργός από το 1979 στην Λεμεσό. Σήμερα δεν ασκεί το επάγγελμα εργάζεται μόνο με ιατρείο και ανέλαβε και την αιμοδοσία Λεμεσού. Ήταν στο Αχίλλειο το 2013 έως το 2019 αλλά είχε και το ιατρείο του μέχρι το
- Τον Κ1 το γνωρίζει από το 2010 περίπου, ήταν ασθενής του τότε, ενώ την Κ3 δεν την γνώριζε αλλά την γνώρισε στο δικαστήριο. Ποτέ δεν είχε επαφή μαζί της από το 2013 έως
- Δεν είχαν καμία επαφή με τον Κ1 σε σχέση με τις κατηγορίες για τις οποίες κατηγορείται. Κατά την κυρίως εξέταση στην ερώτηση κάτω από ποιές συνθήκες εξέδωσε αυτές τις βεβαιώσεις είπε ότι ερχόντουσαν τα άτομα στο ιατρείο του και του ζητούσαν ότι θέλουν μία ιατρική βεβαίωση γιατί θα έφερναν κάποιο άτομο να τους βοηθά, οπότε αυτός έκανε την βεβαίωση, έγραφε εκείνα από τα οποία έπασχαν και έλεγε «ότι χρήζουν βοήθειας κάποιου ατόμου». Τις πληροφορίες δηλαδή το όνομα, ταυτότητα και το είδος της ασθένειας από την οποία έπασχαν τις έδινε το άτομο που ερχόταν στο ιατρείο του. Αυτός απλώς κατέγραφε τους λόγους για τους οποίους πήγαν κοντά του, δεν έκανε εξετάσεις. Για να τους εξετάσει έπρεπε να το ζητήσουν εξειδικευμένα. Δεν είχε οικονομικό όφελος απλώς εξέδιδε τις βεβαιώσεις. Η αστυνομία όταν τον κάλεσε δεν του έδειξε οτιδήποτε, απλώς αναφέρονταν στο όνομα και στην βεβαίωση. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν έχει άλλη ειδικότητα π.χ παθολογία. Από το 2013 και μετά έχει μόνο ιατρείο. Εδώ και δύο χρόνια δεν ασκεί το επάγγελμα, ούτε στο ιατρείο του γιατί έχει αναλάβει την αιμοδοσία της Λεμεσού. Έχει φύγει από τον κατάλογο του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου. Υιοθέτησε την κατάθεση του τεκμήριο 55.
- Δεν τον πληροφόρησαν για τα αδικήματα που αναφέρονται στην εν λόγω κατάθεση την οποία δέχτηκε ότι υπέγραψε. Αυτός δεν εξέτασε τα 18 άτομα για τα οποία εξέδωσε την ιατρική βεβαίωση. Αυτός είναι υπόχρεος να πάρει μικρό ιστορικό της κατάστασης του ασθενή όπως έκανε και στην συγκεκριμένη περίπτωση. Γνώριζε δύο ή τρία άτομα από αυτούς. Η Κ3 συνελήφθηκε στις 15.7.16 και απάντησε «πάλε εννά με συλλάβετε;» τεκμ.61(ε) και στις 21.7.16 (τεκμ.61στ) και απάντησε «δεν έχω να πω τίποτε». Από αυτήν λήφθηκαν 4 καταθέσεις ήτοι : η ανακριτική ημερ.15.7.16 τεκμ.61 στην οποία η Κ3 ανέφερε ότι ήδη μίλησε με τον δικηγόρο της και λόγω της άσχημης ψυχολογικής της κατάστασης θα δώσει κατάθεση την επόμενη ημέρα, την ανακριτική κατάθεση ημερ.18.7.16 τεκμ.61(α) στην οποία ανέφερε ότι ο δικηγόρος της είναι άρρωστος και επιθυμεί να τον συμβουλευτεί την επόμενη ημέρα για να δώσει την κατάθεση της, στην ανακριτική κατάθεση της ημερ.20.7.16 τεκμ.61(β) είπε ότι εργάζεται στο γραφείο εξευρέσεως εργασίας του Κ1, στην Χλώρακα. Αναφέρεται στα καθήκοντά της δηλαδή τις συνεντεύξεις με τους πελάτες και των αλλοδαπών που θα έρθουν στην Κύπρο και την επίλυση διαφόρων προβλημάτων που θα προκύψουν κατά την διαμονή αυτών στις οικίες των πελατών τους. Στις 22.7.16 της λήφθηκε και η ανακριτική κατάθεση τεκμ.61(γ). Η Κ3 κατηγορήθηκε στις 14.2.17 τεκμ.61(δ) και απάντησε«δεν παραδέχομαι». Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Η εκδοχή και των τριών κατηγορουμένων συνίσταται, ως αυτή εξάγεται από την γραμμή υπεράσπισης τους και τις αγορεύσεις των συνηγόρων τους, καταρχάς στη γενική άρνηση διάπραξης οιουδήποτε αδικήματος. Προεξάρχον θέμα το οποίο έθεσαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων προς τους ΜΚ4 - 24 ήταν ότι αυτοί διέπραξαν ποινικά αδικήματα γιατί οι αιτήσεις τους τις οποίες υπέγραφαν ως ορθές και αληθείς περιείχαν αναληθή και/ή ψευδή στοιχεία και η αστυνομία όφειλε να τους επιστήσει την προσοχή τους στο Νόμο και να τους κατηγορήσει και όχι να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον αυτών. Δηλαδή υπήρχε πλημμελής διερεύνηση και η δίκη τους δεν ήταν δίκαιη. Παραβιάστηκαν δικαστικοί κανόνες αναφορικά με την λήψη των μαρτυρικών καταθέσεων οι οποίες ήταν πανομοιότυπες. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους ΜΚ1 - 25 όσο και τον Κ2 που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εμφάνιση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στην βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της και έχει εξεταστεί σε συνάρτηση και με τα ενώπιον του κατατεθειμένα τεκμήρια (βλ. Γεώργιος και Σπύρος Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009), 1 Α.Α.Δ. 339. Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008), 2 Α.Α.Δ. 256: Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο δικαστήριο διάφορα τεκμήρια και αναφέρθηκε στην διερεύνηση της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ήταν τυπική. Η κύρια θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η υπόθεση διερευνήθηκε πλημμελώς καθότι δεν εξετάστηκε το σύνολο των εγγράφων των διοικητικών φακέλων, δεν έγινε αναγνωριστική παράταξη των κατηγορουμένων από τους μάρτυρες και διώχθηκαν μόνο οι Κ1-3 και όχι οι μάρτυρες. Αποδέχομαι την θέση του ότι υπήρχαν μάρτυρες οι οποίοι αποτάθηκαν στο γραφείο του Κ1 το οποίο είναι εγγεγραμμένο σε αυτόν και δεν αμφισβητήθηκε με σκοπό να τους εξεύρει οικ.βοηθό και αυτοί κλήθηκαν και έδωσαν κατάθεση. Στις θέσεις αυτές ο μάρτυρας απάντησε με σαφήνεια λέγοντας πως προέκυψε η μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων. Ειδικότερα εναντίον του Κ1 ότι υπήρχε υποψία για τις αιτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν στο γραφείο του για εργοδότηση αλλοδαπών αλλά και υποψίες εναντίον του Κ2 - Ιατρού ο οποίος εξέδιδε τις βεβαιώσεις οι οποίες βρίσκονταν εντός των φακέλων. Η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση του και αυτή κρίνεται ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Αποδέχομαι την θέση του μάρτυρα ότι οι εργοδότες δήλωναν άγνοια για το θέμα των βεβαιώσεων, θέση η οποία επιβεβαιώθηκε απ΄αυτούς ενόρκως, γι΄ αυτό και οι ανακρίσεις επικεντρώθηκαν στην εξέταση αυτών. Ακόμη αποδέχομαι ότι η αστυνομία δεν έλεγξε τις αναφορές των μαρτύρων ότι δεν είχαν τα προβλήματα υγείας τα οποία αναφέρονταν στις βεβαιώσεις και ειδικότερα την θέση του ΜΚ1 ότι δεν είχε να ελέγξει για παράδειγμα ότι ο εργοδότης είχε εμπλακεί σε τροχαίο και ήταν σε τροχοκάθισμα ενώ βλέποντας τον μπροστά του μπορούσε να διαπιστώσει ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Οι θέσεις των συνηγόρων αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο έπρεπε να διωχθούν και οι μάρτυρες - «παραπονούμενοι» θα εξεταστεί πιο κάτω σε συνάρτηση με την θέση των συνηγόρων για την πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης και την μη δίκαιη δίκη των Κ1-3. ΜΚ2 Η εμπλοκή του στην υπόθεση ήταν η μελέτη των εγγράφων που περιλαμβάνονταν στους διοικητικούς φακέλους οι οποίοι παραλήφθηκαν για διερεύνηση. Αυτός δεν ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας αλλά ως μέλος της ΥΑΜ Πάφου απλά έλεγξε και έκανε αναφορά στα ουσιώδη έγγραφα αυτών. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και τον θεωρώ ως αξιόπιστο μάρτυρα. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη στο σύνολο της. ΜΚ3 Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του ΜΚ3 ως εμπειρογνώμονα - γραφολόγου αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Κατά τις εξετάσεις του χρησιμοποίησε τον εξοπλισμό του εργαστηρίου και την αναλυτική συγκριτική μέθοδο την διαπιστευμένη με ISO 17025. Με όσα έχω ενώπιον μου έχω ικανοποιηθεί ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος, έχει τα απαραίτητα προσόντα και πείρα να αναφερθεί στα θέματα στα οποία αναφέρθηκε στο δικαστήριο. Η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70, Μάριος Νικολάου v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841 και Χ¨Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με την μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που θα αποδειχθούν με μαρτυρία. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1427, επαναλήφθηκε ουσιαστικά η γενική αρχή ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να αξιολογήσω την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Ο Μ.Κ.3 μου έκανε καλή εντύπωση. Ανέφερε και επεξήγησε τις εξετάσεις στις οποίες προέβηκε και το πως κατέληξε στα συμπεράσματα του, τα αναφερόμενα στο τεκμήριο Δ. Τα συμπεράσματα του αναφορικά με τις 18 βεβαιώσεις έγιναν παραδεκτό γεγονός. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του θεωρώ ότι αυτή ήταν τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηρικτεί σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Δηλαδή αποδέχομαι ότι οι υπογραφές στα έγγραφα 1 - 18 του τεκμ.Δ είναι πρωτότυπες και προέρχονται από τον Κ2 οι οποίες αφορούν τα τεκμ.38
(1),45
(1),37
(1),39
(1),48
(1),44
(1),42
(1),35
(1),31
(1),50
(1),51
(1),34
(1), 41
(1),36
(1), 43
(1),46
(1), 49
(1)και 47
(1). Ενώ οι υπογραφές στις βεβαιώσεις με αρ.19 - 24 είναι αποτέλεσμα αντιγράφου και δεν μπορεί να καθοριστεί το πρόσωπο που τις υπέγραψε. Η ΜΚ4 αποδέκτηκε ότι της είχαν πάρει τα έγγραφα για να τα υπογράψει, ως και έγινε. Την βεβαίωση δεν την είχε δει. Δεν ανέφερε ποιός τις τα πήρε τα έγγραφα για να τα υπογράψει. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι δεν θυμάται ποιός της τα έφερε, ούτε αν πήγε σε γραφείο. Αυτή δεν ενέπλεξε κανένα πρόσωπο, πλην της αναφοράς της για την βεβαίωση ότι δεν είχε τέτοια ιατρικά προβλήματα. Από την μαρτυρία της αποδέχομαι ότι αυτή υπέγραψε το συμβόλαιο ως εργοδότρια της εν λόγω αλλοδαπής για να την βοηθά, εφόσον αυτή φρόντιζε και τα παιδιά του γιου της. Με το τεκμ.13 - έγγραφο αρ.6 επιβεβαιώνεται η θέση της ΜΚ4 ότι τα έξοδα μισθοδοσίας της αλλοδαπής καταβάλλονταν από την νύφη της. Ήταν σταθερή στην μαρτυρία της ότι ποτέ δεν αντιμετώπιζε τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στην ιατρική βεβαίωση αρ.10 που φαίνεται να είναι υπογραμμένη από τον Κ2 και ούτε τον επισκέφθηκε ποτέ. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αξιόπιστη. ΜΚ5 Ενώ αρχικά είπε ότι τα έγγραφα που του υποδείκνυαν και υπέγραφε χωρίς να τα διαβάζει είναι δικά του, κατά την αντεξέταση του από τον κον Ερωτοκρίτου αναίρεσε αυτή την θέση λέγοντας ότι δεν είναι οι υπογραφές του στα υποδειχθέντα σε αυτόν έγγραφα. Η θέση του κου Σταυρινίδη και του κου Ερωτοκρίτου ήταν ότι είναι αληθές το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Κ2 και αυτό ευρισκόταν μέσα στο φάκελο, γιατί ο μάρτυρας παρουσιάστηκε στο ιατρείο του και εξετάστηκε από αυτόν, θέση την οποία αρνήθηκε ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση και η μαρτυρία του δεν διακατεχόταν από σαφήνεια αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε αυτός και η γυναίκα του για να εργοδοτήσοουν οικιακή βοηθό. Αυτός κατά την αντεξέταση του για την Κ3 αναίρεσε την θέση του ότι οι υπογραφές που του υποδείχθηκαν οι ευρισκόμενες στον φάκελο τεκμήριο 18 είναι δικές του (εγγρ.11, 31, 32). Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ήταν αντιφατική και αντινομική, στερείται πειστικότητας και δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος. Αυτή είναι τέτοιας μορφής που δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή. Συνεπώς δεν την αποδέχομαι και την απορρίπτω στο σύνολό της. ΜΚ6 Στην κατάθεση του τεκμήριο Μ1 διαπιστώνω ότι αναφέρεται στα έγγραφα του φακέλου Β14 - 02673 - τεκμήριο 24
(1)λέγοντας ότι αναγνωρίζει τον γραφικό «της» χαρακτήρα χωρίς να αναφέρει το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται. Ενώ στην κατάθεση του τεμήριο Μ στην αγγλική γλώσσα αναφέρει ότι υπέγραφε η σύζυγος του με την συγκατάθεση του. Επίσης ότι το συμβόλαιο τεκμήριο 24 το υπέγραψε η σύζυγος του στην παρουσία του, αλλά αυτός δεν θυμάται τον λόγο γιατί να το υπογράψει η σύζυγος του, ενώ την αίτηση την υπέβαλε αυτός. Επίσης στο τεκμήριο Μ1 αναφέρει ότι «το όνομα Γιώργος Πάφιος που με ενημερώνεις (..) πρώτη φορά ακούω αυτό το όνομα». Στο δικαστήριο αντίθετα ανέφερε ότι «νομίζω τον έχω γνωρίσει αν ήταν και μιά δύο στιγμούλες ....νομίζω μίλησα μαζί του, 1-2 φορές μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας και ήταν πάντα πρόθυμος να μας βοηθήσει και πολύ σωστός και επίσης η Νάντια ήταν ευγενική και πρόθυμη να βοηθήσει. Η μαρτυρία του στα ουσιώδη σημεία της ήταν ασαφής γιατί ενώ αρχικά κατέθεσε ότι υπεγράφη το εν λόγω συμβόλαιο για την εργοδότηση της αλλοδαπής στη συνέχεια το αναίρεσε γιατί όταν του υποδείχθηκε συγκεκριμένο έγγραφο με αρίθμηση 68 στο φάκελο τεκμήριο 24
(1)που αποτελεί μέρος της αίτησης για απόκτηση άδειας εισόδου, είπε ότι η υπογραφή δεν είναι η δική του ούτε και της συζύγου του. Συνεπώς από την μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο την αναφορά του ότι αυτός αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα υγείας και απευθύνθηκαν με την σύζυγο του στην Κ3 για την εργοδότηση αλλοδαπής και δεν αποδέχομαι οτιδήποτε άλλο. ΜΚ7 Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την συνάντηση της μάρτυρος για το συγκεκριμένο σκοπό με τους Κ1 και 3. Αμφισβητήθηκε ότι δεν λέχθηκε από την Κ3 προς αυτήν «ότι θα στείλουν τα χαρτιά στον κο Χριστοφίδη», και ότι «αυτοί έχουν τον δικό τους γιατρό». Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι αυτή ήρθε στο δικαστήριο με απώτερο σκοπό να βοηθήσει την αστυνομία. Η ΜΚ7 ήταν σαφής ότι χρειαζόταν οικ.βοηθό γιατί είχε πρόβλημα με τον σπόνδυλο της και απευθύνθηκε στο γραφείο του Κ1 και γνωρίζει και την Κ3 η οποία εργαζόταν εκεί. Πήγε και πήρε τα χαρτιά της και υπέγραψε ότι τις έδιναν. Της λέχθηκε ότι «από τον γιατρό είναι όλα εντάξει». Ήταν σαφής σε αυτά που ανέφερε, λέγοντας ότι δεν είδε την βεβαίωση (τεκμ.50
(1)αλλά ούτε και τον Κ
- Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε, ήταν φυσική και κρίνεται ως αξιόπιστη στο σύνολο της. ΜΚ8 Κατά την αντεξέταση της ΜΚ8 από τον συνήγορο του Κ2 και αφού της υποδείχθηκαν δύο έγγραφα με αρίθμηση 97, 98 στο τεκμήριο 21 ανέφερε ότι η υπογραφή στο ονοματεπώνυμο εργοδότη δεν είναι δική της. Ανέφερε ότι η υπογραφή της ευρίσκεται στα έγγραφα τα οποία ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία περιλαμβανομένης και της αίτησης με αριθμό 35 στο τεκμήριο
- Όσο αφορά δε την αναγραφή σε αυτό, με κόκκινο στυλό «Ιατρικό πρόβλημα» είπε ότι αυτή δεν ήταν γραμμένη. Η ίδια δεν είχε τα ιατρικά προβλήματα τα οποία αναφέρονται στην βεβαίωση με αρ.8 στο τεκμήριο 21 (πχ είναι άτομο πάσχουσα από νεανικό διαβήτη, πρόσφατα ενεφάνισε και νεφρική ανεπάρκεια 2ου βαθμού, δεν μπορεί να φροντίσει την οικογένεια της ένεκα του προβλήματος της...) την οποία είδε στην αστυνομία όταν πήγε για να δώσει κατάθεση. Επίσης στην υποβολή ότι όλα τα έγγραφα που υπέγραψε ήταν συμπληρωμένα και δεν τα διάβασε, αυτή είπε ότι δεν θυμάται λόγω της παρέλευσης πολλών χρόνων, της ζήτησαν να υπογράψει τα τυπικά στοιχεία και υπέγραψε και δεν μπορεί να γνωρίζει τί εγράφηκε μετά. Επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει τον Κ2, ούτε και τον επισκέφθηκε ποτέ, αλλά ούτε και της έδωσε την βεβαίωση που ευρίσκεται εντός του φακέλλου. Αναφορικά με τα έγγραφα 97 - 102 για τα οποία αντεξετάστηκε από το συνήγορο του Κ2 αναφορικά με την αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου διαπιστώνω ότι αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την ΜΚ8 παρά την αναφορά του ονόματος της αλλοδαπής την οποία για κάποιο χρονικό διάστημα εργοδότησε η ΜΚ
- Διαπιστώνω ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία που αφορούν τον εργοδότη του οποίου η διεύθυνση δηλώνεται στη Λευκωσία, δεν έχουν καμία σχέση με την ΜΚ
- Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι η ΜΚ8 ανέφερε στην κατάθεση της, ότι η αλλοδαπή εργάστηκε κοντά της για 3 μήνες και θα πήγαινε σε άλλο χώρο για να εργαστεί. Αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι διά μέσου του γραφείου του Κ1 και της Κ3 αιτήθηκε την εργοδότηση της εν λόγω αλλοδαπής. Θεωρώ ότι η ΜΚ8 ήταν σαφής, σταθερή στην μαρτυρία της και κρίνεται ως αξιόπιστη στο σύνολο της και ειδικότερα ότι αυτή δεν είχε οποιαδήποτε προβλήματα υγείας τα αναφερόμενα στην ιατρική βεβαίωση τεκμήριο
- Ο ΜΚ9 ήταν σταθερός και θετικός στην μαρτυρία του λέγοντας ότι δεν γνωρίζει τον Κ2 και ούτε τον επισκέφθηκε ποτέ. Κατά παράδοξο τρόπο ο συνήγορος του Κ2 του υπέβαλε ότι τον γιατρό δεν τον επισκέφθηκε ποτέ αλλά κάποιο άλλο πρόσωπο πλαστογράφησε το τεκμήριο 36 (ιατρική βεβαίωση). Δηλαδή αποδέχεται την πλαστότητα του και ότι δεν σχετίζεται ο Κ2 με αυτό. Να αναφέρω ότι στο τεκμήριο Δ έκθεση του γραφολόγου (αρ.14, σελ.2 και 6) καταγράφεται μεταξύ άλλων ότι είναι γνήσια η υπογραφή στο συγκεκριμένο τεκμήριο 36 του ίδιου προσώπου. Διαπιστώνω ότι ενώ στους προηγούμενους μάρτυρες τέθηκε από το συνήγορο του Κ2 ότι οι μάρτυρες τον είχαν επισκεφθεί για ιατρική εξέταση, στον ΜΚ9 τέθηκε αντίθετη θέση ότι το πιστοποιητικό είναι πλαστογραφημένο από κάποιο άλλο πρόσωπο και δεν σχετίζεται με τον Κ
- Αυτό αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Συνεπώς αποδέχομαι ότι αυτή η βεβαίωση στο όνομα του ΜΚ9 καταρτίστηκε από τον Κ
- Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο και δεν έχω αμφιβολία για το πώς απευθύνθηκε στην Κ3 με την καθοδήγηση της οποίας αυτός εργοδότησε την εν λόγω αλλοδαπή. Να αναφέρω ότι στην κατάθεση της η Κ3 τον επιβεβαιώνει. Ούτε επίσης κλονίστηκε η θέση του ότι δεν επισκέφθηκε τον Κ2 και ούτε αντιμετώπιζε τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στην ιατρική βεβαίωση ημερ.27.11.15 (αρ.8 - τεκμ.12.1). Η ΜΚ10 μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση καταθέτοντας με σταθερότητα, συνέπεια και επαναλαμβάνοντας ότι διαμέσου του γραφείου του Κ1 και των υπηρεσιών της Κ3 εργοδότησε αλλοδαπή για να την βοηθά στο σπίτι, η οποία παρέμεινε στις υπηρεσίες της και μετά την λήψη της κατάθεσης της από την αστυνομία. Επίσης αποδέχομαι ότι τα έγγραφα στα οποία αναφέρθηκε και αναγνώρισε είναι τα έγγραφα τα οποία η ίδια έχει υπογράψει. Αυτή δεν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε ιατρικά προβλήματα, ούτε γνώριζε τον Κ2, αλλά ούτε και τον επισκέφθηκε γι' αυτό το σκοπό. Στην αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου της αλλοδαπής αναφέρεται ότι η απασχόληση της αλλοδαπής θα είναι για υπερήλικα/ή ανάπηρο άτομο και αυτό το είδε πρώτη φορά στο δικαστήριο. Περαιτέρω αποδέχομαι ότι απευθύνθηκε στο συγκεκριμένο γραφείο του Κ1 και με την καθοδήγηση της Κ3 προωθήθηκε η διαδικασία της εισόδου, απασχόλησης και εργοδότησης της εν λόγω αλλοδαπής. Να αναφέρω ότι η Κ3 στην κατάθεση της αναφέρει για την ΜΚ10 ότι είναι πελάτης του γραφείου τους και της έφερε οικ.βοηθούς και αυτή δεν τους ζήτησε να της φέρουν κοπέλα βάση ιατρικών κριτηρίων. Ακόμη αποδέχομαι ότι ο λόγος που χρειαζόταν την αλλοδαπή ήταν για να την βοηθά στο σπίτι. Είναι αποδεκτή η θέση της για τον τρόπο που διεξήλθε των διαφόρων εγγράφων κατά την υπογραφή αυτών με την καθοδήγηση της Κ
- Ακόμη θεωρώ ότι πεδία που δεν ήταν συμπληρωμένα στην αίτηση, ως οι θέσεις της μάρτυρος δεν ήταν θέμα που πρέπει να καταλογιστεί σε αυτή αφ΄ης στιγμής ο λόγος που απευθύνθηκε στην Κ3 ήταν για να την βοηθήσει στην προώθηση της εν λόγω διαδικασίας της εισόδου, της εργοδότησης και της απασχόλησης της αλλοδαπής. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της, ως αξιόπιστη. Η ΜΚ11 ήταν σαφής σε όσα ανέφερε στο δικαστήριο αναφορικά με την εργοδότηση της συγκεκριμένης αλλοδαπής και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κατέθεσε στο δικαστήριο την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα σε σχέση με αυτήν και αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Να αναφέρω ότι στην κατάθεση της η Κ3 τεκμ.61(γ) αποδέχεται την εμπλοκή της δηλαδή ότι κάποια έγγραφα τα συμπλήρωσε αυτή. Συνεπώς δεν έχω αμφιβολία ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Η ΜΚ12 ήταν σταθερή στη μαρτυρία της στα ουσιώδη σημεία που αφορούσαν την εργοδότηση της οικ.βοηθού της μέσω του γραφείου του Κ1 με την συνδρομή της Κ
- Η Κ3 στην κατάθεση της αναφέρει για την ΜΚ12 ότι ήρθε στο γραφείο της και της ζήτησε να της βρει οικ.βοηθό και της πρότεινε την κοπέλα, της έδωσε την σχετική αίτηση. Αυτή κρίνεται ως αξιόπιστη και σαφής μάρτυρας. ΜΚ13 Διαπίστωσα ότι εντός του φακέλου τεκμηρίου 14 αυτή εργοδότησε και άλλη αλλοδαπή, ως η ίδια αποδέχτηκε. Ακόμη σε έγγραφο του 2013 εμφαίνεται να παρουσιάζεται ότι αυτή είχε ιατρικά προβλήματα και το γραφείο που έφερε την αλλοδαπή ήταν του Κ
- Η ΜΚ13 παρά τις αναφορές της στην μαρτυρία της αρκετές φορές ότι δεν θυμόταν, εντούτοις δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι κατέθεσε στο δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τη συγκεκριμένη οικ.βοηθό την οποία εργοδότησε. Ουσιώδες από την μαρτυρία της είναι ότι απευθύνθηκε τηλεφωνικώς στο γραφείο του Κ1 για να εργοδοτήσει οικ.βοηθό και ότι τον Κ2 ουδέποτε τον συνάντησε γιατί η ίδια είχε ιατρικά προβλήματα. Η μαρτυρία της κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη. ΜΚ14 Διαπιστώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του Κ1 η εμπλοκή του Χρίστου ο οποίος σύμφωνα με την μαρτυρία εργαζόταν στο γραφείο του, ούτε ότι η αλλοδαπή εργοδοτήθηκε έστω για λίγο χρονικό διάστημα από την ΜΚ
- Ούτε ότι αυτή ήρθε μέσω του γραφείου του Κ
- Η μάρτυρας σε αρκετές περιπτώσεις κατά την μαρτυρία της δεν θυμόταν τις συνθήκες εργοδότησης της αλλοδαπής καθότι παρήλθε αρκετό χρονικό διάστημα από τότε, το οποίο θεωρώ δικαιολογημένο. Όμως δεν μου έχει δημιουργηθεί καμία αμφιβολία ότι αυτή δεν επισκέφθηκε τον Κ2 για εξέταση και ότι δεν έχει τα προβλήματα υγείας που αναφέρει η βεβαίωση τεκμ.34
(1)δηλαδή ότι αυτή «είναι άτομο επιληπτικό, πάσχουσα και με σακχαρώδη διαβήτη από χρόνια, πρόσφατα διαπιστώθηκε καινεφρική ανεπάρκεια 2ου βαθμού, ένεκα του διαβήτη, είναι υπό θεραπευτική αγωγή και στενή ιατρική παρακολούθηση, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής της υγείας ένεκα υπογλυκαιμικών επεισοδείων, αδυνατεί να φροντίσει τον εαυτό της και την οικογένεια της, για τούτο χρήζει βοήθειας άλλου ατόμου». Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Η ΜΚ15 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και δεν έχω αμφιβολία ότι κατέθεσε στο δικαστήριο την αλήθεια. Διαπιστώνω ότι στην αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου της συγκεκριμένης αλλοδαπής τεκμήριο 27
(1)έγγραφο αρ.34 η ΜΚ15 έθεσε την υπογραφή της (29,30). Αποδέχομαι ότι αυτή δεν είχε τα προβλήματα υγείας που αναγράφονται στη βεβαίωση τεκμ.51
(1). Αλλά ούτε και διαπίστωσα κατά την προσέλευση της στο δικαστήριο να έχει πρόβλημα στην βάδιση (ως αναφέρει η βεβαίωση). Το δικαστήριο θεωρεί την ΜΚ15 αξιόπιστη μάρτυρα. ΜΚ17 Από την μαρτυρία της αποδέχομαι ότι αυτή επισκέφθηκε το γραφείο του Κ1 και την εξυπηρέτησαν 2 κοπέλες και εργοδότησε οικ.βοηθό. Άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε ότι η μάρτυρας απευθύνθηκε στο γραφείο του Κ1 για εξεύρεση οικ.βοηθού. Αυτή αντεξεταζόμενη απάντησε με ειλικρίνεια ότι μπορεί να μην είναι η Κ3 που την εξυπηρέτησε αλλά η άλλη κοπέλα όμως παρά την πιο πάνω αναφορά της εντούτοις η ίδια η Κ3 αποδέχεται την εμπλοκή της στην διαχείριση των εγγράφων της. Ακόμη αποδέχομαι ότι αυτή αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, όχι όμως αυτά του τεκμ.47. ΜΚ18 Δεν αμφισβητήθηκε ότι το γραφείο του Κ1 της έφερε οικ.βοηθό. Διαπιστώνω ότι ενώ στο πάνω μέρος της αίτησης (στο φάκελο τεκμ.9
(1)έγγραφο 31) αναφέρεται «ιατρικό πρόβλημα» στην ίδια σελίδα στον σκοπό της άδειας προσωρινής διαμονής της αναφέρεται «οικιακή απασχόληση σε οικογένεια με παιδιά μέχρι 12 ετών». Δηλαδή εμφαίνονται συμπληρωμένα στοιχεία στην αίτηση που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αποδέχομαι από την μαρτυρία της ότι κάποιος άνδρας της πήρε την αίτηση στο σπίτι της και αυτή τα υπέγραψε. Η Κ3 για την ΜΚ18 επιβεβαιώνει ότι της έστειλε τα σχετικά έγγραφα με τον Χρίστο για να τα υπογράψει και τα υπέγραψε. Η αλλοδαπή παρέμεινε μόνο 6 μήνες και μετά η Κ3 της διευθέτησε άλλη κοπέλα. Η βεβαίωση τεκμ.33
(1)δεν συνδέει τον Κ2. Η μάρτυρας ήταν σαφής για τις ενέργειες σε σχέση με την εργοδότηση οικ.βοηθού και δεν κλονίστηκε σε καμία περίπτωση κατά την αντεξέταση της. Αποδέχομαι τις θέσεις της και κρίνεται ως αξιόπιστη μάρτυρας στο σύνολο της. ΜΚ19 Ο μάρτυρας ήταν σαφής και σταθερός στην μαρτυρία του ότι η μητέρα του δεν ήταν κλινήρης. Αποδέχομαι τις θέσεις του ότι αυτός υπέγραψε μόνο στην δήλωση (με αρ.2 στο τεκμ.20) με την οποία αναλαμβάνει τα έξοδα της μισθοδοσίας, διαμονής κ.α της αλλοδαπής. Επίσης αποδέχομαι ότι στην αίτηση (εγγρ.31 - τεκμ.20) υπέγραψε η μητέρα του η οποία όμως δεν ήταν κλινήρης, ως λανθασμένα αναφέρεται σε αυτό. Δεν αποδέχομαι την θέση ότι αυτός πλαστογράφησε, ήτοι υπέγραψε στην εν λόγω αίτηση ως η μητέρα του «Ε.Ρουσή». Έχω διαπιστώσει ότι η θέση της υπεράσπισης σε αυτόν ότι «η μητέρα του επισκέφθηκε τον Κ2 και την εξέτασε» είναι εκ διαμέτρου αντίθετη θέση απ΄αυτή που ο Κ2 υποστήριξε ενόρκως, δηλαδή ότι «δεν εξέταζε τα άτομα για τα οποία έδινε τις επίδικες βεβαιώσεις». Αποδέχομαι ότι το γραφείο του Κ1 διαχειρίστηκε την επίδικη αίτηση που αφορούσε την μητέρα του ΜΚ19 και εκεί τον εξυπηρέτησαν 2 κοπέλες υπάλληλοι εκεί. Η μητέρα του πλην του ότι ήταν ηλικιωμένη δεν ήταν ασθενής υπό παρακολούθηση, με νευρολογικά προβλήματα (αλσχαϊμερ), κλινήρης από ετών, με πολλά προβλήματα υγείας (κατακλίσεις), ως αναφέρει το περιεχόμενο της βεβαίωσης τεκμ.44
(1), το οποίο κατάρτισε ο Κ2. Αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας, η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε και κρίνεται ως αξιόπιστη στο σύνολο της. ΜΚ20 Διαπιστώνεται ότι η αίτηση που τον αφορούσε συμπληρώθηκε για οικιακή απσχόληση για υπερήλικα/ή ανάπηρο άτομο. Παρά την επίμονη αντεξέταση του αυτός επέμεινε στις αρχικές του θέσεις ότι απευθύνθηκε στο γραφείο του Κ1 για την εργοδότηση αλλοδαπής οικ.βοηθού και με την συνδρομή της Κ3 και της Ιωάννας συμπληρώθηκε η εν λόγω αίτηση. Να αναφέρω ότι η Κ3 στην κατάθεση της τεκμ.61(γ) εμπλέκει τον εαυτό της με την διαχείριση των εγγράφων που τον αφορούσαν. Διαπιστώνω και αποδέχομαι την θέση του ΜΚ20 ότι είχε πρόβλημα διαβήτη και καρκίνου και ότι ποτέ δεν είχε τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στην βεβαίωση έγγραφο 10 στο τεκμ.17
(1), τεκμ.41
(1)και τα πιο πάνω προβλήματα του δεν σχετίζονται με τα αναγραφόμενα στην εν λόγω βεβαίωση. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αυτός είπε την αλήθεια στο δικαστήριο και αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. ΜΚ21 Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της η οποία ήταν ασαφής τόσο σε σχέση με την διαδικασία της προώθησης της αίτησης για την είσοδο της οικ.βοηθού αλλά και σε σχέση με το τί διαμείφθηκε κατά την παρουσία της στην αστυνομία. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω ως αναξιόπιστη. ΜΚ22 Διαπιστώνω ότι στον φάκελο τεκμήριο 6
(1)για την αλλοδαπή S.LAMA ευρίσκεται αντίγραφο της βεβαίωσης ημερ.5.6.14 για τον ΜΚ22 από τον Δρ.Χριστοφίδη το οποίο αναφέρει ότι αυτός πάσχει από διάφορα προβλήματα υγείας. Το πρωτότυπο της είναι το τεκμ.30. Στην αίτηση έγγρ.35 καταγράφεται ότι η εν λόγω οικ.βοηθός ζητείται για υπερήλικο ή ανάπηρο άτομο. Αποδέχομαι τις θέσεις του ΜΚ22 ότι δεν είχε τα αναφερόμενα προβλήματα υγείας στις βεβαιώσεις και ότι η Κ3 του προώθησε την διαδικασία για εργοδότηση οικ.βοηθού αλλά τελικά η A.GURUNG εργοδοτήθηκε από αυτόν. Εν ολίγοις αποδέχομαι ότι η Κ3 είχε εμπλοκή στην διαχείριση των εγγράφων για την εργοδότηση και απασχόληση της αλλοδαπής στον ΜΚ22, μάλιστα η ίδια την αποδέχεται στην κατάθεση της τεκμ.61(β). Οι βεβαιώσεις τεκμ.30
(1)και 52
(1)δεν συνδέουν τον Κ2. ΜΚ23 Ήταν σαφής για τις ενέργειες αυτής και του συζύγου της για να εργοδοτήσουν οικ.βοηθό γιατί είχαν δίδυμα παιδιά και χρειάζονταν βοήθεια. Αποδέχομαι την θέση της ότι ζήτησαν οικ.βοηθό γι΄αυτό τον σκοπό και όχι λόγω αναπηρίας ως εμφαίνεται στο έγγρ.36 στο τεκμ.19
(1). Σε καμία περίπτωση δεν κλονίστηκε η μαρτυρία της και την αποδέχομαι στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο ΜΚ24 επιβεβαίωσε όσα ανέφερε και η ΜΚ23 αναφορικά με τις ενέργειες τους για την προώθηση της διαδικασίας για την εργοδότηση οικ.βοηθού από αυτούς. Αποδέχομαι τις θέσεις του στο ουσιώδες θέμα ότι δεν έθεσε την υπογραφή του στο έγγραφο 31 τεκμ.19
(1). Το γεγονός ότι αυτός σε κάποιες απαντήσεις του που έλεγε ότι δεν θυμόταν λεπτομέρειες όπως πχ. πόσες φορές πήγε στο γραφείο του Κ1 το βρίσκω δικαιολογημένο και αληθές να μην θυμάται μετά την πάροδο τόσων χρόνων. Αποδέχομαι την θέση τόσο αυτού όσο και της ΜΚ23 ότι ο λόγος που αιτήθηκαν οικ.βοηθό με την συνδρομή της Κ3 την οποίαν συνάντησαν στο γραφείο του Κ1 στην Χλώρακα ήταν για να τους παρέχει βοήθεια λόγω των δίδυμων παιδιών τους και όχι λόγω του ότι ήταν υπερήλικες ή ανάπηρα άτομα, ως καταγράφηκε στην αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου της αλλοδαπής στο τεκμ.19
(1)έγγραφο 36. Να αναφέρω ότι η Κ3 αποδέχεται ότι οι ΜΚ23 και 24 απευθύνθηκαν κοντά της για την εργοδότηση οικ.βοηθού (τεκμ.61γ). Επίσης αποδέχομαι ότι το περιεχόμενο της βεβαίωσης τεκμ.43
(1)στο όνομα του είναι ψευδές δηλαδή «αυτός δεν είναι ασθενής, υπό παρακολούθηση από 4 ετών, είχε τροχαίο ατύχημα με αποτέλεσμα αναπηρίας - χωλότητα δεξιού κάτω ποδός, με επιληπτικά προβλήματα, χρήζει παρουσίας και βοήθειας άλλου ατόμου», το οποίο κατάρτισε ο Κ2. Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Η ΜΚ25 διαφάνηκε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Αλλοδαπών στην Πάφο για αρκετά χρόνια. Κατέθεσε την λίστα τεκμ.63 το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε αναφορικά με τα επιβληθέντα τέλη στις περιπτώσεις εργοδότησης οικ.βοηθών. Ούτε αμφισβητήθηκε η επιβολή τελών στις 4 κατηγορίες. Αυτό που προσπάθησε να προωθήσει η ΚΑ με την παρουσίαση της μαρτυρίας της ΜΚ25 και του τεκμ.63 ήταν ότι δηλώνοντας ότι η οικ.βοηθός απαιτείται λόγω ιατρικών προβλημάτων του αιτητή, τα τέλη είναι χαμηλότερα από τα τέλη των άλλων κριτηρίων. Αυτή όταν ερωτήθηκε αντεξεταζόμενη «εάν το 2014 τα εισοδηματικά κριτήρια ήταν πέραν των €52000 απάντησε «την συγκεκριμένη περίοδο δεν ήμουν στις εγγραφές, αλλά νομίζω από τις γνώσεις μου ήταν πέραν των €52000». Αποδέχθηκε ότι το 2014 - 2016 δεν εργαζόταν στο τμήμα εγγραφών. Εν τέλει όταν της υποβλήθηκε ότι προσήλθε στο δικαστήριο για να καταθέσει για γεγονότα που δεν γνωρίζει ανέφερε ότι δεν θέλει να απαντήσει. Αυτή δεν έκανε καλή εντύπωση στο δικαστήριο, δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική και λεπτομερής, αφού ως η ίδια αποδέχθηκε δεν ήταν σίγουρη για το τι επακριβώς εφαρμοζόταν, αφού τους επίδικους χρόνους δεν υπηρετούσε στο συγκεκριμένο τμήμα. Η μαρτυρία της πλην της κατάθεσης του τεκμηρίου 63 το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις κατηγορουμένων, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η ΚΑ είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του Κ. και να απορρίψει άλλο, ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359, σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη σελ.689-691. Σε αυτό αναφορικά με τις Αυτοενοχοποιητικές Καταθέσεις ή Δηλώσεις αναφέρεται ότι : «Όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορουμένου είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, τόσο σε ποινικές όσο και σε πολιτικές υποθέσεις (Καΐμης ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662). Και για τις «Μεικτές Καταθέσεις ή Δηλώσεις» «Όταν η κατάθεση ή δήλωση είναι μικτή (mixed), υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία (R v Shirley
(2013)EWCA Crim 1990, R v. Papworth
(2008)1 Cr App R 439, R v. Garrod
(1997)Crim LR 445), αυτά γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία για τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, με το Δικαστήριο να επιβάλλεται όπως εξετάζει την κατάθεση στην ολότητα της για να ανεύρει ποια είναι τα αληθή». Η γενική αρχή που ισχύει όσον αφορά ομολογία ή κατάθεση ή δήλωση ενός κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του, ο οποίος δεν καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα εναντίον συγκατηγορούμενου του, το περιεχόμενο της ομολογίας ή της κατάθεσης, ή της δήλωσης του κατηγορούμενου, αποτελεί μαρτυρία μόνο εναντίον του και όχι εναντίον του συγκατηγορούμενου του (βλ. Κίτας ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209, Καττής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 262 και Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 38. Υπάρχει όμως εξαίρεση στον κανόνα σε δύο περιπτώσεις, όπως διατυπώνονται στο Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη (έκδοση 2016), σελ. 907: «Σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, μια ομολογία ενδέχεται να γίνει αποδεκτή, όχι μόνο ως μαρτυρία εναντίον του προσώπου που την έκαμε, αλλά και εναντίον συγκατηγορουμένου του. Η πρώτη, είναι όταν ο συγκατηγορούμενος, με λόγια ή συμπεριφορά, αποδέχεται την αλήθεια του περιεχόμενου της ομολογίας, έτσι που να θεωρείται ως δική του (Milliotis v The Police
(1971)2 CLR 292, Nestoros v The Republic
(1961)CLR217, R v Rudd
(1948)32 Cr App R 138). Η δεύτερη, αναφέρεται σε υποθέσεις συνωμοσίας, όταν δηλώσεις ή πράξεις συνωμότη που λέγονται ή εκτελούνται για υλοποίηση του κοινού σκοπού, γίνονται αποδεκτές εναντίον του άλλου συνωμότη, για να αποδείξουν τη φύση και έκταση της συνωμοσίας, νοουμένου ότι υπάρχει κάποια άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία για τη συνωμοσία (R v Hayter
(2005)2 All ER 209, R v Shellard
(1840)9 C & P 277, Σύγγραμμα Γ.Π. Κακογιάννη - Απόδειξη (έκδοση 1983) σελ. 564 - 565). ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΙΩΠΗΣ ΤΟΥ Κ1 ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ 3 Οι Κ1 και 3 επέλεξαν και άσκησαν το συνταγματικό δικαίωμα της σιωπής. Το δικαίωμα της σιωπής ενός υπόπτου ή κατηγορούμενου αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας (Άρθρο 12.4 του Συντάγματος και άρθρο 6.2. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) αλλά συναρτάται και με το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης και εμπεριέχεται στον πυρήνα της δίκαιης δίκης. Ένας κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα της σιωπής και η άσκηση αυτού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καταλογιστεί εναντίον του (βλ., σελ. 829 - 831 στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη). Ως εκ τούτου η επιλογή των Κ1 και 3 να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής δεν έχει καμία επίπτωση εναντίον τους. Ο Κ1 δεν ανέφερε οτιδήποτε στην ανακριτική του κατάθεση τεκμ.60 συνεπώς δεν δίδεται καμία βαρύτητα σε αυτήν. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 2 Ο Κ2 δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο δικαστήριο καταθέτοντας ενόρκως ο οποίος απαντούσε με ασάφειες, γενικότητες και με απώτερο σκοπό να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη για ότι του καταλογίζεται. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά αναφέρω ότι αντεξεταζόμενος για παράδειγμα για την ΜΚ13 ενώ γενικότερα η θέση του ήταν ότι συμπλήρωνε και έδινε αυτές τις βεβαιώσεις, όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα για ποιό σκοπό θα χρησιμοποιείτο αυτή, δεν απάντησε με σιγουριά λέγοντας «θα την χρησιμοποιούσε αν δεν κάνω λάθος για να φέρει γυναίκα μέσω του εξωτερικού ή από την Κύπρο». Θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό αυτός να τις κατάρτιζε και να μην γνώριζε επακριβώς για ποιό σκοπό θα χρησιμοποιούνταν. Η θέση της ΚΑ και των ΜΚατηγορίας ήταν ότι δεν εξέτασε τα άτομα αυτά, ούτε ήρθαν στο ιατρείο του, ούτε τον γνωρίζουν αλλά τις κατάρτισε αφού συνωμότησαν μεταξύ τους οι κατηγορούμενοι για να χρησιμοποιούνται οι βεβαιώσεις για την διαδικασία εισόδου, εγγραφής και παραμονής των αλλοδαπών οικ.βοηθών. Ηταν η θέση του ενόρκως ότι «το ιατρικό πιστοποιητικό» δεν είναι το ίδιο με την «ιατρική βεβαίωση» για να δικαιολογήσει ότι κατάρτιζε τις βεβαιώσεις χωρίς να τους εξετάσει και απλά βεβαίωνε τα ιατρικά τους προβλήματα τα οποία παρακολουθούσαν άλλοι γιατροί. Η θέση αυτή δεν μπορεί να ανταποκρίνεται ούτε στην πραγματικότητα αλλά ούτε στην λογική. Κατά την ένορκη μαρτυρία του πρόσθεσε για πρώτη φορά ότι ερχόμενος ο ασθενής μπορεί να του έδινε και κάποιο χαρτί, ιατρική βεβαίωση. Είπε ότι δεν αναφέρεται σε ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο σημαίνει ότι πιστοποιεί ότι την εξέτασε, της έκανε αναλύσεις, ενώ η βεβαίωση αναφέρει αυτά τα οποία αναφέρει η ασθενής. Αντεξεταζόμενος ο Κ2 και ερωτώμενος ότι ο γενικός χειρούργος δεν είναι το ίδιο με τον ειδικό χειρούργο και η σφραγίδα του αναφέρεται σε ειδικό χειρούργο υποδεικνύοντας του την βεβαίωση την οποία κατάρτισε - τεκμήριο 31 στην οποία εμφαίνεται η σφραγίδα του ως Ειδικού Χειρούργου αυτός είπε σημαίνουν το ίδιο. Διαπιστώνω ότι στις βεβαιώσεις αναγράφεται ότι αυτός είναι Ειδικός Χειρούργος ενώ στο δικαστήριο αναίρεσε αυτή την θέση. Δεν είναι λογική η εκδοχή του ότι οι μάρτυρες ενώ παρακολουθούνταν από άλλους γιατρούς τον επισκέπτονταν γιατί χρειάζονταν τις βεβαιώσεις που έπρεπε να καταγράφουν ότι «αυτοί χρήζουν παρακολούθησης», ούτε ότι αυτός τις κατάρτιζε και τους τις έδινε χωρίς να τους εξετάζει και ούτε να ελέγχει εάν ίσχυαν αυτά που του έλεγαν, άτομα μάλιστα που έρχονταν από άλλη πόλη και που ούτε καν τα εγνώριζε. Απορίας άξιον είναι οι ασθενείς να μην πηγαίνουν στον Ιατρό που τους παρακολουθούσε αλλά στον Κ2 ο οποίος μάλιστα ευρισκόταν και σε άλλη πόλη. Ακόμη σε σχέση με την εκδοχή του που παρουσίασε για πρώτη φορά στο δικαστήριο, δηλαδή ότι δεν εξέταζε τους ασθενείς, η ΚΑ του έθεσε την κατάθεση του τεκμ.55
(1)στην οποία αναφέρει ότι «πάντα εξετάζει το άτομο και μετά του έδινε την βεβαίωση», αυτός δεν έδωσε σαφή απάντηση. Στην ερώτηση της ΚΑ ότι αφού αυτός είχε 500 ασθενείς από την Πάφο δεν θυμάται αυτά τα 20 με 22 άτομα που κατέθεσαν στο δικαστήριο δεν απαντούσε και με την παρέμβαση του δικαστηρίου για να απαντήσει στην ερώτηση τελικά είπε «δεν θυμάμαι». Σε ερωτήσεις της ΚΑ για την σχέση του με τον Κ1 και από πότε τον γνωρίζει απαντούσε με αοριστία και γενικότητα αφού στην κατάθεσή του λέει από το 2014, ενώ ενόρκως είπε από το 2010, χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών «Ιατρική» είναι αυτή που σχετίζεται με την ιατρική ή τους Ιατρούς. «Βεβαίωση» είναι επίσημο έγγραφο, αποδεικτικό με το οποίο βεβαιώνεται, πιστοποιείται κάτι και γενικότερα η αντίστοιχη πράξη, δήλωση. «Βεβαιώνω» σημαίνει παρέχω σε κάποιον διαβεβαίωση για κάτι, επιβεβαιώνω, πιστοποιώ, επιβεβαιώνω την ακρίβεια/ την αλήθεια /εγκυρότητα των στοιχείων. «Πιστοποιητικό» είναι επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει κάποιο γεγονός, πιστοποιεί κάτι. «Πιστοποιώ» σημαίνει βεβαιώνω, επικυρώνω, τεκμηριώνω. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ.Μπαμπινιώτη (β΄έκδοση) «Βεβαίωση» είναι η δήλωση με την οποία παρουσιάζει κανείς κάτι ως βέβαιο/ υποβάλλω βεβαίωση γιατρού για την κατάσταση της υγείας μου, «Βεβαιώνω» καθιστώ βέβαιο, πιστοποιώ. «Πιστοποιητικό» είναι επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει ορισμένη κατάσταση ή γεγονός. «Πιστοποιώ» δηλαδή βεβαιώνω ότι κάτι είναι γνήσιο ή όχι. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη μου τις πιο πάνω ερμηνείες θεωρώ ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ της ιατρικής βεβαίωσης και του ιατρικού πιστοποιητικού τα οποία για να καταρτιστούν θα πρέπει ο Ιατρός να βεβαιώσει και να πιστοποιήσει την κατάσταση της υγείας του ασθενή με εξέταση του και όχι να στηρίζεται σε λεχθέντα είτε του ασθενή, είτε άλλου γιατρού. Όσα αυτός ανέφερε για τον τρόπο κατάρτισης αυτών των βεβαιώσεων δεν με βρίσκουν σύμφωνη και τα απορρίπτω ως αναληθή και αντιστρατεύονται όχι μόνο την κοινή λογική αλλά προσβάλλουν και θίγουν και το Ιατρικό Λειτούργημα. Διαπιστώνω μάλιστα ότι πλείστα εξ'αυτών αφορούσαν προβλήματα υγείας για τα οποία απαιτείτο ειδικότητα Ιατρού όπως πχ. Νεφρολόγου, ορθοπεδικού ή ακόμα και Νευροχειρούργου. Θεωρώ ότι οι βεβαιώσεις που αφορούν τους ΜΚ 4 - 15, 17, 19, 20, 23 και 24 δεν συμπληρώθηκαν - καταρτίστηκαν από τον Κ2 με τον ενδεδειγμένο τρόπο, και κατόπιν εξέτασης των ασθενών. Περί τούτου όπως ανέφερα πιο πάνω αποδέχομαι την θέση των μαρτύρων κατηγορίας ότι οι μάρτυρες δεν τον επισκέφθηκαν από την Πάφο στην Λεμεσό για εξέταση και ούτε τον γνωρίζουν. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στις πλείστες των περιπτώσεων ήταν εμφανής η έκπληξη των μαρτύρων στις θέσεις της υπεράσπισης ότι αυτοί είχαν τα αναφερόμενα στις ιατρικές βεβαιώσεις προβλήματα υγείας, λέγοντας με ειλικρίνεια ότι ποτέ δεν επισκέφθηκαν τον Κ2 αλλά ούτε και είχαν τέτοια. Μάλιστα σε κάποιες βεβαιώσεις που αναφέρονταν κινητικά προβλήματα αυτών ή ότι ήταν κλινήρης ήταν εμφανές από την εν λόγω παρουσία των μαρτύρων στο δικαστήριο ότι δεν αντιμετώπιζαν τέτοια. Η μαρτυρία του διακατεχόταν από εκ των υστέρων σκέψεις. Μάλιστα διαπίστωσα να τίθενται και αντιφατικές υποβολές στους μάρτυρες. Για παράδειγμα τέθηκε στον ΜΚ19 ότι «η μητέρα του επισκέφθηκε τον Κ2 και την εξέτασε» που είναι εκ διαμέτρου αντίθετη θέση απ΄αυτή που ο Κ2 υποστήριξε ενόρκως, δηλαδή ότι «δεν εξέταζε τα άτομα για τα οποία έδινε τις επίδικες βεβαιώσεις». Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι ο Κ2 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του, πλην του ότι αυτός κατάρτισε τις πιο πάνω βεβαιώσεις και ότι γνώριζε τον Κ1 τουλάχιστον από το 2010. Ως προς τα λοιπά απορρίπτω την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ 3 Η Κ3 όπως αναφέρθηκε άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και ως εκ τούτου θα σχολιάσω μόνο τις θέσεις της, ως αναφέρονται στις ανακριτικές της καταθέσεις. Σύμφωνα με την αποδεχθείσα μαρτυρία κατονόμασαν και αναγνώρισαν την Κ3 οι ΜΚ5 - 7, 9 -12, 15, 17, 20 και 22. Από τις καταθέσεις της αποδέχομαι τις θέσεις της για την εμπλοκή της αναφορικά με την διαχείριση/ετοιμασία των εγγράφων που αφορούσαν τους μάρτυρες, τους οποίους επιβεβαιώνει και θεωρώ ότι αυτή ως το πρόσωπο που αναλάμβανε να λάβει τα στοιχεία των πελατών τους και να προωθήσει την διαδικασία έπρεπε και ήταν υποχρεωμένη να τα λαμβάνει σωστά και οι αιτήσεις να συμπληρώνονται με τον ενδεδειγμένο και τον ορθό τρόπο και όχι να καταρρίπτεται ευθύνη στους πελάτες τους, γιατί άλλωστε αυτή ήταν η εργασία και ο ρόλος της. Στις καταθέσεις της η Κ3 αναφορικά με τις ενοχοποιητικές δηλώσεις που αναφέρει εναντίον του Κ1 δεν μπορούν με βάση την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία να ληφθούν υπόψη εναντίον του Κ1. Δηλαδή οι αναφορές της
(1)ότι ο Κ1 στην παρουσία της Μ.Δημοσθένους και της θυγατέρας της, είπε ότι θα φρόντιζε να της εξασφαλίσει ιατρικό πιστοποιητικό και ότι αυτός πρέπει να το τοποθέτησε μέσα στον φάκελο παρέμειναν μετέωρες, αφού δεν επιβεβαιώθηκαν είτε με την μαρτυρία της Δημοσθένους η οποία δεν προσήλθε στο δικαστήριο για μαρτυρία, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο
(2)σε σχέση με την αποδοχή της ότι στις 12.7.16 τηλεφώνησε στην Δημοσθένους και της είπε εάν την καλέσει η αστυνομία να αναφέρει ότι πάσχει από αρθρίτιδα και ότι την εξέτασε ο Κ2 στη Λεμεσό. Συνεπώς από μόνη της η εν λόγω δήλωση της δεν μπορεί να έχει κάποια βαρύτητα
(3)την πολιτική με τα ιατρικά πιστοποιητικά και την εργοδότηση αλλοδαπών με ιατρικά κριτήρια από μη δικαιούχα πρόσωπα την αποφάσισε και την εφάρμοσε ο Κ1 και το οικονομικό όφελος ήταν αποκλειστικά δικό του και του γραφείου του
(4)για τον Χρίστο ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση και μίλησε με την ΜΚ14. Στο φάκελο υπάρχουν γραφόμενα του Χρίστου, του Κ1 και της Ιωάννας
(5)για την ΜΚ18 ότι έστειλε τον φακελο στη Λεμεσό για να τον ελέγξει ο Κ1, όταν επέστρεψε πίσω ο φάκελος από την Λεμεσό είδε ότι το πιστοποιητικό το είχε μέσα ο φάκελος
(6)για τον ΜΚ20 πήγε στο γραφείο τους για να εργοδοτήσει οικ.βοηθό και αργότερα της έφερε τα χαρτιά και τον φάκελο τον έστειλε στη Λεμεσό και την περίπτωση του την ανέλαβε ο Κ
- ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι μεν συνήγοροι υπεράσπισης παρέδωσαν γραπτό κείμενο αγόρευσης και αγόρευσαν προφορικά ενώπιο του δικαστηρίου επεξηγώντας τις θέσεις τους λέγοντας ότι αυτοί πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαγούν στις εναπομείνασες εναντίον τους κατηγορίες, η δε συνήγορος της ΚΑ αγόρευσε προφορικά υποστηρίζοντας ότι οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί εναντίον των Κ1 -
- Οι εν λόγω θέσεις έχουν μελετηθεί και ληφθεί σοβαρά υπόψη από το δικαστήριο και αναφορά θα γίνεται εκεί που κρίνεται αναγκαίο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, προχωρώ να αναφέρω τα ευρήματα του δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και είχε εμπλοκή σχετικά με την παραλαβή, παράδοση και διακίνηση τεκμηρίων, τις συλλήψεις των κατηγορουμένων και την έρευνα στο Ιατρείο του Κ
- Επίσης κατηγόρησε γραπτώς την Κ
- Κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα τεκμήρια 1, 2, 4 - 61(ζ). Τα τεκμήρια της υπόθεσης παραλήφθηκαν και διακινήθηκαν από την αστυνομία χωρίς αυτά να αλλοιωθούν παρά μόνο για τις επιστημονικές εξετάσεις για την διερεύνηση της υπόθεσης. Οι επίδικες αιτήσεις για απόκτηση άδειας εισόδου, εγγραφής και απόκτησης/ανανέωσης άδειας προσωρινής διαμονής οικ.εργαζόμενου που βρίσκονται στους διοικητικούς φακέλους των αλλοδαπών τεκμ.5 - 28 δεν εξετάστηκαν από την αστυνομία. Ο Κ1 διατηρεί ιδιωτικό γραφείο εξευρέσεως εργασίας στην Λεμεσό και στην Πάφο και κατά τους ουσιώδεις χρόνους η Κ3 ήταν υπάλληλος του ως επίσης και η Ι.Κωμοδρόμου την περίοδο 1.8.14 - 31.5.
- Ο Κ1 και ο Κ2 γνωρίζονται από το 2010 περίπου. Οι ΜΚ4 - 24 απευθύνθηκαν στο γραφείο του Κ1 είτε οι ίδιοι, είτε μέλη της οικογένειας τους για να προωθηθεί η διαδικασία εισόδου, εγγραφής και απόκτησης άδειας προσωρινής διαμονής αλλοδαπής οικ.βοηθού για σκοπούς απασχόλησης και εργοδότησης τους στη Δημοκρατία και στις πλείστες περιπτώσεις τους εξυπηρέτησε η Κ3 και η Ιωάννα Κωμοδρόμου. Οι εν λόγω αιτήσεις οι οποίες ευρίσκονται καταχωρημένες στους διοικητικούς φακέλους τεκμήρια 5 - 28 προωθήθηκαν στο Τμήμα Αλλοδαπών Πάφου και στη συνέχεια στο Τμήμα Μετανάστευσης για έγκριση και αφίχθηκαν στην Δημοκρατία αλλοδαπές οικ.βοηθοί για τους ΜΚ4, 7 - 15, 17 - 21 -
- Ο ΜΚ2 ο οποίος δεν ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας αλλά ως μέλος της ΥΑΜ διεξήλθε των εγγράφων που περιλαμβάνονταν στους διοικητικούς φακέλους οι οποίοι παραλήφθηκαν για διερεύνηση. Ο ΜΚ3 εμπειρογνώμονας γραφολόγος προέβηκε στις επιστημονικές του εξετάσεις χρησιμοποιώντας την αναλυτική συγκριτική μέθοδο και κατέληξε ότι οι υπογραφές στα έγγραφα 1 - 18 του τεκμ.Δ είναι πρωτότυπες και προέρχονται από τον Κ2 οι οποίες αφορούν τα τεκμ.38
(1), 45
(1), 37
(1), 39
(1), 48
(1), 44
(1), 42
(1), 35
(1), 31
(1), 50
(1), 51
(1), 34
(1), 41
(1), 36
(1), 43
(1), 46
(1), 49
(1)και 47
(1)και αφορούν τους ΜΚ 1 - 15, 17, 19, 20 και 24 (οι 2 αφορούν πρόσωπα που δεν προσήλθαν για μαρτυρία δηλαδή την Ε.Ιωαννίδη και την Ε.Warner). Η ΜΚ4 υπέγραψε το συμβόλαιο ως εργοδότρια της εν λόγω αλλοδαπής για να την βοηθά, εφόσον αυτή φρόντιζε και τα παιδιά του γιου της. Τα έξοδα μισθοδοσίας της αλλοδαπής καταβάλλονταν από την νύφη της (τεκμ.13 - έγγραφο αρ.6). Αυτή δεν αντιμετώπιζε τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στην ιατρική βεβαίωση αρ.10 που είναι υπογραμμένη από τον Κ2 και ούτε τον επισκέφθηκε ποτέ. Η ΜΚ7 απευθύνθηκε στο γραφείο του Κ1 για εξεύρεση οικ.βοηθού. Αυτή γνωρίζει την Κ3 η οποία εργαζόταν εκεί. Επίσης αυτή υπέγραψε το συμβόλαιο στο τεκμ.26
(1)για να εργοδοτήσει την αλλοδαπή και δεν είχε τα ιατρικά προβλήματα τα οποία αναφέρονται στην βεβαίωση τεκμ.50
(1). Η ΜΚ8 υπέγραψε στην αίτηση με αριθμό 35 στο τεκμήριο
- Η ίδια δεν είχε τα ιατρικά προβλήματα τα οποία αναφέρονται στην βεβαίωση τεκμ.45 (με αρ.8 στο τεκμήριο 21) την οποία είδε στην αστυνομία όταν πήγε για να δώσει κατάθεση. Αυτή δεν γνωρίζει τον Κ2, ούτε και τον επισκέφθηκε ποτέ αλλά ούτε και της έδωσε την βεβαίωση που ευρίσκεται εντός του φακέλλου. Αυτή εργοδότησε την οικ.βοηθό που αναφέρεται στην αίτηση, η οποία πήγε κοντά της διά μέσου του γραφείου του Κ1 και εργάστηκε κοντά της για 3 μήνες και θα πήγαινε σε άλλο χώρο για να εργαστεί. Ο ΜΚ9 δεν γνωρίζει τον Κ2 και ούτε τον επισκέφθηκε ποτέ στο Ιατρείο του και ούτε αντιμετώπιζε τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στην ιατρική βεβαίωση ημερ.27.11.15 τεκμ.36 και αρ.8 - τεκμ.12.1). Η βεβαίωση στο όνομα του καταρτίστηκε από τον Κ
- Η ΜΚ10 διαμέσου του γραφείου του Κ1 και των υπηρεσιών της Κ3 εργοδότησε αλλοδαπή για να την βοηθά στο σπίτι, η οποία παρέμεινε στις υπηρεσίες της και μετά την λήψη της κατάθεσης της από την αστυνομία. Τα έγγραφα στα οποία αναφέρθηκε και αναγνώρισε είναι τα έγγραφα τα οποία η ίδια έχει υπογράψει. Αυτή δεν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε ιατρικά προβλήματα (του τεκμ.35
(1)) και ούτε γνώριζε τον Κ2, αλλά ούτε και τον επισκέφθηκε γι' αυτό το σκοπό. Η ΜΚ11 απευθύνθηκε στο γραφείο του Κ1 και μέσω της Κ3 εργοδότησε την αλλοδαπή T.Diki από το Νεπάλ. Αυτή δεν παρουσίαζε τα ιατρικά προβλήματα που εμφαίνονται στην βεβαίωση τεκμήριο 39
(1)την οποία είχε δει για πρώτη φορά όταν έδωσε την κατάθεση της στην αστυνομία. Ποτέ δεν επισκέφθηκε τον Κ2 αφού δεν αντιμετωπίζει ιατρικά προβλήματα. Η ΜΚ12 επισκέφθηκε το γραφείο του Κ1 και η Κ3 είναι αυτή που προώθησε την διαδικασία για την εργοδότηση της αλλοδαπής κοντά της. Τον Κ1 μια φορά τον είδε στο γραφείο του. Αυτή εργοδότησε οικ.βοηθό ονόματι T.Suntali από το Νεπάλ, βάση της αίτησης την οποία υπέγραψε (εντός του φακέλου τεκμ.7
(1). Αυτή δεν γνώριζε τον Κ2 και ούτε αντιμετώπιζε οποιαδήποτε ιατρικά προβλήματα τα οποία αναφέρονται στην ιατρική βεβαίωση τεκμήριο 31
(1). Η ΜΚ13 εργοδότησε την αλλοδαπή Pr. Lama (φάκελος τεκμήριο 14
(1)). Η βεβαίωση του Κ2 (τεκμ.38
(1)δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί η ίδια δεν τον επισκέφθηκε στην Λεμεσό για να την εξετάσει, δεν τον γνωρίζει και δεν είχε αυτά τα ιατρικά προβλήματα που αναφέρονται σε αυτό. Η ΜΚ14 και ο σύζυγός της εργοδότησαν την αλλοδαπή S.Lama, από το Νεπάλ. Η βεβαίωση τεκμήριο 34
(1)δεν είναι αληθής γιατί αυτή δεν έχει τα ιατρικά προβλήματα τα οποία αναφέρονται σε αυτή. Αυτή δεν γνώριζε τον Κ2 ούτε τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του. Η ΜΚ15 έθεσε την υπογραφή της στο τεκμήριο 27
(1)έγγραφο αρ.34 δηλαδή στην αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου της αλλοδαπής P.O LAMA (29,30) την οποία εργοδότησε μέσω της Κ3. Αποδέχομαι ότι αυτή δεν είχε προβλήματα υγείας τα αναφερόμενα στην βεβαίωση τεκμ.51
(1). Η ΜΚ17 απευθύνθηκε στο γραφείο του Κ1 για να εξεύρει οικ.βοηθό και την εξυπηρέτησαν δύο κοπέλες. Αυτή είχε ιατρικά προβλήματα όχι όμως τα αναφερόμενα στην βεβαίωση τεκμ.
- Η ΜΚ18 δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας ως η βεβαίωση τεκμ.33 αναφέρει. Το γραφείο του Κ1 διαχειρίστηκε την αίτηση που αφορούσε την μητέρα του ΜΚ19 ως διαφαίνεται από όλα τα έγγραφα του φακέλου τεκμ.
- Η μητέρα του δεν ήταν κλινήρης από ετών και δεν πάσχει από νευρολογικά προβλήματα ως αναφέρεται στην βεβαίωση τεκμ.44
(1). Αυτός υπέγραψε μόνο στην δήλωση με αρ.2 στο τεκμ.20 και στην αίτηση υπέγραψε η μητέρα του. Ο ΜΚ20 απευθύνθηκε στο γραφείο του Κ1 για την εργοδότηση αλλοδαπής οικ.βοηθού και με την συνδρομή της Κ3 και της Ιωάννας συμπληρώθηκε η εν λόγω αίτηση. Αυτός είχε πρόβλημα διαβήτη και καρκίνου και ποτέ δεν είχε τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στην βεβαίωση τεκμ.41
(1). Η Κ3 προώθησε την διαδικασία ούτως ώστε ο ΜΚ22 να εργοδοτήσει οικ.βοηθό ήτοι την A.GURUNG. Η ΜΚ23 μαζί με τον σύζυγο της ΜΚ24 απευθύνθηκαν στο γραφείο του Κ1 για να εργοδοτήσουν αλλοδαπή γιατί είχαν δίδυμα παιδιά και χρειάζονταν βοήθεια. Εκεί η Κ3 τους εξυπηρέτησε και τους υπέδειξε πώς να υπογράψουν το συμβόλαια και άλλα έγγραφα. Στον φάκελο τεκμ.19
(1)υπάρχει η υπογραφή της στην αίτηση. Εκεί στο γραφείο του Κ1 ήταν η Ιωάννα. Ο ΜΚ24 δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και ούτε επισκέφθηκε τον Κ2 (τεκμ.43
(1)). Για την εγγραφή οικ.βοηθού έπρεπε να συντρέχουν ορισμένα κριτήρια δηλαδή υπήρχαν 4 κατηγορίες: η πρώτη αφορούσε τους ηλικιωμένους - άνω των 75 ετών ή ασθενείς, η δεύτερη για τα παιδιά κάτω των 12 ετών, η τρίτη για τους λήπτες δημοσίων βοηθημάτων και η τέταρτη τα εισοδηματικά κριτήρια. Σύμφωνα με την Λίστα τεκμήριο 63 επιβάλλονται τέλη ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο ζητείται η απασχόληση της οικ.βοηθού. Οι αιτήσεις, οι σφραγίδες και οι υπογραφές που τοποθετήθηκαν σε πλείστα έγγραφα των διοικητικών φακέλων τεκμ.5 - 28 δεν έτυχαν επιστημονικής εξέτασης. Ο σκοπός που ενεγράφηκε στην αίτηση για απόκτηση άδειας εισόδου, εγγραφή και απόκτηση/ανανέωση άδειας προσωρινής διαμονής οικιακού εργαζόμενου (στα τεκμήρια 5 - 28 πλην των τεκμ.13, 18) είναι για την οικιακή απαχόληση για υπερήλικο ή ανάπηρο άτομο ή σε τροχοκάθισμα. Τα προσωπικά στοιχεία όλων των μαρτύρων ήτοι το δελτίο ταυτότητας τους, διευθύνσεις τους και άλλα, τα έδιναν οι ίδιοι κατά την υπογραφή ή και την συμπλήρωση των εγγράφων για την προώθηση της διαδικασίας στην Κ3 ή στους διάφορους υπαλλήλους του γραφείου του Κ1. Οι ΜΚ4, 7 - 15, 17, 19, 20, 23, 24 δεν γνωρίζουν τον Κ2 ούτε και τον επισκέφθηκαν ποτέ στο Ιατρείο του για να τους εξετάσει και να συμπληρώσει οποιαδήποτε ιατρική βεβαίωση στο όνομα τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ (371 ΚΕΦ.154) ΚΑΙ ΠΛΗΜΜΕΛΗΜΑΤΟΣ (372 ΚΕΦ.154) Σύμφωνα με το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν κακούργημα, (άρθρο 371 του Κεφ.154) και συνωμότησαν επίσης μεταξύ τους για να διαπράξουν πλημμέλημα (άρθρο 372 του Κεφ.154) ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Το άρθρο 371 Κεφ.154 προβλέπει τα ακόλουθα: ''Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή'' Το άρθρο 372 Κεφ.154 προβλέπει τα ακόλουθα: ''Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος.'' Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstone' s Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. (Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Όπως επίσης αναφέρθηκε στην Παντελής Λαζάρου ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633, «η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1). Ως προς το είδος της μαρτυρίας που θα πρέπει να παρουσιαστεί σχετική η υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421, όπου λέχθηκε μεταξύ άλλων, πως δεν απαιτείται να καταδειχθεί απευθείας συζήτηση, συνεννόηση ή απευθείας συμφωνία μεταξύ των συνωμοτών, πρέπει όμως, να καταδειχθεί με μαρτυρία - συμφωνία της οποίας τα γεγονότα να δηλώνουν πως ο Κατηγορούμενος ήταν ενήμερος της ύπαρξης της. ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ Οι κατηγορίες της πλαστογραφίας αφορούν πλαστογραφία των ιατρικών βεβαιώσεων οι οποίες βασίζονται στα άρθρα 331, 333, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 και έχουν ως πιο κάτω: Άρθρο 331 «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης». Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 331, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) καταρτισμός πλαστού εγγράφου, (β) με σκοπό την καταδολίευση. Είναι επομένως αδίκημα πρόθεσης. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό του νοητικού στοιχείου στην πλαστογραφία είναι η πρόθεση να παρακινηθεί άλλος να αποδεχθεί το πλαστό έγγραφο ως γνήσιο και, ως εκ τούτου, να κάνει ή να απέχει από κάποια πράξη (βλ. Law Commission, 'Criminal Law Report on Forgery and Counterfeit Currency' (Law Com No 55, 1973), [32] σελ. 16 - The essential feature of the mental element in forgery is an intention to induce another to accept the forged instrument as genuine and, by reason of that, to do or refrain from doing some act). Άρθρο 333 «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος: (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα, (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου, (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου, (δ) υπογράφει έγγραφο - (i) ...(ii)....(iii) ...(iv).. Το άρθρο 333 καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η πλαστογράφηση εγγράφου.Η παράγραφος (α) του άρθρου 331, αναφέρεται σε εξ' υπαρχής κατάρτιση πλαστού εγγράφου, ενώ η παράγραφος (β) σε αλλοίωση υφιστάμενου εγγράφου χωρίς εξουσία με τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου. Η παράγραφος (γ) αναφέρεται σε εισαγωγή κάτι, κατά τη σύνταξη του εγγράφου, στο έγγραφο, χωρίς εξουσία, το οποίο αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλε τις συνέπειες του εγγράφου και (δ) υπογράφει έγγραφο (Ι) με το όνομα άλλου χωρίς εξουσιοδότηση, (ΙΙ) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, (ΙΙΙ) με το όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και σκοπός είναι να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του συγκεκριμένου προσώπου και (ΙV) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπούμενου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση του αυτού που υπογράφει το έγγραφο με αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι. Το άρθρο 334 καθορίζει πότε τεκμαίρεται η «πρόθεση καταδολίευσης», η οποία αποτελεί με βάση το άρθρο 331, συστατικό στοιχείο για το αδίκημα της πλαστογραφίας. Παρόλα αυτά, η διατύπωση του άρθρου 334 του Ποινικού Κώδικα δεν αναφέρει με σαφήνεια την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης». Παρέχει όμως κάποιες ενδείξεις για την ερμηνεία του σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Άρθρο 335 «Όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο, εκτός αν προνοείται διαφορετικά, είναι κακούργημα, αυτός δε υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή». Σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο, το αδίκημα της πλαστογραφίας διαπραττόταν με τον καταρτισμό πλαστού εγγράφου με «πρόθεση καταδολίευσης» (βλ. H. A. Palmer και H. Palmer, Harris's Criminal Law (19th edn Sweet & Maxwell, London 1954, σελ. 382). Ακολούθως θεσπίστηκαν το Forgery Act 1913 και στη συνέχεια το Forgery and Counterfeiting Act 1981. Σύμφωνα με το άρθρο 1
(1)του Forgery Act 1913: «For the purposes of this Act, forgery is the making of a false document in order that it may be used as genuine, ..» Η κορυφαία Αγγλική απόφαση με βάση το Forgery Act 1913 ήταν η Welham v. D.P.P. [1960] 1 All E.R. 805 (HL). Η εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Petri v. The Police
(1968)2 CLR 40 και ακολούθως στη Georghiou v. Republic
(1984)2 CLR 65. Στη Georghiou, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε εκτενώς την Αγγλική νομολογία επί του θέματος. Η Georghiou, υιοθετήθηκε και στις Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14 και Τσιέλεπος v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 457 (βλ. Απόφαση Κραμβή Δ.) και πιο πρόσφατα στην Λεωνίδου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 85/2020, 28.6.2021. Στην Welham, ανωτέρω, ο Λόρδος Denning υιοθετεί την άποψη ότι η «πρόθεση καταδολίευσης» δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Το αδίκημα της πλαστογραφίας μπορεί να αποδειχθεί και σε περιπτώσεις όπου η πρόθεση καταδολίευσης απευθύνεται σε πρόσωπα που κατέχουν δημόσιες θέσεις και τα οποία λόγω της φύσης της θέσης τους δεν μπορούν να υποστούν προσωπικά καμιά οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη. Το ερώτημα κατά πόσο σε περιπτώσεις πλαστογραφίας η Κατηγορούσα Αρχή εκτός από την πρόθεση καταδολίευσης πρέπει να αποδείξει και οικονομική ζημιά ή κάποιου είδους βλάβη του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η πρόθεση καταδολίευσης, εξετάστηκε στην υπόθεση Georghiou, όπου υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Welham. Σύμφωνα με την πιο πάνω Αγγλική απόφαση δεν υπάρχει θέμα διαχωρισμού μεταξύ οικονομικής και άλλης ζημιάς και ο Νόμος εξακολουθεί να είναι ότι η πλαστογραφία στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται ότι η πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να εξαπατήσει με τρόπο που ήταν δυνατό να επιφέρει οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη, όχι απαραίτητα οικονομική. Στην Welham, το House of Lords επικύρωσε προηγούμενες αποφάσεις βρίσκοντας ότι υπήρχε πρόθεση καταδολίευσης σε υποθέσεις όπου είχαν πλαστογραφηθεί έγγραφα για την απόλυση ενός καταδίκου από τις φυλακές, R v Harris
(1833)1 Mood C.C. 393 όταν ένας ναυτικός πλαστογράφησε πιστοποιητικό καλής διαγωγής για να παρακαθήσει σε εξετάσεις, R. v Toshack
(1849)1 Dan 492, και όταν ένας φοιτητής πλαστογράφησε έγγραφα για να επιτύχει την εγγραφή του στο Inner Temple, R v Bassay
(1931)Cr. App. R. 168. Σύμφωνα, επομένως, με την αγγλική νομολογία τεκμαίρεται πρόθεση καταδολίευσης συγκεκριμένου προσώπου, παρόλο που η αρχική πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να καταδολιευθεί οποιοδήποτε πρόσωπο θα λάμβανε γνώση του πλαστογραφημένου εγγράφου (βλ. Welham, ανωτέρω, σελ. 815, L. Denning). Ότι αυτό είναι το νόημα της «πρόθεσης καταδολίευσης», πιστοποιείται και από τις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου 334 του ΚΕΦ. 154, το οποίο προβλέπει ότι η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται ότι υφίσταται, οποτεδήποτε υπάρχει «συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο». Όσον αφορά την έννοια της λέξης «έγγραφο», αυτή δεν ερμηνεύεται ούτε ορίζεται ρητά στον Ποινικό Κώδικα, ΚΕΦ.154.Όμως για την πλαστογραφία το άρθρο 332, εξαιρεί από την έννοια του εγγράφου, τα εμπορικά σήματα ή οποιοδήποτε άλλο σήμα που χρησιμοποιείται σε συνάφεια με εμπορικά είδη. Στην υπόθεση Χατζηλούκα ν Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 294, κρίθηκε ότι αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων δεν εμπίπτουν στην έννοια του εγγράφου του άρθρου 336. Στην υπόθεση Georghiou, εξηγήθηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα ( Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 2, para. 1324 et seq). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2022, παρ. Β.6.2, σελ. 508 - 509 (Ηλεκτρονική Έκδοση), αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τα κριτήρια για να θεωρηθεί ένα έγγραφο πλαστό. «Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original).» Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι βασικά κριτήρια για να χαρακτηριστεί ένα έγγραφο πλαστό για τους σκοπούς του αδικήματος της πλαστογραφίας δυνάμει του άρθρου 331 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, είναι να εμφανίζεται ως κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα ή να λέει ψέματα σε σχέση με το πρόσωπο που το κατήρτισε, την προέλευση ή την ιστορία του και να είναι δυνατόν να εξαπατηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο έλθει σε επαφή μαζί του. Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι αρκετή, για απόδειξη του αδικήματος της πλαστογραφίας, η συμπερίληψη σε ένα έγγραφο κάποιων ψευδών ή ανακριβών λεπτομερειών. Στην Re Windsor
(1865)10 Cox 118, 123, αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing». Τονίζεται δηλαδή ότι ένα έγγραφο είναι πλαστό όταν εμφανίζεται να είναι κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα ή όταν λέει κάποιο ψέμα σε σχέση με το πρόσωπο που το κατήρτισε, την προέλευση ή την ιστορία του. Έγγραφα που αναφέρουν ψεύδη ή ανακρίβειες δεν είναι κατ' ανάγκη πλαστογραφημένα εν τη εννοία του Νόμου. Στην Attorney General's Reference (No 1 of 2000),μετά από έλεγχο που είχε γίνει στον ταχογράφο του λεωφορείου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, διαπιστώθηκε ότι ψευδώς δηλώθηκε ότι άλλος οδηγός οδήγησε μεταξύ δύο συγκεκριμένων χρονικών στιγμών που ο κατηγορούμενος έπρεπε υποχρεωτικά να κάνει διάλειμμα. Ο κατηγορούμενος αθωώθηκε χωρίς να ακουστεί μαρτυρία αφού ο πρωτόδικος δικαστής έκρινε ότι τα ψευδή στοιχεία που καταχωρίστηκαν με αποτέλεσμα να εκδοθεί ψευδής εκτύπωση δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν κατηγορία πλαστογραφίας. Άρθρο 20: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΠΛΑΣΤΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ Τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου εδράζονται εκτός από τα άρθρα που αναφέρονται πιο πάνω και στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, το οποίο προνοεί ότι: «Όστις εν γνώσει και δολίως θέτει εις κυκλοφορίαν πλαστόν έγγραφον είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του αυτού είδους και υπόκειται εις την αυτήν ποινήν, ως εάν είχε πλαστογραφήσει το περί ου ο λόγος πράγμα.» Στην υπόθεση Λεωνίδου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 85/2020, 28.6.2021, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την απόδειξη του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου: «Να πούμε το αυτονόητο ότι είναι δυνατό κάποιος να έχει διαπράξει το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, που είναι αυτοτελές αδίκημα, χωρίς να έχει ο ίδιος πλαστογραφήσει το έγγραφο. Η γνώση και ο δόλος, συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, δεν είναι απαραίτητο να αποδεικνύονται με άμεση μαρτυρία αλλά μπορεί να συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (Γερμανού ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ, 127).» Το έγγραφο πρέπει να είναι πλαστό με την έννοια ότι θα πρέπει να λέει ένα ψέμα(βλ.υπόθεση Re Windsor
(1865)10 Cox 118, R v. Ritson
(1869)1 CCR 200). Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση (όταν βλέπει την πλαστογράφηση του εγγράφου) ή έμμεση(όταν μπορεί να γνωρίζει ότι το έγγραφο έχει πλαστογραφηθεί έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης). Δεν υπάρχει καθορισμός των λέξεων «θέτει εις κυκλοφορία» αλλά μπορεί να λεχθεί ότι οι λέξεις συμπεριλαμβάνουν τη χρήση, προσφορά, δημοσίευση όπως επίσης και παράδοση του εγγράφου (βλ. υπόθεση R v. Gambling [1974] 2 All E.R. 479). Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, η φράση, «θέτει σε κυκλοφορία ένα πράγμα», σημαίνει και περιλαμβάνει το να χρησιμοποιεί ή να χειρίζεται πράγμα ή το να αποπειράται τη χρήση ή το χειρισμό του τέτοιου πράγματος και το να αποπειράται την υποκίνηση άλλου σε χρήση ή χειρισμό ή ενέργεια σε τέτοιο πράγμα. Κατ' αναλογία με το, τότε ισχύον, s. 6
(2), Forgery Act 1913, η πρόνοια καλύπτει την οποιαδήποτε χρήση του πλαστού εγγράφου από κατηγορούμενο, ενώ αυτός γνωρίζει ότι είναι πλαστό και με πρόθεση καταδολίευσης. Απλή κατοχή δεν αρκεί. Πρέπει ο κατηγορούμενος να κοινοποιήσει (communicate) το έγγραφο σε κάποιον τρίτο (βλ. J. C. Smith and B. Hogan, Smith & Hogan, Criminal Law (3rd ed Butterworths, London 1973) σελ. 519, με αναφορά στην R v. Hodgson
(1856)Dears. & B 3). Στην Αγγλία έχει κριθεί ότι αποστολή φωτοαντιγράφου (photostat copy) πλαστής απόδειξης συνιστούσε κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου (βλ. R v. Harris [1965] 3 All ER 206, 208). Κατά τρόπο ανάλογο επομένως θα πρέπει να κρίνονται αποστολές εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω άλλης μορφής ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Ένα άλλο βασικό στοιχείο είναι η ύπαρξη δόλου, δηλαδή η «πρόθεση καταδολίευσης», η οποία ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο που προαναφέρθηκε. Σε αρκετές περιπτώσεις η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη άμεση μαρτυρία καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΔΕΙΑΣ/ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις στηρίζεται στο άρθρο 305 και το 20 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 στο οποίο προβλέπεται: «Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 προνοεί: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή». ΨΕΥΔΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
(1)Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος σαν υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Η απλή υπόσχεση μελλοντικής ενέργειας ή πράξης ή συμπεριφοράς η οποία δεν πραγματοποιείται δεν αποτελεί ψευδή παράσταση, όμως αποτελεί κάτι τέτοιο η ψευδής παράσταση υφιστάμενου γεγονότος έστω και αν συνοδεύεται από υπόσχεση για μια μελλοντική ενέργεια ή συμπεριφορά. Δεν είναι, εξάλλου, απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη χωρίς οποιαδήπτοε προφορική ή γραπτή παράσταση θα ήταν αρκετές. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής (βλ. B.R. v. Jones
(1898)1 Q.B. 119). ΤΟ ΨΕΥΔΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ Θα πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι οι παραστάσεις που χρησιμοποιήθηκαν ήταν όντως ψευδείς ή θα πρέπει οι ισχυρισμοί που φανερώνουν το ψευδές της παράστασης να αποδειχθούν καίτοι δεν φαίνεται ότι είναι αναγκαίον να αποδεικνύονται όλοι στο βαθμό που αυτοί που αποδεικνύονται δείχνουν το ψευδές της ουσίας των παραστάσεων. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι η υπόθεση Police v. Christaki Kassianou Kyzas,
(1982)1 J.S.C. 202. Στο σύγγραμμα Archbold 36th ed. στη σελ. 715, αναφέρεται ότι η ψευδής παράσταση, μπορεί να γίνει με λέξεις αλλά ακόμη και με συμπεριφορά. Είναι επιπλέον σαφές ότι οι ψευδείς παραστάσεις θα πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια στις λεπτομέρειες της κάθε κατηγορίας. Όπως η πρόθεση της καταδολίευσης του άρθρου 298 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.154, ή ο σκοπός της καταδολίευσης, κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης, έτσι και το εσκεμμένα στο άρθρο 305 του ΚΕΦ.154, πρέπει να κριθεί στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης. Αυτό γιατί η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289). Όπως και ως προς το στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης του άρθρου 298 του ΚΕΦ.154, που σχετική είναι η υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. & P. σελ. 38, όπου λέχθηκε ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψεύδους, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση (βλ. R. v. Kritz [1949] 2 ALL E.R. σελ. 406), έτσι και στην περίπτωση του άρθρου 305 που αναφέρεται «εσκεμμένα» εξασφαλίσει εγγραφή, αποδειχθεί η ψευδή παράσταση, πρέπει αναλογικά, να ερμηνευθεί το «εσκεμμένα», που σημαίνει επί σκοπού και εκ προθέσεως, να αποδειχθεί και η πρόθεση καταδολίευσης των κατηγορουμένων. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη πρόθεσης καταδολίευσης(βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Όπως και στο αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, ως προς το συστατικό στοιχείο της απόκτησης περιουσίας ως αποτέλεσμα της ψευδούς π